ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. SAMIR RAJAB, Αρ. Υπόθεσης: 3215/22, 20/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3215/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. SAMIR RAJAB Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20, Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα Για τον κατηγορούμενο : Ο κ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε συνολικά έξι
(6)κατηγορίες. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1 και 2, οι κατηγορίες 3,4,5 και 6 αναστάληκαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε σε αυτές. Η κατηγορία 1 αφορά είσοδο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορευμένου μετανάστη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(α)(στ)(ι)(κ)(λ)(μ)
(2)και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου ΚΕΦ. 105 και του άρθρου 5
(1)
(3)του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 2 και 3 του Περί της Χωρικής Θάλασσας Νόμου (Ν.45/1964), καθώς και των κανονισμών 5 και 6 της ΚΔΠ 242/
- Η κατηγορία 2 αφορά το αδίκημα της μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος, κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ.
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και παρατίθενται αυτούσια κατωτέρω: «Στις 18.09.2022, γύρω στις 16:45, το σύστημα ράδιο‑επισήμανσης του Ναυτικού Σταθμού Παραλιμνίου εντόπισε ύποπτο θαλάσσιο στόχο να πλέει νοτιοδυτικά του Κάβο Γκρέκο, όπου έπλεε εντός χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Προς το σημείο απέπλευσε άκατος της Λιμενικής και Ναυτικής αστυνομίας για εντοπισμό και έλεγχο του ύποπτου στόχου. Πράγματι εντοπίστηκε ξύλινη βάρκα, μήκους 7 περίπου μέτρων, να κατευθύνεται προς τις Κυπριακές Αρχές. Επέβαιναν πάνω σε αυτήν συνολικά 35 άτομα, 9 εκ των οποίων ήταν ανήλικα παιδιά. Το σκάφος ήταν εμφανώς υπερφορτωμένο. Κάθε σπιθαμή της επιφάνειάς του ήταν κατοικημένη από επιβάτες. Ήταν στριμωγμένοι και η κατάσταση αυτή επηρέαζε δυσμενώς την πλεύση και ευστάθεια της βάρκας, η οποία με τα δυσκολίας αντιστεκόταν στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν εκείνην τη στιγμή. Σύμφωνα με το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας Κύπρου ανώτατος αριθμός επιβατών που θα μπορούσε να είχε επιβιβαστεί με ασφάλεια στο συγκεκριμένο σκάφος δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ξεπερνά τους 7 ενήλικες. Το σκάφος ρυμουλκήθηκε στις ακτές και οι επιβάτες επιβιβάστηκαν με ασφάλεια από αυτό. Συνέδραμε προς τούτο η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία. Εντός του σκάφους είχε ήδη εισρέξει μεγάλη ποσότητα ύδατος λόγω της υπερφόρτωσης. Σύμφωνα με ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, καθώς και από άλλους επιβαίνοντες, αυτός είχε αναλάβει να πλοηγήσει το σκάφος από τη Συρία προς την Κύπρο. Εναντίον του εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης, συνελήφθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου και την ίδια μέρα οδηγήθηκε στο Δικαστήριο, όπου εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα προφυλάκισης για 8 μέρες. Διαπιστώθηκε ότι ήταν απαγορευμένος μετανάστης, καθώς δεν είχε στην κατοχή του διαβατήριο, το οποίο να είναι θεωρημένο από τις Κυπριακές Αρχές, αλλά ούτε και άδεια μετανάστευσης από τον Διευθυντή Μετανάστευσης. Γνώριζε δε ότι πάνω στο σκάφος είχαν επιβιβαστεί άτομα, τα οποία είχαν εκ των προτέρων καταβάλει συγκεκριμένο κόμιστρο για το ταξίδι αυτό.» Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σε αυτή αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία και είναι ηλικίας 49 ετών. Κατάγεται από πολυμελή οικογένεια και έχει άλλους 6 αδελφούς και 7 αδελφές. Είναι νυμφευμένος και πατέρας έξι ανηλίκων τέκνων. Οι γονείς του ασχολούνταν με τη γεωργία. Ο πατέρας του απεβίωσε. Φοίτησε μέχρι τη Γ΄ Γυμνασίου και ακολούθως υπηρέτησε στον Συριακό στρατό για περίοδο 2,5 ετών. Σε ηλικία 23 ετών μετέβη μαζί με τη σύζυγό του στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως οικοδόμος. Λόγω του θανάτου του πατέρα του επέστρεψε στη Συρία, όπου δεν είχε σταθερή εργασία και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού υιοθέτησε την κοινωνικο - οικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Επίσης, αναφέρθηκε στις συνθήκες που επικρατούν στη Συρία και στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην πόλη διαμονής του κατηγορουμένου και που τον οδηγήσαν να λάβει την απόφαση να εγκαταλείψει τη Συρία. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στις συνθήκες υπό τις οποίες εν τέλει επιβιβάστηκε στη βάρκα, δίνοντας έμφαση στο γεγονός πως τη τελευταία στιγμή αντιλήφθηκε ότι η οικογένεια του δεν επιβιβάστηκε στη βάρκα. Τόνισε ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των €8.000 για τη διακίνηση. Στο πιο πάνω πλαίσιο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, στο ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε οικονομικό όφελος από την πράξη του και ότι εν τέλει η οικογένεια του παρέμεινε στη Συρία. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του έδωσε έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, τη συνεργασία του και την παραδοχή του, η οποία δεικνύει έμπρακτη μεταμέλεια. Τέλος, εξέφρασε τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου και ζήτησε τη μέγιστη δυνατή επιείκεια του Δικαστηρίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της κατηγορίας 1, ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €50.000 ή και τις δύο ποινές. Για το αδίκημα της κατηγόριας 2, ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις € 100.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά αφού προβλέπονται ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται από 10 με 12 έτη και χρηματικές ποινές ύψους € 50.000 και €100.000. Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166. Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Τονίστηκε επίσης (με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168) ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Στην R ν Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 τέθηκαν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής για το (τότε) αντίστοιχο αδίκημα του assisting illegal entry (s.25
(1)(a) του Immigration Act 1971) οι οποίες, αν και δεν είναι δεσμευτικές, είναι καθοδηγητικές. Λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες τα ακόλουθα:
(1)αν το αδίκημα διαπράχθηκε κατ' επανάληψη,
(2)αν έγινε με σκοπό το οικονομικό όφελος,
(3)αν η υποβοήθηση αφορούσε πρόσωπα άγνωστα σε αντιδιαστολή με σύζυγο ή στενό συγγενικό πρόσωπο,
(4)όπου υφίσταται συνωμοσία, η διάπραξη του αδικήματος για κάποια χρονική περίοδο,
(5)αν υπήρξε εκτεταμένος προσχεδιασμός και οργάνωση,
(6)αν ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο, ή αν
(7)το αδίκημα διαπράχθηκε σε σχέση με μεγάλο αριθμό παράνομων μεταναστών. (βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2023/ PART B OFFENCES/ Section B22 Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences/Facilitating Unlawful Immigration/Sentence/ παρ. Β.22.49 - ηλεκτρονική έκδοση) Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην Al Jibouri κ.α. ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Στην Ghouneym v Αστυνομίας
(2016)2Α ΑΑΔ 576, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στις σελ. 582 - 583: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, συμπεριλαμβανομένων των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου. Από τα γεγονότα της παρούσας, προκύπτει ότι η όλη διακίνηση έγινε με σκάφος που ήταν εμφανώς υπερφορτωμένο, αφού κάθε σπιθαμή της επιφάνειάς του ήταν κατειλημμένη από επιβάτες. Οι επιβάτες του σκάφους ήταν στριμωγμένοι και η κατάσταση αυτή επηρέαζε δυσμενώς την πλεύση και ευστάθεια του σκάφους, το οποίο με τα δυσκολίας αντιστεκόταν στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν εκείνην τη στιγμή. Επιπροσθέτως, κατά τον χρόνο που το σκάφος ανακόπηκε, ήδη είχε εισρεύσει εντός αυτού μεγάλη ποσότητα ύδατος λόγω της υπερφόρτωσης. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η πιο πάνω διακίνηση, έθετε σε κίνδυνο την ζωή των επιβαινόντων. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο στην όλη διακίνηση, αφού ήταν το πρόσωπο που πλοήγησε το σκάφος από την αρχή του ταξιδιού μέχρι το σημείο που αυτό ανακόπηκε. Περαιτέρω, γνώριζε ότι στο σκάφος είχαν επιβιβαστεί άτομα, τα οποία είχαν εκ των προτέρων καταβάλει συγκεκριμένο κόμιστρο για το ταξίδι αυτό. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο κατηγορούμενος συνέδραμε με τις ενέργειες του, ώστε να ληφθεί οικονομικό όφελος από τρίτο πρόσωπο που οργάνωσε την παράνομη διακίνηση. Επιβαρυντικό, επίσης, θεωρείται το γεγονός ότι μετέφερε εκτός από τον εαυτό του, σημαντικό αριθμό προσώπων που δεν σχετίζονταν με τον ίδιο, δηλαδή μη συγγενικά του πρόσωπα. Τούτων λεχθέντων, απουσιάζουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες όπως, το στοιχείο της επανάληψης και του εκτεταμένου προσχεδιασμού, παρά την ύπαρξη οργανωμένης δράσης. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν μέλος εγκληματικής οργάνωσης. Αντιθέτως, ο ρόλος του περιορίστηκε στην πλοήγηση του σκάφους και κατέβαλε και ο ίδιος τίμημα για τη μεταφορά. Επιπλέον, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου έδωσε έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις αυτού. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. ενδεικτικά την Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου πολέμου και των στρατιωτικών παρεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, έχει δώσει πρόσφορο έδαφος σε διακινητές οι οποίοι με σκοπό το κέρδος εκμεταλλεύονται τα πραγματικά θύματα. Κατ' αναλογίαν με τους εμπόρους ναρκωτικών, οι διακινητές, προφανώς, αναζητούν πρόσωπα καλού χαρακτήρα ή πρόσωπα που, λόγω των δικών τους ιδιαίτερων περιστάσεων, να προκαλούν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου για να συνδράμουν στη διακίνηση. Χωρίς, όμως, τη βοήθεια των προσώπων αυτών η διακίνηση μεταναστών δεν θα επιτυγχανόταν με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με χρηματικό κέρδος και την οικονομική εκμετάλλευση τους. Οι αποτρεπτικές ποινές, επομένως, επιβάλλονται σ' αυτό το πλαίσιο. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν από αυτόν, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια του. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του, ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από τον συνήγορο του. Καταληκτικά θα πρέπει να λεχθεί πως σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα, με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής, δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς υπόψη τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορουμένου, καθώς και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Έτσι, οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο, τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το εύρος της ποινής και όχι το είδος της ποινής. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 1 ½ έτους. Στην Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 1 ½ έτους. Οι ποινές να συντρέχουν. Το Δικαστήριο λόγω της ποινής που επιβλήθηκε θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης του κατηγορούμενου. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ. 327, καθώς και από την Γενικός Εισαγγελέας v Τζαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις Αργυρίδης κ.ά v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016 19.7.2016, Παπαπαντελή v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/2016, 17.10.2016, Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, 10.5.2019, Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις 92/2017 και 93/2017, 19.7.2019 και Achraf v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021, 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη:
(1)τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, και ειδικότερα τον μεγάλο αριθμό μεταναστών που μεταφέρθηκαν με σκοπό να παρακαμφθεί ο Νόμος και το ότι ο κατηγορούμενο συνέδραμε ουσιαστικά, ώστε να καταστεί εφικτή αυτή η μεταφορά και να ωφεληθεί τρίτο πρόσωπο.
(2)Αν και ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, ο παράγων αυτός δεν μπορεί να κάμψει ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα τα οποία αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς όπως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης τους δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στον κατηγορούμενο όπως, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, με δεδομένη τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και των συνέπειων που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης του κατηγορουμένου μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο