ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Π., Αρ.Yπόθεσης: 12594/19, 26/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12594/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Π. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26.4.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. A. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. A.X.Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κακές σχέσεις γειτονίας μεταξύ παραπονούμενων και συζύγου του κατηγορούμενου συντέλεσαν στα όσα διημείφθησαν μεταξύ των την 21.4.19, επιβαρύνοντας όχι μόνο τις ήδη τεταμένες τους σχέσεις αλλά οδηγώντας την υπόθεση προς εκδίκαση δυνάμει του παρόντος κατηγορητηρίου. Με την απόσυρση των κατηγοριών 1 και 2, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πλέον τις κατηγορίες 3, 4 και 5, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 3 και 4) και της υποκίνησης βίας ή μίσους κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας Νόμου 134(I)/
- Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες των Κατηγοριών είναι ότι, ο κατηγορούμενος την 21.4.2019 και περί τις 16:30 προκάλεσε τρόμο στη M. Ν., απειλώντας την ότι «θα τη σκοτώσει και θα στείλει το πτώμα της στη ζούγκλα από εκεί που προήλθε» (κατηγορία 3), όπως ομοίως απείλησε τον έτερο παραπονούμενο ότι «θα τον σκοτώσει» (κατηγορία 4). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, υποκίνησε βία ή μίσος κατά της πρώτης παραπονούμενης (Μ.Ν) βάσει της φυλής, του χρώματος, των γενεαλογικών καταβολών και εθνικότητας της, αφού, με απειλητικό, υβριστικό και προσβλητικό χαρακτήρα, είπε στον σύζυγό της ότι «θα σε σκοτώσω και το κορμί της πουτάνας της γυναίκας σου θα το στείλω στη ζούγκλα από εκεί που προήλθε». Σκιαγράφηση της Υπόθεσης Δεν αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός ότι οι παραπονούμενοι είναι γείτονες με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του, ΈΧΧΧ. Τα σπίτια τους είναι απέναντι το ένα από το άλλο. Ο κατηγορούμενος αποτελεί πλέον, τον δεύτερο σύζυγο της ΕΧΧΧ, ενώ κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν παντρεμένοι. Παραδεκτό γεγονός αποτελεί επίσης ότι στο σπίτι δίπλα από τους κατηγορούμενους και διαγωνίως απέναντι από το σπίτι των παραπονούμενων, διαμένει η Δ.Π. Το περιστατικό εκτιλύχθηκε στην Οδό ΜΧΧΧΧ στην Αραδίπου, όπου ο δρόμος τελειώνει σε αδιέξδο, γύρω από το οποίο ευρίσκονται και γειτνιάζουν τα προαναφερόμενα σπίτια. Αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των παραγόντων της δίκης ότι οι σχέσεις μεταξύ της συζύγου του κατηγορούμενου ΕΧΧΧ, και παραπονουμένων δεν ήταν καλές. Ο ίδιος ο παραπονούμενος τις περιέγραψε μάλιστα ως «πολύ κακές». Ως διαφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αποτελεί κοινό έδαφος ότι την 2.11.12 ο παραπονούμενος επιτέθηκε στην μητέρα της συζύγου του κατηγορούμενου προκαλώντας σε αυτήν βαριά σωματική βλάβη, ως επίσης και στην ΕΧΧΧ, σύζυγο του κατηγορούμενου, προκαλωντας της πραγματική σωματική βλάβη. Το Δικαστήριο τον έκρινε ένοχο σε 4 συνολικά κατηγορίες. Η παραπονούμενη στην παρούσα καταδικάστηκε επίσης στα πλαίσια του ίδιου περιστατικού για την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στην ΕΧΧΧ, για ανησυχία και δημόσια εξύβριση. Το Δικαστήριο επέβαλε το 2016 στους νυν παραπονούμενους, και εκεί κατηγορούμενους, ποινή φυλάκισης. Για τον μεν παραπονούμενο αυτή ήταν άμεση, ενώ στην παραπονούμενη δόθηκε το ευεργέτημα της δεύτερης ευκαιρίας δια αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Σε ότι αφορά τον παραπονούμενο το Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν Εφεσης κατά της ποινής του, έκρινε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε όπως ανέστελλε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης που του επέβαλε, εκδίδοντας προς τούτο σχετική διαταγή. Αφορμή για το περιστατικό του 2012 αποτέλεσαν οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ των μερών, και το παράπονο των παραπονούμενων ότι υπόκεινταν σε ρατσιστική μεταχείριση από τους γείτονες τους. Σημειώνεται ότι το 2012 ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε σχέση με την Ελενα, ούτε κατοικούσε στην γειτονιά. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών, παρουσίασε 3 μάρτυρες, ενώ ο κατηγορουμενος κληθείς σε απολογία, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Παραπονούμενος Ο παραπονούμενος αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατά τη 15.5.2019 (Τεκμήριο 1) όπου εκεί αναφέρει εν συντομία, τα ακόλουθα. Ο ίδιος διαμένει στη Οδό ΜΧΧΧ ΧΧ στην Αραδίππου Λάρνακας. Έχει 3 ανήλικα παιδιά. Την επίδικη ημερομηνία και περί τις 16:30 το απόγευμα, είχε φιλονικία με την απέναντι του γειτόνισσα, Δ.Π και συγγενικά της πρόσωπα σε σχέση με το πού πάρκαραν τα αυτοκίνητά τους. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαμάχης, η ΈΧΧΧ και ο κατηγορούμενος βγήκαν από το σπίτι τους και άρχισαν να βρίζουν τον ίδιο και τη γυναίκα του. Ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι «αύριο θα βάλει το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και θα δει τι θα κάνουν». Ο ίδιος τον ρώτησε «ποιος είναι και τι θέλει», με τον κατηγορούμενο να αποκρίνεται «έλα έξω και θα σου δείξω ποιος είμαι». Την ίδια ώρα ο κατηγορούμενος πήδηξε τον τοίχο του σπιτιού του και έτρεξε προς το μέρος του παραπονούμενου, απειλώντας και βρίζοντας, με την 'ΕΧΧΧ να τον τραβά προς τα πίσω ούτως ώστε να μην εισέλθει στην οικία του. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε τουλάχιστον 5 φορές όπως εισέλθει στην οικία του παραπονούμενου. Ο τελευταίος στεκόταν στην βεράντα του σπιτιού του, ενώ ο κατηγορούμενος είχε σταθεί μερικά πόδια έξω από το σπίτι του, λέγοντας ότι θα τους σκοτώσει όλους. Έλεγε επίσης ότι θα στείλει τα κομμάτια της γυναίκας του στη ζούγκλα από όπου ήρθε, αποκαλώντας την συνεχώς «πουτάνα» και τον ίδιο «πεζεβέγκη». Φώναζε επίσης ότι θα έσπαζε τις κάμερες ασφαλείας που είχε ο παραπονούμενος στην οικία του. Καθ' όλη τη διάρκεια του συμβάντος, τα 3 του παιδιά ήταν εντός της οικίας. Ο ίδιος τηλεφώνησε στην Αστυνομία, ενώ την ώρα που αυτή κατέφθασε η ΈΧΧΧ και ο κατηγορούμενος ήταν ακόμη στη μέση του δρόμου, μπροστά από το σπίτι τους. Ο ίδιος συνομίλησε με τον αστυνομικό, ενώ τηλεφώνησε αργότερα στον σταθμό, ζητώντας όπως μάθει τί είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος στην αστυνομία. Εκεί πληροφορήθηκε από τον αστυνομικό που είχε επισκεφθεί την σκηνή ότι όσα είπε ο κατηγορούμενος, «τα είπε πάνω στα νεύρα του». Η κατάθεσή του τελειώνει ως ακολούθως: «Πιστεύω ότι αυτές οι απειλές και οι επιθέσεις, οφείλονται ξεκάθαρα σε ρατσιστικά κίνητρα. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν και οι απειλές που λένε, είναι αποτέλεσμα του ρατσισμού που εκφράζουν εξαιτίας του χρώματος δέρματος της γυναίκας μου και της καταγωγής της. Την αποκαλούν μαιμούνα, γυναίκα της ζούγκλας, πίθηκο και μπανάνα. Είναι ξεκάθαρος φυλετικός ρατσισμός». Η σύζυγος του κατάγεται από την Γκάνα. Κατά την κυρίως εξέταση του, αποσαφήνισε ότι ο διαπλικτισμός με την Δ.Π ήγκειτο στο γεγονός ότι, οι επισκέπτες/ συγγενείς της, άφησαν για ακόμη μια φορά, το αυτοκίνητο τους στη μέση του δρόμου κατά τρόπο που δεν χωρουσε να περάσει αυτοκίνητο, και έτσι ο ίδιος δεν μπορούσε να εισέλθει στην οικία του. Κατά τον επίδικο χρόνο η ΕΧΧΧ και ο κατηγορούμενος δεν ήταν παντρεμένοι, εξ' ου και δεν ήξερε ποιος ήταν ο κατηγορούμενος, παρότι τον έβλεπε στη γειτονιά. Σε ερώτηση της κας. Γιάλλουρου ως προς το πώς ένιωσε κατά την εκστόμιση των απειλών, απάντησε: «ειλικρινά φοβήθηκα και συνάμα όταν έχεις 3 μωρά στο σπίτι και ακούνε κάποιον να σε απειλά, να σκοτώσει εσένα και τα μωρά σου, αντιλαμβάνεσαι όσο δυνατός και να είσαι, έχεις φόβο». Η απόσταση του σπιτιού του από το σπίτι του κατηγορούμενου είναι στα 20 με 30 μέτρα. Ο κατηγορούμενος καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου ήταν φανερά εκνευρισμένος. Σε ερώτηση του κ.Αλεξάνδρου κατά την αντεξέταση ότι γνώριζε πολύ καλά τον κατηγορούμενο, αφού διέμενε απέναντι από το δικό του σπίτι, από το 2017, ο ΜΚ1 απάντησε ότι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος είναι, αφού στο σπίτι της Έλενας «πότε ερχόταν ο πρώην σύζυγός της και πότε ο κατηγορούμενος». Οι σχέσεις του εν πάση περιπτώσει με την ΈΧΧΧ δεν ήταν καθόλου καλές. Παρά το ότι το περιστατικό λογικά καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που έχει στην οικία του, η Αατυνομία δεν ζήτησε να της το παραδώσει. Σε σχετική ερώτηση παραδέχθηκε τα όσα αφορούσαν στην παλαιότερη καταδίκη του. Στην υποβολή του κ.Αλεξάνδρου ότι ο παραπονούμενος εκείνο το απόγευμα βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία όπως εκδικηθεί την οικογένεια της ΈΧΧΧ για την καταγγελία που του είχε η ΕΧΧΧ παλαιότερα, γεγονός που τον οδήγησε στη φυλακή, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι του χαρακτήρας του και αν ήθελε να εκδικηθεί την ΈΧΧΧ θα κατάγγελλε την ΈΧΧΧ και όχι τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνωρίζει ελάχιστα έως καθόλου. Παραπονούμενη ΜΚ2, η σύζυγος του ΜΚ
- Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, ημερομηνίας 15.5.2019, Τεκμήριο
- Η κατάθεση της δόθηκε στην Αγγλική. Το περιεχόμενο της μεταφράστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από διερμηνέα. Αποδιδόμενη στην Ελληνική, καταγράφονται τα εξής: Διαμένει με τον σύζυγο της και τα τρία της παιδιά, ηλικίας 11, 9 και 7 στην Οδό ΜΧΧΧ ΧΧ, στην Αραδίππου. Την επίδικη μέρα και γύρω στις 16:30 είχαν διαφωνία μαζί με τη Δ.Π. η οποία διαμένει στη ΜΧΧΧ ΧΧ. Ο διαπληκτισμός αφορούσε στο γεγονός ότι οι επισκέπτες της Π πάρκαραν το αυτοκίνητο τους κατά τρόπο που δεν μπορούσε να εισέλθει ο σύζυγος της στην οικία τους. Κατά την πορεία της συζήτησης μεταξύ παραπονούμενων και Π, η ΈΧΧΧ και ο κατηγορούμενος εξήλθαν της οικίας τους και ξεκίνησαν να τους φωνάζουν. Ο κατηγορούμενος αποκάλεσε τον σύζυγο της «πεζεβέγκη» και ότι αύριο θα βάλει το αυτοκίνητο του στη «μέση του δρόμου για να δει τι θα κάνουν». Ο σύζυγος της του απάντησε «ποιος είσαι και τι θέλεις;» ερώτηση στην οποία ο κατηγορούμενος απάντησε «έλα έξω και θα σου δείξω ποιος είμαι». Ταυτόχρονα, πήδηξε από τον τοίχο του σπιτιού του τρέχοντας προς τον σύζυγο της, απειλώντας να τον κτυπήσει. Η προσπάθεια του όπως πλησιάσει στην οικία των παραπονούμενων δεν περιορίστηκε στην μία φορά, με την ΈΧΧΧ να τον τραβά προς τα πίσω στην προσπάθεια της να τον σταματήσει. Ο κατηγορούμενος φώναζε οτι θα σκοτώσει τον ίδιο και την οικογένεια του και ότι σήμερα θα παραλάβουν το σώμα της πουτάνας της γυναίκας του και θα το στείλουν πίσω στη ζούγκλα, από όπου και ήρθε. Καθ' όλη τη διάρκεια του περιστατικού τα παιδιά της βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος απειλούσε ότι θα σπάσει όλες τις κάμερες και θα «τους δείξει ποιος είναι». Καθ' όλη την εξέλιξη του επεισοδίου τρεις φίλοι του κατηγορούμενου ήρθαν στη σκηνή, οι οποίοι επίσης φώναζαν. Ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην Αστυνομία η οποία όταν κατέφθασε στην σκηνή βρήκε την ΕΧΧΧ μπροστά από το σπίτι τους να φωνάζει. Μάλιστα, οι φωνές ήταν τόσο δυνατές που ο αστυνομικός κάλυψε τα αυτιά του με τα χέρια του. Είναι πεπεισμένη η παραπονούμενη ότι το κίνητρο για την απειλή ήταν ρατσιστικό αφού και στο παρελθόν την αποκαλούσαν «μαϊμούνα, μπανάνα και γυναίκα της ζούγκλας». Στην κυρίως εξέταση της επανέλαβε τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση της, προσθέτοντας ότι στην Κύπρο βρίσκεται τα τελευταία 21 χρόνια. Αντιλαμβάνεται πλήρως την Ελληνική, αλλά δεν μπορεί να την μιλήσει άπταιστα. Η ίδια βρισκόταν εντός της οικίας της όταν διαπίστωσε ότι ο σύζυγος της, παρότι είχε επιστρέψει από τις εξωτερικές δουλειές που είχε, καθυστέρησε να εισέλθει στην οικία τους. Τότε ήταν που άκουσε φωνές μεταξύ της Π και του συζύγου της που αφορούσαν πάλι, σε ζητήματα στάθμευσης. Βγαίνοντας έξω στη βεράντα άρχισε και η ίδια να φωνάζει. Η απόσταση μεταξύ των ίδιων, που βρίσκονταν στη βεράντα, και της οικογένειας της Πιχίδου ήταν περίπου 3,5 με 4 μέτρα (με τη μάρτυρα να δείχνει από το σημείο του εδωλίου μέχρι και το τέλος της αίθουσας του Δικαστηρίου). Ο κατηγορύμενος βγήκε έξω, αποκαλώντας τον σύζυγο της «πεζεβέγκη». Όταν την απείλησε ότι θα σκοτώσουν την οικογένεια της και ότι θα τη στείλουν πίσω στη ζούγκλα η ίδια φοβήθηκε τόσο πολύ που σκέφτηκε ακόμη όπως φύγουν από την Κύπρο. Θεωρούσε τον κατηγορούμενο ικανό όπως πράξει τα όσα ανέφερε λόγω της γενικότερης συμπεριφοράς του στη γειτονιά αλλά και από τον τρόπο που πολλές φορές τον άκουγε να μιλά στο τηλέφωνο. Τα παιδιά της ακόμη φοβούνται, ενώ το μικρότερο δεν μπορεί μέχρι και σήμερα να κοιμηθεί μόνο του. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που οι επισκέπτες της Π εμπόδιζαν τον δρόμο με το αυτοκίνητο τους. Συμφώνησε με τον κ. Αλεξάνδρου ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα/επισκέπτες είναι συγγενείς της Π και αντιμετωπίζουν κινητικά προβλήματα. Για το ζήτημα αυτό είχαν συνομιλήσει πολλές φορές, αφού κάθε φορά που επισκέπτονται την Π, επιλέγουν όπως παραμείνουν εντός του αυτοκινήτου για να συνομιλούν, σταθμεύοντας όμως πάντοτε, κατά τρόπο που εμποδίζουν την κίνηση. Η Π της είπε ότι ο δρόμος δεν είναι για τους ίδιους και ότι μπορεί να κάνει ό, τι θέλει, με την ίδια να αποκρίνεται ότι ο δρόμος είναι για όλη τη γειτονιά. Ετσι ξεκίνησε ο τσακωμός. Στην υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα όσα ανέφερε περί φυγής της από την Κύπρο είναι υπερβολικά, και ότι κανένα φόβο δεν αισθάνθηκε επειδή το περιστατικό το κατήγγειλε 28 μέρες αργότερα, η ΜΚ2 αποκρίθηκε ότι είχε μεταβεί στην Αστυνομία πολλές φορές, ζητώντας όπως ενημερωθεί πρώτα ως προς το τι είχε κάνει του κατηγορούμενου και γιατί ήθελε όπως είπε, να την σκοτώσει. Η Αστυνομία την ενημερώσε ότι προσπάθησαν να μιλήσουν με τον κατηγορούμενο όμως, υπήρχε καθυστέρηση καθώς προετοίμαζε τον γάμο του με την Ελενα. Διερωτάται αν ο λόγος που της συμπεριφέρθηκε έτσι ο κατηγορούμενος ήταν τα παλαιότερα προβλήματα που είχε η ίδια με την ΈΧΧΧ. Κατά την ίδια, είναι φυσιολογικό να υπάρχουν διενέξεις μεταξύ γειτόνων. Εκείνο όμως που δεν είναι φυσιολογικό είναι να απειλεί κάποιος ότι θα σκοτώσει τον άλλον, και θα στείλει το πτώμα του στη ζούγκλα. Παραδέχθηκε ότι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε σχέση με περιστατικό που έγινε στο παρελθόν σε ό, τι αφορά την ΈΧΧΧ. Στη θέση του κ.Αλεξάνδρου ότι οι απειλές αυτές δεν εκστομίθηκαν από τον κατηγορούμενο, και ότι η ίδια έχει ροπή όπως καταγγέλλει ότι είναι θύμα ρατσιστικών συμπεριφορών, η ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θα κατάγγελλε κάποιον που δεν γνωρίζει, αν αυτά δεν συνέβαιναν. Ακόμη και με την ΈΧΧΧ, η οποία όντως της συμπεριφέρθηκε ρατσιστικά στο παρελθόν, γράφοντας εναντίον της ρατσιστικά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κατάφεραν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους συνεχίζοντας τις ζωές τους. Αστυφύλακας 2581 Ο ΜΚ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την κατάθεσή του, ημερομηνίας 28.7.
