← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ABDULRAHMAN FARES κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3043/22, 8/2/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ABDULRAHMAN FARES κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3043/22, 8/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:2 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ / ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3043/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν

  1. ABDULRAHMAN FARES
  2. MOHAMED AHRAS
  3. MAZIN BRGOUS
  4. MOHAMED AHRAS Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα Για τον κατηγορούμενο 1 : Η κα Δ. Κυριακού Για τον κατηγορούμενο 2: Ο κ. Χ. Πασιαρδής Για τον κατηγορούμενο 3: Η κα Κ. Σοφοκλέους Για τον κατηγορούμενο 4: Η κα Ι. Ιωάννου Κατηγορούμενοι: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες 1 και 2 του κατηγορητηρίου, οι οποίες αφορούν παραβάσεις του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου. Οι κατηγορίες 3, 4 και 5 ανεστάλησαν και οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν. Συγκεκριμένα η κατηγορία 1 αφορά είσοδο απαγορευμένου μετανάστη στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2

(6)(α)(ι)(κ)(λ)(μ)2 και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Η κατηγορία 2 αφορά είσοδο στη Δημοκρατία, άνευ αδείας του Διευθυντού του Τμήματος Μετανάστευσης κατά παράβαση του άρθρου 12
(2)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  1. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και με τα οποία συμφώνησαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή και παρατίθενται αυτούσια κατωτέρω: «Στις 29 Αυγούστου 2022 το Παράκτιο Σύστημα Ραδιοεπισήμανσης εδώ στην Κύπρο εντόπισε άγνωστο στόχο βορειοανατολικά της Αμμοχώστου να πλέει με νοτιοδυτική πορεία, κατευθυνόμενο προς το κλειστό λιμάνι Αμμοχώστου. Ο στόχος τέθηκε υπό παρακολούθηση. Προσεγγίζοντας το κλειστό λιμάνι Αμμοχώστου άλλαξε αμέσως πορεία και κατευθύνθηκε προς τη γραμμή αντιπαράταξης. Ενεργοποιήθηκε θερμική κάμερα του Κέντρου Συντονισμού Ερευνών και Διάσωσης που ελέγχει την περιοχή Παραλιμνίου, εντοπίστηκε ο στόχος και άρχισε η παρακολούθηση. Ενημερώθηκε ο Ναυτικός Σταθμός Παραλιμνίου και η ώρα 3:30 το πρωί, μετά από σχετικές οδηγίες, απέπλευσε η αστυνομική άκατος Μόρφου προς τη γραμμή αντιπαράταξης. Εντοπίστηκε ο στόχος η ώρα 3:50 το πρωί από την αστυνομική άκατο και δόθηκε η πληροφορία ότι επρόκειτο για σκάφος με 60 περίπου επιβαίνοντες. Το σκάφος, όπως λέχθηκε, επέστρεφε από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Η ώρα 5:15 το πρωί η ξύλινη βάρκα με τους επιβάτες πέρασε τη γραμμή αντιπαράταξης και κινείτο πλέον προς τις ακτές των ελεύθερων περιοχών. Έγιναν προσπάθειες να ανακοπεί. Οι προσπάθειες αυτές ήταν ανεπιτυχείς. Προσάραξε εν τέλει το σκάφος στο λιμάνι της Αγίας Τριάδος και από το σκάφος άρχισαν να αποβιβάζονται τα άτομα που επέβαιναν σ' αυτό. Μεταξύ αυτών των ατόμων ήταν και οι τέσσερις κατηγορούμενοι, οι οποίοι διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν άδεια μετανάστευσης και δεν κατείχαν εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο ή από οποιονδήποτε διευθυντή να βρίσκονται στο έδαφος της Δημοκρατίας. Αποβιβάστηκαν δε από το σκάφος χωρίς τη συγκατάθεση του διευθυντή. Κατέφθασαν, σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν στις καταθέσεις τους, από τη Συρία.» Οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες έκαστου εκ των κατηγορουμένων. Σε αυτή αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1, είναι ηλικίας 22 ετών και κατάγεται από τη Σύρια. Είναι το μεγαλύτερο παιδί πολυμελούς οικογένειας και έχει άλλα πέντε αδέλφια. Ο πατέρας του, ηλικίας 54 ετών, στο παρελθόν ήταν αγρότης, αλλά πλέον είναι άνεργος και η μητέρα του είναι οικοκυρά. Ο κατηγορούμενος 1 τέλεσε γάμο με ομοεθνή του, η οποία διανύει τον 4ο μήνα εγκυμοσύνης. Ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε φοίτησε σε σχολείο και είναι αναλφάβητος. Ο κατηγορούμενος 1 είναι αιτητής ασύλου. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 20 ετών και κατάγεται από τη Συρία. Προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια, χαμηλής οικονομικής στάθμης. Φοίτησε μέχρι την Α Δημοτικού. Από 10 ετών εργάζεται στις οικοδομές. Οι γονείς του είναι ασθενείς και η οικογένεια του, λόγω του πολέμου, ζει σε καταυλισμό. Ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει του χρόνου να καταταγεί στο Συριακό στρατό, πράγμα που δεν επιθυμεί. Ο κατηγορούμενος 3 είναι ηλικίας 33 ετών και κατάγεται από τη Συρία. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια έχει άλλα 8 αδέλφια ένα εκ των οποίων απεβίωσε. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2014 από τον πόλεμο. Ο ίδιος είναι απόφοιτος δημοτικού και εργαζόταν επί σειρά ετών στα χωράφια. Ο κατηγορούμενος 4 είναι ηλικίας 20 ετών και κατάγεται από τη Συρία. Ο κατηγορούμενος 2 κατάγεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής στάθμης. Έχει 7 αδέλφια. Φοίτησε μέχρι τη Β Δημοτικού και τα τελευταία 3 με 4 χρόνια εργαζόταν στα καλούπια. Ο κατηγορούμενος 4 είναι νυμφευμένος και η σύζυγός του είναι ηλικίας 19 ετών. Διέμενε με τη σύζυγό του σε καταυλισμό. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής των κατηγορούμενων. Η κα Ζησιμοπούλου στην αγόρευσή της αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου
  2. Τόνισε, επίσης, την παραδοχή του, τη συνεργασία του και το λευκό του ποινικό μητρώο. Ο κ. Πασιαρδής στην αγόρευσή του υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας. Περαιτέρω, έδωσε έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου 2, την παραδοχή του και τη μεταμέλεια του. Τέλος προώθησε, ως μετριαστικό παράγοντα, τα δύσκολα παιδικά χρόνια του κατηγορούμενου. Η κα Σοφοκλέους, αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
  3. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος ήταν απλώς ένα ακόμα πρόσωπο που επιβιβάστηκε στη βάρκα για να μεταναστεύσει. Επιπλέον, η κα Σοφοκλέους, έδωσε έμφαση στην άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου 3, το λευκό του ποινικό μητρώο, τη μεταμέλεια και απολογία του και τη συνεργασία του με την αστυνομία. Επίσης, προώθησε, ως μετριαστικούς παράγοντες, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Η κα Ιωάννου αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
  4. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος ήταν απλώς ένα ακόμα πρόσωπο που επιβιβάστηκε στη βάρκα για να μεταναστεύσει. Επιπλέον, η κα Ιωάννου, έδωσε έμφαση στην άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου 4, το λευκό του ποινικό μητρώο, τη μεταμέλεια και απολογία του, το νεαρό της ηλικίας του και τη συνεργασία του με την αστυνομία. Επίσης, προώθησε, ως μετριαστικούς παράγοντες, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι αντικατοπτρίζεται κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα ως προς το αδίκημα της κατηγορίας 1 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις € 50.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Για το δε αδίκημα της κατηγορίας 2, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1.000 (ή €1.708) ή και τις δύο αυτές ποινές. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά ως εμφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ο νομοθέτης με τον Ν.46(Ι)/2021 ημερομηνίας 9.4.2021, αύξησε την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της κατηγορίας 1 από ποινή φυλάκισης 3 ετών σε ποινή φυλάκισης 10 ετών και τη χρηματική ποινή από Λ.Κ. 5.000 αντίστοιχα σε €50.000. Η πιο πάνω πρόσφατη τροποποίηση αντανακλά ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στο υπό εξέταση αδίκημα. Για σκοπούς επιμέτρησης, λοιπόν, εκκινούμε από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 ΑΑΔ 166. Η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Εξετάσαμε με προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και των ευπαίδευτων συνηγόρων των κατηγορουμένων, σε σχέση με τον μετριασμό της ποινής. Μέσα από τις λεπτομέρειες του κατηγορητήριου, αλλά και τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει ότι οι τέσσερις κατηγορούμενοι ήταν μέρος ευρύτερης ομάδας 60 ατόμων που εισήλθαν δια θαλάσσης στο έδαφος της Δημοκρατίας. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το θεμέλιο της αξιόποινης συμπεριφοράς που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι η είσοδος τους στη Δημοκρατία χωρίς να κατέχουν οποιαδήποτε άδεια. Επομένως, τα υπό εξέταση αδικήματα αφορούν επί της ουσίας αδικήματα που σχετίζονται με παράτυπη μετανάστευση. Το στίγμα της ποινικής αντιμετώπισης των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση έχει δοθεί στην Nazari v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, η οποία αφορούσε παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία, όπου τονίστηκε ότι (σελ. 234): «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Τονίστηκε επίσης με αναφορά στη Mohamed κ.α. v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, 168 ότι η συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσεως και ότι οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Περαιτέρω, σχετική είναι η Tabrizi v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση (σελ. 429): «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης.» Βέβαια, από τότε που εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, η Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε και ανάλογες ευθύνες σε σχέση με τη μετανάστευση, τις οποίες όμως διέπει συγκεκριμένη νομοθεσία και την οποία πρέπει να ακολουθούν όσοι επιθυμούν, τη νόμιμη διαμονή τους στο έδαφος της Δημοκρατίας. Μάλιστα, ένεκα των μεγάλων μεταναστευτικών ροών, είτε αυτές είναι απόρροια πολέμων, είτε οικονομικής δυσπραγίας, η Δημοκρατία έχει επωμιστεί και συνεχίζει να επωμίζεται, με αυξητική τάση, δυσβάστακτο οικονομικό και άλλο βάρος, αναλογικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση της επιτείνεται λόγω και του μικρού μεγέθους της και δη συρρικνωμένου κατά σχεδόν 40% ένεκα της τουρκικής κατοχής, αλλά και του μικρού πληθυσμού της και των μικρών εσωτερικών πόρων (βλ. επίσης Deveci ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493). Το φαινόμενο της παράτυπης μετανάστευσης και της μεταφοράς προσώπων δια θαλάσσης προς την Κύπρο, όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναπτύσσεται και εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, όπως διαπιστώνεται από τις καταχωρίσεις τέτοιων ποινικών υποθέσεων ενώπιον μας. Ως προς τη δυνατότητα άντλησης σχετικής Δικαστικής γνώσης, μέσω της αναφοράς στον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που εκδικάζει κάποιο δικαστήριο, παραπέμπουμε στην Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118, 123, και στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Β έκδοση, σελ. 269. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα (βλ. Tabrizi, ανωτέρω, σελ. 429). Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, τις συνθήκες διάπραξης αλλά και τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, καταλήγουμε ότι αναδύεται, κατ' αρχήν, η ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού και αυστηρού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση βέβαια της ποινής δεν ατονεί, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να εξασθενήσει ή να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου και της δημόσιας ασφάλειας εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Η στάθμιση, γενικά, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή όπου είναι αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, περιγράφεται με πληρότητα στις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Όπως υποδεικνύεται στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Ειδικότερα στην Al Jibouri κ.α. ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 143 με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 145: «Όταν τα αδικήματα διαπράττονται τόσο συχνά όπως αυτό, τα Δικαστήρια επιβάλλουν ποινές που όχι μόνο τιμωρούν αλλά ταυτόχρονα αποτρέπουν άλλους να διαπράττουν αυτά τα αδικήματα∙ και όταν υπεισέρχεται ο παράγων της αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που στηρίζονται στη θεωρία της εξατομίκευσης της ποινής μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα». Στην Ghouneym v Αστυνομίας
(2016)2Α ΑΑΔ 576, ειπώθηκαν τα πιο κάτω στις σελ. 582 - 583: «Όσο και να αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που δημιουργούνται στην οικογένεια του εφεσείοντα και στον ίδιο δεν θεωρούμε ότι υπάρχει δυνατότητα επέμβασης μας αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο ισόρροπα και αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα σε συνδυασμό με την παραδοχή του, το λευκό του μητρώο, όσο και ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν είχε οποιονδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι εάν απουσίαζαν αυτά τα στοιχεία, η ποινή θα ήταν αυστηρότερη, ενόψει της ανάγκης να διαφυλαχθεί το αγαθό της δημόσιας ασφάλειας από πράξεις που σκοπόν έχουν να εξαπατήσουν τις αρχές με εγγενείς κινδύνους ως προς τη κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου». Σαφώς δεν διαλανθάνει της προσοχής μας η αρχή ότι η βαρύτητα του αδικήματος είναι το απαράβατο μέτρο για τον καθορισμό της ποινής. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Σαρίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση, υποδείχθηκε ότι, ο όρος αυτός, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του εγκλήματος όσο και εκείνα που άπτονται των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας, οι κατηγορούμενοι ήταν μέλη μια ευρύτερης ομάδας μεταναστών που επέβαιναν σε βάρκα, η οποία προσάραξε στην Κύπρο. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι έπραξαν οτιδήποτε διαφορετικό από τους υπόλοιπους 56 επιβαίνοντες στην βάρκα. Στην υπό κρίση υπόθεση, ως σημείωσαν οι ευπαίδευτες συνήγοροι των κατηγορουμένων 3 και 4, οι τελευταίοι απλώς επιβιβάστηκαν στην βάρκα για ξεφύγουν από την επικρατούσα στη Σύρια κατάσταση. Η πιο πάνω εισήγηση, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των ενώπιον μας γεγονότων, θίγει, έστω ακροθιγώς, το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης μεταξύ παραβατών. Επομένως, υπεισέρχεται η ανάγκη εξέτασης της αρχής της ισότητας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 141, όπου υποδείχθηκε πως: «Η αρχή της ισότητας, όπως καθιερώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος είναι καθολική. Η ισονομία και ισοπολιτεία αποτελούν την πεμπτουσία της Δικαιοσύνης.» Η επιλεκτική μεταχείριση των παραβατών αποδυναμώνει το δίκαιο και καταστρατηγεί το κράτος δικαίου.» Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Κυριάκου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 35/2022, ημερομηνίας 25.1.2023, όπου υποδείχθηκε εκ νέου ότι: «οι αρμόδιες αρχές του Κράτους, οφείλουν να προσάγουν ενώπιον των ανεξάρτητων δικαστικών αρχών, όλους τους παραβάτες. Αυτό υπαγορεύει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών (Άρθρο 28 του Συντάγματος και Gagloshvili v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 33/21, ημερ. 21.12.2021» Στην υπόθεση Κυριάκου (ανωτέρω), κρίθηκε ότι δικαιολογείτο η μείωση της ποινής, «μόνο και μόνο να μετριασθεί το αίσθημα αδικίας που προκάλεσε η άνιση μεταχείριση των δύο παραβατών». Έτσι, στη βάση των ανωτέρω, κρίνουμε ότι και στην παρούσα, με δεδομένη τη μη δίωξη των υπολοίπων 56 επιβαινόντων στη βάρκα, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στον ρόλο των τεσσάρων κατηγορούμενων από τους υπόλοιπους 56, η αρχή της ισότητας, επενεργεί μετριαστικά στην επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω, όλοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων έδωσαν έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων που προκύπτουν λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη υποδείξει ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. ενδεικτικά Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν κατανοούμε τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία 12 έτη στη Συρία λόγω του εμφυλίου πολέμου και των στρατιωτικών επεμβάσεων τρίτων χωρών. Η κατάσταση αυτή, δυστυχώς, έχει προκαλέσει ένα τεράστιο κύμα φυγής από τη Συρία. Εν προκειμένω, η ανάγκη αποτροπής μειώνεται, αφού οι κατηγορούμενοι δεν εμπλέκονται στη διακίνηση ή εμπορία άλλων προσώπων. Δεν παύουν όμως τα αδικήματα που διέπραξαν να βρίσκονται σε έξαρση. Περαιτέρω, προς όφελος όλων των κατηγορουμένων λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή τους στο Δικαστήριο η οποία, με βάση πάγια νομολογία, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή» (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/18, ημερ. 27.11.2019), διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Το πώς αντικρίζονται τα διάφορα στοιχεία σε κάθε υπόθεση, εξαρτάται από τις λεπτομέρειες που τα συνθέτουν (βλ. Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Σε περίπτωση κατά την οποία η σύλληψη διενεργείται επ΄ αυτοφώρω, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 και Κατσαπάου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 388). Δεν παραγνωρίζουμε όμως και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με αυτή την πτυχή στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Στην υπό κρίση υπόθεση παρόλο που υπήρξε αυτόφωρη σύλληψη, εντούτοις η παραδοχή των κατηγορουμένων στο στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος τους, καθότι εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο όλων των κατηγορουμένων και ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράνομη συμπεριφορά στο παρελθόν, καθώς επίσης και την απολογία και μεταμέλεια τους. Επιπροσθέτως, λαμβάνουμε υπόψη το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων, ενός εκάστου εκ των κατηγορουμένων, ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, καθώς και ό,τι σχετικό προς τον μετριασμό λέχθηκε από τους συνήγορους τους. Ιδιαίτερα ως προς τους κατηγορουμένους 1, 2 και 4 λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη μας το νεαρό της ηλικίας τους. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί, σύμφωνα με την νομολογία, παράμετρο, που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. G. M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 88.). Ταυτόχρονα, όμως, με βάση τις περιστάσεις διάπραξης δεν κρίνουμε ότι υπάρχει διαφορά στις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων από πλευράς κατηγορουμένου 3, ώστε να δικαιολογείται αυστηρότερη μεταχείρισή του. Σημειώνουμε, όμως, ότι οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψαν οι ευπαίδευτες συνήγοροι του κατηγορουμένων 3 και 4 εκδόθηκαν πριν τη μεταβολή επί το αυστηρότερο των ποινών που προβλέπονται για το αδίκημα της κατηγορίας 1. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλουμε στους κατηγορούμενους 1,2,3 και4 τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Το Δικαστήριο λόγω των ποινών που επιβλήθηκαν θα εξετάσει το θέμα αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του περί της Υφ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72 με τον τροποποιητικό Ν.186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου.» Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ. 327, καθώς και από την Γενικός Εισαγγελέας v Τζαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπ' όψιν το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην Ιωσήφ v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, αφού αναφέρθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης, αναφέρθηκε ότι το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις Αργυρίδης κ.ά v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, Γεωργίου κ.ά. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016 19.7.2016, Παπαπαντελή v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/2016, 17.10.2016, Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, 10.5.2019, Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις 92/2017 και 93/2017, 19.7.2019 και Achraf v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 156/2021 και 157/2021, 15.4.2022. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, είναι σοβαρά. Για σκοπούς εξέτασης του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης λαμβάνουμε υπόψη:
(1)τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τη φύση τους, αφού ως η νομολογία υποδεικνύει τέτοια φύσης αδικήματα δημιουργούν σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Tabrizi v Αστυνομίας (ανωτέρω).
(2)Αν και οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου, ο παράγων αυτός δεν μπορεί να κάμψει ούτε να παρακάμψει το στοιχείο της αποτροπής σε τέτοιου είδους αδικήματα τα οποία αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς όπως διαπιστώνεται από τις ενώπιον μας υποθέσεις. Συνεπώς, η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης τους δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Επιπλέον, οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στους κατηγορούμενους όπως, το λευκό τους ποινικό μητρώο και οι προσωπικές τους περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται και η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, με δεδομένη τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και των συνέπειων που τέτοια αδικήματα επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και δη τέτοιων αδικημάτων. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, συνεπώς, να εκτελεστούν αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης των κατηγορουμένων μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι βρίσκονται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν.Α.Π Γεωργιάδης Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.