ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Β. Κ, Αρ. Υπόθεσης: 5207/19, 8/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B29 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 5207/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ εναντίον Β. Κ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8.3.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κουμπαρή Για τον Κατηγορούμενο: κα. Μικελλίδου Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Τρείς κατηγορίες προσάπτονται στον κατηγορούμενο με το παρόν κατηγορητήριο για τα γεγονότα που επεσυνέβηκαν την 1.2.19 στο Γραφείο Ευημερίας των Αγίων Αναργύρων στην Λάρνακα. Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κοινής επίθεσης, ενώ οι κατηγορίες δύο και τρία αφορούν στα αδικήματα της κακόβουλης βλάβης και ανησυχίας. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε ότι αφορά τις κατηγορίες δύο και τρία και έτσι, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση σε ότι αφορά την πρώτη στην σειρά κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, και περί τις 15:10 στο Γραφείο Ευημερίας Λάρνακας, στην περιοχή των Αγίων Αναργύρων, επιτέθηκε παρανόμως, στην Μ. Μ. από τους Τρούλλους (1η κατηγορία). Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής: Δύο μάρτυρες παρουσίασε προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή. Πρώτη η παραπονούμενη Μ. Μ. Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Γραφείο Αγίων Αναργύρων στη Λάρνακα. Στο εν λόγω γραφείο εργάζεται τα τελευταία 4 χρόνια. Kατέθεσε ως Tεκμήριο 1, την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την επίδικη ημερομηνία. Εκεί αναφέρει τα εξής. Την 1.2.19, και περί τις 13:45 και ενώ ήταν στην υπηρεσία της, την ρώτησε η προϊστάμενη της αν μπορούσε να εντοπίσει το αίτημα του κατηγορούμενου, καθότι ο τελευταίος ήταν στον χώρο της υποδοχής και φώναζε. Η ίδια αφού εντόπισε το αίτημα σε γραφείο συναδέλφου της που απουσίαζε εκείνη την ημέρα, μετέβηκε, συμφώνως των οδηγιών της προϊσταμένης της, στο ισόγειο και συγκεκριμένα στον χώρο υποδοχής με σκοπό να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο. Στο αίτημα υπήρχαν ασάφειες, γεγονός που οδήγησε την ίδια στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων και τον κατηγορούμενο να απαντά σε αυτές κατά τρόπο συγκεχυμένο και ασυνάρτητο. Η παραπονούμενη μετέβηκε ξανά πάνω για να λάβει οδηγίες. Όταν επιστρέφοντας του ανακοίνωσε ότι η λειτουργός που γνώριζε καλύτερα τον φάκελο του απουσίαζε από την εργασία της, και θα ήταν ορθότερο όπως επανέλθει την Δευτέρα, 3.2.19, για να εξυπηρετηθεί, ο ίδιος ξεκίνησε να διαμαρτύρεται και να φωνάζει. Η παραπονούμενη προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην προϊσταμένη της για να την ενημερώσει για τα όσα διαδραματίζονταν στην υποδοχή. Ο κατηγορούμενος άρπαξε το τηλέφωνο πετώντας το προς τα μέρος της. Ενστικτωδώς, η παραπονούμενη, μετακινήθηκε δύο με τρία βήματα προς τα πίσω όταν είδε τον κατηγορούμενο να αρπάζει την σταθερή συσκευή του τηλεφώνου. Η συσκευή χτύπησε το κεφάλι της χωρίς όμως η ίδια να τραυματιστεί. Η ίδια έφυγε από την υποδοχή και μετέβηκε σε άλλο γραφείο, στο ισόγειο, τηλεφωνώντας στην Αστυνομία, με τον κατηγορούμενο να κλωτσά με τα πόδια του την πόρτα εισόδου του εν λόγω γραφείου. Ούσα εντός του γραφείου και μιλώντας με την Αστυνομία, ενημερώθηκε από τον φρουρό ασφαλείας ότι, ο κατηγορούμενος έσπασε και το γυαλί μίας πλαϊνής πόρτας κοντά στο ασανσέρ. Κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που της επιτέθηκε. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, περιγράφοντας τον χώρο ως εξής. Στην υποδοχή υπάρχει ένας πάγκος εξυπηρέτησης. Μεταξύ των Λειτουργών και του κοινού υπήρχε διαχωριστικό σιδερένιο πλέγμα. Στην μέση του διαχωριστικού υπήρχε ένα ημικύκλιο κενό από όπου γινόταν η αναγκαία ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ Λειτουργού και πελάτη. Επί καθημερινής βάσης ανέφερε, επισκέπτονται το χώρο, εκατοντάδες κόσμος. Η ίδια βρισκόταν στο εσωτερικό μέρος του πάγκου υποδοχής και ο κατηγορούμενος στο έξω μέρος. Η ίδια πήρε το τηλέφωνο στα χέρια της για να μιλήσει με την προϊσταμένη της, με τον κατηγορούμενο να αρπάζει την συσκευή, τοποθετώντας τα χέρια του μέσα από το κενό, πετώντας την προς το μέρος της και βγάζοντας το από την πρίζα. Αντανακλαστικά αντιδρώντας, έκανε δύο με τρία βήματα προς τα πίσω. Το τηλέφωνο την χτύπησε στο μέτωπο και κατέληξε στο έδαφος. Η ίδια φοβισμένη, έφυγε αμέσως από το χώρο, μεταβαίνοντας σε πίσω γραφείο για να μιλήσει με την προϊσταμένη της. Την ώρα που πέταξε το τηλέφωνο ο κατηγορούμενος φώναζε. Στον χώρο της υποδοχής όπου και εκτυλίχθηκε το περιστατικό, υπήρχε την δεδομένη στιγμή, αρκετός κόσμος. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι μετέβηκε στον χώρο υποδοχής για να συναντήσει τον κατηγορούμενο και να μάθει την φύση του αιτήματος του, με σκοπό να εντοπίσει τον φάκελο του. Σε ότι αφορά ζητήματα οικονομικής φύσης δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι φάκελοι. Το αίτημα του για οικονομική βοήθεια εντόπισε τελικώς σε γραφείο συναδέλφου της που έλειπε από την υπηρεσία την δεδομένη ημέρα. Στην θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ταλαιπωρείτο για περίοδο 8 μηνών, με σκοπό την λήψη ενός βοηθήματος ύψους €150, η ΜΚ1 απάντησε ότι από την στιγμή που υπήρχαν εγγενείς ασάφειες στο αίτημα του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος παρέλειπε όπως δηλώσει ή ξεκάθαρα αναφέρει την διεύθυνση διαμονής του, δίδοντας προς τούτο, διαφορετικές κάθε φορά διευθύνσεις, η ίδια δεν μπορούσε να του χορηγήσει το εν λόγω βοήθημα αφού ενδεχομένως να προέβαινε σε διασπάθιση δημόσιου χρήματος. Γι΄αυτό τον λόγο ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι ορθότερο θα ήταν όπως τον εξυπηρετούσε η Λειτουργός που χειριζόταν το αίτημα του και η οποία θα είχε όλα τα απαραίτητα και αναγκαία στοιχεία. Ερωτηθείσα όπως περιγράψει την συσκευή τηλεφώνου, η ΜΚ1 χαρακτήρισε αυτήν ως μια συμβατική συσκευή η οποία ήταν ενωμένη με την πρίζα. Η ίδια σήκωσε το ακουστικό για να τηλεφωνήσει στην προϊστάμενη της. Ο κατηγορούμενος τοποθετώντας το χέρι του μέσα από το διαχωριστικό