← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Γ. Λ., Αρ. Υπόθεσης: 6230/2019, 17/1/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Γ. Λ., Αρ. Υπόθεσης: 6230/2019, 17/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B25 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6230/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. Γ. Λ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17.1.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Χ. Θωμά με κ. Ε. Ευαγγέλου Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, μετά τη διακοπή της πρώτης εναντίον του κατηγορίας περί δημόσιας εξύβρισης, την εναπομείνουσα κατηγορία 2, ως αυτή καταγράφεται επί του κατηγορητηρίου για απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του Άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τα πρωτογενή γεγονότα των Λεπτομερειών του Αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1.9.18 με 30.9.2018, με σκοπό την υποκίνηση της Φ. Δ. από την ΧΧΧ για να διενεργήσει πράξη, την οποία αυτή δεν είχε νομική υποχρέωση να τελέσει, δηλαδή να τον χωρίσει, την απείλησε ότι θα την κάνει ρεζίλι στη δουλειά της, στα παιδιά της και ότι θα την πετάξει από τον έβδομο (7ο) όροφο. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας κάλεσε τρεις μάρτυρες στο Δικαστήριο, με πρώτη την παραπονούμενη, Φ.Δ. (ΜΚ1). Η παραπονούμενη κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία την κατάθεσή της στην Αστυνομία, ημερομηνίας 4.10.
  2. Εκεί αναφέρει ότι περί τον μήνα Ιούλιο του 2018, στο Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου εργάζεται ως καθαρίστρια, γνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος τότε, νοσηλευόταν ως ασθενής. Η νοσηλεία του διήρκησε περίπου τρείς

(3)μήνες. Τον τελευταίο ενάμιση μήνα της νοσηλείας του ξεκίνησε μια φιλία μεταξύ τους. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε, με τους δύο να συνάπτουν ερωτικό δεσμό. Ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη μάλιστα να συγκατοικήσουν, με την ίδια να εκφράζεται αρνητικά, όχι μόνο επειδή είχε το δικό της σπίτι, αλλά γιατί κατά την ίδια, η εν λόγω πρόταση ήρθε σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά την γνωριμία τους. Η σχέση τους διήρκησε περί τον ένα μήνα, όταν ξεκίνησαν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος, όταν αυτή καθυστερούσε να μεταβεί στο σπίτι του μετά την εργασία της, συμπεριφερόταν υστερικά, με αποτέλεσμα να την εξυβρίζει με φράσεις όπως «γαμώ την μάνα σου, γαμώ την ράτσα σου». Η παραπονούμενη εξέφρασε την δυσαρέσκεια της σε σχέση με την εν λόγω συμπεριφορά, αισθανόμενη ότι ο κατηγορούμενος τη μείωνε ως άνθρωπο. Αποφάσισε για αυτόν τον λόγο, όπως διακόψει τον δεσμό, αναφέροντάς του ρητά ότι δεν επιθυμούσε την συνέχιση της σχέσης. Το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου 2018, και ενώ ήταν εντός της οικίας του κατηγορούμενου, του ανέφερε ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της σχέσης τους. Αυτό προκάλεσε τον εκνευρισμό του κατηγορούμενου ο οποίος με διάφορες απειλές την φόβιζε ότι αν τον αφήσει θα την κάνει ρεζίλι στη δουλειά της, και ότι θα έκανε τα παιδιά της να ντρέπονται για την ίδια. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι της στάθηκε πολύ, εκείνο το διάστημα, ο καλός οικογενειακός της φίλος, Μ.Σ, τον οποίο γνωρίζει πέραν των 16 ετών. Υπήρχαν περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος, αφού θεωρούσε τον κ. Σάντη ως εμπόδιο στην σχέση του με την παραπονούμενη, θύμωνε, απειλώντας ότι θα τον «παίξει» και ότι θα έβαζε το όπλο στα χέρια της παραπονούμενης για να την στείλει στην φυλακή και να την καταστρέψει. Τρομοκρατημένη η παραπονούμενη και μη έχοντας άλλη κατά την ίδια, επιλογή, συνέχισε να συναντά τον κατηγορούμενο. Το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου, και αφού η παραπονούμενη εξέφρασε την πρόθεση της όπως διακόψει τον δεσμό τους, προσπάθησε να φύγει από το σπίτι του κατηγορούμενου, αλλά ο τελευταίος δεν την άφηνε, κλειδώνοντας τις πόρτες και τις εξωτερικές καγκελόπορτες, ούτως ώστε να μην μπορεί να φύγει με το αυτοκίνητο της το οποίο ήταν παρκαρισμένο εντός της αυλής. Στα πλαίσια αυτής της συζήτησης, και με απειλητικές διαθέσεις ήταν, που ο κατηγορούμενος άρπαξε μια μαύρη αθλητική τσάντα, τοποθετώντας εντός της, παρουσία της παραπονούμενης ένα φανάρι, ένα μαύρο ρόπαλο, και ένα περίστροφο, αναφέροντας ότι θα πήγαινε να «παίξει» τον κ. ΣΧΧΧ. Όταν τελικώς άνοιξε την πόρτα ο κατηγορούμενος, η παραπονούμενη οδήγησε με το αυτοκίνητο της προς την οικία της, με τον κατηγορούμενο να την ακολουθεί με το δικό του όχημα, καλώντας την παράλληλα στο κινητό της τηλέφωνο. Φτάνοντας σπίτι της, κλείδωσε τις πόρτες, ενώ κατά τις 03:30 τα ξημερώματα πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του απέναντι από το δικό της και βρισκόταν εντός αυτού. Η ώρα 06:00 το πρωί όταν ξύπνησε, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ακόμη εντός του αυτοκινήτου του, έξω από το σπίτι της. Παρέμεινε προς τούτο κλειδωμένη μέσα στο σπίτι της με τον κατηγορούμενο να της τηλεφωνά και την ίδια να μην απαντά. Σε κάποια στιγμή το πρωί, αυτός, έφυγε. Την 15.9.2018 και πάλι γύρω στις 03:30 το πρωί, ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της παραπονούμενης, χτυπώντας της την πόρτα και τα παράθυρα φωνάζοντας όπως του ανοίξει, με την ίδια, φοβισμένη, να μην ανταποκρίνεται. Ο κατηγορούμενος έμεινε και πάλι έξω από το σπίτι της παραπονούμενης και εντός του αυτοκινήτου του, μέχρι το πρωί. Η ίδια τρομοκρατημένη, τηλεφώνησε στον κ. ΣΧΧ αναφέροντας του τα πιο πάνω, ο οποίος μετέβηκε στο σπίτι της περί τις 05:00 το πρωί, και παρέμεινε εκεί μέχρι η ώρα 06:00, που η παραπονούμενη θα πήγαινε δουλειά. Εξήλθαν από το σπίτι, μαζί. Όταν ο κ. ΣΧΧΧ πλησίασε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου, ο τελευταίος απομακρύνθηκε από τον χώρο. Η ίδια πήγε δουλειά στο νοσοκομείο και ενώ ήταν με τις άλλες κοπέλες στην κουζίνα, αναμένοντας να ξεκινήσει η βάρδια της, εισήλθε εντός του νοσοκομείου ο κατηγορούμενος. Της ζήτησε επίμονα όπως βγουν έξω για να μιλήσουν, απαιτώντας μάλιστα να τον ακολουθήσει. Η άρνηση της, οδήγησε τον κατηγορούμενο στο να απειλεί ότι θα ζητούσε από την προϊσταμένη της άδεια, εκ μέρους της, για να φύγουν μαζί. Η παραπονούμενη μετέβηκε στον έβδομο όροφο όπου θα εργαζόταν, με τον κατηγορούμενο να την ακολουθεί ξανά, απαιτώντας όπως μιλήσουν. Για αυτό τον σκοπό, μετέβηκαν στο κλιμακοστάσιο του ορόφου. Εκεί, σύμφωνα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος της είπε αυτολεξεί ότι: «αν δεν φύγει μαζί του θα την πετάξει από το παράθυρο του 7ου ορόφου». Εκείνην την ώρα καλούσε την παραπονούμενη ο κ. ΣΧΧΧ στο κινητό της τηλέφωνο. Η ίδια απάντησε, αναφέροντας του ότι ο κατηγορούμενος ήταν στην εργασία της, φωνάζοντας. Πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν όπως τηλεφωνήσει του ΣΧΧΧ, εξ' ου και η παραπονούμενη τον παρακάλεσε όπως, όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο, αυτός απαντούσε στον κατηγορούμενο. Τις επόμενες μέρες ο κατηγορούμενος της τηλεφωνούσε συνεχώς από διαφορετικούς αριθμούς τηλεφώνου, με την ίδια να προβαίνει σε φραγή των κλήσεων του. Περί την 28.9.2018 και ενώ η ίδια ήταν και πάλι στην εργασία της και συγκεκριμένα στην κουζίνα όπου κάθονταν άλλες τέσσερις συνάδελφοι της, εισήλθε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ξεκίνησε να δείχνει προσωπικά μηνύματα που είχαν ανταλλάξει με την παραπονούμενη, κατηγορώντας την ότι διατηρούσε παράλληλο δεσμό με τον ΣΧΧΧ. Την επόμενη ημέρα, ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με την πρώην νύφη του, ΚΧΧ, της οποίας, ως αργότερα ανέφερε στην παραπονούμενη, έδειξε βίντεο, με προσωπικές στιγμές του ζευγαριού, ως αυτό είχε αποθηκευμένο στο κινητό του τηλέφωνο. Ποτέ της η παραπονούμενη, ανέφερε, δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή της, είτε για να την βιντεογραφήσει ο κατηγορούμενος, είτε για να την ηχογραφήσει. Κατά την ζώσα μαρτυρία της, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο αφορούν τα πιο πάνω γεγονότα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε, την απείλησε πολλές φορές, με την ίδια να αισθάνεται ότι δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει, αφού την ακολουθούσε συνεχώς, ενώ παράλληλα την κατηγορούσε ασταμάτητα σε αριθμό συναδέλφων και υπευθύνων της, με σκοπό να χάσει ακόμη και την δουλεία της. Πολλές φορές της ανέφερε ότι θα έκανε τα παιδιά της να ντρέπονται για τη μητέρα τους και ότι δεν θα την άφηνε να σπουδάσει την κόρη της. Για τους πιο πάνω λόγους, αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια από τον οικογενειακό της φίλο, Μ.Σ. Την μέρα που ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι επιθυμούσε να χωρίσουν, ο τελευταίος δεν την άφηνε να φύγει από το σπίτι, αρπάζοντας μια αθλητική τσάντα από το δωμάτιο, αναφέροντας της ότι εντός της τοποθέτησε μεταξύ άλλων ένα περίστροφο για να «παίξει και την ίδια και τον ΣΧΧΧ». Αυτές οι απειλές, δηλαδή ότι αν τον χώριζε θα την έκανε ρεζίλι στα παιδιά της και στη δουλειά της, ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2018, δηλαδή όταν του φανέρωσε την πρόθεσή της να χωρίσουν, και συνέχισαν, όταν ο ίδιος την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο την 15.9.18, όπου της δήλωσε ότι θα την πετούσε από τον 7ο όροφο. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε ότι γνωρίστηκαν με τον κατηγορούμενο τον Ιούλιο του 2018 με τη σχέση να τελειώνει τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Ένας από τους λόγους ήταν γιατί ο κατηγορούμενος την πίεζε συνεχώς να μένει στο σπίτι του, να μην πηγαίνει δουλειά, με την ίδια να εργάζεται εκείνο το διάστημα, δύο δουλειές, όχι μόνο λόγω οικονομικών ζητημάτων αλλά κυρίως επειδή, ως μονογονιός, όφειλε να σπουδάσει τα παιδιά της. Ο κατηγορούμενος την ημέρα που του δήλωσε ότι ήθελε να χωρίσουν, δεν την άφηνε να φύγει από το σπίτι, κλειδώνοντας την εντός, της οικίας, ενώ ταυτόχρονα κλείδωσε και τις καγκελόπορτες της αυλής εντός των οποίων είχε σταθμευμένο το όχημα της. Εκνευρισμένος και εκτός εαυτού, δήλωσε η παραπονούμενη, ήταν ο κατηγορούμενος όταν ετοίμασε την μαύρη αθλητική τσάντα με το περίστροφο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι έχει τέσσερα παιδιά, τα οποία μεγάλωσε μόνη της, αφού την τελευταία εικοσαετία είναι χωρισμένη. Ο κατηγορούμενος δεν γνώρισε τα παιδιά της, απάντησε αντεξεταζόμενη, αν και πίεζε για να τα γνωρίσει. Σε ερώτηση αν είχε επικοινωνία με τα παιδιά της ο κατηγορούμενος, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας όμως ότι την είχε απειλήσει ότι θα έκανε τους γιους της να ντρέπονται για τη μητέρα τους και ότι δεν θα άφηνε την κόρη της να σπουδάσει. Συμφώνησε με την κα. Θωμά ότι την καταγγελία στην Αστυνομία την έκανε κάποιες μέρες μετά τον χωρισμό τους, με την ίδια να αποδίδει την καθυστέρηση στο γεγονός ότι ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ζήτησε μάλιστα τη βοήθεια φίλων, ούτως ώστε να επανέλθει ψυχολογικά. Της υπέβαλε η συνήγορος υπεράσπισης ότι ουδέποτε ένιωσε φοβισμένη από τις κατ' ισχυρισμόν απειλές του κατηγορούμενου, εξ' ου και η καθυστέρηση με την οποία προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία, με την ίδια να απαντά αυτολεξεί: «Εσείς νομίζετε ότι δεν σου προκαλεί φόβο να έρθει να σου πει θα σε πετάξω από τον έβδομο και μετά να μου πει ότι θα παίξω τον τάδε και θα σου βάλω το όπλο μέσα στα χέρια; Δεν ασχολούμαι ούτε με όπλα ούτε με άλλες υποθέσεις». Ερωτηθείσα ως προς το πού, εντός του νοσοκομείου βρίσκεται η αίθουσα των καθαριστριών, η παραπονούμενη απάντησε, στο ισόγειο. Αντεξετασθείσα ως προς τα επίμαχα γεγονότα, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, όταν πήγε στην εργασία της την εντόπισε, και με επιθετικό τρόπο της είπε ότι: «τώρα αμέσως θα φύγεις για να πάμε να μιλήσουμε». 'Oταν του είπε ότι: «δεν έχει να πάει πουθενά», η παραπονούμενη μπήκε στο ασανσέρ και πήγε στον 7ο όροφο όπου θα εκτελούσε τα καθήκοντα της. Φοβισμένη και αισθανόμενη ντροπή από τις άλλες κοπέλες που βρίσκονταν στην εργασία της, βγήκε στις σκάλες του ορόφου για να τηλεφωνήσει του Μ.Σ, σημείο όπου την εντόπισε εκ νέου ο κατηγορούμενος, αναφέροντας της ότι θα την πετάξει από τον 7ο όροφο. Όταν της υπέβαλε η συνήγορος υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος της είχε ζητήσει ευγενικά, στο ισόγειο, όπως εξέλθουν του νοσοκομείου και μιλήσουν, η παραπονούμενη απάντησε ότι ο τρόπος του δεν ήταν καθόλου ευγενικός, με τον τελευταίο να απαιτεί μάλιστα όπως λάβει άδεια από την προϊσταμένη της για να αποχωρήσει από την εργασία της. Ερωτηθείσα από την υπεράσπιση αν γνώριζε τα περί της ψυχικής και σωματικής κατάστασης του κατηγορούμενου το επίδικο διάστημα, η παραπονούμενη απάντησε ότι βεβαίως και γνώριζε ότι πρόσφατα ο κατηγορούμενος, όχι μόνο είχε υποβληθεί σε επέμβαση καρδιάς αλλά ότι είχε απωλέσει την ανήλικη εγγονή του, γεγονός που του είχε προκαλέσει, πέραν των προβλημάτων υγείας που είχε και ψυχολογική αναστάτωση. Αυτά τα γεγονότα ήταν άλλωστε και ο λόγος που η ίδια ένιωσε οικεία μαζί του, αφού επιθυμούσε όπως του συμπαρασταθεί. Για τον ίδιο ακριβώς όμως λόγο, συνέχισε η παραπονούμενη, είναι που διερωτάται, πώς βρήκε την δύναμη ο κατηγορούμενος να της συμπεριφερθεί τόσο άσχημα. Στην υποβολή ότι δεν είχε την αντοχή λόγω του χαμού που βίωνε να συμπεριφερθεί κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται η παραπονούμενη, η τελευταία απάντησε: «Eνώ να έχει δεσμό είχε αντοχές και να δείχνει βίντεο των κοπέλων μετά». Της υποβλήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης ότι, όλα όσα δηλώνει σήμερα είναι ψέματα και εκ των υστέρων σκέψεις, θέσεις με τις οποίες η παραπονούμενη διαφώνησε κατηγορηματικά. Επανεξεταζόμενη ως προς το αν γνωρίζει με ποιον τρόπο την ακολούθησε στον 7ο όροφο του νοσοκομείου ο κατηγορούμενος, η μάρτυρας απάντησε: «Εγώ μπήκα στο ασανσέρ και ανέβηκα στον 7ο. Αμέσως όταν μπήκα στο ασανσέρ και ανέβηκα στον 7ο προχώρησα να πιάσω τρόλεϊ για να αρχίσω δουλειά και τον βλέπω να μπαίνει στην είσοδο του θαλάμου και εγώ ντρεπόμουνα και φοβόμουνα». ΜΚ2 ο Αστυφύλακας ΧΧΧ, Λ.Μ. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την κατάθεσή του, ημερομηνίας 8.12.18. Την 3.10.18 έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη, η οποία ως του ανέφερε, τον μήνα Σεπτέμβριο του 2018 αποφάσισε να διακόψει τη σχέση που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο. Αυτός αρνούμενος να το αποδεχθεί, την εξύβρισε, την απείλησε και παρουσίασε σε άτομα του χώρου εργασίας της, ημίγυμνη φωτογραφία της ίδιας και βίντεο της ιδίας και του κατηγορούμενου σε προσωπικές τους στιγμές. Μετά από λογομαχία που είχαν κατά τον επίδικο χρόνο, ο κατηγορούμενος ετοίμασε αθλητική τσάντα, τοποθετώντας μέσα διάφορα αντικείμενα, αναφέροντας παράλληλα στην παραπονούμενη ότι σε αυτήν τοποθέτησε και ένα περίστροφο για να «παίξει» τον Μ.Σ., οικογενειακό της φίλο. Την 8.10.2018, στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας προσήλθε και ο Μ. Σ ο οποίος επίσης προέβη σε γραπτή καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου, αναφέροντας ότι τον μήνα Σεπτέμβριο του 2018 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος τον εξύβρισε χρησιμοποιώντας την φράση «γαμώ τη μάνα σου, γαμώ τη ράτσα σου». Την 18.10.2018 ο Αστυφύλακας ΧΧΧ συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει Δικαστικού εντάλματος και αφού του επίστησε την προσοχή στον Νόμο, ο ίδιος του απάντησε: «μα καλά, τώρα σοβαρομιλάς;» Στη συνέχεια, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του, ο οποίος αφού τα κατάλαβε, υπέγραψε στην παρουσία του. Με βοήθεια μελών του ΤΑΕ και ΟΠΕ Λάρνακας, η Αστυνομία ερεύνησε, παρουσία του κατηγορούμενου και δυνάμει Δικαστικού εντάλματος την οικία του όπου εντοπίστηκαν: (α) μία συσκευή DVR χρώματος μαύρου και ασήμι με αριθμό αναφοράς (serial number): 201107250266, μαζί με το τροφοδοτικό του, χρώματος μαύρου, (β) ένα κινητό Nokia, χρώματος ασήμι με αριθμό ΙΜΕΙ:355364/04/761171/1, (γ) ένα κινητό Nokia, χρώματος μαύρου με αριθμό ΙΜΕΙ:356406/02/575509/0 και (δ) ένα φανάρι χρώματος μαύρου με την επιγραφή POLICE 8000W. Για έκαστο αντικείμενο το οποίο παραλήφθηκε ως Τεκμήριο, ο Αστυφύλακας εφιστούσε την προσοχή του κατηγορούμενου στον Νόμο, με τον τελευταίο να δίδει σχετικές εξηγήσεις. Τα αντικείμενα τέθηκαν υπό την ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας. Η εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στην οικία του κατηγορούμενου φανέρωσε επίσης την εγκατάσταση κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης στο εξωτερικό μέρος της. Την ίδια μέρα ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο - Τεκμήριο 3 - με τον κατηγορούμενο να δίδει την δική του εκδοχή ως προς τα πεπραγμένα. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε με τη θέση της κυρίας Θωμά ότι από την καταγγελία της παραπονούμενης μέχρι την σύλληψη του κατηγορούμενου, είχαν διαρρεύσει δεκαπέντε
(15)μέρες. Ερωτήθηκε περαιτέρω αν έλαβε κατάθεση από κάποιαν κα. ΚΧΧ, με τον μάρτυρα να δηλώνει ότι, βάσει των ημερολογίων ενέργειας που βρίσκονταν στον φάκελο της υπόθεσης (Τεκμήριο 4), ο ίδιος, την 18.10.2018, επικοινώνησε με την κα. Κ.Π., την οποία ρώτησε κατά ποσό είδε, ή της είχε υποδειχθεί οποιαδήποτε φωτογραφία της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο ή άλλο ηχογραφημένο υλικό. Η κα. Κ.Π. απάντησε αρνητικά, όπως αρνητική ήταν και η στάση της στο να προσέλθει για γραπτή κατάθεση στο ΤΑΕ σε σχέση με τις αναφορές της. Ο κατηγορούμενος, δήλωσε η κα. Παλιαντή είναι πρώην κουνιάδος της, ενώ με την παραπονούμενη είναι συνάδελφοι. ΜΚ3, ο κ. Μ.Σ. Την κατάθεσή που έδωσε στην Αστυνομία κατέθεσε στην διαδικασία, ως Τεκμήριο 5. Εκεί, καταγράφονται συνοπτικά, τα ακόλουθα. Είναι οικογενειακός φίλος με την παραπονούμενη, την οποία γνωρίζει περίπου δεκαέξι
(16)χρόνια. Τον μήνα Ιούλιο του 2018 η παραπονούμενη γνώρισε τον κατηγορούμενο. Η σχέση τους δεν πήγαινε καλά, και έτσι η ίδια αποφάσισε να τη διακόψει. Ο κατηγορούμενος μην μπορώντας να αποδεχθεί την απόφαση της παραπονούμενης, ξεκίνησε τους εκβιασμούς και τις απειλές τόσο εναντίον της ίδιας, αλλά και του ιδίου, θεωρώντας τον εμπόδιο στη σχέση τους. Συγκεκριμένα, ως του ανέφερε η παραπονούμενη, την 8.9.2018, όταν εξέφρασε την επιθυμία της όπως διακόψει τον δεσμό τους, ο κατηγορούμενος δεν την άφηνε να φύγει από το σπίτι, κλειδώνοντας όλες τις εσωτερικές και εξωτερικές πόρτες, ετοιμάζοντας παράλληλα μια τσάντα με διάφορα αντικείμενα. Ανέφερε στην παραπονούμενη ότι εντός της τσάντας είχε βάλει ένα ρόπαλο και ένα περίστροφο με σκοπό να τον «παίξει» -(τον ΣΧΧΧ) - αν τον έβρισκε έξω από το σπίτι της και να ενοχοποιήσει την παραπονούμενη. Την 14.9.18 και 15.9.18 ο κατηγορούμενος του απέστελλε γραπτά μηνύματα, με τα οποία τον εξύβριζε, χρησιμοποιώντας τις φράσεις «πεζεβέγκη», «με τα κέρατα τα μεγάλα», ενώ την 23.9.18 τον πήρε πάλι τηλέφωνο δηλώνοντας του ότι θα πήγαινε σπίτι της παραπονούμενης για να την «γαμήσει», έχοντας σκοπό όπως τον προκαλέσει, αφού με τις εν λόγω αναφορές του γνώριζε ότι μείωνε την παραπονούμενη. Ο ίδιος του είπε όπως σταματήσει να απειλεί τόσο τον ίδιο όσο και την παραπονούμενη. Ερωτηθείς σχετικά από την κα. Γιάλλουρου, ανέφερε ότι, ως του είχε πει η παραπονούμενη, οι απειλές αφορούσαν την ίδια και τα παιδιά της, αφού θα την ανάγκαζε να σταματήσει από την δουλειά της, την κόρη της από τις σπουδές της, ενώ θα έκανε τους γιούς της να ντρέπονται για την μητέρα τους. Όταν του μετέφερε τα πιο πάνω η παραπονούμενη ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ήταν τρομοκρατημένη, ενώ από το κλάμα δεν μπορούσε σχεδόν να μιλήσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι με την παραπονούμενη είναι οικογενειακοί φίλοι, αφού οι δύο τους εργάζονταν μαζί παλαιότερα σε ξενοδοχειακή μονάδα, ενώ μετά διατηρούσαν δική τους επιχείρηση/ εργασία για τρία
(3)χρόνια. Ουδέποτε είχαν ερωτικό δεσμό. Σε ερώτηση κατά πόσον ο ίδιος είχε ακούσει οποιαδήποτε από τις απειλές που ανέφερε στην κυρίως του εξέταση, ο ΜΚ3 απάντησε ως ακολούθως. «Α. 'Άκουσα που ήταν στο νοσοκομείο, πήρε με τηλέφωνο, με εξύβρισε, μου είπε γαμώ τη μάνα σου, τη γενιά σου και νεύριασα και του είπα πε μου που είσαι τώρα να έρτω και εγέλαν και έκλεισε το. Μετά, ύστερα από λίγο, δεν θυμούμαι πόση ώρα, μετά από λίγη ώρα, με πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη και μου έλεγε ότι ήταν εκεί, την απειλούσε, της είπε να φύγει να πάνε να μιλήσουν, της έλεγε να πάει στη μαστόρισσά της ο Γιώργος για να της πει να της δώσει άδεια και την ώρα που μιλούσε άκουσα μια φωνή μέσα που είπε ότι θα σε πετάξω από τον 7ο και τζιαμέ της λέω δώσε μου το τηλέφωνο και μίλησα του Γιώργου και του λέω πρόσεξε πολύ καλά να μην γελαστείς να κάνεις κάτι και έκλεισα το». Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε απειλήσει ποτέ την παραπονούμενη, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήταν ποτέ παρών, με την μόνη απειλή που άκουσε να εκστομίζει ο κατηγορούμενος να είναι αυτή στο νοσοκομείο, όταν της είπε ότι θα την πετούσε από τον 7ο όροφο. Είναι βέβαιος ότι αυτή η απειλή εκστομίστηκε από τον κατηγορούμενο γιατί αμέσως μετά, μίλησε ο ίδιος μαζί του στο τηλέφωνο. Με το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, με τον ίδιο να αποφασίζει όπως δώσει μαρτυρία ενόρκως. Μαρτυρία Κατηγορούμενου: Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ο κατηγορούμενος. Από το εδώλιο του μάρτυρα, αναγνώρισε την κατάθεσή που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο
  1. Η δική του εκδοχή, σύμφωνα με την κατάθεση του, έχει ως ακολούθως. Περί τον Απρίλιο του 2018 και ενώ βρισκόταν στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, γνώρισε την παραπονούμενη η οποία εργάζεται εκεί ως καθαρίστρια. O κατηγορούμενος νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο μέχρι τον Ιούλιο του
  2. Με την παραπονούμενη γνωρίστηκαν και σύναψαν ερωτικό δεσμό. Η παραπονούμενη ως ο ίδιος δηλώνει, του στάθηκε αρκετά διαμένοντας στο σπίτι του κάποια βράδια, φέρνοντας του φαγητό, ψωνίζοντας για το σπίτι με δικά της έξοδα, ενώ γενικότερα, τον περιποιείτο αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να εργαστεί. Η σχέση τους διήρκησε μέχρι τις 15.9.
  3. Δύο εβδομάδες πριν να διακόψουν τη σχέση τους, και ημέρα Τετάρτη, η παραπονούμενη πήγε σπίτι του κλαίγοντας αναφέροντάς ότι, ενώ μετέβαινε στη Λεμεσό για να πάρει την κόρη της, για να την φέρει πίσω στη Λάρνακα, την ακολουθούσε ο πρώην φίλος της, τον οποίο ο ίδιος δεν γνώριζε, ενώ μια εβδομάδα πριν χωρίσουν με τον πρώην σύντροφο της, αυτός την είχε βιάσει. Παρακάλεσε τον κατηγορούμενο όπως μην αναφέρει το οτιδήποτε γιατί η ίδια δεν ήθελε να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία, αφού ως ανέφερε στον κατηγορούμενο φοβόταν ότι ο πρώην σύντροφος της ήταν επικίνδυνος και ενδεχομένως να έκανε κακό και στον ίδιο. Την μέρα που η παραπονούμενη πήγε σπίτι του κατηγορούμενου, 8.9.18, ο πρώην φίλος της την έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο, με τον κατηγορούμενο να την παροτρύνει όπως απαντήσει τις κλήσεις του, για να ξεκαθαρίσει το όλο ζήτημα. Αργότερα έμαθε, ότι το όνομα του πρώην συντρόφου της παραπονούμενης ήταν Μ.Σ. Παρουσία του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη ανέφερε στον ΣΧΧΧ ότι επιθυμία της ήταν όπως μην την ενοχλήσει ξανά, αφού είχε επιλέξει ως σύντροφο της τον κατηγορούμενο. Με την πάροδο πέντε
(5)περίπου λεπτών, η παραπονούμενη έλαβε μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο από τον ΣΧΧΧ ο οποίος της ευχήθηκε όπως περνά καλά με τον άνθρωπο που διάλεξε. Την επόμενη μέρα, Πέμπτη και η ώρα 23:00 το βράδυ, η παραπονούμενη μετέβηκε στο σπίτι του κατηγορούμενου όπου και διανυκτέρευσε. Η παραπονούμενη έφυγε την επόμενη το μεσημέρι από το σπίτι του για να πάει στην εργασία της. Το απόγευμα της Παρασκευής, ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικώς, αλλά η παραπονούμενη δεν του απάντησε. Του έστειλε μήνυμα το βράδυ αναφέροντας του ότι είναι καλά. Ο ίδιος, αν και κάτοικος του χωριού ΧΧΧ, πέρασε από το σπίτι της παραπονούμενης στην Λάρνακα, είδε ότι το αυτοκίνητο της ήταν σταθμευμένο εντός της οικίας της, χτύπησε το κουδούνι και μη λαμβάνοντας οποιαδήποτε απάντηση, έφυγε. Γνωρίζοντας τις ώρες εργασίας της τελευταίας, και δη, ότι το επόμενο πρωί θα έφευγε για να πάει στην δουλειά της, ο κατηγορούμενος μετέβηκε εκ νέου σπίτι της, όταν αυτή την φορά, είδε την παραπονούμενη να εξέρχεται από αυτό μαζί με τον Μ.Σ. Εκείνη την ημέρα ήταν που είδε για πρώτη φορά τον ΣΧΧΧ. Κατά τον ίδιον, ουδέν έπραξε, παρά μόνο έφυγε από τον χώρο. Τότε ήταν που κατάλαβε ότι η παραπονούμενη διατηρούσε παράλληλα, δεσμό και με άλλο πρόσωπο, πέραν του ιδίου. Την ίδια μέρα μετά από λίγη ώρα, της τηλεφώνησε ζητώντας της να πει του Μ.Σ να τον πάρει τηλέφωνο. Όταν του τηλεφώνησε ο ΣΧΧΧ, ο τελευταίος του παραδέχθηκε ότι διατηρούσε σχέση μαζί με τη παραπονούμενη. Εκεί κατάλαβε ο κατηγορούμενος ότι έπεσε «θύμα» και δεν ξαναασχολήθηκε με το ζήτημα, ούτε και τους ξαναείδε. Αρνήθηκε στην κατάθεσή του ότι βιντεογράφησε ή ηχογράφησε την παραπονούμενη κατά τις ερωτικές τους περιπτύξεις δηλώνοντας ότι καμία εγκατεστημένη κάμερα δεν έχει εντός του εσωτερικού του σπιτιού του. Ούτε ποτέ υπέδειξε τέτοιο υλικό σε τρίτο πρόσωπο. Ερωτηθείς ανακρινόμενος αν εξύβρισε οποιανδήποτε φορά την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι καμιά φορά μπορεί να το έκανε υπό τύπου αστείου, ποτέ όμως με την έννοια της βρισιάς. Αρνήθηκε ότι την 8.9.18 ετοίμασε την οποιαδήποτε αθλητική τσάντα, ή ότι εντός αυτής τοποθέτησε περίστροφο, προσθέτοντας ότι, κανένα τέτοιο αντικείμενο δεν υπήρχε στην οικία του, εξ΄ου και δεν εντόπισε τέτοιο η Αστυνομία κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. Σε ερώτηση κατά πόσο απείλησε τη παραπονούμενη, ότι θα την πετούσε από τον έβδομο όροφο κατά τη διάρκεια συζήτησης που είχαν στο Νοσοκομείο Λάρνακας,, ο ίδιος απάντησε αρνητικά. Εξεταζόμενος από την κα. Θωμά, ανέφερε ότι η παραπονούμενη ποτέ δεν του είχε αναφέρει ότι επιθυμούσε να χωρίσουν, με την σχέση τους να κυλά ομαλά, εξ΄ου διανυκτέρευε σπίτι του συχνά, μέχρι την ημέρα που είδε αυτήν να εξέρχεται της οικίας της με τον ΣΧΧΧ. Κατά την έξοδο τους από τη οικία, φιλήθηκαν στο στόμα. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τα παιδιά της, ενώ το μόνο πρόσωπο που γνώρισε από την οικογένειά της, ήταν την εγγονή της. Ποτέ του δεν πρόσβαλε ή έθιξε την παραπονούμενη, είτε στα παιδιά της, είτε στην ευρύτερη οικογένεια της, ή σε συναδέλφους της. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι ήταν το τρίτο άτομο στην ερωτική σχέση που είχαν, μη έχοντας ξαναδεί ποτέ του προηγουμένως τον ΣΧΧΧ. Όταν τους είδε να φιλιούνται, αποφάσισε να πάει στο Νοσοκομείο για να μιλήσει της παραποιουμένης. Εκεί, συνομίλησαν στο ισόγειο, σε δωμάτιο δίπλα και/ή κοντά από τον χώρο/ δωμάτιο των καθαριστριών. Σε ερώτησή του προς την παραπονούμενη κατά πόσον ο ΣΧΧΧ ήταν ο πρώην που του έλεγε, η πρώτη απάντησε καταφατικά. Ποτέ δεν βγήκε μαζί της στον έβδομο όροφο και ποτέ δεν την απείλησε αφού, ο μεταξύ τους διάλογος έλαβε χώρα στο ισόγειο του Νοσοκομείου. Την ώρα που έμπαινε στην είσοδο του νοσοκομείου με το αυτοκίνητο του, έβγαινε ο ΣΧΧΧ, του οποίου ζήτησε να σταματήσει για να μιλήσουν. Ο τελευταίος δεν σταμάτησε. Αντεξεταζόμενος από την κυρία Γιάλλουρου, δήλωσε ότι αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη ήθελε να χωρίσουν, τη μέρα που την είδε με τον ΣΧΧΧ έξω από το σπίτι της. Καμιά φορά προηγουμένως δεν του είχε αναφέρει ότι ήθελε να διακόψει τον δεσμό τους. Ο ίδιος παρά το τι είδε ιδίοις όμματί, δεν είχε την δύναμη όπως ασχοληθεί περαιτέρω με το ζήτημα, όχι μόνο γιατί πέρασε πολλά λόγω των θεμάτων υγείας που είχε, τις επιπλοκές που υπέστη από τις εγχειρίσεις του σε σχέση με την καρδία του, αλλά γιατί βίωνε και τον χαμό της ανήλικης εγγονής του, γεγονός που τον αναστάτωσε ψυχολογικά. Σε ερώτηση κατά πόσο αγαπούσε την παραπονούμενη ο ίδιος απάντησε: «δεν μπορώ να πω αγαπούσα, μπορώ να πω ότι είχαμε μια σχέση, δεν ήμουν σε κάποια ψυχολογική κατάσταση μετά που σκοτώθηκε η εγγονή μου, μετά που έπεφτα με την κόρη μου, γιατί η κόρη μου δεν δεχόταν κανένα να μείνει μαζί της. Έπρεπε να πέφτω μαζί της να είχα το μυαλό μου στο να αγαπήσω κιόλας, ή να πάει το μυαλό μου οπουδήποτε αλλού». Συμφώνησε με την κα. Γιάλλουρου ότι τα πιο πάνω, δεν τον σταμάτησαν από το να διατηρεί ερωτικό δεσμό, με τον ίδιο να αποκρίνεται ως ακολούθως: «A. Δεν μπορώ να καταλάβω την ερώτησή σας, το ότι όταν σκοτωθεί κάποιος ή η εγγονή μου ή όσα πέρασα ή το ότι έκανα μητροειδή βαλβίδα, εγχείρηση καρδίας να πούμε, σε σταματά από το να έχεις ερωτική επαφή με κάποια γυναίκα». Ερωτηθείς από την κα. Γιάλλουρου γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεσή του ότι είδε την παραπονούμενη και τον κ. ΣΧΧΧ να φιλιούνται, την ημέρα που προέκυψε το επίδικο συμβάν, ο κατηγορούμενος αποκρίθηκε ότι απαντούσε αποκλειστικά στις ερωτήσεις της Αστυνομίας οι οποίες είχαν να κάνουν περισσότερο με τα ζητήματα των κατ' ισχυρισμών βιντεογραφήσεων. Συμφώνησε με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι, όταν είδε την παραπονούμενη και τον ΣΧΧΧ να φιλιούνται, αισθάνθηκε κοροϊδία γιατί λίγες μέρες προηγουμένως η πρώτη στην παρουσία του, έλεγε στον ΣΧΧΧ ότι ήθελε να ήταν να είναι με τον κατηγορούμενο. Ο ίδιος δήλωσε, ήθελε να μιλήσει με τον ΣΧΧΧ και την παραπονούμενη για να αντιληφθεί τον λόγο που η παραπονούμενη, τον χρησιμοποίησε σε μια τόσο ευάλωτη του στιγμή. Ήθελε, ως ανέφερε, να ακούσει από το στόμα της τα όσα είδε, και δεν θεώρησε ότι το να πάει στην δουλεία της θα δημιουργούσε την οποιαδήποτε αναστάτωση. Υπέβαλε η κα. Γιάλλουρου ότι ήταν λόγω της συναισθηματικής φόρτισης του, που οδηγήθηκε στην εκστόμιση της υπό του κατηγορητηρίου απειλής, θέση την οποία ο κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε, με την εξής στιχομυθία να ακολουθεί: «Ε. Δεν της ζήτησες τον λόγο γιατί να τον φιλήσει; Α. Γιατί να ζητήσω λόγο; Ε. Αφού ήταν η σχέση σου κύριε. Α. Ήταν η σχέση μου; Δεν κατάλαβα, η σχέση ενός μηνός ήταν να έχω απαιτήσεις από τη γυναίκα τούτην για να της ζητήσω και λόγους και πράγματα. E. Αν δεν είχες απαιτήσεις, δεν θα πήγαινες εις το νοσοκομείο. Αποφάσισε τελικά τι θέλεις να μας πεις. Α. Δεν κατάλαβα τι θέλεις να πεις. Ε. Είχες ή δεν είχες σχέση μαζί της; ... Α. Ναι, έχω ρωτήσει τι σχέση έχει με μια γυναίκα, μπορεί να έχω ερωτική σχέση με οποιανδήποτε, παρακάτω; Δεν κατάλαβα τι σημαίνει ότι είμαι δεμένος μαζί της γυναίκας τούτης της οποίας τέλος πάντων η γυναίκα τούτη 2 μέρες πριν έλεγε στον άνθρωπο τούτον που είχε σχέση τόσα χρόνια ότι δεν θέλει να είναι μαζί του, αλλά θέλει να συνεχίσει την σχέση μαζί με εμένα, με τον άνθρωπο τούτον που είναι τώρα, και μετά που ενάμιση μέρα να τη βλέπω να φιλά τον άνθρωπο τζείνον. Δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο που έπρεπε να έχω απαιτήσεις». Του υπέβαλε η κυρία Γιάλλουρου ότι ακολούθησε την παραπονούμενη στον έβδομο όροφο του Νοσοκομείου, απειλώντας την, μη αποδεχόμενος τον χωρισμό τους, ότι θα την πετούσε από τον 7ο όροφο κάτω, με τον μάρτυρα να απαντά ότι, το μοναδικό πράγμα που την ρώτησε, ήταν ποιος ήταν αυτός που φίλησε στο στόμα. Η συνάντηση έληξε, απάντησε ο μάρτυρας με τον ίδιο να φεύγει από το νοσοκομείο και την παραπονούμενη να επιστρέφει στην εργασία της. Νομική Πτυχή/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω ως γνώμονά μου τη νομολογία που αφορά στο ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές, το Δικαστήριο επιζητεί την ανεύρεση άλλης, επί των γεγονότων, αξιόπιστης μαρτυρίας, ενώ ακριβώς επειδή η όλη υπόθεση εδράζεται επί δύο διιστάμενων εκδοχών, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A106). Η μαρτυρία του ΜΚ2, ως φανερώνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας, ήταν τυπικής φύσεως. Η αντεξέτασή του περιορίστηκε ουσιαστικά στο ν' αναζητηθούν οι λόγοι καθυστέρησης στην