- Την 21.4.2019 ανέλαβε καθήκον από τις 07:00 το πρωί μέχρι και τις 19:00 της ίδιας μέρας στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Την επίδικη ημερομηνία και περί τις 16:30 έλαβε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο, ο οποίος ανέφερε ότι ο ίδιος, αλλά και η σύζυγος του δέχτηκαν εξυβρίσεις και απειλές από τους γείτονες τους. Μεταβαίνοντας στο μέρος συνάντησε τον παραπονούμενο και τη σύζυγο του στη βεράντα τους, και τον κατηγορούμενο με την ΕΧΧΧ στη μέση του δρόμου. Ο λόγος της διαμάχης ήταν ο τρόπος στάθμευσης των αυτοκινήτων. Ζήτησε από όλους να ηρεμήσουν και να επιστρέψουν στις οικίες τους. Ο ίδιος συνομίλησε με αμφότερες τις πλευρές, οι οποίες αντίστοιχα, εξέφρασαν παράπονα ο ένας για τον άλλο. Την 15.5.2019 μετέβηκαν στον σταθμό οι παραπονούμενοι, οι οποίοι έδωσαν αμφότεροι γραπτή κατάθεση, ενώ την 28.7.2019 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Το περιεχόμενο της διαβάστηκε σε αυτόν, ο οποίος και την υπέγραψε. Ακολούθως, τον κατηγόρησε γραπτώς. Την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου κατάθεσε ως Τεκμήριο 5, ενώ τη γραπτή κατηγορία που του απέδωσε, κατάθεσε στη διαδικασία ως Τεκμήριο
- Ρωτήθηκε από την κυρία Γιάλλουρου γιατί υπήρξε καθυστέρηση στη λήψη καταθέσεων από τους παραπονούμενους. «Αν δεν κάνει λάθος», ανέφερε, «ήταν η περίοδος του Πάσχα και ίσως να υπήρχε δυσκολία στο να διευθετηθεί ημερομηνία νωρίτερα». Σε ό, τι αφορά το παράπονο του κατηγορούμενου ότι ο παραπονούμενος εξύβρισε την Ελενα, σχηματίστηκε δεύτερος φάκελος. Φθάνοντας στο σημείο, ανέφερε στη ζώσα μαρτυρία του, εντόπισε τον κατηγορούμενο έξω από την οικία του παραπονούμενου, στο αδιέξοδο. Το σπίτι του παραπονούμενου ήταν το τελευταίο σπίτι στο αδιέξοδο. Υπήρχε κόσμος έξω από το σπίτι του παραπονούμενου, ο οποίος συζητούσε έντονα. Ο παραπονούμενος ήταν μέσα στο σπίτι του, στη βεράντα, μέσα από το κάγκελο. Αντεξετασθείς δήλωσε στον κύριο Αλεξάνδρου ότι το βασικό θέμα της μέρας ήταν ο τρόπος στάθμευσης που έκανε ένας επισκέπτης στην οικία απέναντι από το σπίτι του παραπονούμενου. Στην ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου αν είναι συνήθης πρακτική της Αστυνομίας να καθυστερεί τόσο στη διευθέτηση ραντεβού και δη, πέρι των 25 ημερών ο, ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν αποτελεί συνήθης πρακτική, όμως γίνονται κλήσεις προς το παραπονούμενο πρόσωπο για να προσέλθει στον σταθμό και να διευθετήσει ραντεβού και εναπόκειται στον ίδιο να κάνει το παράπονο του. Η καταγραφή του παραπόνου έγινε την ίδια μέρα του περιστατικού στο ηλεκτρονικό σύστημα, όμως η λήψη της κατάθεσης γραπτώς εναπόκειτο στο παραπονούμενο πρόσωπο πότε θα γίνει, επαναλαμβάνοντας ότι, αν θυμάται ορθά, μεσολάβησαν γιορτές του Πάσχα. Ερωτηθείς αν ο κατηγορούμενος κινείτο απειλητικά έξω από την οικία του παραπονούμενου ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρχε πάρα πολύς κόσμος, ο οποίος συζητούσε μεταξύ του μεγαλόφωνα, όμως ο ίδιος όταν κατέφθασε είδε ότι δεν υπήρχε πρόθεση κάποιος να εισέλθει στο σπίτι άλλου. Οντως ανέφερε, ο ίδιος αναγκάστηκε να καλύψει τα αυτιά του από τις φωνές αφού «όλη η γειτονιά ήταν έξω». Μαρτυρία Υπεράσπισης Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, ήτοι της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία την 28 7.
- Καταγράφει εκεί τα ακόλουθα σε ότι αφορά το επίδικο περιστατικό. Την εν λόγω ημέρα βρισκόταν εντός της οικίας του με τη σύζυγο του και τα παιδιά τους όταν άκουσε φωνές μεταξύ των γειτόνων οι οποίες διήρκησαν κάποια ώρα. Βγήκε στη βεράντα όταν είδε την παραπονούμενη και την Π να φωνάζουν. Την Πι επισκέπτονται συγγενικά της πρόσωπα τα οποία αντιμετωπίζουν κινητικά προβλήματα. Όταν επισκέπτονται την Π, παραμένουν συνήθως εντός του αυτοκινήτου τους, για να κατεβάζουν τα αναπηρικά τους καθίσματα, παρκάροντας στο αδιέξοδο του σπιτιού. Η ΈΧΧΧ άκουσε την παραπονούμενη να λέει ειρωνικά στα πρόσωπα αυτά «να κατεβούν κάτω να συζητήσουν», όταν αποφάσισε να βγεί έξω και να της πει να σταματήσει. Τότε ο παραπονούμενος είπε στην ΕΧΧΧ, «εμπα ρα πουτάνα εσσο εσου». Ακούγοντας τον να μιλα ετσι στη συζυγο του ο ιδιος, ζητησε τον λογο. Ο παραπονούμενος του απάντησε «εσύ ποιος είσαι ο τρίτος ή ο τέταρτος;» Ο ίδιος εκνευρίστηκε και ανέφερε ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί άλλο την συμπεριφορά του και να προσέχει τα λόγια του. Τον χώρο πλησίασαν τρία νεαρά άτομα τα οποία ήταν δίπλα σε ένα περίπτερο, τα οποία δεν γνωρίζει και τα οποία επίσης έλεγαν στους παραπονούμενους να σταματήσουν να βρίζουν. Μετά από λίγο ήρθε και η Αστυνομία στον χώρο. Ο ίδιος έχει παράπονο από τον παραπονούμενο για τον τρόπο και τη φράση που χρησιμοποίησε προς τη γυναίκα του. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι διαμένει στην συγκεκριμένη οδό από το
- Ποτέ δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους παραπονούμενους, αν και ο ίδιος δεν είχε κάτι προσωπικό μαζί τους. Ενημερώθηκε από την σύζυγο του ως προς το τεταμένο των σχέσεων τους. Ακουγε συχνά τους παραπονούμενους που μάλωναν με τους γείτονες τους για τους χώρους στάθμευσης. Αισθάνθηκε προσβεβλημένος από τον τρόπο που μίλησε ο παραπονούμενος στην σύζυγο του, μπροστά στον κόσμο, όμως κατάλαβε ότι ο παραπονούμενος είχε το κινητό του τηλέφωνο ανά χείρας, άρα πιθανότατα να τραβούσε βίντεο. Ο ίδιος πήγε κοντά στο αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο για προστατεύσει τα άτομα με αναπηρία, καθότι οι άνθρωποι ήταν τρομοκρατημένοι από τις φωνές των παραπονούμενων. Η σύζυγος του αποφάσισε όπως τηλεφωνήσουν στην Αστυνομία. Ποτέ δεν απείλησε κανέναν. Ερωτηθείς ποια η άποψη του σε ότι αφορά αλλοδαπά πρόσωπα, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι κανένα πρόβλημα δεν έχει με αυτούς. Οντας επαγγελματίας οδηγός τα τελευταία 12 χρόνια συναναστρέφεται καθημερινά με αλλοδαπά πρόσωπα, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που κάλεσε αλλοδαπά πρόσωπα σπίτι του. Ο ίδιος και η σύζυγος του, προσφέρουν όποτε μπορούν και ό,τι μπορούν, σε αλλοδαπούς που έχουν ανάγκη. Παραδέχθηκε ότι μίλησε σε έντονο ύφος όμως ποτέ δεν απείλησε τον παραπονούμενο. Κατά την δική του εκτίμηση, η καταγγελία έγινε εκδικητικά από τον παραπονούμενο ο οποίος βρήκε το επίδικο συμβάν ως ευκαιρία για να λάβει εκδίκηση. Άντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι οι παραπονούμενοι ποτέ μεταξύ των ετών 2016 - 2019, ήτοι ημερομηνίες που ο ίδιος διέμενε απέναντι των, δεν κατήγγειλαν το πρόσωπο του στις Αστυνομικές αρχές, θέση που του υποβλήθηκε για να καταδείξει το λανθασμένο της εντύπωσης του περί εκδικητικής καταγγελίας. Την θέση αυτή δεν αποδέχθηκε. Η σύζυγος του όταν άκουσε τις φωνές βγήκε έξω, ενώ ο ίδιος στεκόταν πίσω της, πλησίον της πόρτας. Ο παραπονούμενος είχε πλησιάσει το σταθμευμένο αυτοκίνητο, ανοίγοντας την πόρτα, προκαλώντας τα πρόσωπα που ήταν εντός του, και τα οποία έχουν κινητικά προβλήματα όπως κατεβούν κάτω «για να τους δέρει». Η σύζυγος του είπε στον παραπονούμενο όπως σταματήσει, γιατί είχε και στο παρελθόν καταδικαστεί για τις φασαρίες που προκάλεσε, κάλεσμα στο οποίο ο παραπονούμενος αποκρίθηκε βρίζοντας την. Στη θέση της κας. Γιαλούρου ότι στην κατάθεση του ποτέ δεν εμπλέκει τον παραπονούμενο, παρά μόνο όταν αυτός εξύβρισε την σύζυγό του, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του θυμήθηκε ξαφνικά να αναφέρει τα περί πρόκλησης από τον παραπονούμενο των προσώπων που βρίσκονταν εντός του οχήματος, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος «συζητούσε» με τα εν λόγω πρόσωπα. Ερωτηθείς ως προς τις κινήσεις του στον χώρο απάντησε ότι επέλεξε, αφού εξήλθε από το σπίτι του όπως κινηθεί προς το αυτοκίνητο, και συγκεκριμένα όπως πλησιάσει το όχημα από την πλευρά του οδηγού που ήταν κοντινότερη στον δρόμο, τόσο για να προστατεύσει τα άτομα αυτά, αλλά και για να προστατεύσει εαυτόν, επειδή ο παραπονούμενος πρότασσε το κινητό του τηλέφωνο, αφήνοντας να νοηθεί ότι τραβούσε βίντεο. Την θέση αυτή σύντομα άλλαξε δηλώνοντας ότι ο λόγος που πήγε στη μέση του δρόμου ήταν γιατί έβρισε τη γυναίκα του και όχι για να προστατεύσει τους απειλούμενους μέσα στο όχημα, συγγενείς της Πιχίδου, πλην όμως, σε καμία περίπτωση δεν απείλησε τον παραπονούμενο. Όταν ήρθε η Αστυνομία στην σκηνή, όντως τον εντόπισε στη μέση του δρόμου. Σε ερώτηση κατά πόσον προέβη σε καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου για την φράση που χρησιμοποίησε προς την γυναίκα του, απάντησε αρνητικά αφού, δεν ήθελε να δώσει συνέχεια στο γεγονός. Στην θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο ίδιος είχε απειλητικές διαθέσεις εφόσον χρειάστηκε όπως τον συγκρατεί η σύζυγος του για να μην επιτεθεί στον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι αν ήταν όντως έτσι τα πράγματα, θα ήταν πολύ δύσκολο για τη σύζυγο του να τον ακινητοποιήσει. Σύζυγος Κατηγορουμενου ΜΥ2 η σύζυγος του κατηγορούμενου, η οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο 7 την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ημερομηνίας 28.7.
- Υιοθετώντας το περιεχόμενο της δήλωσε ότι την επίδικη μέρα και η ώρα 16:30, αφού άκουσαν φωνές με τον σύζυγο της βγήκαν έξω για να δουν τι συμβαίνει. Στάθηκε στην είσοδο του σπιτιού της και είδε τους γείτονες της, παραπονούμενους, να στέκονται στη μέση του δρόμου, όπου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του αδελφού της Πηχίδου και να φωνάζουν στα πρόσωπα εντός του όπως «κατεβούν για να τους δείρουν». Τα πρόσωπα αυτά είναι ανάπηρα. Αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους γείτονες τους εδώ και χρόνια, ενώ μεταξύ τους υπήρχαν και προσωπικές αντιπαραθέσεις. Η ίδια βλέποντας αυτό το σκηνικό αποκρίθηκε «τόσα χρόνια, τόσα που κάμνετε εν εβαρεθήκατε; Κανεί ολάν, κανεί». Αμέσως ο παραπονούμενος την αποκάλεσε «πουτάνα» λέγοντας της να μπει σπίτι της. Η ίδια του απάντησε «πρόσεξε πολλά καλά, επειδή επήες μια φορά φυλακή που χτύπησες της μάνας μου και έχασε την ακοή της, συνεχίζεις να ξιτιμάζεις ακόμα, εγίνετε ο φόβος και ο τρόμος της γειτονιάς και κάθε λλίο ξιτιμάζετε. Εν κανεί έχασες τη δουλειά σου, επήες φυλακή, συνεχίζεις ακόμα;». Την ώρα που η ίδια φώναζε, ο παραπονούμενος μπήκε στην αυλή του σπιτιού του, ενώ θύμωσε ο άνδρας της ακούγοντας αυτά και ξεκίνησε και ο ίδιος να του φωνάζει, ζητώντας του τον λόγο που την εξύβρισε. Ο παραπονούμενος πρόταξε το κινητό του τηλέφωνο αφήνοντας να νοηθεί ότι βιντεογραφούσε τη σκηνή. Ο παραπονούμενος ανέφερε στον σύζυγο της «'ποιος είσαι εσύ; Ο τρίτος ή ο τέταρτος;». Γενικότερα ακολούθησε ένας χαμός αφού φώναζε και η Πηχίδου και οι ίδιοι και οι παραπονούμενοι. Ζήτησε από τη θυγατέρα της να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία, ενώ στη σκηνή ήρθαν και κάποια πρόσωπα, τα οποία ήταν δίπλα σε ένα περίπτερο. Η ίδια έχει παράπονο από τον παραπονούμενο που την εξύβρισε γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που την εξυβρίζει. Η ίδια σε καμία περίπτωση δεν εξύβρισε κάποιον, ούτε και ο σύζυγος της. Κατά τη ζώσα μαρτυρία της ανέφερε ότι είναι γείτονες από το 2009 με τους παραπονούμενους, ενώ πλέον έχουν αποχωρήσει από την οικία τους. Περιγράφοντας τη σχέση τους δήλωσε ότι «συνέχεια είχαν θέματα». Περιγράφοντας τον χώρο ανέφερε ότι υπάρχουν 6 σπίτια, τα οποία είναι τοποθετημένα σε αδιέξοδο. Οι παραπονούμενοι διαμένουν στο τέρμα του δρόμου. Απέναντι τους βρίσκεται το σπίτι της Π. Το δικό της κάπου στη μέση. Οι παραπονούμενοι ήταν προκατελειμένοι, θεωρώντας κάθε τους κίνηση ρατσιστική. Ακόμη και το γεγονός ότι τα παιδιά της έτρωγαν μπανάνα στην αυλή, έβρισκαν προσβλητικό, όπως επίσης και ότι η σκούπα που χρησιμοποιούσαν είχε μαύρο χρώμα. Η ίδια συνεργάζεται με αλλοδαπούς και ότι έχει πολύ καλή σχέση με τα πρόσωπα αυτά, ενώ οι παραπονούμενοι κατάντησαν «ο φόβος και ο τρόμος της γειτονιάς». Όλα αυτά τα χρόνια στις προκλήσεις των παραπονούμενων δεν έδιναν σημασία. Σημασία έδωσε την μέρα που κτύπησαν την μητέρα της, η οποία έχασε την ακοή της συνεπεία της συμπλοκής και είναι και καρκινοπαθής. Για τα πιο πάνω καταχωρήθηκε και αστική αγωγή, η εκδίκαση της οποίας ολοκληρώθηκε προ λίγων ημερών. Ο παραπονούμενος δεν γνώριζε καν τη μητέρα της και απροκάλυπτα τη χτύπησε, διερωτώμενη τελικώς, ποιος δέχεται ρατσισμό. Συμφώνησε με την κα. Γιάλλουρου ότι το πιο πάνω περιστατικό έλαβε χώρα το
- Συμφώνησε η ΜΥ2 ότι το πρόβλημα κυρίως ήταν μεταξύ παραπονούμενων και Π, γεγονός που οδήγησε την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να ρωτήσει γιατί, αφού είχαν προηγούμενες διαφορές με τους παραπονούμενους, οδηγήθηκαν στο να βγουν έξω και να μπουν στη μέση του τσακωμού. Η ΜΥ2 τόνισε την ανθρώπινη αλληλεγγύη. Δήλωσε ότι ο δρόμος απολήγει σε αδιέξοδο και είναι πολύ στενός. Ένα αυτοκίνητο ουσιαστικά μπορεί να περάσει. Υπήρξε θέση της κας. Γιάλλουρου ότι ήταν ακριβώς επειδή είχε προηγούμενα με τους παραπονούμενους που βγήκε έξω, με την ίδια να απαντά ότι δεν είναι όσο αφελής, γνωρίζοντας ότι υπάρχει στην οικία του παραπονουμενου εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Επανήλθε η κα. Γιάλλουρου δηλώνοντας ότι ακριβώς επειδή είχε προηγούμενα με τους παραπονούμενους και γνώριζε τον «χαρακτήρα» τους, αν ήθελε πράγματι να βοηθήσει τα πρόσωπα που βρίσκοντας εντός του οχήματος θα τηλεφωνούσε πρώτα στην Αστυνομία και δεν θα επέλεγε να εμπλακεί. Ο λόγος που ενεπλάκη κατά τη κατήγορο ήταν οι ρατσιστικές διαθέσεις της ίδιας και του κατηγορούμενου στο πρόσωπο των παραπονούμενων. Τη θέση αυτή δεν αποδέχθηκε η μάρτυρας, προσθέτωντας ότι εμπιστεύτηκε αλλοδαπά πρόσωπα όπως της προσέχουν το τότε εξάμηνο παιδί της. Σε ερώτηση κατά πόσο είχε ενημερώσει τον νυν σύζυγό της, κατηγορούμενο, ότι ο κατηγορούμενος την εξύβριζε, απάντησε θετικά, συμπληρώνοντας ότι ο σύζυγός της δεν θα έκανε κάτι, ειδικά από τη στιγμή που η κάμερα του βλέπει προς το σπίτι της. Στις υποβολές της κας. Γιάλλουρου ότι η μαρτυρία της είναι ψευδής, και συνίσταται μόνο στο να βοηθήσει τον σύζυγο της, η ΜΥ 2 απάντησε επί λέξει ότι «Δεν είμαστε τόσο αφελείς, δεν είμαστε 15 χρονών να κάνουμε τούντο πράγμα μπροστά σε μια κάμερα, παιδιά, και κινητό». Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσω της ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή έκαστο εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Έχω κατά νου τη νομολογία που άπτεται και αφορά στα ζητήματα αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ καθηκόντως αξιολογώ αυτήν στην ολότητα της και όχι αποσπασματικά. Λαμβάνω περαιτέρω υπ' όψιν μου, ως προτάσσει και η νομολογία, τη γενική συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση και το λογικοφανές των θέσεων τους, σε συνάρτηση και αντιπαραβολή με τα όσα ανέφεραν αρχικώς ανακρινόμενοι από τις Αστυνομικές Αρχές. (βλ. Ζεβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ 1119, Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/07, ημερομηνίας 10/12/2018). Είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι σε υποθέσεις ως η παρούσα, δηλαδή όπου υπάρχουν δύο ουσιαστικά αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τα γεγονότα, το Δικαστήριο στρέφει την προσοχή του στην εξεύρεση ανεξάρτητης προς τούτο μαρτυρίας. Μέσω της αξιολόγησης ενός μάρτυρα το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά, να αναλύσει τα λεγόμενα έκαστου εξ' αυτών, τις αντιδράσεις και συμπεριφορά του επί του εδωλίου, και να αναδείξει υπό το πρίσμα της ανθρώπινης πείρας και φύσης το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής που παρουσιάζεται. Σημειώνεται ότι οι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, αλλά αντίθετα ενδέχεται να ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια του, καταδεικνύοντας ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας). Οι εντυπώσεις που άφησε η μαρτυρία του παραπονούμενου ήταν θετικές. Αυτός απαντούσε άμεσα και χωρίς περιστροφές σε έκαστο συνήγορο, με την ειλικρίνεια του όταν κατέθετε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως διάχυτη. Σε αυτήν την ειλικρίνεια πιστώνεται η άμεση απάντηση του σε ερώτηση των συνήγορου υπεράσπισης οτι αυτός καταδικάστηκε στο παρελθόν για το περιστατικό που επεσυνέβη μεταξύ του ιδίου και της μητέρας της συζύγου του κατηγορούμενου, εκτίοντας μάλιστα προς τούτο, ποινή φυλάκισης. Το Δικαστήριο αξιολογώντας συνολικά τη μαρτυρία του παραπονούμενου δεν εντόπισε καμία προσπάθεια από μέρους του είτε να αλλοιώσει είτε να παραποιήσει γεγονότα, είτε να αποκρύψει μέρος τους. Επιπλέον, παρά την επίπονη αντεξέταση του σε σχέση με τις προηγούμενες διαμάχες και διαφορές που είχε με τους γείτονες του ή ακόμη και με την οικογένεια του κατηγορούμενου, ο ίδιος σε καμία αντίφαση δεν υπέπεσε είτε κατά τη ζώσα μαρτυρία του είτε σε σχέση με τα όσα ανέφερε ανακρινόμενος από την Αστυνομία προ μιας πενταετίας. Έκαστη απάντηση του παραπονούμενου ενίσχυε και αντανακλούσε τις αρχικές του θέσεις όταν αυτός ανακρινόταν από τις Αστυνομικές Αρχές. Ειλικρινώς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε σχέσεις με τον κατηγορούμενο, ότι δεν τον γνώριζε, ότι οι σχέσεις του με τη γειτόνισσά του, Πηχίδου, δεν ήταν αρμονικές, όπως επίσης κακές ήταν και οι σχέσεις του με τη σύζυγο του κατηγορούμενου. Σημείωσε ο παραπονούμενος, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι τελικώς κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η επιβληθείσα σε αυτόν ποινή φυλάκισης, ανεστάλει. Κατά την αξιολόγηση της σχετικότητας της προηγούμενης του καταδίκης ως ένδειξη «κακού χαρακτήρα», και της πιθανότητας όπως αυτός συνέτεινε με την στάση του στα όσα επεσυνέβησαν, ή ακόμη, εξετάζοντας ως η εισήγηση της υπεράσπισης, ότι η εν λόγω καταγγελία έλαβε χώρα ως αντίποινο, με απώτερο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας και εκδίκησης στον κατηγορούμενο και στην ευρύτερη οικογένεια του, το Δικαστήριο οφείλει όπως την αποτιμήσει συνυπολογίζοντας το όλο πλέγμα των γεγονότων. Η εισήγηση της υπεράσπισης περί εμφανούς προσπάθειας από μέρους του παραπονούμενου όπως κατά τη ζώσα μαρτυρία του κτίσει μια ιδιαίτερη αντιπαθή εικόνα εναντίον της προσωπικότητας του κατηγορούμενου, αλλά και της συζύγου του, δεν μπορεί να επιτύχει, αφού σε αντίθεση με τα όσα καταγράφονται στη σελίδα 5 της γραπτής αγόρευσης της υπεράσπισης, ο παραπονούμενος χωρίς καμία διάθεση απόκρυψης απάντησε άμεσα και καταφατικά ερωτούμενος περί του παρελθόντος του, σεβόμενος πλήρως, το αποτέλεσμα της Δικαστικής απόφασης, μη αποκρύπτονας το εν λόγω γεγονός από το Δικαστήριο.Ειλικρινή διαπιστώνω και τη θέση και τοποθέτηση του ότι ο λόγος που προέβη στην παρούσα καταγγελία δεν είναι εκδικητικός, αφού έχουν παρέλθει 6 ολόκληρα χρόνια από το περιστατικό του 2012, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω δεν αφορούσε τον κατηγορούμενο. Στο μεσοδιάστημα αυτό δεν διαφάνηκαν οποιαδήποτε ιδιαίτερα προβλήματα ή τουλάχιστον τέτοιας έκτασης που να απασχόλησαν τις αστυνομικές αρχές ή την Δικαιοσύνη. Στη θέση της υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος δεν είναι πρόσωπο αληθείας, αλλά αντίθετα έχει ροπή στο ψέμα, καθότι απέκρυψε τη δική του εμπλοκή, και συγκεκριμένα ότι επιτέθηκε φραστικά σε συγγενικά άτομα της Πηχίδου, με αναπηρία, σημειώνεται ότι καμία ερώτηση δεν τέθηκε προς αυτόν κατά την αντεξέταση του σχετικά με το ζήτημα αυτό, με τη θέση αυτή της υπεράσπισης να παραμένει, τελικώς, μετέωρη. Το γεγονός και μόνο ότι ο παραπονούμενος προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου για τις κατ' ισχυρισμό φράσεις που χρησιμοποίησε εναντίον του και της συζύγου του 6 χρόνια μετά τα όσα προηγήθηκαν μεταξύ του ιδίου και της συζύγου του κατηγορούμενου, και 3 χρόνια μετά την παρουσία του κατηγορούμενου στη γειτονιά, δεν φέρουν τη βαρύτητα που εισηγείται η υπεράσπιση περί εκδικητικών και αλλότριων κινήτρων, καθότι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τα γεγονότα του 2012 ή ακόμη και από το 2016, όταν μετακόμισε ο κατηγορούμενος στη γειτονιά, επενεργεί προς επιβεβαίωση των όσων ανέφερε περί έλλειψης αλλότριων κινήτρων στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Κρίνεται κατάλληλο σημείο όπως γίνει μνεία στο γεγονός ότι κατά τον χρόνο που εκτιλύχθησαν τα γεγονότα για τα οποία ο παραπονούμενος καταδικάστηκε από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν διέμενε κάν στην γειτονιά, και δεν ήταν κατά εκείνο τον χρόνο σε σχέση με την Ελενα. Το όλο περιστατικό του 2012, δεν αφορούσε τον κατηγορούμενο, αλλά ως διαφάίνεται από το Τεκμήριο 2 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο,[1] κατηγορούμενοι εκεί ήταν οι ενώπιον του Δικαστηρίου παραπονούμενοι και η Π. Το επιχείρημα της υπεράσπισης περί αλλότριων κινήτρων από πλευράς παραπονούμενων, στερούνται πειστικότητας και λογικής, δυνάμει όλων των πιο πάνω, ειδικότερα από την στιγμή που παραμένει ως κοινά αποδεκτό γεγονός ότι ούτε οι παραπονούμενοι γνώριζαν τον κατηγορούμενο ουσιαστικά, ούτε και ο κατηγορούμενος τους παραπονούμενους αφού ποτέ, ως ανέφεραν και οι δύο πλευρές, δεν είχαν σχέσεις. Το ίδιο αξιόπιστη κρίνω και τη μαρτυρία της συζύγου του παραπονούμενου, ΜΚ
- Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες και πηγαίες, ενώ δίδονταν χωρίς κανένα δισταγμό αντανακλώντας πλήρως τις θέσεις της, ως αυτές είχαν τεθεί κατά τη λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης, Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 15.5.
- Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν έθεσε εαυτόν εκτός των γεγονότων, αποδεχόμενη ότι και η ίδια φώναζε, μαζί με τους λοιπούς όταν ξεκίνησε η λεκτική διαμάχη με την Π. Σε απάντηση της θέσης της υπεράσπισης ότι η ΜΚ2 έδωσε αντιφατικές εκδοχές σε ότι αφορά το πότε η ίδια ενεπλάκη στον καυγά, φρονώ ότι μελέτη της μαρτυρίας της, φανερώνει, τη μια και μοναδική εκδοχή της, ήτοι ότι, άκουσε τις φωνές μεταξύ του συζύγου της και της Π και αποφάσισε να βγεί έξω και η ίδια. Η ίδια περιέγραφε παραστατικά τα όσα κατά την δική της εκδοχή, έλαβαν χώρα την επίδικη ημερομηνία, ενώ πλήρως ανταποκρινόμενες στην αλήθεια ήταν και οι θέσεις της σε ότι αφορούσε και την δική της καταδίκη από ποινικό Δικαστήριο αναφορικά με το περιστατικό που εκτιλύχθηκε το 2012, όπως επίσης αποδεκτή είναι και η εξήγηση που έδωσε σε ότι αφορά την καθυστέρηση με την οπόιαν προέβη στην γραπτή της καταγγελία. Σημειώνεται εδώ ότι, η υπεράσπιση έχει βασίσει μέρος του επιχειρήματος της περί μη στοιχειοθέτησης των κατηγοριών, σε αυτήν ακριβώς την καθυστέρηση, υποστηρίζοντας ότι, αν πράγματι η παραπονούμενη αισθανόταν τρόμο ή ανησυχία από την κατ΄ισχυρισμόν απειλή του κατηγορούμενου, δεν θα καθυστερούσε τόσο στην υποβολή του παραπόνου της. Στην θέση αυτή όμως, η παραπονούμενη απάντησε άμεσα, χωρίς κανένα δισταγμό, δηλώνοντας ότι ήθελε πρώτα να μάθει από την Αστυνομία αν είχε κάνει το οτιδήποτε η ίδια στον κατηγορούμενο που τον οδήγησε στο να της μιλήσει κατ΄αυτόν τον τρόπο, πριν προβεί σε καταγελλία, δίδοντας προς τούτο, χρόνο στην αστυνομία όπως επανέλθει με μια απάντηση. Αναδίπλωσε μάλιστα το σκεπτικό της, αναρωτούμενη αν ήταν λόγω προηγούμενης παρεξήγησης της με την σύζυγο του κατηγορούμενου η οποία πήρε, ως η ίδια δήλωσε, διαδικτυακές επεκτάσεις. Ας λεχθεί εδώ, ότι ο ΜΚ3, ως θα αναφερθεί κατωτέρω, ανέφερε ότι ενδεχομένως ο λόγος που υπήρχε καθυστέρηση στην λήψη καταθέσεων, ήταν επειδή μεσολάβησε το Πάσχα, ενώ επιβεβαίωσε και τα λεγόμενα της ΜΚ2 ότι είχαν προσπαθήσει να επικοινωνήσουν με τον κατηγορούμενο για κατάθεση, αλλά επειδή λάμβαναν χώραν οι ετοιμασίες του γάμου τους, ο ίδιος επίσης καθυστέρησε στην μετάβαση του στον Αστυνομικό σταθμό. Επιπλέον, η στάση της ΜΚ2 στο εδώλιο καταδείκνυε τον φόβο που της είχε προκαλέσει η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της, και ειδικότερα η απειλή που αυτός εκστόμισε, θέση την οποίαν το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή. Το γεγονός ότι η οικογένεια των παραπονουμενων ζητούσε απαντήσεις από την αστυνομία, αντανακλάται και μέσω της αναντίλεκτης προς τούτο μαρτυρίας του ΜΚ1 ότι λίγη ώρα μετά το περιστατικό, τηλεφώνησε εκ νέου στον σταθμό ζητώντας να μάθει τι ανέφερε ο κατηγορούμενος αναφορικά με τις απειλές που εκστόμισε. Την μαρτυρία της ΜΚ2 αποδέχομαι στην ολότητα της. Η μαρτυρία του ΜΚ3, ως φανερώνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας, ήταν τυπικής φύσεως. Η αντεξέτασή του περιορίστηκε ουσιαστικά στο ν' αναζητηθούν οι λόγοι καθυστέρησης στην λήψη σχετικής ανακριτικής κατάθεσης από τους εμπλεκόμενους. Αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά στα όσα αντίκρυσε όταν κατεφθασε στη σκηνή, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος με τη σύζυγο του βρισκονταν στη μέση του δρόμου, μπροστά από την οικία των παραπονούμενων, οτι οι παραπονούμενοι βρίσκονταν στην βεράντα τους και ότι επικρατούσε αναστάτωση στην γειτονιά. Αποδέχομαι επίσης ως αξιόπιστη την αναφορά του, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης, ότι το τηλεφώνημα που δέχθηκε ήταν από τον παραπονούμενο, ο οποίος του ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή ο ίδιος και η σύζυγος του δέχθηκαν απειλές από τον κατηγορούμενο. Η καταγελία αυτή καταχωρήθηκε άμεσα στα ηλεκτρονικά συστήματα της αστυνομίας. Η πιο πάνω θέση του ΜΚ3, επιρρώνει και επιβεβαιώνει το αληθές της μαρτυρίας του ΜΚ1 ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στην αστυνομία παραπονούμενος για τα προαναφερθέντα, ζητώντας αστυνομικκή παρέμβαση. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησαν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, η μαρτυρία του κατηγορούμενου χαρακτηρίζεται ως συγκεχυμένη, ενώ υπέπεσε κατά την αντεξέταση του, σε διάφορες αντιφάσεις. Ο ίδιος ο ανέφερε κατά την αντεξέταση του «ότι ποτέ δεν είχαν σχέσεις, ποτέ επαφές. Απλά τους έβλεπαν όταν έρχονταν σπίτι ή που έφευγαν από το σπίτι τους .αλλά ποτέ δεν είχαν να μιλήσουν για κάτι, να συζητήσουν ή να μαλώσουν για κάτι». Παρά την πιο πάνω αναφορά του, ήταν πεπεισμένος, ως διατείνετο κατά τη κυρίως εξέταση του ότι η καταγελλία έγινε εκδικητικά, παρά το ότι γεγονός ότι, ως ο ίδιος παραδέχθηκε, ήταν «φανερά εκνευρισμένος» για τον τρόπο που ο παραπονούμενος είχε μιλήσει στη σύζυγο του (ως αναφέρει στην κατάθεση του). Ενώ στην κατάθεση του κατονομάζει την παραπονούμενη ως το πρόσωπο που ήταν στην μέση του δρόμου, λογομαχούσε με την Πιχίδου και προκαλούσε ειρωνικά τους επισκέπτες της να «κατεβούν να συζητήσουν», στην ζώσα μαρτυρία του, αποφάσισε ότι το πρόσωπο αυτό, ήταν ο παραπονούμενος. Το γεγονός δε ότι εκ παραδρομής ,ως ανέφερε, παρέλειψε να αναφέρει ανακρινόμενος τον λόγο της παρέμβασης του, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι προκαλούσαν τα άτομα με αναπηρία «να κατεβούν να τους δείρουν», θέση την οποία θυμήθηκε όπως αναφέρει μόνο κατά τη ζώσα μαρτυρία του, δεν πείθει και κρίνεται ως θέση η οποία κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, αφού, αυτή η πράξη, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, υπήρξε η γενεσιουργός αιτία που οδήγησε τη σύζυγο του όπως παρέμβει στον μεταξύ παραπονουμένων και Πιχίδου, καβγά. Παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι στην κατάθεση του πουθενά δεν κάνει αναφορά στο πρόσωπο του παραπονούμενου παρά μόνο αφότου αυτός εξύβρισε τη σύζυγο του, αποδεχόμενος ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή «εν μαζί με εκείνα τα άτομα που είχαν (οι παραπονούμενοι) το πρόβλημα (βλ. σελ. 9-10 πρακτικών ημερ. 10.3.23). Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι την στιγμή που ο παραπονούμενος εξύβρισε τη σύζυγο του, ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) βρισκόταν στην βεράντα του, και τότε μόνο ήταν που «προχώρησε προς το κάγκελο της βεράντας του ζητώντας του να του δώσει τον λόγο», κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι, όταν «φώναζε και μιλούσε έντονα» βρισκόταν ήδη στον δρόμο, παραμένοντας δίπλα από το σταθμευμένο αυτοκίνητο για βοηθήσει τους ανθρώπους που «ήταν τρομοκρατημένοι». Την θέση δε ότι κατέβηκε για να προστατεύσει τα πρόσωπα που ήταν εντός του οχήματος, και ότι παρέμεινε δίπλα από το όχημα, σύντομα επίσης αναίρεσε, με την εξής στιχομυθία να λαμβάνει χώρα : «Ε: Καλά, γιατί δεν έμεινες από τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, δηλαδή να είσαι προς το σπίτι σου, αφού το μόνο που ήθελες να κάνεις ήταν να προστατεύσεις, να ημερήσεις τούντους τους ανθρώπους που ήταν τρομοκρατημένοι και να ζητήσεις τον λόγο λεκτικά γιατί να εξυβρίσει τη γυναίκα σου; A: Γιατί δεν πήγα από τη μερκά του οδηγού εννοείτε; Γιατί εγώ όταν πήγα κάτω πήγα προς το σπίτι του κύριου Κώστα να ζητήσω τον λόγο για την εξύβριση». Ο κατηγορούμενος προσπαθούσε κατά την μαρτυρία του όπως υποβιβάσει το όλο συμβάν, παρουσιάζοντας το ως μια λεκτική διαμάχη, όμως οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε σε συνδυασμό με την παραδοχή του ότι δεν ήταν ψύχραιμος, αλλά αντίθετα «φανερά εκνευρισμένος», και ότι όντως τελικά, πλησίασε το σπίτι των παραπονούμενων για να λάβει το λόγο από τον παραπονούμενο, τείνουν να καταδείξουν το μη φιλαλήθες των ισχυρισμών του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ
- Σημειώνω ότι τη μαρτυρία αυτή, το Δικαστήριο προσέγγισε με προσοχή, και προς τούτο έχει αυτοπροειδοποιηθεί, έχοντας ως γνώμονα το γεγονός ότι ενδεχομένως αυτή να ήταν εμποτισμένη από άλλα κίνητρα, ήτοι την υποβοήθηση του νυν συζύγου της, κατηγορούμενου, και την πρόκληση ταλαιπωρίας και υποβάθμισης των παραπόνων των παραπονούμενων, με τους οποίους έχουν κακές σχέσεις (βλ.Κλεόβουλος Κουσουλίδης ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 10/2018, ημερ. 9.11.18). Όσο μεγαλύτερο το συμφέρον του μάρτυρα, τόσο μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται (βλ.Papachrysostomou v The Police
(1988)2 C.L.R. 55, Λαζάρου ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.633). Η μαρτυρία της συζύγου του κατηγορούμενου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού διάχυτη κρίνεται, ήταν η προσπάθεια της όπως στηρίξει και επαληθεύσει τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο. Πέραν της άρνησης της ότι ο κατηγορούμενος απείλησε τους παραπονούμενος, καμία άλλη ουσιαστική αναφορά δεν έκανε σε ότι αφορά τα περιστατικά της υπόθεσης. Αντίθετα, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της επικεντρώθηκε στο να παρουσιάσει και να τονίσει το περιστατικό που έλαβε χώρα το 2012, επικαλούμενη τα όσα επισυνέβησαν στην μητέρα της, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο, όπως επίσης εντύπωση δημιουργεί η επιμελής προσπάθεια της με κάθε ευκαιρία επανάληψης των όσων αφορούσαν το ποιόν των παραπονουμένων, χαρακτηρίζοντας τους ως τον «φόβο και τρόμο της γειτονιάς». Εντύπωση περαιτέρω προκαλεί το γεγονός ότι η ίδια αγνοώντας τις κακές σχέσεις που είχε με τους παραπονούμενους, αποφάσισε όχι μόνο να επέμβει στον καβγά μεταξύ παραπονουμένων και Π, ο οποίος ουδόλως την αφορούσε, αλλά φρόντισε, προκαλώντας τον παραπονούμενο, όπως τον υπενθυμίσει ότι αυτός έχασε την εργασία του λόγω της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, συντείνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στην ένταση του περιστατικού. Παρά τις θέσεις της ότι ήθελε να βοηθήσει τα άτομα που ήταν εντός του οχήματος, καμία κίνηση δεν έκανε προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντίθετα, και η ίδια, όπως και ο σύζυγος της, φώναζαν στους παραπονούμενους, αντί να καλέσουν την αστυνομία, παίρνοντας τον νόμο στα χέρια τους. Η θέση της δε ότι «δεν ενήργησε ο κατηγορούμενος» με τον τρόπο που του καταλογίζεται επειδή ο παραπονούμενος «είχε κάμερες και κινητό» προκαλεί επίσης εντύπωση, αφήνοντας να νοηθεί ότι το μόνο που τον οδήγησε στο να μην εκστομίσει τα λόγια αυτά ήταν η ύπαρξη των. Η προσπάθεια της να κτίσει μια ιδιαίτερα αντιπαθή εικόνα για την προσωπικότητα των παραπονουμένων ήταν εμφανής. Η εντύπωση που άφησε η ΜΥ2 στο Δικαστήριο ήταν ότι θα έλεγε το οτιδήπτοε προκειμένου να πλήξει την αξιοπιστία των παραπονουμένων. Δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής το γεγονός ότι η ΜΥ2 ενθυμάται δήθεν, με βεβαιότητα τα όσα δεν εκστόμισε ο κατηγορούμενος και να μην κάνει καμία αναφορά στο τι τελικώς αυτός ανέφερε, όταν «ζήτησε τον λόγο» από τον παραπονούμενο. Η μαρτυρία της στο σύνολό της δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη και δεν γίνεται αποδεκτή. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 91 (Α) του Κεφ. 154, «απειλή» διαπράττεται όταν, « Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που απείλησε τους παραπονούμενους συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται στις κατηγορίες 3 και 4, ήτοι ότι, θα σκότωνε αμφότερους τους παραπονούμενους, ενώ παράλληλα σε ότι αφορά την 2η παραπονούμενη, «το πτώμα της θα έστελνε στη ζούγκλα από όπου προήλθε». Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία, η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου του Νόμου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που οφείλουν όπως αποδειχθούν αφορούν στην ύπαρξη απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη η οποία να προκαλεί στον άλλον, τρόμο ή ανησυχία. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 1, η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, ήτοι της απειλής βιοπραγίας δυνάμει του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Λέχθηκε επίσης ότι, το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό, αλλά αντικειμενικό. Με παραπομοπή στην απόφαση Kallenos v Police
(1969)2 C.L.R. 210, το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνησε ότι δεν απαιτείται να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώπιον του έχει τεθεί ικανή μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι ο κατηγορούμενος, εκστόμισε εναντίον των παραπονούμενων τις απειλητικές φράσεις που καταγράφονται στα πρωτογενή γεγονότα των κατηγοριών 3 και
- Έχοντας αποδεχθεί την μαρτυρία των παραπονουμένων ως αξιόπιστη, καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση οι απειλές του κατηγορούμενου περί θανάτωσης των, κρινόμενες αντικειμενικά, ενείχαν αυτή την δυνατότητα πρόκλησης, σε αμφότερους τους παραπονούμενους, ανησυχίας ή τρόμου. Η ανησυχία ή ο τρόμος των παραπονουμένων διαπιστώνεται όχι μόνο μέσω της αποδεκτής επί του σημείου μαρτυρίας των, αλλά και από την ανεξάρτητη επί του σημείου μαρτυρία του ΜΚ3, ότι ο παραπονούμενος τηλεφώνησε άμεσα, και δη την ώρα που εκτιλυσσόταν το επίδικο γεγονός στην αστυνομία προς παροχή βοήθειας και/ή παρέμβασης, πράγμα και το οποίο έγινε, με τον ΜΚ3 να μεταβαίνει στη σκηνή. Το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι εντοπίστηκαν από τον ΜΚ3 εντός της βεράντας τους, ήτοι εντός του ιδιωτικού τους χώρου, χώρος ο οποίος τους προσέφερε μια επιπλέον ασφάλεια, επίσης ενεργεί υποστηρικτικά της θέσης τους ότι έκαστος φοβήθηκε. Η υπερβολή που χαρακτηρίζει την απειλή «ότι θα έστελνε τα κομμάτια της παραπονούμενης στη ζούγκλα από όπου προήλθε» ουδόλως αφαιρεί από την σοβαρότητα της απειλής περί θανάτωσης που εκστομίσε ο κατηγορούμενος, ούτε μπορεί να καταστήσει την απειλή ως κενή περιεχομένου σε ότι αφορά το πρόσωπο της παραπονούμενης. Το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι καθυστέρησαν όπως δώσουν κατάθεση στην Αστυνομία, δεν ισοδυναμεί με την άνευ ετέρου, αποδοχή της εισήγησης της υπεράσπισης, ότι αυτοί ουδόλως ανησύχησαν. Ως προς την παρατηρηθείσα καθυστέρηση υπενθυμίζονται εδώ όχι μόνο οι τοποθετήσεις αμφότερων των παραπονούμενων, αλλά και η μαρτυρία του ΜΚ3, ότι μεσολαβησαν οι διακοπές του Πάσχα, γεγονός το οποιό δυσχέραινε την εξεύρεση ημερομηνίας για διευθέτηση ραντεβού. Η θέση των παραπονουμένων ότι αναζητούσαν όπως μάθουν τον λόγο που έδωσε στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος για την συμπεριφορά του, παρέμεινε αναντίλεκτη. Και ο παραπονούμενος τηλεφώνησε μισή ώρα μετά που έφυγε ο αστυνομικός από την οικία του κατηγορούμενου για να λάβει εξηγήσεις, ενώ το ζήτημα λήψης απαντήσεων ήταν κάτι που απασχολούσε εντόνως και την παραπονούμενη. Οι θέσεις αυτές παρέμειναν αναντίλεκτες, αφού τίποτα το αντίθετο δεν λέχθηκε από τον ΜΚ
- Δυνάμει της ενώπιον μου αξιόπιστης και αποδεκτής μαρτυρίας των παραπονουμένων αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι την 21.4.19 οι παραπονούμενοι διαπληκτίστηκαν με την Πηχίδου σε ότι αφορά την στάθμευση του αυτοκινήτου των συγγενών της. Η σύζυγος του κατηγορούμενου παρέμβηκε, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί της. Το γεγονός αυτό οδήγησε τον κατηγορούμενο όπως επίσης παρέμβει, εκστομίζοντας απειλές στο πρόσωπο των παραπονουμενων, και συγκεκριμένα ότι θα προέβαινε στην θανάτωση των. Ο κατηγορούμενος κρίνεται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένοχος στις κατηγορίες 3 και 4 που του καταλογίζονται. Παραμένει προς εξέταση η 5η στη σειρά κατηγορία η οποία αφορά στην από μέρους του κατηγορούμενου υποκίνηση βίας και μίσους στο πρόσωπο της παραπονούμενης βάσει της γενεολογικής και εθνικής της καταγωγής. Πράξεις αυτού του είδους ποινικοποιούνται δυνάμει του Περί Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου Νόμος 134(I)/
- Το άρθρο 3
(1)τιμωρεί την εκ προθέσεως δημόσια διάδοση και υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων. Η σχετική διάταξη αποτελεί μεταφορά στον Κυπριακό Νόμο του άρθρου 1(α) της Απόφασης Πλαίσιο, 2008/913/ΔΕΥ, για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Η Δημοκρατία, ως μέλος της Ευρωπαικής οικογένειας και με αφετηρία το σεβασμό στη διαφορετικότητα, είτε αυτός αφορά στην γενεολογική καταβολή ή τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, το χρώμα και το φύλο, ενσωμάτωσε, συμμορφούμενη με τις Ευρωπαικές της υποχρεώσεις, το Ευρωπαικό Δίκαιο, ήτοι την Απόφαση Πλαίσιο, μέσω της δημιουργίας του πιο πάνω, ειδικού νομοθετήματος. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου 134(Ι)/2011 προνοεί ως εξής: «3.
(1)Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως είτε δηµόσια είτε µε δηµόσια διάδοση, υποκινεί βία ή µίσος που στρέφεται κατά οµάδας προσώπων ή µέλους οµάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώµατος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, κατά τρόπο που διαταράσσει τη δηµόσια τάξη ή που έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα, είναι ένοχο αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)χρόνια ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Ως έχει νομολογηθεί στην απόφαση Αστυνομία ν Α.Α Ποινικές Εφέσεις 4/21 και 5/21 ημερ. 1.7.21, κύριο συστατικό του αδικήματος, το οποίο η κατηγορούσα αρχή έχει ευθύνη όπως αποδείξει, αποτελεί η «υποκίνηση» (incitement), η οποία έχει την έννοια της ενθάρρυσης άλλου προσώπου να διαπράξει ένα άλλο αδίκημα. Στο άρθρο με τίτλο «Incitement: A Study of Language Crime» Joseph Jaconelli,
(2017)12 Criminal Law and Philosophy» «The essence of the law of incitement is that a person (the 'inciter') urges another person or persons the 'incitee(s)' to commit a criminal offence». Όπως καταγράφεται στο Σύγγραμμα της Δρ. Στέλλας Μαλά Ηρακλέους«Το Νομικό Πλαίσιο του Διαδικτυακού Μισαλλόδοξου Λόγου» Νομικές Εκδόσεις Hippascus 2023, σελ. 172: «Το Κυπριακό Νομικό Σύστημα δεν απαγορεύει τον απλό προσβλητικό χαρακτήρα, αλλά την ακραία προσβολή που πρέπει να θεωρηθεί αξιόποινη με την ευρύτερη έννοια. Ένα άλλο συστατικό στοιχείο, πέραν της υποκίνησης είναι η δημόσια διαταραχή. Συνεπώς το αδίκημα συντελείται εάν η μετάδοση ή η υποκίνηση γίνεται κατά τρόπο που να προκαλεί δημόσια διαταραχή». Στο ποινικό δίκαιο η υποκίνηση, η ώθηση και η πειθώ κάποιου άλλου να διαπράξει ένα έγκλημα, υπο αυτή την έννοια είναι σχεδόν συνώνυμη με την «ενθάρρυνση» (βλ. Henry Campell Black, «Black's Law Dictionary). Οφειλε συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει μέσω ικανής μαρτυρίας την συντέλεση της αντικειμενικής υπόστασης της υποκίνησης, δηλαδή, ότι τα λόγια που εκστόμισε ο κατηγορούμενος επηρέασαν τρίτα πρόσωπα τα οποία δυνάμει αυτής της συμπεριφοράς ενθαρρύνθηκαν στην διάπραξη κάποιου εγκλήματος. Στην απόφαση R v Whitehouse [1977] 3 All E.R 737, καταγράφεται ότι: «an inciter is one who reaches and seeks to influence the mind of another to the commission of a crime». Το περιεχόμενο του λόγου, όπως και το πλαίσιο της λεκτικής επίθεσης, μαζί με το πλέγμα ή αριθμό ατόμων στο οποίο απευθύνεται, αποτελούν παράγοντες οι οποίοι μπορούν να συνεκτιμηθούν όταν εξετάζεται το ζήτημα της υποκίνησης. Στην παρούσα περίπτωση, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς αυτήν την κατεύθυνση. Τα τρία πρόσωπα που ήρθαν αργότερα στην σκηνή, ήταν μετά την εκστόμιση της συγκεκριμένης απειλής από τον κατηγορούμενο. Το αδίκημα της απειλής αποτελούσε τετελεσμένη πράξη, όταν αυτοί έφθασαν στην σκηνή. Καμία μαρτυρία επίσης δεν δόθηκε ως προς το πώς ενδεχομένως να επηρεάστηκαν από την χρήση της εν λόγω φράσης άλλα πρόσωπα που ήταν στην σκηνή όπως παραδείγματος χάριν η Π ή το ζευγάρι που μετέβαινε εντός του σταθμευμένου οχήματος ή πώς αυτοί υποκινήθηκαν από την φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος η οποία είχε ως αποκλειστικό δέκτη την παραπονούμενη. Σε κανένα σημείο της κατάθεσης των μαρτύρων κατηγορίας ή των όποιων Τεκμηρίων, δεν διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην υποκίνηση του οποιουδήποτε, με τα λόγια ή την συμπεριφορά του. Ελλείπει συνεπώς το καίριο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το κατά πόσον δε η εκστομιθείσα απειλή εναντίον της παραπονούμενης είχε ως κίνητρο του τα οποιαδήποτε ρατσιστικά ή ξενοφοβικά κίνητρα (κατηγορία 4), αποτελεί παράγοντα που θα εξετάσει το Δικαστήριο όταν θα κληθεί να επιβάλει ποινή, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35 Α του Ποινικού Κώδικα: «Το Δικαστήριο, στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών του κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινή, δύναται να λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα το κίνητρο της προκατάληψης κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζται βάσει της φυλής, του χρώματος, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, των γενεαλογικών καταβολών, του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου». Με την απουσία του κύριου συστατικού στοιχείο της υποκίνησης, ως αυτό απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της 5ης στη σειρά κατηγορίας, η αθώωση του κατηγορούμενου αποτελεί μονόδρομο. Κατάληξη Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη από μέρους του κατηγορούμενου των αδικημάτων που περιγράφονται στις κατηγορίες 3 και 4, κατηγορίες στις οποίες αυτός κρίνεται ένοχος. Αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος για τους λόγους που έχουν ανωτέρω επεξηγηθεί, αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 5ην κατηγορία. (Υπ.) ................................. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Απόφαση Επί της Ποινής στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 5987/2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο