← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Έ. Z., Αρ. Υπόθεσης: 10622/2019, 14/3/2023

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Έ. Z., Αρ. Υπόθεσης: 10622/2019, 14/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ.Yπόθεσης:10622/2019 Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ εναντίον Έ. Z Κατηγορούμενη Ημερομηνία:14 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Δανιήλ με κα. Χαραλάμπους για Αντώνη Κ. Καρά Δ.Ε.Π.Ε. Για την Κατηγορούμενη: κ. Χ. Θεοδούλου Κατηγορούμενη Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ To Κατηγορητήριο Η κατηγορούμενη διώκεται για το αδίκημα της καταδολίευσης ως εξ' αποφάσεως οφειλέτης κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(γ)
(3)και 4
(2)
(3)του Νόμου 60(Ι)/
  1. Επίδικες είναι όλες οι μηνιαίες δόσεις που αφορούν τα έτη 2015 μέχρι 2018 (κατηγορίες 1 μέχρι 4 -σύνολο 48 μηνιαίες δόσεις) και 9 μηνιαίες δόσεις που αφορούν το έτος 2019, (5η κατηγορία). Οι δόσεις αυτές οφείλονται κατόπιν έκδοσης εναντίον της κατηγορούμενης Δικαστικής Απόφασης στα πλαίσια της Αγωγής με αριθμό 517/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και Εκ Συμφώνου Εκδοθέντος Δικαστικού Διατάγματος δια πληρωμή του εξ' αποφάσεως πλέον, χρέους, δια μηνιαίων δόσεων ύψους €200 μηνιαίως από 1.9.13 και €280 μηνιαίως από 1.1.14 μέχρι τελικής εξόφλησης. Παραδεκτά Γεγονότα H ακροαματική διαδικασία υπήρξε ομολογουμένως, σύντομη. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε ζώσα μαρτυρία, πάρα μόνο περιορίστηκε στην εκ συμφώνου κατάθεση Καταλόγου Παραδεκτών Γεγονότων - Έγγραφο Α. Καταγράφονται σε αυτόν τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα και επισυνάπτονται αντιστοίχως, τα έγγραφα στα οποία γίνεται επίκληση:
  2. Η κατηγορούμενη ήταν η εναγόμενη 2 στην Αγωγή υπ' αριθμό 517/2012 του Ε.Δ. Λάρνακας.
  3. Οι ενάγοντες στην αγωγή υπ' αριθμό 517/2012 του Ε.Δ. Λάρνακας ήταν η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αλληλεγγύης. Ωστόσο, σε διάφορες ημερομηνίες οι ενάγοντες προχώρησαν σε μετονομασίες και/ή συγχωνεύσεις. Σχετικά αποδεικτικά και δημοσιεύσεις των μετονομασιών /συγχωνεύσεων βρίσκονται καταχωρημένα στο φάκελο της αγωγής. Ωστόσο επισυνάπτονται δια σκοπούς πληρότητας του φακέλου ως Τεκμήριο Α.
  4. Την 31.5.12 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή εναντίον της κατηγορούμενης για το ποσό των €33.868, με τόκο προς 9,5% ετησίως από 1.1.12 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30.
  5. και 31.12 στου έτους. Επισυνάπτεται η απόφαση που εκδόθηκε στις 31.5.12 ως Τεκμήριο Β.
  6. Στη συνέχεια στις 13.6.13 εκδόθηκε Διάταγμα του Δικαστηρίου, στην παρουσία της εναγόμενης, με το οποίο η τελευταία διατάχθηκε όπως πληρώνει στους ενάγοντες -αιτητές €200 μηνιαίως από 1.9.19 και €280 μηνιαίως από 1.1.14 μέχρι εξοφλήσεως του εξ' αποφάσεως χρέους και εξόδων. Περαιτέρω διατάχθηκε όπως καταβάλει τα έξοδα της αίτησης. Επισυνάπτεται το Διάταγμα καταβολής μηναίων δόσεων ως Τεκμήριο Γ.
  7. Η κατηγορούμενη, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, από την 6.2.14 κανένα ποσό δεν έχει καταβάλει προς συμμόρφωση της με το Διάταγμα των μηνιαίων δόσεων. Παρουσιάζεται η κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο Ε.
  8. Οι επίδικες δόσεις - που αναγράφονται στο κατηγορητήριο - εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται.
  9. Η κατηγορούμενη δεν έχει καταχωρήσει και/ή δεν καταχώρησε προτού την καταχώριση της παρούσας, αίτηση, για τροποποίηση του Διατάγματος Μηνιαίων Δόσεων ημερ. 16.3.
  10. (Το προτιθέμενο προς κατάθεση Τεκμήριο Δ' δεν παρουσιάστηκε τελικώς στη διαδικασία). Η κατηγορούμενη κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου κλήθηκε σε απολογία, επιλέγοντας όπως καταθέσει ενόρκως. Μαρτυρία Κατηγορούμενης Εξήγησε η κατηγορούμενη κατά την κυρίως εξέταση της, τον λόγο για τον οποίο δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες δόσεις της. Το έτος 2013 δεν εργαζόταν, γεγονός που επιβεβαιώνεται μέσω της προσκομισθείσας Κατάστασης Λογαριασμού Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 1). Μοναδικός λόγος που αποδέχθηκε την εναντίον της έκδοση Διατάγματος ήταν, ως ανέφερε, κατόπιν πίεσης που δέχθηκε από την τότε τραπεζική λειτουργό, ενώ το χρέος ανήκε στον πρωτοφειλέτη, πρώην σύζυγο της. Η έκδοση του Διατάγματος δήλωσε, τελούσε υπό τρίμηνη αναστολή, αφού ήλπιζε ότι θα εντός της περιόδου αναστολής θα εξεύρισκε εργασία. Η ίδια είναι από το 2007 μονογονιός και έχει μόνη της μεγαλώσει ουσιαστικά, τα τρία της παιδιά. Επεξηγώντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 επανέλαβε τα όσα αποτυπώνονται σε αυτό ήτοι, ότι τα έτη 2014 και 2015 λάμβανε το χρόνο, το ποσό των €6.801, ενώ τα έτη 2016 και 2017 λάμβανε αντίστοιχα το χρόνο ποσά της τάξης των €4.987 και €4.
  11. Για την χρονιά 2018 έλαβε ως μισθό, συνολικό ποσό ύψους €13.
  12. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ημερ. 20.12.19, όπου καταγράφεται αριθμός επιβαρύνσεων επί της ακίνητης της ιδιοκτησίας, ενώ ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε επιστολή ημερ. 20.8.21 του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σύμφωνα με την οποία το αίτημα της για ένταξη στο «Σχέδιο Εστία» απορρίφθηκε αφού, σύμφωνα με τα στοιχεία που διατηρούσε το τραπεζικό ίδρυμα που είχε χορηγήσει την χρηματοδότηση, η λύση που είχε προταθεί για αναδιάρθρωση κρίθηκε ως μη βιώσιμη. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4, σχετική Ανακοίνωση ως αυτήν εκδίδει η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, σε σχέση με τα λογικά έξοδα διαβίωσης μίας οικογένειας/ νοικοκυριού. Δεν γνώριζε ότι μπορούσε να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος. Η οικονομική της κατάσταση ποτέ δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά αφού, ποτέ δεν είχε, την οικονομική δυνατότητα όπως μηνιαίως, τιμήσει τις υποχρεώσεις της. Αντεξετασθείσα από την κα. Δανιήλ παραδέχθηκε ότι, ούτε όταν αποδεχόταν το Διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων ήταν σε θέση να καταβάλλει το οποιοδήποτε ποσό προς τίμηση των υποχρεώσεων της, θέση στην οποία συνεχίζει να βρίσκεται μέχρι σήμερα αφού, παρά την βελτιωμένη οικονομική της εικόνα, τα έξοδα διαβίωσης της ιδίας και των παιδιών της υπερκαλύπτουν τα όποια έσοδα της οικογένειας. Ως παραδέχθηκε, τον συνήγορο της για σκοπούς της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας δεν διόρισε δια νομικής αρωγής. Συμφώνησε ότι λαμβάνει από το 2007 σε μηνιαία βάση, επίδομα μονογονιού και επίδομα τέκνου. Λαμβάνει έκτοτε για έκαστο παιδί, επίδομα τέκνου ύψους €180 (μηνιαίως) και επίδομα μονογονιού ύψους €
  13. Υποδείχθηκε και αναγνωρίστηκε από την κατηγορούμενη αντίγραφο Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.9.14 ως αυτό εκδόθηκε στα πλαίσια της υπ' αριθμόν 995/2014 ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Τεκμήριο
  14. Σύμφωνα με το Διάταγμα η κατηγορούμενη αφού κατηγορήθηκε, διατάχθηκε όπως καταβάλει στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης, δυνάμει Διατάγματος Ποινικού Δικαστηρίου ποσό ύψους €1.080 προς τους παραπονούμενους, ποσό το αντιστοιχούσε στις οφειλόμενες, σε σχέση με το υπό κρίση δάνειο δόσεις, για την περίοδο 1.9.13 μέχρι και 1.1.
  15. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Eχω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, συμπεριλαμβανομένης και της εν γένει συμπεριφοράς του στο ειδώλιο. Είναι γνωστόν τοις πάσι στον νομικό κόσμο ότι: « η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του» (βλ.C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273).Δεν παραγνωρίζονται φυσικά, ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, η εκφορά του λόγου του, οι αντιδράσεις του, η αμεσότητα στις απαντήσεις του, η σαφήνεια ή μη των απαντήσεων του, η αληθοφάνεια αυτών δυνάμει των παρατιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμηρίων ή καταθέσεων, σε ό,τι αφορά τις ποινικές υποθέσεις, και η ειλικρίνεια του, μεταξύ άλλων (βλ. Ζαβρού ν Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Την μαρτυρία της κατηγορούμενης κρίνω ως ειλικρινή, υπό την εξής έννοια. Ειλικρινής ήταν στην τοποθέτηση της ότι ήταν με πλήρη επίγνωση περί της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στην υποχρέωση που αναλάμβανε για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων, που αποφάσισε όπως εν πάση περιπτώσει, προχωρήσει στην αποδοχή του το 2013 ήτοι, σε μια περίοδο όπου δεν εργαζόταν. Η θέση αυτή αντανακλάται και επιβεβαιώνεται μέσω του περιεχομένου του Τεκμήριο
  1. Ανταποκρινόμενη στην αλήθεια κρίνεται και η θέση της ότι τα επόμενη έτη αυτή κατάφερε να εξεύρει εργασία, έστω και χαμηλόμισθη. Από την μαρτυρία συνεπώς που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, προφορική, αλλά και έγγραφη (Τεκμήριο 1), συνάγεται το συμπέρασμα ότι η οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης τα έτη 2015 μέχρι και το 2019, περίοδοι που αφορούν το παρόν κατηγορητήριο, ήταν καλύτερη από αυτήν του 2013 όπου τα εισοδήματα της, σύμφωνα με την Κατάσταση Αποδοχών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ήταν μηδενικά. Συνεπώς η επίκληση ως λόγου αδυναμίας καταβολής των οφειλόμενων δόσεων ένεκα οικονομικών δυσκολιών δεν μπορεί παρά να προκαλεί προβληματισμό, αφού ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει κατηγορούμενο πρόσωπο το οποίο αποδέχθηκε το επίμαχο Διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων όντας άνεργο, και η οικονομική επιφάνεια του οποίου έτυχε βελτίωσης το
  2. Ειλικρινής ήταν και η απάντηση της ότι, για το επίδικο χρέος, και συγκεκριμένα για τις οφειλόμενες δόσεις που αφορούσαν στο έτος 2014 είχε προηγηθεί της παρούσας ποινικής υπόθεσης, η καταχώρηση και ποινικής υπόθεσης όπου διατάχθηκε όπως καταβάλει το οφειλόμενο ποσού των €1.800 προς τους εξ΄αποφάσεως πιστωτές της και νυν παραπονούμενους. Τέλος, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση η θέση της κατηγορούμενης ότι κατέβαλε προσπάθειες για αναδιάρθρωση του αστικού χρέους, ως αυτό προέκυψε από την έκδοση εναντίον της Δικαστικής Απόφασης στα πλαίσια της Αγωγής 517/2012, με την κατηγορούμενη παράλληλα να επιβεβαιώνει ως γεγονός, ότι κανένα ποσό δεν κατέβαλε από την 6.2.14 και εντεύθεν έναντι των υποχρεώσεων της. Νομική Πτυχή Το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου επί του οποίου εδράζονται και οι κατηγορίες προνοεί τα εξής: «3
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους (α).. (β). (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ Δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιαδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4». Οι υπερασπίσεις για το εν λόγω αδίκημα καθορίζονται στον ίδιο το Νόμο. Σε όση έκταση αφορά την παρούσα υπόθεση προνοούνται τα εξής: «3
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: (α).. (β).. (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το Διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση του διατάγματος την οποίαν έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν». Στην υπόθεση Νικολάου ν CΙTΙ Principle Investment
(2016)2(Β) Α.Α.Δ 1346 αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης Νόμου, στοιχειοθετείται με προσαγωγή μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος: α) είναι εκ Δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, με πιστωτή τον παραπονούμενο, β) ότι δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, γ) ότι αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος με μηνιαίες δόσεις, δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιανδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Ο Νόμος αναγνωρίζει στον οφειλέτη την υπεράσπιση της οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Το βάρος απόδειξης δε του εν λόγω ισχυρισμού βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούμενης, βάρος το οποίο οφείλει να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Νικολάου, ante). Στην απόφαση Προδρόμου ν Τράπεζας Κύπρου, Ποινική 'Εφεση
(2014)2Α Α.Α.Δ 108, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ότι, σε υποθέσεις ως η επίδικη, εκείνο που ενδιαφέρει, δεν είναι το συνολικό ποσό τoυ χρέους κατά τη ημερομηνία της ακρόασης της ποινικής υπόθεσης, αλλά κατά πόσον οι επίδικες δόσεις κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν καταβληθεί ή όχι. Το ουσιώδες σε αυτή την περίπτωση συνεπώς δεν είναι η εξακρίβωση του χρέους, αφού το χρέος προκύπτει από την Δικαστική απόφαση. Έχοντας υπόψιν μου τις πρόνοιες του Νόμου, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει τις τέσσερις προϋποθέσεις που ορίζονται από την Νομολογία και συνεπώς, το βάρος έχει μετατοπιστεί επί των ώμων της κατηγορούμενης για να καταδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η μη καταβολή των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων από μέρους της ήταν λόγω οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας. Η υπεράσπιση κατά την παρουσίαση της εκδοχής της, σκοπό είχε όπως φανερωθεί στο Δικαστήριο η γενικότερη δεινή οικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης από το 2013 μέχρι σήμερα. Αυτό όμως, δεν είναι το ζητούμενο σε ότι αφορά την παρούσα ακροαματική διαδικασία. Και εξηγώ. Οι θέσεις που προέβαλε η κατηγορούμενη στο Δικαστήριο μέσω της ζώσας μαρτυρίας της δεν φανερώνουν την επίκληση της υπεράσπισης του Νόμου, περί μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων λόγω οικονομικής αδυναμίας αφού, δεν έχει καταδείξει πώς η οικονομική της κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου Διατάγματος και έπειτα έχει μεταβληθεί είτε αρνητικά είτε προς το χειρότερο, ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του. Αντίθετα, αυτό που διαφάνηκε ήταν ότι η μη πληρωμή των μηνιαίων δόσεων από την κατηγορούμενη οφειλόταν στην οικονομική της αδυναμία μεν, η οποία προϋπήρχε δε, της έκδοσης του Διατάγματος, και η οποία διαφοροποιήθηκε όχι προς το χειρότερο, αλλά προς το καλύτερο μετά την έκδοση του. Αποτελεί συνεπώς κρίση του Δικαστηρίου ότι η υπεράσπιση που θέτει ο Νόμος στο άρθρο 3
(4)αυτού, δεν έχει αποδειχθεί στο Δικαστήριο. Τυχόν δε αποδοχή της εισήγησης του κ. Θεοδούλου θα οδηγούσε το Δικαστήριο όπως εσφαλμένα οδηγηθεί σε ατραπούς επαναξέτασης ουσιαστικά, της ορθότητας έκδοσης του επίδικου Διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή κατά πόσον αυτό όφειλε όπως εκδοθεί δυνάμει της οικονομικής κατάστασης της κατηγορούμενης, πράγμα ανεπίτρεπτο στο πλαίσια της εξέτασης της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Υποστήριξε ο κ. Θεοδούλου ότι, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση του Διατάγματος δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυτή οφείλει να κριθεί ωσάν να είχε την οικονομική δυνατότητα για αποπληρωμή. Το επιχείρημα αυτό κρίνεται βάσιμο. Ο Νομοθέτης ορθώς εν τη σοφία του, παρέχει μέσω των προνοιών του άρθρου 3
(4)(γ) σε έκαστο οφειλέτη όχι μόνο την δυνατότητα, αλλά και το δικαίωμα όπως προστατευθεί από τυχόν ποινική ευθύνη, για το διάστημα όπου, είτε λόγω οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας δεν είχε την δυνατότητα να τιμήσει τις εκ Διαταγμάτων καθοριζόμενες, υποχρεώσεις του. Οι πρόνοιες του Νόμου σίγουρα δεν αποσκοπούσαν στο να αναμένει κάθε εξ' αποφάσεως χρεώστης όπως προβάλει ισχυρισμούς περί οικονομικής μεταβολής ή φυσικής αδυναμίας εάν και εφ' όσον βρεθεί κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση. Αντίθετα, το εργαλείο αυτό προστέθηκε στην φαρέτρα των δικαιωμάτων ενός οφειλέτη με σκοπό όπως αυτό, εάν παραστεί ανάγκη, αξιοποιηθεί εγκαίρως και καταλλήλως, δια την προστασία του. Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν διαλάθει της προσοχής μου ότι η κατηγορούμενη έχει ήδη αντιμετωπίσει την ποινική ευθύνη που της αναλογούσε σε ότι αφορά το ίδιο εξ' αποφάσεως χρέος, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμόν 995/
  1. Θα μπορούσε συνεπώς, να ενεργούσε η κατηγορούμενη, γνωρίζοντας πλέον και ποινικές προεκτάσεις των πράξεων της, με την ανάλογη σπουδή, ούτως ώστε προσφεύγοντας στην Δικαιοσύνη, επιχειρήσει την τροποποίηση ή ακόμη και την ακύρωση των όρων και/ή του Διατάγματος μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε εναντίον της. Το ότι δεν το έπραξε, δεν σημαίνει ότι είχε την οικονομική επιφάνεια να καλύψει τις υποχρεώσεις της. Όμως εάν προέβαινε σε ένα τέτοιο εγχείρημα, θα έδιδε και στο ποινικό Δικαστήριο την ευκαιρία όπως τεθούν ενώπιον του όλα εκείνα τα στοιχεία που θα υποστήριζαν το αίτημα της για μείωση ή τροποποίηση των όρων του Διατάγματος, ενισχύοντας ενδεχομένως τις θέσεις περί οικονομικής μεταβολής ή αδυναμίας. Κρίνεται ορθό στο σημείο αυτό όπως το Δικαστήριο απαντήσει στην εισήγηση που ανέπτυξε και κατά την τελική του αγόρευση ο συνήγορος υπεράσπισης περί κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας. Την θέση του αυτή στηρίζει ο συνήγορος στο γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή αποφάσισε την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου το έτος 2019, ενώ, οι μηνιαίες δόσεις ήταν οφειλόμενες από το
  2. Το ζήτημα αυτό έθιξε ο κ. Θεοφίλου όχι μόνο μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά και προ της έναρξης της. Το Δικαστήριο καθηκόντως αποφάνθηκε επί του ζητήματος καταλήγοντας στην απόρριψη της εισήγησης μέσω ενδιάμεσης απόφασης του ημερομηνίας 10.1.
  3. Ως καταγράφεται εκεί, η Κυπριακή, αλλά και η ξένη Νομολογία, φανερώνει ότι η κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας, μπορεί να προσλάβει πολλές και διαφορετικές μορφές, εξ'ού και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ανάλογα με την ενώπιον του μορφή κατάχρησης, εάν αυτή υπάρχει (βλ.Έλληνας ν Δημοκρατίας
(1989), 2 Α.Α.Δ 149, Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, Ηλία (Αριθμός 3)
(1995), 1 Α.Α.Δ, 786 και Ευάγγελος Εμπεδοκλής (Αριθμός 3)
(2009), 1 Α.Α.Δ 529). Το Δικαστήριο έχει συνεπώς υπέρτατο καθήκον να προωθεί τη δικαιοσύνη και να εμποδίζει την αδικία. Από αυτό το καθήκον είναι που αναφύεται και η σύμφυτη εξουσία του περί ανακοπής δίωξης και αναστολής διαδικασίας σε περίπτωση κατάχρησης. Σχετική είναι βεβαίως και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος στην υπόθεση Δημοκρατία ν Ηλιάδη, Ποινικές Εφέσεις 348/2018 και 349/2018, ημερομηνίας 31/05/2019. Από την πιο πάνω Νομολογία φανερώνεται ότι η αναστολή μπορεί να ασκηθεί σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις, αλλά υπάρχουν ουσιαστικά δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη, είναι όταν το Δικαστήριο διαγνώσει ότι ο κατηγορούμενος δεν δύναται να έχει δίκαια δίκη και η δεύτερη όταν θα ήταν άδικο για τον κατηγορούμενο να αντιμετωπίσει την επικείμενη δίκη. Η πρώτη τάση επικεντρώνεται περισσότερο στο ουσιαστικό και διαδικαστικό μέρος της δίκης. Δηλαδή όταν είναι εξ' υπαρχής αδύνατο ο κατηγορούμενος να έχει μια δίκαιη δίκη, με αποτέλεσμα η διαδικασία χωρίς άλλο, να διακόπτεται. Η δεύτερη, αφορά την υποχρέωση του Δικαστηρίου να προστατεύσει την ακεραιότητα του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης, με το Δικαστήριο να διακόπτει εδώ τη διαδικασία όταν, από το σύνολο των περιστάσεων καταλήξει ότι η διεξαγωγή αυτής, θα πλήξει το αίσθημα της δικαιοσύνης και ευταξίας του Δικαστηρίου. Η εξουσία για αναστολή, διακοπή ή απόρριψη λόγω κατάχρησης, είναι πράγματι κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία και ασκείται σε φειδώ, σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου ν Αδελφοί Πεκρή
(2013)2 Α.Α.Δ 591). Το βάρος για να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή λόγω κατάχρησης, είναι σε αυτόν που την επικαλείται. Κατά κανόνα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά ότι επηρεάζεται και δυσμενώς συνεπεία αυτής (βλ. Attorney General Reference, Ν.2,
(2004), 2 A.C 72 HL). Το σίγουρο όμως δυνάμει όλων των πιο πάνω, είναι ότι το Δικαστήριο πριν να προχωρήσει σε απόρριψη, ή σε αναστολή, ή σε διακοπή, θα πρέπει να είναι βέβαιο ότι η περίπτωση αφορά ξεκάθαρα υπόθεση και συμπεριφορά καταχρηστικής φύσης (βλ.Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν Χριστοφίδη
(2016)2(Α) Α.Α.Δ 232). Το Δικαστήριο εξετάζοντας τα ενώπιον του στοιχεία ενδέχεται να μην επιτρέψει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκτήσει ένα αθέμιτο πλεονέκτημα εδραζόμενο σε καταχρηστική συμπεριφορά, αφού σκοπός, είναι πάντοτε η προστασία του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι όντως, στην παρούσα περίπτωση, υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Τα αδικήματα, δυνάμει των πρωτογενών γεγονότων που καταγράφονται στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου είχαν αφετηρία το έτος 2015, ενώ η διάπραξη τους συνεχίστηκε μέχρι και το
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή, για λόγους που αφορούν την ίδια, επέλεξε, την καταχώρηση της υπόθεσης της το
  2. Η παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου όμως, δεν μπορεί να εξισωθεί με αποδοχή της εισήγησης του κ. Θεοδούλου, ότι πρόκειται περί κατάχρησης της όλης δικαστικής διαδικασίας. Αναμφίβολα, αυτή η καθυστέρηση, δυνάμει των Νομολογιακών αρχών, θα ληφθεί υπόψιν, στο κατάλληλο στάδιο, ήτοι κατά το στάδιο επιβολής ποινής, σε περίπτωση καταδίκης. Τέλος, ο κ. Θεοδούλου εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη οφείλει να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την πέμπτη στην σειρά κατηγορία που αφορά στην μη καταβολή των οφειλόμενων δόσεων του 2019 (5η κατηγορία), λόγω παραγραφής. Ο κ. Θεοδούλου τόνισε, ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του Νόμου τιμωρούνται με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €5.000, ενώ σε περίπτωση δεύτερης ή µεταγενέστερης καταδίκης υπόκειται σε «κατώτατο όριο ποινής €1.000», εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο όπως επιβάλει ποινή μικρότερη των €1.000 ακόμη και σε περίπτωση δεύτερης καταδίκης, αιτιολογώντας φυσικά προς τούτο, την απόφαση του. Με την τροποποίηση της νομοθεσίας, μέσω του τροποποιητικού Νόμου Ν.129/2018 που τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευση του την 26 Οκτωβρίου 2018, το άρθρο 88 του Κεφαλαίου 155, έθεσε πλέον χρονικούς περιορισμούς για την πρόσαψη κατηγοριών σε σχέση με αδικήματα που επισύρουν ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €1,
  1. Το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως στο παρόν στάδιο παραθέσει τις πρόνοιες του νέου άρθρου 88(β) του Κεφαλαίου 155, αυτούσιες. «
  2. Τηρουµένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόµου µε τις οποίες καθορίζεται µεγαλύτερο χρονικό διάστηµα εντός του οποίου δύναται να προσαφθεί κατηγορία για ποινικό αδίκηµα, καµιά κατηγορία δε δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για ποινικό αδίκηµα για το οποίο δύναται να επιβληθεί - (α) Ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)µήνες ή χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ (€854) ή/και οι δύο αυτές ποινές µετά την πάροδο έξι
(6)µηνών από την ηµέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήµατος, (β) ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα
(12)µήνες ή χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια οκτώ ευρώ (€1.708) ή/και οι δύο αυτές ποινές µετά την πάροδο δώδεκα
(12)µηνών από την ηµέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήµατος». Είναι ξεκάθαρο από τις πρόνοιες του άρθρου
(4)
(2)του Νόμου 60(Ι)/2008 ότι η ποινή που επιφέρει η διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, είναι εκτός της εμβέλειας των προνοιών του άρθρου 88 του Κεφ. 155, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, αφού, αυτή, σε περίπτωση δεύτερης καταδίκης, ως είναι η παρούσα, θα έχει ως Νομοθετική αφετηρία την επιβολή ποινής ποσού ύψους €1.000 («υπόκειται σε κατώτατο όριο ποινής χιλίων ευρώ (€1.000)». Συνεπώς το επιχείρημα ότι η διάπραξη του αδικήματος που αφορά στο έτος 2019 έχει τύχει παραγραφής, λόγω των προβλεπόμενων από τον Νόμο ποινών που επιβάλλονται δεν μπορεί να τύχει επίκλησης και απορρίπτεται. Πρόσθετα, μπορεί να λεχθεί ότι ο Ν. 60
(1)/2018 δεν τυγχάνει εφαρμογής και επειδή δεν προνοείται ποινή φυλάκισης αλλά μόνο χρηματική ποινή. Κατάληξη: 'Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή των ενώπιον μου μαρτυρία, το βάρος απόδειξης, τη νομική πτυχή και την σχετική επί του ζητήματος Νομολογία, καταλήγω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Έχει συγκεκριμένα αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτιδα και η παραπονούμενη εκ δικαστικής αποφάσεως πιστώτρια εν τη εννοία του Νόμου, ότι στις 13.6.13 εκδόθηκε εναντίον της κατηγορούμενης Διάταγμα μηνιαίων δόσεων με το οποίο η κατηγορούμενη δεν έχει συμμορφωθεί, μη καταβάλλοντας καμία δόση μεταξύ των ημερομηνιών 1.1.15 μέχρι και την 1.9.19. Καταλήγω συνεπώς ότι, η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.