λήψη σχετικής ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, η οποία ειρήσθω εν παρόδο, λήφθηκε δέκα μέρες μετά την καταγγελία της παραπονούμενης. Η μαρτυρία του, αν και δεν τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας του, δεν διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα, συνεπώς κανένα συμπέρασμα ή εύρημα δεν μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία του σε σχέση με το τι συνέβη κατά την επίδικη ημερομηνία. Η παραπονούμενη άφησε το Δικαστήριο με άριστες εντυπώσεις. Η ειλικρίνειά της όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη με το Δικαστήριο να μην εντοπίζει καμία προσπάθεια εκ μέρους της όπως, είτε αποκρύψει γεγονότα είτε να τα αλλοιώσει. Δεν διέλαθε της προσοχής μου η έντονη ομολογουμένως, συναισθηματική φόρτιση της κατά την ζώσα μαρτυρία της. Η ίδια περιέγραφε παραστατικά τα όσα κατά την δική της εκδοχή έλαβαν χώρα τις μέρες που προηγήθηκαν του χωρισμού, αλλά και των όσων επακολούθησαν αυτού, ενώ με τρεμάμενη φωνή περιέγραψε το πώς έλαβε χώρα το επίδικο, υπό του κατηγορητηρίου, συμβάν. Η στάση της στο εδώλιο καταδείκνυε τον φόβο που της είχε προκαλέσει η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της, και ειδικότερα η απειλή που αυτός εκστόμισε, μη αποδεχόμενος τον χωρισμό τους ότι, θα την πετούσε από τον 7ο όροφο του Νοσοκομείου,, θέση την οποίαν το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου επί του σημείου, και δη ότι η συζήτηση έλαβε χώρα στο ισόγειο χώρο του Νοσοκομείου δεν έπεισε, ως θα επεξηγήσει το Δικαστήριο κατωτέρω στην απόφαση του. Το γεγονός, το οποίο οδήγησε στην εκστόμιση της συγκεκριμένης απειλής, ήταν η πρόθεση, ως αυτή εκφράστηκε από την ίδια, κάποιες μέρες προηγουμένως, όπως τερματιστεί ο δεσμός τους. Σημειώνεται ότι από τη μαρτυρία είναι παραδεκτό το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας, χώρο εργασίας της παραπονούμενης, με σκοπό να της μιλήσει σε σχέση με τον δεσμό τους και την εμπλοκή του ΣΧΧΧ σ' αυτόν. Παραδεκτό είναι επίσης ότι ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κάποια φόρτιση, αφού ως ο ίδιος ανέφερε στην μαρτυρία του, αισθάνθηκε «βλάκας» και «κορόιδο», όταν αντιλήφθηκε ότι ενδεχομένως να ήταν το τρίτο πρόσωπο στην μεταξύ τους σχέση. Παρά την επίπονη αντεξέτασή της παραπονούμενης από την Υπεράσπιση, αυτή δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση με τα όσα ανέφερε ανακρινόμενη στην Αστυνομία προ τετραετίας. Αντιθέτως κάθε απάντησή της αντανακλούσε και ενίσχυε τις αρχικές της θέσεις όταν αυτή ανακρινόταν, απαντώντας άμεσα στις ερωτήσεις της υπεράσπισης χωρίς υπεκφυγές παρά τη συναισθηματική της φόρτιση, με τις απαντήσεις της να είναι λογικοφανείς, συνεκτικές και ανταποκρινόμενες με το περιεχόμενο της κατάθεσής της. Σημειώνεται εδώ ότι η ειλικρίνεια της μάρτυρος αντανακλάται και από το γεγονός ότι αποδέχθηκε ευθύς αμέσως αντεξεταζόμενη, ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώρισε ποτέ τα παιδιά της. Τη μαρτυρία της συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητά της ως πλήρως αξιόπιστη. Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι, η παραπονούμενη δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας λόγω της αδυναμίας της όπως δώσει, αντεξεταζόμενη, ακριβείς ημερολογιακές απαντήσεις σε σχέση με τα τεκταινόμενα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, και αυτό γιατί, προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας, και των καταθέσεων των μαρτύρων, και ειδικότερα του κατηγορούμενου, φανερώνει ότι, ημερολογιακά τουλάχιστον, η εκδοχή της ως προς το πότε έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, συνταυτίζεται και συμπορεύεται με την κατάθεση του κατηγορούμενου. Το ίδιο αξιόπιστη κρίνω και τη μαρτυρία του ΜΚ
  1. Σημειώνω ότι αυτήν το Δικαστήριο την προσέγγισε με προσοχή, έχοντας ως γνώμονα το γεγονός ότι ενδεχομένως η μαρτυρία αυτή να ήταν εμποτισμένη από άλλα κίνητρα και συγκεκριμένα την υποβοήθηση της παραπονούμενης με την οποία διατηρεί στενές οικογενειακές σχέσεις και φιλία τα τελευταία 16 χρόνια. Η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη σε ότι αφορά την απειλή την οποία φέρεται να εκστόμισε ο κατηγορούμενος προς την παραπονούμενη και την οποίαν άκουσε ο μάρτυρας κατηγορίας 3 δια τηλεφώνου. Η θέση του αυτή, ότι δηλαδή, άκουσε τον κατηγορούμενο να απειλεί την παραπονούμενη μέσω του τηλεφώνου, επιβεβαιώνεται μέσω των αναφορών της ίδιας της παραπονούμενης στην κατάθεση της, αλλά και στην ζώσα μαρτυρία της, ενώ αποδεκτή κρίνεται η θέση του ΜΚ3 περί της βεβαιότητας του ότι ήταν ο κατηγορούμενος που εκστόμισε αυτή την φράση, αφού αμέσως μετά, μίλησε στο τηλέφωνο μαζί του, κατά παράκληση του ίδιου του κατηγορούμενου. Ειλικρινής ήταν ο μάρτυρας στο εδώλιο, αναφέροντας ότι πέραν από αυτήν την απειλή, ο ίδιος δεν ήταν παρών σε καμία άλλη απειλή ή συμβάν ως αυτό ενδεχομένως να έλαβε χώρα μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης, η δε γνώση του σε ότι αφορά τις λοιπές απειλές στηρίζεται στα όσα του έχει αναφέρει η παραπονούμενη. Οι απαντήσεις του μάρτυρα ήταν άμεσες, πηγαίες και δίδονταν χωρίς κανένα δισταγμό, αντανακλώντας πλήρως τις θέσεις του ως αυτές είχαν τεθεί κατά την λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης το
  2. Το Δικαστήριο επισημαίνει καταληκτικά ότι δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στην μαρτυρία του, αλλά αντίθετα, οι θέσεις του, ως επίσης και η μαρτυρία του στην ολότητα της, κρίνονται αξιόπιστες. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησαν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος άφησε πτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν όχι μόνο συγκεχυμένη, αλλά και διάτρητη από αντιφάσεις. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3, υπάρχουν διάφορες αναφορές, ως ο ίδιος τις παρέθεσε ανακρινόμενος ότι, η σχέση του με την παραπονούμενη «διήρκησε μέχρι της 15.9.18» ή «δύο εβδομάδες προτού διακόψουν», ενώ κατά την ζώσα μαρτυρία του επέμενε ότι ποτέ προ της 15.9.18 δεν είχε αναφέρει η παραπονούμενη την πρόθεση της όπως χωρίσουν, ή ότι ποτέ ουσιαστικά δεν χώρισαν, θέση η οποία κρίνεται ως ανακριβής και αναξιόπιστη. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση του ότι ποτέ προηγουμένως δεν είχε αντιληφθεί ότι η παραπονούμενη ήθελε να χωρίσουν, γεγονός που αντιλήφθηκε μόνο όταν είδε την ίδια να φιλά τον Σάντη το πρωινό της 15.9.