κενό, τράβηξε το υπόλοιπο μέρος της συσκευής, πετώντας το προς το μέρος της. Η συσκευή την χτύπησε στο μέτωπο, σημείο όπου παρουσίασε ερυθρότητα, πλην όμως κρίθηκε ότι δεν έχρηζε όπως λάβει τις πρώτες βοήθειες. Στην υποβολή της κας. Μικελλίδου ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν έριξε την συσκευή προς την παραπονούμενη αλλά αντίθετα, την έριξε «πάνω στον πάγκο με δύναμη», η μάρτυρας διαφώνησε, επαναλαμβάνοντας τα όσα κατέγραψε στην κατάθεση της. ΜΚ 2 στην διαδικασία, ο Αστυφύλακας ΧΧΧ, Γ. Σ. Κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων στην Λάρνακα. Αναγνώρισε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 στην διαδικασία την κατάθεση του, η οποία κινείται στα ίδια μήκη κύματος με την μαρτυρία της ΜΚ
- Συνοπτικά αναγράφεται ότι την 1.2.19 και ώρα 16:00, o Αστυφύλακας 4117, μετέφερε στο Τμήμα τον κατηγορούμενο. Εκεί του αναφέρθηκε από τους συναδέλφους του, ήτοι τους Αστυφύλακες ΧΧΧΧ και ΧΧΧ, ότι είχαν μεταβεί στο Γραφείο Ευημερίας των Αγίων Αναργύρων, μετά την λήψη παραπόνου. Εκεί συνάντησαν την ΜΚ1 η οποία τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο γραφείο περί τις 14:00 για να εξυπηρετηθεί, ζητώντας όπως του δοθεί οικονομική βοήθεια. Η ίδια του ανέφερε ότι δεν μπορεί να τον εξυπηρετήσει αφού το αίτημα εξέταζε άλλη συνάδελφος της η οποία απουσίαζε από το γραφείο την δεδομένη στιγμή. Ο κατηγορούμενος τότε άρχισε να φωνάζει, πετώντας το τηλέφωνο προς το μέρος της, ενώ ακολούθως, και αφού εξήλθε του χώρου κατόπιν υπόδειξης του φρουρού ασφαλείας, άρχισε να χτυπά με το δεξί του πόδι την πλαϊνή πόρτα ενός άλλου γραφείου, σπάζοντας το γυάλινο τζάμι που υπήρχε εκεί. Ο ΜΚ2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του, και αφού του επίστησε την προσοχή στον Νόμο, ο τελευταίος απάντησε: « Ήταν πας τα νεύρα μου». Ακολούθως ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία όπως προβεί σε κατάθεση. Ο ΜΚ2 του επίστησε εκ νέου την προσοχή στον Νόμο, με τον κατηγορούμενο να απαντά: «'Eκαμα λάθος». Ο κατηγορούμενος προτίμησε όπως υπαγορεύσει όσα είχε να πει, με τον ΜΚ2 να καταγράφει τα όσα ανέφερε και τα οποία του ανέγνωσε όταν τελείωσε. Στο στάδιο εκείνο ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι μπορούσε να προβεί σε αλλαγές ή διορθώσεις ή άλλες προσθήκες επί της κατάθεσης του, υπογράφοντας την ως ορθή στην παρουσία του ΜΚ
- Ο ΜΚ2 αναγνώρισε κατά την ζώσα μαρτυρία του, τον κατηγορούμενο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 στην διαδικασία την κατάθεση του κατηγορούμενου, και τις κατηγορίες που αποδόθηκαν σε αυτόν ως Τεκμήριο 3Α. Στην θέση της κας. Μικελλίδου ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν αποδέχθηκε ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη αλλά, ότι «έσυρε» το τηλέφωνο δίπλα της, ο μάρτυρας παρέπεμψε στο περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου, όπου επιβεβαιώνεται η βίαιη συμπεριφορά του. Σημειώνεται στο στάδιο αυτό ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία από το Δικαστήριο. Ο ίδιος, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε όπως δώσει ένορκη μαρτυρία. Μαρτυρία Κατηγορούμενου: Ο κατηγορούμενος, αναγνώρισε κατά την επί ακροατηρίω διαδικασία την υπογραφή του, ως αυτήν παρέθεσε σε έκαστην σελίδα της κατάθεσης του, Τεκμήριο 3, αναφέροντας ότι «δεν θυμάται πολύ καλά» τι καταγράφεται σε αυτήν. Το περιεχόμενο της, του ανέγνωσε η συνήγορος του, ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό έχει ως ακολούθως. Την 1.2.19 πήγε στο Γραφείο Ευημερίας στους Αγίους Ανάργυρους για να λάβει την βοήθεια που του είχαν υποσχεθεί πριν αρκετές μέρες, δηλαδή το ποσό των €
- Στο χώρο υποδοχής βρισκόταν μια λειτουργός που αρνείτο να τον εξυπηρετήσει. Η αναμονή του διήρκησε περίπου μια ώρα χωρίς ανταπόκριση. Αποτέλεσμα της μη ανταπόκρισης της λειτουργού ήταν, ως ο ίδιος το έθεσε στην κατάθεση του: «να νευριάσω και να βγω εκτός εαυτού, με αποτέλεσμα να πάρω το ακουστικό του υπηρεσιακού τηλεφώνου της λειτουργού που ήταν πάνω στον πάγκο και το έσυρα δίπλα της πάνω στον πάγκο για να μου δώσει σημασία και άρχισα να φωνάζω δυνατά με σκοπό να βρω το δίκαιο μου». Ακολούθως, με οδηγίες του φύλακα ασφαλείας βγήκε έξω από τον χώρο αναμονής. Μετά την πάροδο λίγων λεπτών ρώτησε τον φύλακα αν «έγινε η δουλειά του», με τον τελευταίο να του απαντά ότι το γραφείο είχε πλέον, κλείσει. Στο άκουσμα αυτού, ο ίδιος χτύπησε με τα χέρια και τα πόδια του, μια πόρτα κοντά στο χώρο των αποχωρητηρίων. Από τα χτυπήματα ένα μικρό γυαλί της πόρτας έσπασε. Η κατάθεση του τελειώνει με τα εξής: «Aπολογoύμαι για την συμπεριφορά μου και ότι έγινε, έγινε λόγω του ότι οι λειτουργοί του γραφείου ευημερίας εδώ και 8 περίπου μήνες με κοροϊδεύουν σχετικά με την βοήθεια που έχω να παίρνω, με αποτέλεσμα να πηγαινοέρχομαι συνέχεια περπατητός στα γραφεία χωρίς να έχω κάποιο αποτέλεσμα». Αφού του αναγνώσθηκε η κατάθεση του από την κα. Μικελλίδου ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με όλα τα σημεία που καταγράφονται σε αυτήν. Ο τρόπος που εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό, κατά τον ίδιον πάντοτε, ήταν ο ακόλουθος: «Όπως μπήκα μέσα στο γραφείο εμίλουν της και έγραφε με και σε μια φάση έπαιξε το τηλέφωνο και όπως το έπιασε απλά έκλεισα το και μπορεί να το τράβηξα καταλάθος. Δεν πήγα με σκοπό να της το σύρω». Αντεξετασθείς ανέφερε ότι πήγε εκεί για να λάβει την ονομαζόμενη ως «έκτακτη βοήθεια». Το πρόσωπο που του έλεγε ότι θα πληρωνόταν επί μία εβδομάδα, ήταν η παραπονούμενη με την οποίαν κατά τα λοιπά, «τα πήγαινε καλά», όποτε μιλούσαν. Ο ίδιος, όντας νευρικός είπε, θύμωσε που δεν έλαβε, εκείνη την ημέρα, την αναμενόμενη οικονομική βοήθεια που περίμενε. Διευκρίνισε ότι οι 8 μήνες που είχαν διαρρεύσει ήταν, μέχρι την έγκριση του αιτήματος του. Όταν μετέβηκε στο χώρο: «Φώναζα ότι θέλω την κα. ΧΧΧ. Μόλις μπήκα μέσα, ύστερα ήρθε κάτω η κα. Μαρτή στο γραφείο και της μιλούσα. Δεν μου απαντούσε για 1, 2 λεπτά. 'Υστερα έπαιξε το τηλέφωνο, το έπιασε και απλά έκλεισα το τηλέφωνο και συνέχισα να της μιλήσω για να μου ανταποκριθεί». Ερωτηθείς πώς, έπιασε το τηλέφωνο, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι: «Το τηλέφωνο έπαιξε και εν τζιαι έπιασα το τηλέφωνο με σκοπό να της το σύρω. Απλά το έπιασα και επειδή δεν μου έδινε σημασία έκαμα τούντην κίνηση, εντάξει πας τα νεύρα μου». (βλ. πρακτικά ημερ. 24.2.23). (Ο μάρτυρας προτάσσει μπροστά το δεξί του χέρι, ενώνοντας τον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, δείχνοντας ότι έκλεισε το κουμπί της συσκευής όταν είναι ανασηκωμένο το ακουστικό). Παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος ότι με την κίνηση του, ήτοι αρπάζοντας την συσκευή του τηλεφώνου, πήγε να «ξιενώσει» αυτό από την πρίζα, αρνούμενος πεισματικά ότι έριξε το τηλέφωνο στην παραπονουμενη. Νομική Πτυχή/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω ως γνώμονά μου τη νομολογία που αφορά στο ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A106). Οι μάρτυρες κατηγορίας άφησαν το Δικαστήριο με άριστες εντυπώσεις. Η ειλικρίνειά τους όταν κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη με το Δικαστήριο να μην εντοπίζει καμία προσπάθεια εκ μέρους των όπως, είτε αποκρύψουν γεγονότα είτε αλλοιώσουν αυτά. Η ΜΚ1 περιέγραψε παραστατικά τα όσα κατά την δική της εκδοχή έλαβαν χώρα την επίδικη ημερομηνία, εξηγώντας με πάσα λεπτομέρεια πώς έλαβε χώρα το επίδικο, υπό του κατηγορητηρίου, συμβάν. Παρά την αντεξέτασή της ως προς τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημερομηνία, αυτή δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση σε σχέση με τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία προ μίας πενταετίας, είτε σε ότι αφορά τα όσα ανέφερε προφορικώς, ενώπιον του Δικαστηρίου. Το αίσθημα φόβου που αισθάνθηκε την επίδικη ημερά από την πράξη του κατηγορούμενου, κατάφερε η ΜΚ1 όπως μεταφέρει στο Δικαστήριο επακριβώς, τόσο μέσω της περιγραφικής της μαρτυρίας ως προς το προκείμενο, αλλά και μέσω της όλης στάσης της από το εδώλιο του μάρτυρα. Εκαστη απάντηση της παραπονούμενης αντανακλούσε και ενίσχυε τις αρχικές της θέσεις, ως αυτές καταγράφησαν στην κατάθεση της. Την μαρτυρία της συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητά της ως πλήρως αξιόπιστη. Η μαρτυρία του ΜΚ2 κρίνεται ως επίσης αξιόπιστη, αν και τυπική στη φύση της. Οι θέσεις που προέβαλε προφορικώς κατά την κυρίως εξέταση του, αντανακλούν πλήρως τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση του, ενώ οι απαντήσεις του σε σχέση με τα όσα διαμείφθηκαν στον αστυνομικό σταθμό, όταν ανέκρινε τον κατηγορούμενο, ήταν πηγαίες. Η δε αντεξέταση του καμία αντίφαση ή ασάφεια δεν φανέρωσε. Το Δικαστήριο αποδέχεται συνεπώς την μαρτυρία του χωρίς ενδοιασμό. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες κατηγορίας, οι θέσεις του κατηγορούμενου δεν έπεισαν. Ποτέ τελικά, δεν κατάφερε όπως δώσει μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Οι θέσεις του ήταν συνεχώς εναλλασσόμενες, πότε αναφέροντας ότι δεν προέβη στα όσα του καταλογίζονται, πότε αναφέροντας ότι σκοπό είχε να βγάλει το τηλέφωνο από την πρίζα για να τραβήξει την προσοχή της παραπονούμενης. Υιοθέτησε κατά την μαρτυρία του τα όσα καταγράφονται ως παραδοχές στην κατάθεση του, φροντίζοντας όμως