← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α. κ.α., Υπόθεση Αρ.: 3427/2021, 22/2/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α. κ.α., Υπόθεση Αρ.: 3427/2021, 22/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 3427/2021 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v

  1. Α.Α.
  2. Β.Β.
  3. Γ.Γ. Κατηγορουμένων Ημερ.: 22 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Γ. Εφφέ. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Χ. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο 3: Ο κ. Β. Ακάμας. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Το κατηγορητήριο αρχικά περιλάμβανε 5 κατηγορίες. Προστέθηκαν ακολούθως άλλες 2 κατηγορίες. Τροποποιήθηκαν στη συνέχεια οι κατηγορίες 1, 2 και 3 και ανεστάλη η κατηγορία 5 που αφορούσε τον κατηγορούμενο
  4. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες 1, 2 και 3, τις οποίες αντιμετωπίζουν μαζί. Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε επίσης τις κατηγορίες 4 και 6 που αντιμετωπίζει μόνος του. Τέλος, ο κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε την κατηγορία 7 που επίσης αντιμετωπίζει μόνος του. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι στις 3.7.2020 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, ήτοι τον τραυματισμό του παραπονούμενου, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 234 και 371 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (Κατηγορία 1), ότι κατά τον ίδιο χρόνο του επιτέθηκαν προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 243 του ΚΕΦ. 154 (Κατηγορία 3) και ότι τον τραυμάτισαν κτυπώντας τον με ξύλα, ρόπαλα, με τα χέρια και τα πόδια τους, τόσο στο κεφάλι όσο και σε άλλα μέρη του σώματος του, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21 και 234 του ΚΕΦ. 154 (Κατηγορία 2). Ο κατηγορούμενος 1 επίσης κατηγορείται ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, απείλησε τον παραπονούμενο με παράνομη πράξη, λέγοντάς του «Ρε εμείς έντζιε έχουμε κοπελλούθκια, έγλεπε τα κοπελλούθκια σου καημένε μου», κατά παράβαση του άρθρου 91Α του ΚΕΦ. 154 (Κατηγορία 4) και ότι του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη με σκοπό, δαγκώνοντας και αποκόπτοντας μέρος του δεξιού αφτιού του παραπονούμενου, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του ΚΕΦ. 154 (Κατηγορία 6). Ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται για κοινή επίθεση εναντίον του παραπονούμενου, ότι δηλαδή, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με τις υπόλοιπες κατηγορίες, του επιτέθηκε κτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια, κατά παράβαση του άρθρου 242 του ΚΕΦ. 154 (Κατηγορία 7). Όπως προαναφέρθηκε, η κατηγορία 5, που αφορούσε μεταφορά μαχαιριού, ανεστάλη και ο κατηγορούμενος 1 απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και με τα οποία συμφώνησαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, είναι τα ακόλουθα: «Ο παραπονούμενος στην υπόθεση [ ], 43 ετών, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ιδιοκτήτης καφενείου στην Λάρνακα. Ο 1ος κατηγορούμενος ήταν στο παρελθόν θαμώνας στο καφενείο και είχε φιλικές σχέσεις με τον παραπονούμενο. Προέκυψε στην συνέχεια κάποια οικονομική διαφορά μεταξύ τους. Στις 03/07/2020 ο 1ος κατηγορούμενος κάλεσε τον παραπονούμενο στο κινητό του τηλέφωνο και του ζητούσε να μεταβεί στο διπλανό καφενείο για να μιλήσουν. Ταυτόχρονα ο παραπονούμενος βγήκε έξω από το καφενείο και τον είδε να κατευθύνεται προς το μέρος του μαζί με άλλα 6-7 πρόσωπα μεταξύ των οποίων και οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι. Ο 1ος κατηγορούμενος άρχισε να ρωτά τον παραπονούμενο σε σχέση με την διαφορά που είχαν μεταξύ τους. Αμέσως μετά οι κατηγορούμενοι μαζί με τα υπόλοιπα πρόσωπα που ήταν μαζί τους επιτέθηκαν στον παραπονούμενο ρίχνοντας τον αρχικά στο έδαφος και στην συνέχεια κτυπώντας τον σε διάφορα σημεία του σώματος με τα χέρια και τα πόδια τους. Σε εκείνο το στάδιο δεν φαίνεται να προκλήθηκαν ουσιαστικές κακώσεις από τα κτυπήματα. Ο 1ος κατηγορούμενος όμως επιτέθηκε στον παραπονούμενο και τον δάγκωσε στο αυτί αποκόπτοντας το πάνω μέρος σε βάθος 1 εκατοστού περίπου. Η επίθεση τερματίστηκε όταν παρενέβηκαν θαμώνες του καφενείου. Τότε ο 1ος κατηγορούμενος άρχισε να απειλεί τον παραπονούμενο, μεταξύ άλλων λέγοντας «Ρε εμείς έντζίε έχουμε κοπελλούθκια, έγλεπε τα κοπελλούθκια σου καημένε μου». Οι κατηγορούμενοι σταδιακά απομακρύνθηκαν και κατευθύνθηκαν προς το διπλανό καφενείο. Στην συνέχεια και ενώ ο παραπονούμενος μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιο φίλο του για να λάβει συμβουλή ως προς το πως θα χειριστεί το ζήτημα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 επανήλθαν μαζί με 6-7 πρόσωπα, έχοντας στην κατοχή τους ξύλα και ρόπαλα και άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο ως αναφέρεται στην 2η και 3η κατηγορία. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διευκρινιστεί ποιος κρατούσε τι και ποιος, υπό την πραγματική έννοια, προκάλεσε ποιο τραύμα. Η επίθεση τερματίστηκε και πάλι μετά από την επιμονή παρευρισκόμενων και ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε από φίλο του στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Από τα κτυπήματα προκλήθηκαν οι ακόλουθοι τραυματισμοί και σωματικές βλάβες: -κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου, δηλαδή του οστού αμέσως κάτω από το μάτι, το οποίο αποκαταστάθηκε με την πάροδο του Χρόνου, -οπή στην επιφάνεια του δεξιού ματιού, για την οποία έγινε επέμβαση με λέιζερ προκειμένου να αποφευχθεί αποκόλληση και θα χρειάζεται χρόνια παρακολούθηση, -το κομμάτι που αποκόπηκε από το αυτί περιλάμβανε δέρμα και χόνδρο, δεν μπορούσε να συγκολληθεί, και προκειμένου να κλείσει ;η πληγή τοποθετήθηκε δερματικός κρημνός (μόσχευμα αντί δέρματος) με προοπτική μελλοντικής προσθετικής επέμβασης πλαστικού μοσχεύματος - κάτι που δεν έγινε μέχρι σήμερα λόγο του μεγάλου κόστους, -μώλωπες στην πλάτη. Ο παραπονούμενος καταχώρησε εναντίον των κατηγορουμένων την αστική αγωγή 1226/2000 στην κλίμακα 100000-500000.» Οι κατηγορούμενοι θεωρούνται ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο κατηγορούμενος 2 εκτίει όμως ποινή φυλάκισης 4 ετών και 6 μηνών μετά από καταδίκη στην υπόθεση 10052/21 Κακουργιοδικείου Λάρνακας, με ημερομηνία διάπραξης αδικήματος μεταγενέστερη του παρόντος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής τους. Υιοθέτησαν επίσης τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων έχουν ως ακολούθως. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 25 ετών και είναι άγαμος, άτεκνος και άνεργος. Κατά το χρόνο διάπραξης ήταν ηλικίας 22 ½ ετών. Κατάγεται από τη Λάρνακα, όπου και συνεχίζει να διαμένει. Οι γονείς του είναι πρόσφυγες από την Μόρφου. Η μητέρα του, ηλικίας 43 ετών, απασχολείται ως κομμώτρια. Ο πατέρας του, ηλικίας 46 ετών, εργάζεται ως κομμωτής. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 2 ετών. Και οι δύο προχώρησαν και τέλεσαν νέους γάμους. Από τον πρώτο τους γάμο απέκτησαν, εκτός από τον κατηγορούμενο 1 ακόμη ένα παιδί ηλικίας σήμερα 26 ετών. Ο πατέρας του κατηγορούμενου 1, έχει αποκτήσει άλλο παιδί ηλικίας σήμερα 2 ετών. Ο κατηγορούμενος, αν και διατηρεί καλές σχέσεις με τους γονείς του, δεν διατηρεί καλές σχέσεις με τον αδελφό του. Ο αδελφός του εργάζεται επίσης ως κομμωτής και έχει αποκτήσει τη δική του οικογένεια. Ο κατηγορούμενος 1 διατηρεί σχέση με γυναίκα την οποία προτίθεται να αρραβωνιαστεί. Ο κατηγορούμενος 1, φοίτησε μόνο μέχρι την Α' Γυμνασίου. Παρουσίασε προβλήματα προσαρμογής γι' αυτό και παρακολουθείτο από ψυχολόγο. Σε ηλικία 16 ετών εγκατέλειψε το σπίτι του. Άρχισε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, μαριχουάνας και κοκαΐνης. Κατέληξε στη φυλακή για 6 μήνες. Στη φυλακή κατάφερε να διακόψει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Μετά την αποφυλάκιση του επέστρεψε στην οικία της μητέρας του. Εργάστηκε για λίγο καιρό σε γυμναστήριο και παρακολούθησε μαθήματα γυμναστή, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τα μαθήματα, αφού φυλακίστηκε εκ νέου. Τον Ιούνιο 2021 άρχισε να εργάζεται σε εταιρεία τοποθέτησης πολυστερίνης. Λόγω τροχαίου ατυχήματος τον Ιούλιο 2021 έπαυσε να εργάζεται. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για τοποθέτηση υλικού οστεοδύνδεσης (6 χειρουργικών βιδών) και έχει μόνιμα κατάλοιπα. Η προσπάθεια του να γίνει γυμναστής, επομένως, έχει έλθει σε τέλμα. Συντηρείται από τους γονείς του και την γιαγιά του. Περνά τον χρόνο του σε καφενείο. Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετώπισε και στο παρελθόν πρόβλημα υγείας, αφού κρίθηκε απαραίτητο να μεταφερθεί στη Γερμανία για αφαίρεση όγκου. Έχει αποθεραπευθεί πλήρως, η αποθεραπεία ήταν όμως επίπονη. Σύμφωνα με τον ίδιο δεν κάνει πλέον χρήση ουσιών. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 23 ετών και κατάγεται από τη Λάρνακα. Κατά το χρόνο διάπραξης ήταν σχεδόν 21 ετών. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 60 ετών και η μητέρα του 48 ετών. Έχει ένα αδελφό ηλικίας 20 ετών. Οι γονείς του διατηρούν κατάστημα και εστιατόριο. Ο αδελφός του είναι φοιτητής ιατρικής. Οι σχέσεις τους περιγράφονται ως καλές. Ο κατηγορούμενος 2, πριν να φυλακιστεί, διατηρούσε σχέση με γυναίκα ηλικίας 32 ετών. Η συμβία του έχει μια θυγατέρα ηλικίας 16 ετών και ένα υιό ηλικίας 7 ετών από προηγούμενο γάμο με άνδρα που απεβίωσε. Είναι έγκυος με το παιδί του κατηγορουμένου 2 το οποίο αναμένεται να γεννηθεί τέλη Φεβρουαρίου. Ο κατηγορούμενος 2 φοίτησε μέχρι την Γ' Γυμνασίου. Δεν υπηρέτησε στρατιωτική θητεία λόγω ψυχολογικών προβλημάτων. Δεν εργάστηκε ποτέ. Συντηρείτο, πριν τη φυλάκιση του, ως ο ίδιος ανέφερε, από παράνομες δραστηριότητες και κρατικά επιδόματα. Ο κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας σήμερα 20 ετών και 7 μηνών, άγαμος, άτεκνος και άνεργος. Κατά τον χρόνο διάπραξης ήταν ηλικίας 18 ετών. Κατάγεται από τη Λάρνακα όπου και συνεχίζει να διαμένει με τον πατέρα του, οποίος και τον συντηρεί. Οι γονείς του είναι διαζευγμένοι. Ο πατέρας του, ηλικίας 50 ετών, είναι εκπαιδευτής καταδύσεων. Η μητέρα του, ηλικίας 55 ετών, είναι άνεργη. Ο κατηγορούμενος 3 έχει δίδυμο αδελφό, ο οποίος επίσης δεν εργάζεται και διαμένει με τον πατέρα τους. Ο κατηγορούμενος 3 ολοκλήρωσε κανονικά το σχολείο. Απαλλάχθηκε των στρατιωτικών του καθηκόντων, λόγω αγχώδους διαταραχής, οπότε και δεν υπηρέτησε στρατιωτική θητεία. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε άλλα προβλήματα υγείας. Απασχολείται περιστασιακά βοηθώντας τον πατέρα του. Διατηρεί καλές σχέσεις με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Οι συνήγοροι των κατηγορούμενων, αναγνώρισαν τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Πέραν των προσωπικών περιστάσεων των κατηγορουμένων αναφέρθηκαν και στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και τον ρόλο του καθενός από αυτούς. Αποτέλεσαν κοινές θέσεις στις αγορεύσεις τους η σημασία της παραδοχής τους, τα λευκά ποινικά μητρώα τους, το νεαρό της ηλικίας τους, κατά το χρόνο διάπραξης, αλλά και σήμερα και ο χρόνος παρέλευσης από τη διάπραξη μέχρι σήμερα. Αναφέρθηκαν επίσης στη νομολογία επί του θέματος. Ειδικά για τον κατηγορούμενο 2 τέθηκε και ζήτημα συνολικότητας της ποινής, αφού ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης ζήτημα στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Το αδίκημα της διενέργειας πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228 (α) του ΚΕΦ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δια βίου. Το αδίκημα του τραυματισμού, κατά παράβαση του άρθρου 234 του ΚΕΦ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Tο αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του ΚΕΦ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και το αδίκημα της επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του ΚΕΦ. 154, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708 ή και στις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 7 χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση 7 χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Επισημαίνουμε πως όταν κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε κατηγορία συνωμοσίας και στην αντίστοιχη κατηγορία ότι διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία συνωμότησε, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής και στην κατηγορία της συνωμοσίας αφού τα γεγονότα που την τεκμηριώνουν περιλαμβάνονται στα γεγονότα που τεκμηριώνουν το διαπραχθέν στη συνέχεια αδίκημα (βλ. Χασσάν ν Δημοκρατίας

(2014)2 Β ΑΑΔ 742, 752). Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και τη σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Για το αδίκημα του Άρθρου 228 (α) του ΚΕΦ. 154, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα στην Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 στις σελ. 351 - 352): «Το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο εφεσείων, είναι από τα πλέον σοβαρά που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας. Το Άρθρο 228, ΚΕΦ. 154, ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας, επαγόμενες δυσμενείς συνέπειες για το θύμα και πράξεις βίας, δυνάμενες, λόγω των επιθετικών μέσων (όπλων), που χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι, (Άρθρο 228(β)), να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος. Στην Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποινική Έφεση 25/2021, 8.3.2021 (με αναφορά στις Παρούτη v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 446 και Σεργίου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 172/2015, 13.3.2018), επισημάνθηκε ότι το αδίκημα το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 228(α) δεν υστερεί από απόψεως σοβαρότητας από το αδίκημα της απόπειρας φόνου (άρθρο 214 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154). Και για τα δύο αδικήματα, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης δια βίου. Τα δύο εξίσου σοβαρά αδικήματα, διαφέρουν στα συστατικά τους στοιχεία και κυρίως στη πρόθεση. Για το αδίκημα της απόπειρας φόνου απαιτείται ειδική πρόθεση θανάτωσης ενώ για το αδίκημα του άρθρου 228(α) ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Εδώ έγκειται και η διαφορά του αδικήματος του άρθρου 228(α) με το αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 231 του ΚΕΦ. 154. Οι επιπτώσεις στο θύμα μπορεί να είναι οι ίδιες, δηλαδή η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, όμως υπάρχει ειδοποιός διαφορά ως προς την πρόθεση του παραβάτη. Στην περίπτωση του άρθρου 231, η πρόκληση της βλάβης παραπέμπει σε ηθελημένη ενέργεια, αλλά δεν περιλαμβάνει πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει το αποτέλεσμα. Προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και 7 χρόνια. Στην περίπτωση του άρθρου 228, υπάρχει σκοπός, δηλαδή πρόθεση πρόκλησης της βαριάς σωματικής βλάβης, που διαφοροποιεί άρδην τα δεδομένα. Σε αυτή την περίπτωση ο νομοθέτης προνόησε τη δια βίου φυλάκιση (βλ. Achraf κ.ά. v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021,15.4.2022). Όσον αφορά το αδίκημα του άρθρου 234, ο τραυματισμός πρέπει να είναι απόρροια παράνομης πράξης και όχι κατ' ανάγκη επίθεσης (βλ. Carter's Criminal Law of Queensland (21st ed, 2016, LexisNexis Butterworths) σελ. 485 για το αντίστοιχο αδίκημα του s.323 του Ποινικού Κώδικα της Πολιτείας του Queensland με αναφορά στην R v Johnson [1964] Qd R 1). «Παράνομο» σημαίνει πράξη που δεν επιτρέπεται ή δικαιολογείται ή εξουσιοδοτείται από το νόμο (βλ. Carter's Criminal Law of Queensland, ανωτέρω, σελ. 485). Σύμφωνα με τις αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες είναι καθοδηγητικές, το αδίκημα κατηγοριοποιείται σε τρείς κατηγορίες σοβαρότητας, αναλόγως των περιστάσεων, της ποινικής ευθύνης και της σωματικής βλάβης. Παράγοντες που αυξάνουν την ποινική ευθύνη (culpability) είναι, μεταξύ άλλων, ο προσχεδιασμός, η χρήση επιθετικού όπλου, η στοχοποίηση ευάλωτου προσώπου, ο ηγετικός ρόλος σε ομάδα προσώπων, η εκδικητική συμπεριφορά και το παρατεταμένο της επίθεσης. Λαμβάνονται επίσης υπόψη ως επιβαρυντικά στοιχεία αν η βία στρεφόταν σε πρόσωπο που εργάζεται στον δημόσιο τομέα ή προσφέρει υπηρεσίες στο κοινό, αν το αδίκημα διαπράχθηκε στη φυλακή, αν στρεφόταν σε μέλος της οικογένειας του κατηγορουμένου, αν το αδίκημα διαπράχθηκε στην παρουσία παιδιών, αν το θύμα εξευτελίστηκε, η κατάχρηση θέσης ή θέσης εμπιστοσύνης, αν υπήρξε προσπάθεια αποτροπής του θύματος να καταγγείλει το συμβάν, η κατανάλωση ναρκωτικών ή αλκοόλης από τον κατηγορούμενο και αν ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα ενώ ήταν ελεύθερος με εγγύηση ή αν ενήργησε κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος. Η ποινική ευθύνη μειώνεται σε περιπτώσεις υπέρμετρης αυτοάμυνας, απουσίας προσχεδιασμού, μη χρήσης επιθετικού όπλου, όπου υπήρξε πρόκληση ή ψυχικής διαταραχής του κατηγορούμενου. Ως προς την προκληθείσα βλάβη προς το θύμα, προσμετρούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες, η φύση, σοβαρότητα (και μονιμότητα) του τραυματισμού ή η έκταση των ψυχολογικών καταλοίπων (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2023/ Supplement 1/ Blackstone's Criminal Practice 2023/ Sentencing Guidelines/ Part 12 Assault Offences (Ηλεκτρονική Έκδοση), SG12 - 6 και εντεύθεν σε σχέση με το ανάλογο αδίκημα του Causing Grievous Bodily Harm with Intent to Cause Grievous Bodily Harm, Offences Against the Person Act 1861, s. 18). Η Κυπριακή νομολογία κινείται ουσιαστικά στις ίδιες παραμέτρους. Η χρήση βίας, γενικά, κατά συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Τόκκαλος
(2001)2 ΑΑΔ 95 και Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575, 580). Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας (βλ. Urgur v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189), των μέσων που χρησιμοποιούνται (βλ. Cristinel v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742), των σωματικών βλαβών που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Cristinel, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας v Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, Σακαρίδης κ.α. v Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272 και Πισκόπου, ανωτέρω), αν και η ύπαρξη ή μη καταλοίπων στο θύμα δεν είναι πάντα καθοριστική στη σοβαρότητα του αδικήματος (βλ. Λαζαρή, ανωτέρω). Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία άλλων προσώπων, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Πρόκειται για συμπεριφορά, η οποία δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επίδειξη ισχύος σε δημόσιο χώρο συνιστά μορφή αντιπαράθεσης προς το νόμο, που δεν γίνεται ανεκτή (βλ. Cristinel, ανωτέρω, Ιωάννου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327 και Ευθυμίου v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 581). Στην Λαζαρή, ανωτέρω, κρίθηκε ως επιβαρυντικός παράγων ότι το έγκλημα διαπράχθηκε ενόσω το θύμα βρισκόταν στην ίδια του την κατοικία, «το καταφύγιο και το άσυλο κάθε ανθρώπου». Η σοβαρότητα της βίας είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Γεωργίου
(2002)2 ΑΑΔ 464). Η ύπαρξη ή απουσία προσχεδιασμού είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγων αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.α. v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397). Αν ο κατηγορούμενος ενήργησε με ομάδα προσώπων θεωρείται επιβαρυντικός παράγων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Σενέκκη
(2012)2 ΑΑΔ 285). Η πρόκληση θεωρείται μετριαστικός παράγων (βλ. Ioja v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 624 και Χ'' Πέτρου v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 468) και, σε κάποιες περιπτώσεις, η έντονη συναισθηματική φόρτιση του κατηγορούμενου (βλ. Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930). Τυχόν ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορουμένου συνυπολογίζονται, δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια φυλάκιση (βλ. Cristinel, ανωτέρω και Α-G v Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93). Όσον αφορά το αδίκημα της επίθεσης, η βία προς αδύναμα πρόσωπα είναι γενικά επιβαρυντικός παράγων (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 118). Στη Γενικός Εισαγγελέας ν Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 18, τονίστηκε ότι δεν είναι σε κάθε περίπτωση επίθεσης που αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Πάντοτε εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα. Η επιβολή ποινής προστίμου ενδείκνυται όπου η επίθεση δεν ήταν ιδιαίτερα σφοδρή ή δεν συνέβη στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας και ιδιαίτερα παιδιών ή στην παρουσία άλλων ατόμων ή σε δημόσιο χώρο. Σημαντικά επίσης κρίνονται τα στοιχεία της μεταμέλειας και της αποκατάστασης των σχέσεων κατηγορουμένου και παραπονουμένου, το λευκό ποινικό μητρώο και η απουσία προσχεδιασμού (βλ. Θεοχάρους, ανωτέρω, σελ. 582). Λαμβάνονται επίσης υπόψη ενδεχόμενες δυσανάλογες επιπτώσεις στην επαγγελματική σταδιοδρομία του κατηγορουμένου (βλ. Yeates κ.α. v Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 320). Αναφορικά με το αδίκημα της απειλής, σύμφωνα με τις αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές, ως προς την κατηγοριοποίηση σοβαρότητας στη διάπραξη του αδικήματος, επενεργούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες στην ποινική ευθύνη κατηγορουμένου, η συνέργεια σε ομάδα, η πρόθεση πρόκλησης φόβου για σοβαρής μορφής άσκηση βίας, η άσκηση ουσιώδους βίας, η επίδειξη επιθετικού όπλου, η ρίψη αντικειμένων και το αν επρόκειτο για παρατεταμένο περιστατικό. Λαμβάνονται επίσης υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες, ο προσχεδιασμός, αν η απειλή στρεφόταν σε πρόσωπο που εργάζεται ή στον δημόσιο τομέα ή προσφέρει υπηρεσίες στο κοινό, ο ηγετικός ρόλος κατηγορούμενου όπου αυτός ενεργεί σε ομάδα, η παρουσία παιδιών, η στοχοποίηση του θύματος λόγω ευαλωτότητας, η ύπαρξη ιστορικού απειλών προς το θύμα, η μη ύπαρξη δυνατότητας στο θύμα να ξεφύγει, η κατανάλωση ναρκωτικών ή αλκοόλης από τον κατηγορούμενο και αν ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα ενώ ήταν ελεύθερος με εγγύηση ή αν ενήργησε κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος. Ως μετριαστικοί παράγοντες επενεργούν, ο μικρός ρόλος του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια, ο καλός χαρακτήρας, η ανωριμότητα, τυχόν ψυχολογικά προβλήματα και αν είναι ο μόνος ή κύριος φροντιστής εξαρτωμένων (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2023/ Supplement 1/ Blackstone's Criminal Practice 2023/ Sentencing Guidelines/ Part 29 Public Order Offences (Ηλεκτρονική Έκδοση), SG 29-6 σχετικά για το αδίκημα, Fear or Provocation of Violence, s.4, Public Order Act 1986). Σε ανάλογες παραμέτρους κινείται και η Κυπριακή Νομολογία. Στην Σπετσιώτης ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 367, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ποινές προστίμου €1.000 για κοινή επίθεση και €1.500 για απειλή, ως ορθές, χωρίς να μπορούσε να αποκλειστεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, σε κατηγορούμενο που είχε απειλήσει και ακολούθως επιτεθεί στο θύμα σε πιστωτικό ίδρυμα, αρπάζοντας τον από το λαιμό, επειδή είχε απορριφθεί αίτημα αναδιάρθρωσης δανείου. Τον κατηγορούμενο απομάκρυναν από το θύμα άλλοι υπάλληλοι του ιδρύματος και το θύμα υπέφερε ακολούθως ψυχολογικά από το όλο περιστατικό. Για το αδίκημα του άρθρου 228 (α) του ΚΕΦ. 154, θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε, ενδεικτικά, σε κάποιες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με ποινές που επιβλήθηκαν. Όπως αναφέρθηκε στη Selmani v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 854, 862, η «παραπομπή πρωτοδίκως σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας και μάλιστα μακροχρόνια, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα.». Η μεγαλύτερη χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές (βλ. Μιχαήλ v Δημοκρατίας
(2003)2 AAΔ 123). Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, με μνεία στη Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1). Στην Πισκόπου, ανωτέρω, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών σε κατηγορούμενο ηλικίας 48 ετών που μαχαίρωσε τον ερωμένο της θυγατέρας του γιατί δεν ενέκρινε την επιθυμία τους να παντρευτούν. Είχε προηγηθεί συζήτηση και συμπλοκή. Στο θύμα είχε προκληθεί τετραπληγία. Λήφθηκε υπόψη ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο, ότι παραδέχτηκε αμέσως τη διάπραξη του εγκλήματος στην αστυνομία και στη συνέχεια, στο Δικαστήριο. Υπήρχε, έστω απομακρυσμένα, πρόκληση. Προσμέτρησε επίσης ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ή προμελέτη του εγκλήματος. Όλα έγιναν στην έξαψη της στιγμής και κάτω από την συναισθηματική φόρτιση από τα γεγονότα των αμέσως προηγούμενων ημερών. Στην Γενικός Εισαγγελέας v Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603, ο κατηγορούμενος μετέβη, έχοντας εντός του αυτοκινήτου του έμφορτο κυνηγετικό όπλο, στο προαύλιο της οικίας των συμπεθερικών του. Αφού πήρε στα χέρια του το εν λόγω όπλο, πυροβόλησε δύο φορές (διαδοχικά) από μικρή απόσταση προς το μέρος όπου βρίσκονταν τα συμπεθερικά του και ο υιός τους, ο οποίος ήταν νυμφευμένος με τη θυγατέρα του. Από τα πυρά του, πλήγηκαν και οι τρεις στόχοι των εγκληματικών του πράξεων. Η συμπεθέρα τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ ο σύζυγος της και ο υιός τους σοβαρά. Ο μεν σύζυγος έχασε το αριστερό και ο υιός το δεξιό μάτι. Οι ποινές φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, αυξήθηκαν σε 8 χρόνια. Στην Χ" Πέτρου, ανωτέρω, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών στον κατηγορούμενο ο οποίος μαχαίρωσε φρουρό ασφαλείας νυκτερινού κέντρου ο οποίος τον είχε απομακρύνει από το εν λόγω κέντρο. Ο κατηγορούμενος είχε επιστρέψει 25, περίπου, λεπτά μετά την απομάκρυνση του και κτύπησε το θύμα στο στήθος. Το Κακουργιοδικείο αποδέχτηκε ότι, τη νύκτα του επεισοδίου, ο εφεσείων μετέφερε το μαχαίρι για δική του προστασία. Δεν δέχθηκε, όμως, ότι η μεταφορά τέτοιου είδους μαχαιριού είναι ακίνδυνη και εξέφρασε την απορία του τι το χρειαζόταν ένας νέος, όπως ο κατηγορούμενος. Μάρτυρες, που είδαν το περιστατικό, καταδίωξαν τον κατηγορούμενο και τον ακινητοποίησαν, σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, μέχρι που έφτασε στο μέρος η Αστυνομία και τον συνέλαβε. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο και κρατήθηκε στην Εντατική Μονάδα της Χειρουργικής Κλινικής. Από εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, τα οποία, τελικά, δεν του άφησαν μόνιμες βλάβες. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, αφού βρήκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε κατάσταση μέθης και ούτε υπήρχε πρόκληση από τον παραπονούμενο με την εκδίωξή του από το κέντρο, ως ήταν η εισήγηση του κατηγορούμενου. Στην Γενικός Εισαγγελέας v Ανδρέου
(2008)2 ΑΑΔ 207, ο Εφεσίβλητος περιέλουσε την παραπονούμενη με βενζίνη και αφού την καταδίωξε την πυρπόλησε με τον αναπτήρα του. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών, την οποία το Αποφάσεις Δικαστήριο αύξησε σε 9 έτη. Στην Λαζαρή, ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 24 περίπου ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, πυροβόλησε, γυναίκα με την οποία διατηρούσε δεσμό και η οποία δεν επιθυμούσε πλέον να διατηρήσουν τη σχέση τους, καθ΄ ον χρόνο αυτή βρισκόταν σε βεράντα της οικίας της, δύο φορές, με κυνηγετικό όπλο, από απόσταση 6 - 7 μέτρων, προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα από τα σκάγια των φυσιγγίων. Το έμφορτο κυνηγετικό όπλο το είχε μεταφέρει, μη αποσυναρμολογημένο, εντός του αυτοκινήτου του με το οποίο μετέβη απρόσκλητα στην αυλή της οικίας του θύματος κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Αν και δεν υπήρχαν μόνιμα κατάλοιπα το θύμα θα έπρεπε να υποβληθεί σε νέα εγχείρηση για αφαίρεση των σφαιριδίων. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 2 ½ ετών αυξήθηκε κατ' έφεση στα 7 έτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Λαζαρή, ανωτέρω, με αναφορά στις ποινές που είχαν επιβληθεί σε παλαιότερες υποθέσεις επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Να σημειώσουμε ακόμη ότι οι πιο πάνω υποθέσεις κρίθηκαν χρόνια πριν. Δυστυχώς, χρόνια μετά, αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, όχι μόνον δεν παρουσιάζουν κάμψη αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, κάτι που δικαιολογεί την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών». Ως εκ τούτου αναμένεται πλέον πιο αυστηρή προσέγγιση στις υποθέσεις αυτού του είδους και αυστηρότερες ποινές. Με βάση τα ενώπιον μας γεγονότα και όπως προκύπτει και από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών οι ρόλοι των κατηγορουμένων διακρίνονται. Το όλο περιστατικό χωρίζεται σε δύο επεισόδια. Στο πρώτο συμμετείχαν όλοι οι κατηγορούμενοι οι οποίοι επιτέθηκαν, μαζί με άλλα πρόσωπα, στον παραπονούμενο ασκώντας σ' αυτόν σωματική βία. Ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι στο σημείο αυτό «δεν φαίνεται να προκλήθηκαν ουσιαστικές κακώσεις από τα κτυπήματα». Με βάση αυτό το δεδομένο κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος 3 μόνο για απλή επίθεση. Υφίστανται όμως οι ακόλουθοι επιβαρυντικοί παράγοντες για τη δική του συμμετοχή, όπως και στους άλλους. Ενήργησαν ομαδικά και η επίθεση έγινε σε δημόσιο χώρο μπροστά σε άλλα άτομα. Δεν περιορίστηκαν επίσης σε μεμονωμένο κτύπημα αλλά σε πολλαπλά. Η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 ήταν ότι αυτός δεν είχε τον ηγετικό ρόλο. Ήταν όμως αυτός που είχε οικονομικές διαφορές με τον παραπονούμενο. Οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι, χωρίς να υπάρχει διαφωνία από πλευράς κατηγορούμενου 1, έτυχε να είναι εκεί και δεν είχαν συγκεκριμένη διαφορά με τον παραποπονούμενο. Αυτό που έχει σημασία βέβαια είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε και ένα βήμα παραπέρα, δαγκώνοντας τον παραπονούμενο στο αφτί με αποτέλεσμα να του αποκόψει κομμάτι. Παρά την παρέμβαση τρίτων, εκστόμισε και απειλή κατά του παραπονούμενου. Η προκληθείσα βλάβη στο αφτί του παραπονούμενου είναι μόνιμη, εκτός εάν υποβληθεί σε δαπανηρή εγχείρηση. Αν και δεν φαίνεται να επηρέασε ο τραυματισμός την καθημερινότητα του παραπονούμενου, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1, δεν παύει η πράξη του να άφησε μόνιμα κατάλοιπα. Πρόκειται για ιδιαίτερα βάναυση συμπεριφορά. Το επεισόδιο αυτό ακολουθήθηκε από δεύτερο λίγο αργότερα. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 επανήλθαν, πάλι με ομάδα 6 - 7 προσώπων, κρατώντας ξύλα και ρόπαλα. Ο παραπονούμενος κτυπήθηκε εκ νέου με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο μάτι. Ως επιβαρυντικά στοιχεία προσμετρούν πάλι η συνέργεια σε ομάδα, η χρήση επιθετικών όπλων, η άσκηση βίας σε δημόσιο χώρο ενώπιον τρίτων και η πρόκληση σοβαρών τραυμάτων. Υπήρχε επίσης το στοιχείο της επανάληψης εν τη εννοία ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν περιορίστηκαν σε μεμονωμένο κτύπημα. Ειδικά όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, η όλη συμπεριφορά που επέδειξε είχε διάρκεια και ήταν ιδιαίτερα βίαιη. Ο κατηγορούμενος 2 επίσης επέλεξε να μην περιοριστεί στα όσα εκτυλίχθηκαν στο πρώτο επεισόδιο. Η καταφυγή στη βία για την επίλυση οικονομικών διαφορών δεν μπορεί να γίνει ανεκτή και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές και να αντικατοπτρίζουν τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα. Σημειώνουμε ότι η χρήση επιθετικών όπλων όπως ρόπαλα και ξύλα, από μόνη της, καθιστά εύλογα προβλεπτό τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρών τραυματισμών. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 πριν την εκδήλωση του επεισοδίου είχε καταναλώσει αλκοόλη και κάνει χρήση κοκαΐνης. Ενήργησε επομένως, εισηγήθηκε, με θολωμένη κρίση. Επικαλέστηκε το γεγονός αυτό ως μετριαστικό παράγοντα με βάση τις Pernell κ.ά. ν Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 417, Γενικός Εισαγγελέας ν Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194 και Φανάρας κ.ά. ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50). Στην Pernell, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 434 - 435: «Στο βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλ δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος». Στην προκειμένη περίπτωση, ο παράγων της μέθης είναι μικρής σημασίας, αφού δεν έχει εξηγηθεί ακριβώς ποια ήταν επίδραση της στον κατηγορούμενο 1. Ήταν, όπως φαίνεται, εθελούσια. Εθελούσια ήταν και η χρήση ναρκωτικών ουσιών, που αποτελεί από μόνη της αδίκημα. Τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί παρά να είναι ελαφρυντικά οριακής σημασίας. Σημειώνουμε ότι στην Αγγλία, σήμερα, θα προσμετρούσαν επιβαρυντικά στον καθορισμό της ποινής. Τούτων λεχθέντων, δεν παραγνωρίζουμε ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερος προσχεδιασμός και ότι ο κατηγορούμενος 1 ενήργησε κάτω από συναισθηματική φόρτιση. Σε κάποιο βαθμό, επομένως, η κακή ψυχολογική του κατάσταση επενεργεί ελαφρυντικά. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους δύο κατηγορούμενους οι οποίοι δεν είχαν μεταβεί στο μέρος με σκοπό να επιτεθούν στον παραπονούμενο. Για τον κατηγορούμενο 3 δεχόμαστε επίσης ότι την εν λόγω περίοδο αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα, συγκεκριμένα αγχώδεις διαταραχές, που οδήγησαν στην απαλλαγή του από τη στρατιωτική θητεία. Σε σχέση με το δεύτερο περιστατικό δεν διακρίνουμε διαφοροποίηση των ρόλων των κατηγορουμένων 1 και 2, αν και η συνολική αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1 είναι σοβαρότερη λόγω της αποκοπής μέρος του αφτιού του παραπονούμενου που είχε προηγηθεί. Η διαφοροποίηση γενικά του ρόλου εκάστου των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 προκύπτει και από τη διαφοροποίηση στο είδος των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν στο σύνολο. Λάβαμε επίσης υπόψη μας την παραδοχή τους στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019). Ειδικότερα, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, αποφεύχθηκε η παρουσίαση ως μάρτυρα στο Δικαστήριο του παραπονούμενου για ένα ιδιαίτερα τραυματικό περιστατικό. Δεχόμαστε ότι συνιστά έμπρακτη μεταμέλεια. Το γεγονός ότι το θύμα απέρριψε πρόταση αποζημίωσης του κατηγορούμενου 1, δεν μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα. Ταυτόχρονα όμως η μη αποζημίωση δεν μπορεί να αποτελέσει επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Αντωνίου ν Αλκιβιάδου
(2004)2 ΑΑΔ 466, 470). Σε σχέση με όλους τους κατηγορούμενους λάβαμε υπόψη ότι είναι νεαρής ηλικίας. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με την νομολογία, παράμετρο, που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 88). Όλοι οι κατηγορούμενοι επικαλέστηκαν τη μεγάλη παρέλευση χρόνου από τη διάπραξη μέχρι την επιβολή ποινής. Στην Memic v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 276, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 283 - 284: «Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα.» Είναι γεγονός ότι από τη διάπραξη του αδικήματος πέρασαν σχεδόν 2½ έτη. Η παραδοχή των κατηγορουμένων έγινε αφού τροποποιήθηκαν οι κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Η θέση του κατηγορούμενου 1 ήταν ότι μεταβλήθηκαν οι συνθήκες του. Λάβαμε υπόψη μας ότι προγραμματίζει να αρραβωνιαστεί και έχει υποστεί τραυματισμό σε τροχαίο δυστύχημα με μόνιμα κατάλοιπα που επηρέασαν τις δυνατότητες εργασίας. Ταυτόχρονα έχει υποστεί την αγωνία της επικείμενης φυλάκισης του (βλ. Νταντινάκη ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 3/2019, 29.3.2021). Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 λάβαμε υπόψη μας ότι η συμβία του είναι έγκυος και αναμένεται να γεννήσει σύντομα το παιδί τους. Για τον κατηγορούμενο 3, λάβαμε υπόψη ότι κατά τη διάπραξη ήταν ηλικίας 18 ετών. Την εν λόγω περίοδο αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα που οδήγησαν στην αναστολή της θητείας του στην Εθνική Φρουρά. Σήμερα εργάζεται με τον πατέρα του στην εταιρεία καταδύσεων που διατηρεί ο τελευταίος. Σε αντιδιαστολή με τους άλλους δύο κατηγορούμενους κρίνουμε ότι οι περιστάσεις εμπλοκής του στο σύνολο, η ηλικία του και ο χρόνος παρέλευσης δικαιολογούν ποινή προστίμου αντί φυλάκισης. Τέλος όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, τέθηκε υπόψη μας ότι ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης 4 ετών και 6 μηνών μετά από καταδίκη στην υπόθεση 10052/21 Κακουργιοδικείου Λάρνακας, με ημερομηνία αδικήματος μεταγενέστερη του παρόντος. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2, αφού παρέπεμψε στην Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, εισηγήθηκε ότι η ποινή που θα επιβληθεί θα πρέπει να συντρέχει με αυτή που ήδη εκτίει, διαφορετικά η τιμωρία θα είναι υπέρμετρη. Ανέφερε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η παρούσα δεν μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της άλλης υπόθεσης, καθότι ο κατηγορούμενος δεν είχε παραδεχθεί. Παραδέχθηκε μόνο όταν τροποποιήθηκε το κατηγορητήριο. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα για το ζήτημα της συνολικότητας της ποινής στις σελ. 446 - 447: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι επιβολή ποινής στον Εφεσείοντα διαδοχικής με εκείνη που ήδη εξέτιε, με βάση τα δεδομένα που ήταν ενώπιον του, ήταν υπέρμετρη και δυσανάλογη τιμωρία. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 448: «Τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί ένα χρόνο πριν από τα αδικήματα για τα οποία ο Εφεσείων είχε καταδικασθεί στην ήδη εκτιόμενη ποινή των δυόμισι ετών. Κανονικά η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπ' όψη κατά την επιβολή ποινής στην υπόθεση εκείνη. Δεν ελήφθη βεβαίως υπ' όψη διότι κατά το χρόνο που επεβλήθη η ποινή εκείνη ο Εφεσείων δεν παραδέχετο ακόμα ενοχή στην υπόθεση αυτή. Τούτο όμως δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επενεργεί εις βάρος του σήμερα για τους παρόντες σκοπούς. Τοσούτο μάλλον αφού η αρχική μη παραδοχή του, που δεν κατέστησε δυνατό να ελαμβάνετο υπ΄όψη η υπόθεση αυτή στην 9399/03, μπορεί να μην είναι ασύνδετη προς την τελική τύχη των κατηγοριών που απεσύρθησαν και για τις οποίες ελέχθη ότι η μαρτυρία δεν ήταν επαρκής. Η δε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, που και πάλι συνέτεινε στο να μη ληφθεί υπ' όψη στην υπόθεση 9399/03, φαίνεται, από τα πρακτικά που έχουμε ενώπιον μας, τουλάχιστον στις 17.10.2003 (πριν δηλαδή από την επιβολή ποινής στην 9399/03) που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, να οφείλετο στο Δικαστήριο, λόγω άλλης εργασίας του οποίου και ανεβλήθη. Ακόμα, η υπόθεση αυτή φαίνεται να εθεωρήθη, και να είναι, μικρότερης σοβαρότητας από την υπόθεση 9399/03, όπως προκύπτει και από τα περιστατικά της και από το γεγονός ότι εκείνη μεν ήχθη ενώπιον του Κακουργιοδικείου αυτή δε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.» Με βάση τα ενώπιον μας δεδομένα κρίνουμε ότι, η παρούσα υπόθεση είναι μικρότερης σοβαρότητας και δεν θα επηρέαζε αισθητά το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε στην άλλη υπόθεση. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες με την επιμέτρηση της ποινής, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην Κατηγορία 1, δεν επιβάλλεται ποινή για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Στην Κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην Κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην Κατηγορία 4, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην Κατηγορία 6, ποινή φυλάκισης 3½ ετών. Στον Κατηγορούμενο 2: Στην Κατηγορία 1, δεν επιβάλλεται ποινή για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Στην Κατηγορία 2, ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην Κατηγορία 3, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στον Κατηγορούμενο 3: Στην Κατηγορία 7, ποινή προστίμου €800. Το πρόστιμο να καταβληθεί αμέσως. Οι ποινές φυλάκισης του κατηγορούμενου 1 να συντρέχουν. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και με την ποινή φυλάκισης που ήδη εκτίει. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 155, η ποινή φυλάκισης του κατηγορούμενου 1 μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.