  3. Συνεπώς, την 15.9.18, όταν εκστόμισε την απειλή ότι θα ρίξει την παραπονούμενη από τον 7ο όροφο του Νοσοκομείου, γνώριζε ότι ο δεσμός τους ουσιαστικά είχε λάβει τέλος, θέση όμως την οποία επιμελώς απέκρυψε από την Αστυνομία, ανακρινόμενος. Η απάντηση του στην κα. Γιάλλουρου ότι, ο λόγος που παρέλειψε να το αναφέρει ήταν επειδή απαντούσε μόνο στις ερωτήσεις του ΜΚ2, δεν μπορεί να κριθεί ως λογική ή ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, αφού, στην κατάθεση του υπάρχει μια ολόκληρη σελίδα, (οι ερωτήσεις της Αστυνομίας ξεκινούν στο μέσο της δεύτερης σελίδας), ως προς την δική του εκδοχή σε σχέση με τα γεγονότα για τα οποία ανακρίνετο, μεταξύ των οποίων και των απειλών του προς την παραπονούμενη. Ενώ στην κατάθεση του περιγράφει πώς γνωρίστηκαν με την παραπονούμενη, πώς οδηγήθηκαν στην σύναψη ερωτικού δεσμού, πώς αυτή τον φρόντιζε, πως την «ενοχλούσε» ο ΣΧΧΧ, πώς ο ίδιος συχνά μετέβαινε σπίτι της μετά την 8.9.18 για να την εντοπίσει και να μιλήσουν και πώς τους είδε, ΣΧΧΧ και παραπονούμενη να εξέρχονται από το σπίτι της το πρωινό της 15.9.18, ξέχασε να αναφέρει το μοναδικό ή καίριο γεγονός που τον έκανε να αντιληφθεί ότι η παραπονούμενη ως ο ίδιος το έθεσε, «έπαιζε με δύο άτομα», ταυτόχρονα. Στην κατάθεση του το μόνο που αναφέρει ως προς τα τεκταινόμενα της 15.9.18, είναι τα ακόλουθα: «Λόγω του ότι ήξερα ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε πρωινή δουλειά, προτού αναχωρήσει για την δουλειά πέρασα έξω από το σπίτι της και την είδα να βγαίνει έξω μαζί με τον Μ.Σ. Ήταν η πρώτη φορά που τον είδα. Δεν έκαμα τίποτα, ούτε της φανερώθηκα και έφυγα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι έπαιζε μαζί με δύο άτομα. Την ίδια μέρα μετά από λίγη ώρα, της τηλεφώνησα και της ζήτησα να πει του Μιχάλη να με πάρει τηλέφωνο. Την ίδια μέρα με πήρε τηλέφωνο και ο Μιχάλης και εγώ τον ρώτησα αν είχε σχέση με τη παραπονούμενη και ο ίδιος μου το παραδέχτηκε ότι είχε σχέση μαζί της. Εγώ εκεί κατάλαβα ότι έπεσα θύμα και δεν ξανασχολήθηκα μαζί τους από εκείνη την ημέρα αλλά ούτε και τους ξαναείδα». 'Όλες οι πιο πάνω τοποθετήσεις του όμως, αναιρέθηκαν κατά την ζώσα μαρτυρία του, με τον ίδιο να αναιρεί ότι μίλησε με τον ΣΧΧΧ στο τηλέφωνο προ της μετάβασης του στο Νοσοκομείο, όταν εκεί μόνο, είπε, ήταν, που του ζήτησε όταν τον είδε να φεύγει με το αυτοκίνητο του, όπως σταματήσει να μιλήσουν, ενώ οι θέσεις του ότι δεν τους ξαναείδε και δεν ξανασχολήθηκε με το πρόσωπο του ΣΧΧΧ ή της παραπονούμενης αντικρούεται με τα όσα ανέφερε εξεταζόμενος από την κα. Θωμά ότι μετέβηκε στο Νοσοκομείο για να λάβει εξηγήσεις και να μιλήσει με την παραπονούμενη, αφού, «ήθελε να ακούσει από το στόμα της» τα όσα είχε να την ρωτήσει. Παραδέχτηκε συνεπώς ότι μετέβηκε στο Νοσοκομείο και ότι μίλησε με την παραπονούμενη, αντικρούοντας την θέση του ότι ποτέ του έκτοτε, και δη από το πρωινό της 15.9.18 είδε ξανά ή ενόχλησε την παραπονούμενη. Από την μία, ως απάντησε στην κα. Γιάλλουρου, ένιωσε «κορόιδο» και «βλάκας» εξ' ου και πήγε στο Νοσοκομείο για να μιλήσει με την παραπονούμενη, δηλώνοντας ότι «είχε σχέση με την παραπονούμενη» η οποία τον συντηρούσε, με τους δύο τους να περνούν «αρμονικά», ενώ από την άλλη, ερωτώμενος γιατί δεν ρώτησε την παραπονουμενη όταν πήγε στο Νοσοκομείο τον λόγο που φίλησε άλλο πρόσωπο, ο ίδιος αναίρεσε ουσιαστικά το γεγονός ότι διατηρούσαν μεταξύ τους οι εμπλεκόμενοι ουσιαστικό δεσμό, καταλήγοντας ότι « ήταν σχέση ενός μηνός», και δεν μπορούσε «να έχει απαιτήσεις από την γυναίκα τούτη για να της ζητήσει τον λόγο» ως προς το γιατί να φιλήσει άλλον άνθρωπο. Ο κατηγορούμενος προσπαθούσε κατά την μαρτυρία του όπως υποβιβάσει το όλο συμβάν, ως κάτι που τελικά ουδόλως τον αναστάτωσε, όμως οι πράξεις του, και δη το γεγονός ότι μετέβηκε απευθείας στο Νοσοκομείο για να μιλήσει στην παραπονούμενη εν ώρα εργασίας της, και ζητήσει τον λόγο ως προς το τι είχε επισυμβεί, ακολουθώντας την εντός του Νοσοκομείου, φανερώνουν την ενόχληση του. Αφού, ως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, είχε αποφασίσει ότι δεν θα συνέχιζε ο ίδιος τον δεσμό του με την παραπονούμενη, και το μόνο που ήθελε ήταν να μιλήσουν ειρηνικά, τότε, γιατί δεν την πήρε τηλέφωνο προηγουμένως, δηλαδή προ να αφιχθεί στο Νοσοκομείο; Θα μπορούσε επίσης, αφού και ο ίδιος είχε μέσα του αποφασίσει ότι ο δεσμός έλαβε τέλος, όπως αναμένει την παραπονούμενη να τελειώσει την βάρδια της προτού συνομιλήσουν. Ενώ στην κατάθεση του δεν αναφέρει τίποτα περί της μετάβασης του στο Νοσοκομείο, - (στην κατάθεση του δηλώνει ότι απλά τηλεφώνησε της παραπονούμενης) - την θέση επίσης αναίρεσε κατά την αντεξέταση του από την κα. Γιάλλουρου (βλ. πρακτικά ημερ. 15.11.22 σελ. 18), αναφέροντας ότι δεν τηλεφώνησε αλλά, μετέβηκε απευθείας εκεί. Η θέση του ότι οι δύο τους συνομίλησαν στο ισόγειο, με τον ίδιο με το πέρας της συζήτησης να φεύγει από τον χώρο του Νοσοκομείου δεν γίνεται αποδεκτή, με το Δικαστήριο να αποδέχεται την θέση της παραπονούμενης ότι η άρνηση της όπως μιλήσουν εκείνη την ώρα, στο ισόγειο του Νοσοκομείου, οδήγησε τον κατηγορούμενο όπως την ακολουθήσει στον έβδομο όροφο του κτιρίου, απειλώντας την ότι, αν χωρίσουν θα την πετάξει από εκεί, κάτω. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 91 (γ) του Κεφ. 154, απειλή βιοπραγίας διαπράττεται όταν, «όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλο ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών ετών». Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που απείλησε την παραπονούμενη συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφεται στην κατηγορία, ήτοι ότι αν τον χώριζε, «θα την έκανε ρεζίλι στη δουλειά της, στα παιδιά της και θα την πετούσε από τον 7ο όροφο». Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Το Δικαστήριο καταλήγει ότι την 15.9.18, ο κατηγορούμενος μη μπορώντας να αποδεχθεί την προηγουμένως εκφρασθείσα βούληση της παραπονούμενης όπως διακόψουν τον δεσμό τους, εξ' ου και επισκεπτόταν την οικία της τα αμέσως επόμενα βράδια και πρωινά, επισκέψεις οι οποίες είναι κοινά παραδεκτές μέσω του περιεχομένου της μαρτυρίας αμφότερων των διαδίκων, και έχοντας δει την παραπονούμενη όπως εξέρχεται της οικίας της με τον ΜΚ3, αποφάσισε όπως μεταβεί στο Νοσοκομείο, για να λάβει εξηγήσεις, ως προς το ποιος ήταν ο άνθρωπος αυτός και γιατί ήθελε η παραπονούμενη να χωρίσουν. Αισθανόμενος ότι η παραπονούμενη τον κορόιδεψε, και αφού της ζήτησε να λάβει άδεια από την προϊστάμενη της για να μιλήσουν, συνάντησε την αντίσταση της, γεγονός που τον οδήγησε στο να την ακολουθήσει στον 7ο όροφο του Νοσοκομείου, απειλώντας την τελικώς, ότι θα την πετούσε από τον 7ο όροφο και ότι θα την έκανε ρεζίλι στην δουλειά της, αν χώριζαν. Η καθ΄όλα αξιόπιστη επί του σημείου μαρτυρία της παραπονούμενης, αλλά και η όλη στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα, φανέρωσε ότι η ίδια ένιωσε πραγματικό φόβο από την εκστόμιση της συγκεκριμένης απειλής. Στην απόφαση Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210 αποφασίστηκε ότι, η πρόθεση που απαιτείται κάτω από την πρόνοια του άρθρου 91(γ) του Νόμου, είναι όπως τα λόγια του κατηγορούμενου, σκοπό έχουν να εμποδίσουν τον παραπονούμενο από του να τελέσει πράξη, την οποία έχει νόμιμο δικαίωμα όπως τελέσει. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 1, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού..» Στην προκείμενη περίπτωση τα λόγια του κατηγορούμενου, σκοπό είχαν όπως οδηγήσουν την παραπονούμενη σε αλλαγή της απόφασης της περί χωρισμού τους, γεγονός το οποίο αδυνατούσε να αποδεχθεί. Το γεγονός ότι τα λόγια του κατηγορούμενου είχαν σαν αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στην παραπονούμενη επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ3, με τον τελευταίο, έχοντας ακούσει τα όσα εκστόμισε ο κατηγορούμενος να του αναφέρει όπως: «μην γελαστεί να κάνει το οτιδήποτε». Το Δικαστήριο φρονεί ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα στην Kallenos (ante), υπόθεση στην οποία ήταν φανερό ότι οι σκληρές λέξεις που χρησιμοποίησε ο εκεί εφεσείων δεν ήταν, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, απειλητικές. Αυτό δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση όπου ο εφεσείων δεν περιορίστηκε σε θεωρητικές εκφράσεις αλλά αποφάσισε όπως ακολουθήσει την παραπονούμενη από το σπίτι της στην εργασία της, ενώ, όταν αυτή αρνήθηκε να συνομιλήσει μαζί του στο ισόγειο του Νοσοκομείου την ακολούθησε μέχρι και τον 7ο όροφο του κτιρίου, εν ώρα εργασίας, διακόπτοντας την από την ροή της βάρδιας της και αναγκάζοντας την, όπως, για να μην προκληθεί περαιτέρω αναστάτωση στον χώρο, τον ακολουθήσει στο κλιμακοστάσιο του 7ου ορόφου και εκεί απειλώντας την. Το Δικαστήριο δεν μπορεί δυνάμει των πιο πάνω να αποδεχθεί συνεπώς την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η εν λόγω απειλή ήταν κενή περιεχομένου. Ανεξαρτήτως τούτου όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην παρούσα περίπτωση οι απειλές του κατηγορούμενου κρινόμενες αντικειμενικά ενείχαν αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού. Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώπιον του έχει τεθεί ικανή μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον της παραπονούμενης την απειλητική φράση που καταγράφεται στα πρωτογενή γεγονότα της δεύτερης κατηγορίας, με σκοπό την αποτροπή της από το να διενεργήσει την νόμιμη πράξη που επιθυμούσε, ήτοι να δώσει τέλος στον δεσμό τους. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της δεύτερης κατηγορίας μόνο, όμως στο μέρος του κατηγορητηρίου που αφορά την απειλή ότι, με τις πράξεις του, θα έκανε ρεζίλι την παραπονούμενη στην δουλειά της και ότι θα την πετούσε από τον έβδομο όροφο του κτιρίου, με απώτερο σκοπό όπως αποτρέψει αυτήν από το να διενεργήσει πράξη την οποία είχε νόμιμο δικαίωμα όπως τελέσει, ήτοι να δώσει τέλος στον δεσμό τους, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Κεφαλαίου 154. Ο κατηγορούμενος κρίνεται συνεπώς ένοχος στο μέρος του κατηγορητηρίου που κατέγραψε ανωτέρω το Δικαστήριο, με την Κατηγορούσα Αρχή να έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Σε ότι αφορά δε, το μέρος του κατηγορητηρίου ότι θα την έκανε ρεζίλι στα παιδιά της, και με γνώμονα την κοινά μεταξύ των παραγόντων, θέση, ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν γνώρισε αυτά, ο τελευταίος αθωώνεται και απαλλάσσεται, με την εν λόγω απειλή να παραμένει συνεπώς, κενή περιεχομένου. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.