τεχνηέντως, όπως αργότερα, προσπαθήσει να απαγκιστρωθεί από τα εκεί καταγεγραμμένα, ήτοι από τις θέσεις που ο ίδιος εξέφρασε, υπαγόρευσε στον ΜΚ2 και υπέγραψε μετά ως αληθείς. Από την μία, απολογήθηκε άμεσα στις αστυνομικές αρχές για την συμπεριφορά του, την οποία αναγνώρισε ως λανθασμένη αποδίδοντας την στον εκνευρισμό που είχε, από την άλλη, όποτε καλείτο όπως δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση ως προς τις πράξεις του, απαντούσε είτε ότι δεν θυμόταν ακριβώς. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου ουδόλως έπεισε, και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνοµα, είναι ένοχος πληµµελήµατος, αν όµως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύµφωνα µε τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Επίθεση διαπράττεται, όταν κατηγορούμενος, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή όπου ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery) (βλ. Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574, 579). Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα (βλ. R v. Burstow [1998] AC 147 H.L, R v Venna [1975] 3 All E.R 788). Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα αμφιβολία, η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επιτέθηκε στην παραπονούμενη, συμφώνως των Λεπτομερειών του αδικήματος, και συγκεκριμένα στο Γραφείο Ευημερίας των Αγίων Αναργύρων. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται συναφώς με την υπό κρίση κατηγορία είναι κατά πόσο οι ενέργειες του κατηγορούμενου ήταν νόμιμες, ή παράνομες. Το Δικαστήριο αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία απαντά στο ερώτημα δηλώνοντας ότι, στο σύνολό τους, οι ενέργειες του κατηγορούμενου, ήσαν παράνομες. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος, στην μαρτυρία του ανέφερε ότι, εκνευρίστηκε καθότι δεν έτυχε άμεσης εξυπηρέτησης, και επειδή είναι νευρικός, έκρινε ότι ορθά ήταν όπως, για να λάβει την προσοχή της παραπονούμενης, τραβήξει την συσκευή του τηλεφώνου που βρισκόταν από την εσωτερική πλευρά του γραφείου εξυπηρέτησης, μέσα από τα χέρια ουσιαστικά της ΜΚ1, βγάζοντας το από την πρίζα και σύροντας το μπροστά της. Ο ίδιος ανέφερε ότι πρόθεση του ήταν όπως το βγάλει από την πρίζα και όχι όπως της κτυπήσει, ενώ μοναδικός λόγος που αποφάσισε να προβεί στην εν λόγω πράξη ήταν για να «του δώσουν σημασία». Παρανόμως συνεπώς, κρίνει το Δικαστήριο, αντέδρασε κατά αυτόν τον τρόπο ο κατηγορούμενος και χωρίς εύλογη ή νόμιμη αιτία. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί την θέση της ΜΚ1 ότι αυτή η πράξη του κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με την γενικότερα συμπεριφορά του, δηλαδή ότι φωνασκούσε από ώρας και προκαλώντας ανησυχία στον δημόσιο εκείνο χώρο, προξένησε αίσθημα φόβου στην παραπονούμενη η οποία ενστικτωδώς, και σε απάντηση των πράξεων του κατηγορούμενου έκανε κάποια βήματα προς τα πίσω. Το κατά πόσον τελικώς, το ακουστικό του τηλεφώνου κτύπησε ή όχι, στο μέτωπο της παραπονούμενης, είναι αδιάφορο για σκοπούς απόδειξης εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας, αφού όπως έχει πολύ εύστoχα λεχθεί στην Αγγλική αυθεντία Fagan v Commissioner of Metropolitan Police [1969] 1 Q.B. 439: «An assault is any act which intentionally or possibly recklessly causes another person to apprehend immediate and unlawful personal violence». Ως αντιστοίχως καταγράφεται στην απόφαση Πετρόπουλος, (ante): «.το άρθρο 242 του Νόμου, δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα (unlawfully)». Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Η προσκομισθείσα από πλευράς παραπονούμενης μαρτυρία, έπεισε τo Δικαστήριο ως προς το αίσθημα φόβου που αυτή αισθάνθηκε όταν ο κατηγορούμενος εκδήλωσε την πρόθεση για χρήση βίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται μέσω της μαρτυρίας και του ιδίου του κατηγορούμενου, αφού οι πράξεις του, ως ο ίδιος ομολόγησε, σκοπό είχαν όπως εκφοβίζουν στην ουσία την παραπονούμενη, με απώτερο σκοπό την άμεση εξυπηρέτηση του. Είναι για αυτήν την λανθασμένη και απερίσκεπτα εκδηλωθείσα πρόθεση για χρήση βίας που απολογήθηκε στις Αστυνομικές αρχές ο κατηγορούμενος, αποδεχόμενος ότι «έκανε λάθος πάνω στα νεύρα του», την επίδικη ημερομηνία. Ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά ότι αυτή η βίαιη πράξη του θα εξανάγκαζε την παραπονούμενη όπως τον ακούσει. Είναι για αυτό τον λόγο που και μετά την βίαιη συμπεριφορά του, και ενώ είχε εξέλθει του γραφείου ευημερίας που ρώτησε τον υπεύθυνο ασφαλείας αν «είχε γίνει η δουλειά του». Το Δικαστήριο καταλήγει ότι την 1.2.19, ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο Γραφείο Ευημερίας των Αγίων Αναργύρων με σκοπό την λήψη οικονομικής βοήθειας. Ο κατηγορούμενος φωνασκούσε, προκαλώντας ανησυχία στον χώρο της υποδοχής, γεγονός που οδήγησε την προϊστάμενη της παραπονούμενης όπως της δώσει οδηγίες για εντοπισμό του αιτήματος του κατηγορούμενου προκειμένου να τύχει εξυπηρέτησης. Η παραπονούμενη έχοντας τελικώς εντοπίσει το αίτημα του κατηγορούμενου, αντιλήφθηκε ότι αυτό ήδη εξετάζετο από άλλη λειτουργό, η οποία απουσίαζε από την εργασία της εκείνη την ημέρα. Στην προσπάθεια της όπως συνομιλήσει με την προϊστάμενη της για το ζήτημα, παρουσία του κατηγορούμενου, και αφού προηγουμένως είχε προσπαθήσει να εξακριβώσει τις πληροφορίες που ο ίδιος είχε σε προγενέστερο χρόνο συμπληρώσει επί του αιτήματος του, ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι του εντός της εσοχής του διαχωριστικού κιγκλιδώματος τραβώντας με δύναμη το τηλέφωνο από την πρίζα, σύροντας το προς το μέρος της, προκαλώντας, φόβο στην παραπονούμενη περί χρήση βίας στο πρόσωπο της. Αποτέλεσμα της πράξης του κατηγορούμενου ήταν όπως το ακουστικό του τηλεφώνου, προσκρούσει και κτυπήσει στο μέτωπο την παραπονούμενη. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, με την κατηγορούσα αρχή να έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης από τον κατηγορούμενο, πράξη η οποία ποινικοποιείται συμφώνως των προνοιών του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος κρίνεται συνεπώς ένοχος στην κατηγορία 1. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο