ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Δ., Αρ. Υπόθεσης: 5718/20, 29/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B35 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5718/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Α. Δ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος: Απών AΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος, Κύπριος της Αγγλίας, αντιμετωπίζει συνολικά εννέα
(9)κατηγορίες. Αυτές αφορούν στα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 3, 5, 6, 7 και 8), της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 2 και 9) και της διενέργειας απερίσκεπτων και αμελών πράξεων κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 4). Τα πρωτογενή γεγονότα ως αυτά καταγράφονται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος παρατίθενται αυτούσια για σκοπούς φανέρωσης του πλέγματος των γεγονότων που συνθέτουν το παρόν κατηγορητήριο. 1η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στις 4.3.20 και ώρα 17:00 στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧΧ της Επαρχίας Λάρνακας ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την παραπονούμενη από την ΧΧΧ με τη φράση «πουτάνα θα σου στείλω χασηκλίες να σε καταστρέψουν» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. 2η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία προκάλεσε τρόμο στην παραπονουμενη, απειλώντας την ότι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό, λέγοντας της «θα στείλω χασηκλίες να σε καταστρέψουν». 3η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στις 7.3.20 και ώρα 11:00 στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ της Επαρχίας Λάρνακας σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την παραπονούμενη με τη φράση « fuck you bitch», με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. 4η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στις 18.3.20 και ώρα 12:00 στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧX με αλόγιστο και βεβιασμένο τρόπο με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της παραπονούμενης από την ΧΧΧ. 5η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στις 26.3.20 και ώρα 19:00 στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ της Επαρχίας Λάρνακας ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την παραπονούμενη από την ΧΧΧ με τη φράση «πουτάνα», με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. 6η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στις 20.4.10 και ώρα 19:00 στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ της Επαρχίας Λάρνακας ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την παραπονούμενη από την ΧΧΧ με τη φράση «μαλακισμένη, πουτάνα, φοάσε τζιε εν γυρίζεις, μαλακισμένη πουτάνα, φοάσε φοάσε», με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. 7η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στις 24.4.20 και ώρα 16:00 στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ της Επαρχίας Λάρνακας ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε την παραπονούμενη από την ΧΧΧ με τη φράση «να πάτε να γαμηθείτε», με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. 8η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στις 7.5.20 και ώρα 11:00 στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ της Επαρχίας Λάρνακας ευρισκόμενος σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τον παραπονούμενο από την ΧΧΧ με τη φράση «πουστογερμανέ θα σε καταστρέψω», με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. 9η Κατηγορία/ Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 8η κατηγορία προκάλεσε τρόμο στον παραπονούμενο, απειλώντας τον ότι με παράνομη πράξη θα του κάνει κακό, λέγοντας του «θα σε καταστρέψω». Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες. Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας η παραπονούμενη, δεύτερος ο σύζυγος της επίσης παραπονούμενος, τρίτος ο γείτονας των κ. Π. Γ και τέλος η ανακρίτρια της υπόθεσης, Αστυφύλακας ΧΧΧ. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε όπως προβεί σε δήλωση ανωμοτί. Η προφορική μαρτυρία βρίσκεται δεόντως καταγεγραμμένη στα πρακτικά, με το Δικαστήριο να προχωρεί στην παράθεση μιας σύνοψης της. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Η παραπονούμενη ΜΚ1, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, ως αυτήν έδωσε στην Αστυνομία την 22.5.20, Τεκμήριο
- Αναγνώρισε δε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο. Στην κατάθεσή της αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα. Η ίδια διαμένει με τον σύζυγο της στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ. Με τον κατηγορούμενο είναι γείτονες και μεταξύ τους υπάρχουν προστριβές από το 2019, εξ' ου και εκκρεμεί και άλλη υπόθεση, επίσης ποινικής φύσεως στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε σχέση με εξυβρίσεις που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο τον Οκτώβρη του
- Από την στιγμή που η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία αναφορικά με τα περιστατικά που προηγήθηκαν μεταξύ τους, ήτοι εκτός του πλαισίου του παρόντος κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος την προκαλεί συνεχώς. Την 20.5.20 περί τις 02:55 το πρωί ξύπνησε από έναν δυνατό θόρυβο που άκουσε, τον οποίον συνόδευσε η διακοπή παροχής ρεύματος στο σπίτι της. Ο σύζυγος της πήγε να ελέγξει τις παροχές του ρεύματος ενώ η ίδια έμεινε στην είσοδο του σπιτιού. Γυρίζοντας το κεφάλι της προς τα δεξιά είδε τον κατηγορούμενο ο οποίος μένει στο διπλανό σπίτι, να εισέρχεται στο δικό της. Αντιλήφθηκε εκείνη τη στιγμή ότι το εξωτερικό τζάμι της δεξιάς μπαλκονόπορτας της ήταν σπασμένο. Στο σπίτι της υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο όμως εκείνη την ώρα δεν λειτούργησε αφού δεν υπήρχε παροχή ρεύματος. Την 4.3.20, στις 17:00 και ενώ η ίδια ήταν στην αυλή της, ο κατηγορούμενος την εξύβρισε με την φράση που καταγράφεται στην κατηγορία
- Την 7.3.20 κατά τις 11:00 το πρωί και ενώ ήταν στο πεζοδρόμιο με τον άνδρα της, o κατηγορούμενος πέρασε με το αυτοκίνητο του από μπροστά τους, πετώντας το τσιγάρο που κρατούσε προς το μέρος τους, εξυβρίζοντας την με την φράση που καταγράφεται στην τρίτη κατηγορία. Την 18.3.20 και ώρα 19:00 και ενώ η παραπονούμενη περπατούσε με μια φίλη της στην Οδό ΧΧΧ την αποκάλεσε «πουτάνα». Την 20.4.20 και περί τις 19:00, ενώ περπατούσε με τον σύζυγο της στην Οδό ΧΧΧ ΧΧΧ στην Λάρνακα, ο κατηγορούμενος την εξύβρισε χρησιμοποιώντας την φράση της πέμπτης κατηγορίας. Την 24.4.20 κατά τις 16:00 το απόγευμα και ενώ ήταν με τον πατέρα και σύζυγο της στην αυλή του σπιτιού της, ο κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα κτυπήσει τον πατέρα της, ηλικίας 80 ετών και ότι θα στείλει το σύζυγο της στην χώρα του, φωνάζοντας τους να «πάνε να γαμηθούνε». Την 6.5.20 η παραπονούμενη πρόσεξε ένα αυτοκίνητο χρώματος γκρίζου, τύπου ΧΧΧ να είναι παρκαρισμένο περί των 150 μέτρων από την οικία της, χωρίς να προλάβει να δει τους αριθμούς εγγραφής του. Εντός του αυτοκινήτου βρίσκονταν δύο μεγαλόσωμοι φαλακροί άντρες. Οι δύο αυτοί άνδρες απείλησαν τον γείτονα της, ΜΚ3 να μην έρθει στο Δικαστήριο και μαρτυρήσει υπέρ της. Την 7.5.20 η ίδια βρισκόταν έξω από το σπίτι της, μαζεύοντας φύλλα, όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε ακριβώς δίπλα της, πιέζοντας συνεχόμενα την κόρνα του αυτοκινήτου του. Φώναξε δε του συζύγου της ο οποίος επίσης ήταν στην αυλή, «πουστογερμανέ θα σε καταστρέψω». Την ίδια ημέρα το απόγευμα εντόπισαν τον μηχανισμό της καγκελόπορτας στην είσοδο του σπιτιού τους, σπασμένη. Στο σπίτι τους υπάρχει εγκατεστημένο κλειστό σύστημα παρακολούθησης το οποίο ήταν σε λειτουργία, όμως δεν γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιούν. Αναμένουν την άφιξη του υιού τους από τις σπουδές για να παραδώσουν το οπτικογραφημένο υλικό στις Αστυνομικές αρχές. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διαμένει σε σπίτι δίπλα από το δικό της. Το μόνο που χωρίζει τα δύο σπίτια είναι η περίφραξη της αυλής. Το σπίτι του κατηγορούμενου είναι «κάπως πιο ψηλά από το δικό τους» και έτσι ο κατηγορούμενος μπορεί, ανά πάσα στιγμή να δει πότε οι παραπονούμενοι βρίσκονται στην αυλή τους. Μόλις τους δει ή τους ακούσει, ο κατηγορούμενος «πρέπει να βγει έξω να βρίσει, ή να κάνει το οτιδήποτε». Συνέχισε την μαρτυρία της επαναλαμβάνοντας τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση της σε σχέση με τα υπό του κατηγορητηρίου περιστατικά. Πρόσθεσε σε ότι αφορά το περιστατικό της 18.3.20, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος επιχείρησε να την κτυπήσει με το αυτοκίνητο του ότι, η ίδια εκείνη την ώρα απολάμβανε τον πρωινό της περίπατο. Ο κατηγορούμενος ήταν ήδη εντός του αυτοκινήτου του. Όταν είδε ότι η παραπονούμενη ξεκίνησε το περπάτημα της, τότε ο ίδιος ανέπτυξε ταχύτητα και κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε η παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος «πάτησε το αυτοκίνητο του έτσι δυνάμενα και εγώ μπήκα σε ένα σπίτι για να μην μου κάνει οτιδήποτε». Σε ερώτηση του κ. Σταύρου κατά πόσον είχε στρέψει το αυτοκίνητο του προς τα πάνω της, η παραπονούμενη ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορούμενου ήταν πίσω της. Την 20.4.20 οι παραπονούμενοι περπατούσαν επί της Οδού ΧΧΧ ΧΧΧ. Συναντήθηκαν τυχαία με τον κατηγορούμενο στο δρόμο ο οποίος βρισκόταν στο απέναντι από τους ίδιους, πεζοδρόμιο. Όταν τους αντιλήφθηκε άφησε τον σκύλο του ελεύθερο στη μέση του δρόμου και άρχισε να φωνάζει προς την παραπονούμενη: «φοάσε, φοάσε». Η ίδια δεν έδωσε συνέχεια και δεν απάντησε στον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι η προκλητική και υβριστική συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Οποιοδήποτε περιστατικό εκτυλίχθηκε κοντά στο σπίτι και όχι στο πεζοδρόμιο είναι καταγεγραμμένο επί του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Το σχετικό υλικό είπε, έχει και επί του κινητού της τηλεφώνου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενοι είναι γείτονες πέριξ των 15 ετών. Οι κατοικίες τους δεν εφάπτονται αφού έχουν περίπου 20 τετραγωνικά μέτρα απόσταση, όμως εφάπτονται οι αυλές των. Το παράπονο της εναντίον του κατηγορούμενο για τα περιστατικά του 2019 δεν προώθησε τελικώς επειδή, μετά την καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία, αποδέχθηκε την απολογία που εξέφρασε εκ μέρους του κατηγορούμενου ο πατέρας του, παρουσία του αδελφού της με τον οποίον ο κατηγορούμενος ήταν γνωστός. Της υποσχέθηκαν ότι οι εν λόγω συμπεριφορές δεν θα επαναλαμβάνονταν. Παλαιότερα υπήρξε και άλλο περιστατικό μεταξύ της ιδίας και της συζύγου του κατηγορούμενου, για το οποίο καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον της νυν παραπονούμενης. Εξ΄όσων θυμάται η υπόθεση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο επειδή η σύζυγος του κατηγορούμενου δεν εμφανιζόταν στην διαδικασία. Ερωτηθείσα από την υπεράσπιση όπως περιγράψει τι συνέβη την 4.3.20 απάντησε: «Εμείς σφουγγαρίζαμε με το λάστιχο μας, με τη διάτρηση μας, στο πλευρό που είναι δίπλα το περιτοίχισμα που μας χωρίζει και μας πήρε πρέφα, γιατί είπα σας ήμαστε έξω μόλις μας δει έξω, βγαίνει. Βγήκε έξω και στάθηκε στο δικό του το πέρασμα και μας έλεγε « εγώ θα σας κανονίσω, θα σας στείλω τους χασικλήδες της Αραδίππου, να σας δείξω εγώ». Παρόντες ήταν ο πατέρας της και ο σύζυγος της. Επικοινώνησε σχετικά με την Αστυνομία όπου της έγινε μνεία ότι θα ήταν φρόνιμο όπως καταγράφει τα όποια περιστατικά λαμβάνουν χώρα μεταξύ των. Την 7.3.20 ήταν επί του πεζοδρομίου της, μαζεύοντας ακαθαρσίες. Όταν βγήκε έξω ο κατηγορούμενος τους είδε, πήρε το αυτοκίνητο του, σταμάτησε δίπλα τους και έριξε το τσιγάρο του προς το μέρος τους. Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν καπνίζει η παραπονούμενη απάντησε αρνητικά. Το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης εγκατέστησε εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Μάλιστα τοποθετήθηκε ως εξής: «Όταν ήρθε και ξεκίνησε και έκανε φασαρίες στο σπίτι, αναγκαστήκαμε, γιατί έκανε συνέχεια και απείλησε με που πέθανε ο αδελφός μου ότι, «τώρα που πέθανε ο αδελφός σου, δεν θα μπορείς να κάνεις οτιδήποτε» και βάλαμε τις κάμερες έχει καιρό». Τα περιστατικά επί του κατηγορητήριου τα κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και τα είδε και η αστυνομία αφού τους τα έδειξε όταν έδιδε την κατάθεση της. Την απάντηση της αυτή σύντομα αναίρεσε η παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, παραδεχόμενη ότι τελικώς κανένα από τα επίδικα περιστατικά δεν έχει καταγράψει το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, εξ' ου και δεν τα κατέδειξε στην αστυνομία αφού δεν ήξερε πώς να χειρίζεται το όλο σύστημα. Ούτε την βοήθεια των αρχών ζήτησε προς αυτή την κατεύθυνση. Οι κάμερες τοποθετήθηκαν προ μίας τετραετίας. Η στάθμευση επί ώρες του γκρίζου αυτοκινήτου σε κοντινή απόσταση από το σπίτι της, της προκάλεσε εντύπωση. Την επόμενη μέρα, πληροφορήθηκε από τον ΜΚ3 ότι οι δύο άνδρες που βρίσκονταν εντός αυτού τον πλησίασαν και τον απείλησαν όπως μην μαρτυρήσει εναντίον του κατηγορούμενου. Η ίδια ποτέ δεν ζήτησε από τον ΜΚ3 όπως έρθει στο Δικαστήριο και μαρτυρήσει υπέρ της. Κατά τα λοιπά η ίδια δεν διατηρεί παρά μόνο τυπικές σχέσεις με τους γείτονες της. Ως ανέφερε είναι μια διαζευγμένη γυναίκα από το 2011, της οποίας μοναδικό μέλημα ήταν να σπουδάσει τα τέσσερα της παιδιά. Τον δεύτερο της σύζυγο, επίσης παραπονούμενο παντρεύτηκε, το
- ΜΚ2, ο σύζυγος της παραπονούμενης. Την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 29.5.20 κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 στην διαδικασία. Στην οικία διαμένει με την σύζυγο του από τον Απρίλιο του
- Την 20.5.20 γύρω στις τρείς το πρωί ξύπνησε γιατί «έπεσε το ρεύμα» ενώ παράλληλα ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Μαζί με την σύζυγο του, έτρεξαν στην κύρια είσοδο του σπιτιού, με τον ίδιο να κατευθύνεται προς την μπροστινή αυλή για να δει κατά πόσον υπήρχε θέμα με τα σύρματα παροχής ρεύματος. Όταν επέστρεψε η σύζυγος του, του έδειξε ότι το εξωτερικό τζάμι της δεξιάς μπαλκονόπορτας ήταν σπασμένο. Εκείνη τη στιγμή η σύζυγος του, του έδειξε τον κατηγορούμενο, ο οποίος στεκόταν στην κύρια είσοδο του σπιτιού τους. Αυτός τους έβλεπε και γελούσε. Με τον κατηγορούμενο έχει καιρό που έχουν προβλήματα. Η σύζυγος του έχει ακόμη μια υπόθεση με τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο που αφορά σε γεγονότα του
- Την 20.4.20 βγήκαν με την σύζυγο του για περπάτημα. Συνάντησαν εκεί τον κατηγορούμενο ο οποίος περπατούσε με την σύζυγο του και τον σκύλο τους. Μόλις τους είδε ο κατηγορούμενος πήγε στο απέναντι από αυτούς πεζοδρόμιο, φωνάζοντας στην παραπονούμενη: «Α ρε ΧΧΧ τώρα δεν φωνάζεις ή με φοβάσαι, πουτάνα, καριόλα πασιαμάκκα». Οι ίδιοι τον αγνόησαν και συνέχισαν τον δρόμο τους. Την 24.4.20 το πρωί και ενώ ήταν στην μπροστινή τους αυλή, ο κατηγορούμενος βγήκε στο πεζοδρόμιο φωνάζοντας ότι θα δείρει την παραπονούμενη, τον ίδιο και τον πατέρα της. Μια άλλη μέρα, την ημερομηνία της οποίας δεν θυμάται, και ενώ ο ίδιος ήταν με την σύζυγο του στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι τους, ο κατηγορούμενος πέρασε μπροστά τους με το αυτοκίνητο του, πετώντας το τσιγάρο που κρατούσε, μπροστά στα πόδια τους λέγοντας την φράση «fuck you». Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση ως προς το πότε, εγκαταστάθηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, ο ΜΚ2 απάντησε ότι αυτό εγκαταστάθηκε το 2020 και σίγουρα μετά που έσπασε η μπαλκονόπορτα τους (20.5.20). Στην θέση της υπεράσπισης ότι ο ίδιος δίνει μια άλλη περιγραφή στις υβριστικές φράσεις που κατ' ισχυρισμόν εκστόμισε ο κατηγορούμενος, από αυτές που ανέφερε η σύζυγος του, ο μάρτυρας απάντησε ότι η χρήση αυτών έγινε παρουσία του και τις θυμάται πολύ καλά. ΜΚ3 ο γείτονας των παραπονουμένων, Π. Γ. Καταθέτοντας ενόρκως αναγνώρισε την υπογραφή του επί της κατάθεσης του, Τεκμήριο 3, στην οποία καταγράφονται τα εξής. Μένει στην Οδό ΧΧΧ Χ περί τα 35 χρόνια. Για το περιστατικό που έλαβε χώρα την 20.5.20 περί τις 03:00 τα ξημερώματα, όταν και έσπασε το γυαλί της μπαλκονόπορτας της παραπονούμενης, «δεν είδε, ούτε άκουσε τίποτα, του τα είπε η παραπονούμενη την επόμενη μέρα το πρωί». Έχει 5 με 6 μήνες που βλέπει την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο να μαλώνουν, όμως δεν ξέρει τον λόγο ούτε και δίνει σημασία, απλά τους βλέπει από την βεράντα του ότι συζητούν έντονα. Στην κατάθεση του καταγράφει ότι: «Δεν άκουσα ποτέ τον Αντώνη να ξιτιμάζει την παραπονούμενη, ούτε την παραπονούμενη να ξιτιμάζει τον Αντώνη». Για το αυτοκίνητο το γκρίζο που ήταν παρκαρισμένο την 6.5.20 «καμία εκατοστή μέτρα από το σπίτι του δεν γνωρίζει κάτι, ούτε είδε πόσα άτομα επενέβαιναν σε αυτό». Η παραπονούμενη του ζήτησε να έρθει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει για εκείνα που βλέπει, δηλαδή «ότι μαλώνουν με τον Αντώνη». Ποτέ κανένας δεν τον απείλησε με σκοπό να μην έρθει στο Δικαστήριο και να μαρτυρήσει για τα όσα γνωρίζει. Κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ως το μοναδικό περιστατικό που θυμάται, μια φορά που η σύζυγος του κατηγορούμενου εξύβρισε τον ίδιο και την παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ποτέ δεν τον απείλησε κανένας όπως μην έρθει στο Δικαστήριο και μαρτυρήσει, παρά μόνο μια φορά, όταν ο κατηγορούμενος και ένας φίλος του, του είπαν να «μεν θωρεί τίποτε που γίνεται μες τον δρόμο». Αυτό, έγινε κάποια στιγμή το
- ΜΚ4 η Αστυφύλακας ΧΧΧ, η οποία σήμερα υπηρετεί στην Τροχαία Λάρνακας. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στην διαδικασία, η κατάθεση της ημερ. 11.6.
- Εκεί αναφέρει ότι την 19.5.20 ανέλαβε καθήκον για συνεχόμενο ωράριο από τις 19:00 το απόγευμα μέχρι την 07:00 το πρωί της επόμενης μέρας. Την 20.5.20 και περί της 06:25 τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό ΧΧΧ η παραπονούμενη αναφέροντας ότι την ίδια μέρα και περί την 02:50, «άγνωστος/οι προκάλεσε/σαν ζημιά στο εξωτερικό τζάμι της δεξιάς μπαλκονόπορτας που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του σπιτιού της», εκφράζοντας υποψίες για τον γείτονα της, κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Την 22.5.20 η παραπονούμενη προσήλθε στο σταθμό δίδοντας την κατάθεση της. Την 7.5.20 και μεταξύ των ωρών 19:50-20:10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού τον πληροφόρησε προηγουμένως για τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 20:20 -20:25 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 έγγραφο στο οποίο εμπεριέχονται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, ενώ η κατάθεση του κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η απάντηση του κατηγορούμενου στην γραπτή κατηγορία που αντιμετώπιζε καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
- Αυτή ήταν: «δεν παραδέχομαι, εν ψευκιές». Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας ρωτήθηκε γιατί έσπευσε όπως αμέσως, και ενώ μόλις είχε προβάλλει τις θέσεις του ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος, όπως τον κατηγορήσει, με την ΜΚ4 να απαντά ότι, στις μέρες που είχαν διαρρεύσει μεταξύ της κατάθεσης της παραπονούμενης και της ανάκρισης του κατηγορούμενου, είχε αναζητήσει μαρτυρία από τους γείτονες της συγκεκριμένης Οδού, όμως, κανένα άτομο δεν επιθυμούσε να αναφέρει το οτιδήποτε. Ενώπιον της είπε, είχε μόνο την μαρτυρία της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. Σε ερώτηση κατά πόσον διερευνήθηκε το παράπονο για το σπασμένο τζάμι της μπαλκονόπορτας, η ΜΚ4 απάντησε ότι από την έρευνα της δεν προέκυψε κάποια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου. Η ΜΚ4 ρωτήθηκε κατά πόσον η παραπονούμενη παρέδωσε οποιοδήποτε αντίγραφο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που έχει εγκατεστημένο στην οικία της με σκοπό την υποβοήθηση της αστυνομίας στην διερεύνηση των παραπόνων της, με την μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Οι Θέσεις του Κατηγορούμενου Το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, με τον ίδιο να αποφασίζει όπως προβεί σε δήλωση ανωμοτί. Η επιλογή αυτή του κατηγορούμενου φυσικά, δεν προσφέρεται για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος και δεν πρέπει να συσχετίζεται με την ενοχή του. Οι ανώμοτες δηλώσεις δεν αποτελούν μαρτυρία (βλ. Κοφτερός ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.83) ενώ φέρουν περισσότερο πειστική παρά αποδεικτική αξία. Εξετάζονται δε, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αυτή είχε ως ακολούθως: «Στα 10 χρόνια που ήμασταν σε αυτήν την διεύθυνση ως γείτονες, και από την πρώτη μέρα υπήρχε πρόβλημα. Μας έλεγε συνεχώς να επιστρέψουμε από εκεί που ήρθαμε. Η γυναίκα μου την έχει πάρει Δικαστήριο αυτή την στιγμή για ρατσισμό, για κακοποίηση και ρατσισμό. Δεν ενδώσαμε ποτέ στην προσπάθεια της και στην κακοποίηση της τόσα χρόνια, επειδή ο άνδρας της μας είχε πει ότι έχει κάποια ψυχολογικά προβλήματα, ο πρώην άνδρας της, μας ενημέρωσε ότι έχει κάποια προβλήματα. Μετά από τόσα χρόνια είπα αρκετά, θα την πάρω Δικαστήριο. Όταν πήγα στον Αστυνομικό Σταθμό πήγε και αυτή στον Αστυνομικό Σταθμό. Και το ό,τι με κατηγόρησε γραπτώς είναι αυτά που μου έχουν συμβεί εμένα και στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου και τρεις απόπειρες να εισέλθουν στο σπίτι μου να μου κάνουν κακό. Γι' αυτό ήθελα να έρθω Δικαστήριο». Κρίνεται ορθό το παρόν στάδιο όπως γίνει μνεία στις αναφορές του κατηγορούμενου όταν αυτός ανακρινόταν την 7.6.20 από τις αστυνομικές αρχές (Τεκμήριο 6). Ο κατηγορούμενος διαμένει στην Οδό ΧΧΧ ΧΧΧ με την σύζυγο του και τα παιδιά του τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Είναι Αγγλοκύπριος. Καταλαβαίνει πολύ καλά την Ελληνική, όμως δεν μπορεί να διαβάσει Ελληνικά. Σε ερώτηση της Αστυνομίας για το τι επεσυνέβη την 20.5.20 και περί τις 03:00 τα ξημερώματα, απάντησε ότι υπήρξε διακοπή ρεύματος, γεγονός που τον οδήγησε να βγει στην βεράντα του για να διαπιστώσει τι συμβαίνει, και συγκεκριμένα αν υπήρχε διακοπή ρεύματος σε ολόκληρη τη περιοχή. Δεν έσπασε ποτέ κανένα γυαλί πόρτας. Την 4.3.20 το απόγευμα συναντήθηκε έξω στην αυλή με την παραπονούμενη αλλά δεν της μίλησε. Την 7.3.20 το πρωί μπήκε στο αυτοκίνητο του για να φύγει από το σπίτι του, είδε την παραπονούμενη και την σύζυγο της στον δρόμο και τους χαιρέτησε. Την 18.3.20 είδε την παραπονούμενη να βρίσκεται έξω από το σπίτι της. Ο ίδιος έφυγε από το σπίτι του χωρίς να της μιλήσει. Την 26.3.20 η ώρα 19:00 είδε την παραπονούμενη όπως την είδε και την 20.4.19, αλλά σε καμία περίπτωση δεν την ενόχλησε. Ο ίδιος ποτέ δεν έβρισε την παραπονούμενη ούτε την απείλησε. Αναφορικά με το γκρίζο αυτοκίνητο που ήταν στην γειτονιά του την 6.5.20 δεν γνωρίζει το οτιδήποτε. Την 7.5.20 και περί τις 11:00 είδε ότι η παραπονούμενη ήταν έξω στην αυλή της καθαρίζοντας, όμως και πάλι, ο ίδιος έφυγε από το σπίτι του χωρίς να της μιλήσει. Υπάρχουν γενικότερα αρκετά προβλήματα μεταξύ τους τα τελευταία εννέα χρόνια. Βάρος Απόδειξης/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είναι γνωστό τοις πάσι στον νομικό κόσμο ότι το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος όπως αυτές καταγράφονται στο κατηγορητήριο οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπεράσπιση επουδενί δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος για απόδειξη της αθωότητάς του κατηγορούμενου, ή συμπλήρωσης τυχόν κενών στην μαρτυρία της πρώτης (Woolmington v DPP 25 Cr. App.R.72, Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.459). Ο Δικαστικός Λόγος στην Θεοχάρους ν Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ.22 μας υπενθυμίζει ότι: «Ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας ενός κατηγορούμενου και της υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι: (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσον είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Με δεδομένη την πιο πάνω αρχή, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον νου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων με τον Δικαστή να: «.καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του, αποστασιωποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διατρέχει ολόκληρη κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του (βλ. P & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1945). Έχω ως γνώμονά μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές το Δικαστήριο επιζητεί την ανεύρεση άλλης, επί των γεγονότων, αξιόπιστης μαρτυρίας, ενώ ακριβώς επειδή η όλη υπόθεση εδράζεται επί δύο διιστάμενων εκδοχών, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015, ECLI:CY:AD:2015:A106). Ξεκινώντας από την μαρτυρία του ΜΚ3 και γείτονα των παραπονούμενων παρατηρώ ότι αυτή ουδόλως διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν τις ενώπιον μου κατηγορίες. Ως δήλωσε στην κατάθεση του ανακρινόμενος αλλά και δια ζώσης, καμία φορά δεν άκουσε τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει οιονδήποτε εκ των παραπονουμένων. Την θέση αυτή έθεσε και ενώπιον της αστυνομίας όταν κλήθηκε για κατάθεση προ μίας τετραετίας και επανέλαβε και ενώπιον του Δικαστηρίου. H μαρτυρία του ήταν ουσιαστικά κενή περιεχομένου, και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την εξαγωγή οποιουδήποτε στέρεου συμπεράσματος. Σημειώνεται δε ως θέση η οποία δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη τον παρακάλεσε όπως προσέλθει και μαρτυρήσει σε σχέση με το τεταμένο των σχέσεων μεταξύ των παραπονουμένων και κατηγορούμενου. Υπενθυμίζεται ότι την θέση αυτή, όταν ρωτήθηκε σχετικά η παραπονούμενη, είχε αρνηθεί. Η μαρτυρία της Αστυφύλακα ΜΚ4 ως φανερώνεται και από τα πρακτικά της διαδικασίας, ήταν τυπικής φύσεως. Η αντεξέταση περιορίστηκε στην προώθηση της θέσης ότι οι ισχυρισμοί των παραπονουμένων δεν είχαν διερευνηθεί δεόντως ή εις βάθος, με την Αστυνομία άμεσα, και χωρίς την αναζήτηση άλλης μαρτυρίας, να σπεύδει όπως κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ4 έδωσε προς τούτο απάντηση, την οποία κρίνω ως ειλικρινή και ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία της όμως στο σύνολο της, αν και δεν τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας της, δεν κατάφερε να διασαφηνίσει τα όσα αφορούν τις υπό κρίση κατηγορίες. Οι αναφορές και συμπεριφορά της ΜΚ1 προβλημάτισαν το Δικαστήριο σε σχέση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας της αλλά και την εν γένει συμπεριφορά της επί του εδωλίου. Κρίνοντας συνολικά και όχι αποσπασματικά την μαρτυρία της καταλήγω, ότι αυτή ήταν διάτρητη από αντιφάσεις και δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Μεγάλο μέρος της της ζώσας μαρτυρίας της αφορούσε στην εξιστόρηση γεγονότων που είναι μεταγενέστερα του παρόντος κατηγορητηρίου. Κατά τα λοιπά, η ίδια επέμενε κατά την επί ακροατηρίω διαδικασία ότι ο λόγος που εγκαταστάθηκε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης προ μίας τετραετίας ήταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο πρόσωπο της. Την θέση αυτή όμως, αυτή αναίρεσε ο σύζυγος της, ΜΚ2, ο οποίος χρονικά έθεσε ως χρόνο εγκατάστασης του συστήματος το έτος 2020, ήτοι «σίγουρα μετά το σπάσιμο της μπαλκονόπορτας». Επέμενε επίσης ότι όλα τα περιστατικά που επεσυνέβησαν και για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι καταγεγραμμένα επί του εν λόγω κλειστού κυκλώματος και τα οποία ντοκουμέντα έθεσε και υπόψιν της ανακρίτριας της υπόθεσης η οποία τα είδε, ιδίοις όμμασι. Την θέση όμως αυτή σύντομα αναίρεσε αντεξεταζόμενη, δηλώνοντας τελικώς ότι, κανένα από τα υπό του κατηγορητηρίου συμβάντα δεν κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο ήταν, κατ΄ισχυρισμόν εγκατεστημένο και σε λειτουργία, για την προστασία της. Παραδέχθηκε επίσης στον κ. Χριστοφόρου ότι τελικώς, τίποτα δεν έδειξε στη Αστυνομία που να αφορά τους επίδικους χρόνους. Την κατ΄ισχυρισμόν πρόθεση της να εφοδιάσει τις αστυνομικές αρχές με το οπτικοακουστικό υλικό μόλις επέστρεφε ο υιός της από τις σπουδές ποτέ τελικώς δεν μετουσίωσε σε πράξη, θέση η οποία αναιρεί τα όσα γενικώς και αορίστως ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με την όλη στάση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο πρόσωπο της. Αν πράγματι η παραπονούμενη αισθανόταν φόβο ή απειλή στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, με τον τελευταίο να αποτελεί τον κύριο λόγο που εγκατέστησε το κλειστό σύστημα παρακολούθησης, θα αναμένετο όπως ενεργήσει με ανάλογη σπουδή, και δη όπως εφοδιάσει τις αρχές με όλα εκείνα τα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις θέσεις και ισχυρισμούς της. Οι αναφορές της περί της προγενέστερης υπόθεσης που είχαν στο Δικαστήριο υπήρξαν επίσης ασαφείς και τελούσαν υπό αοριστία. Σε ερωτήσεις που αφορούσαν την υπόθεση μεταξύ της ιδίας και της συζύγου του κατηγορούμενου ήταν φανερό ότι η ίδια δεν ήθελε να δώσει σαφείς απαντήσεις ή έκταση. Η προληπτική αναφορά της επίσης, στην αστυνομική της κατάθεση ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που προκάλεσε την ζημιά στην μπαλκονόπορτα της, κατά την 20.5.20, χωρίς να έχει κάτι απτό προς τούτο, - εξ΄ου και ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία για πρόκληση κακόβουλης ζημιάς-, επίσης με προβλημάτισε. Καθίσταται διάχυτο μέσω της κατάθεσης της ότι, ακόμη και για περιστατικά που συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο του κατηγορητηρίου, όπως για παράδειγμα το ότι έσπασε το τζάμι της μπαλκονόπορτας της, ή ότι βρέθηκε χαλασμένος/σπασμένος ο μηχανισμός της καγκελόπορτας του σπιτιού της, κανένα άλλο πρόσωπο ή λόγος δεν μπορεί να προκάλεσε αυτά, παρά μόνον ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία της παραπονούμενης αφήνει το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι η ίδια προσπαθούσε εναγωνιωδώς όπως πείσει για την αλήθεια των θέσεων της, υιοθετώντας όμως μια άκαμπτη στάση κατά την αντεξέταση της, μη επιθυμώντας όπως επεκταθεί ή εξιστορήσει με λεπτομέρεια την δική της εκδοχή ως προς το πώς εκτυλίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα, παρά τις σχετικές προς τούτο, ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία της με άφησε σε αμφιβολία αν είναι μάρτυρας της αλήθειας. Υπενθυμίζω ότι, πλείστες εκ των θέσεων της καταρρίπτονται από την μαρτυρία του συζύγου της αλλά και του γείτονα της (ΜΚ3). Ο γείτονας της ανέφερε ότι του είχε ζητήσει η παραπονούμενη να έρθει στο Δικαστήριο και να μαρτυρήσει ως μάρτυρας κατηγορίας, θέση την οποία απέρριψε εμφαντικά η παραπονουμενη όταν ερωτήθηκε από την υπεράσπιση. Την θέση της ότι ο ΜΚ3 της ανέφερε ότι απειλήθηκε από τους δύο άνδρες που μετέβαιναν στο γκρίζο αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο κοντά στην οικία της, επίσης κατέρριψε ο ΜΚ3 τόσο μέσω της κατάθεσης του στην αστυνομία, αλλά και κατά την ζώσα μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, ο σύζυγος της έδωσε μια διαφορετική χροιά στις υβριστικές φράσεις που κατ΄ισχυρισμόν εκστόμισε ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο της, ενώ, σύμφωνα με την δική του μαρτυρία, οι κάμερες εγκαταστάθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο των επίδικων περιστατικών. Έχοντας υπόψιν όλα τα πιο πάνω και εξετάζοντας την μαρτυρία της παραπονούμενης παρατηρώ ότι αυτή έκανε αναφορά στα γεγονότα με υπερβολή. Η μαρτυρία της δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει στέρεο έδαφος για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ2. Σημειώνω ότι τη μαρτυρία αυτή, το Δικαστήριο προσέγγισε με προσοχή, και προς τούτο έχει αυτοπροειδοποιηθεί, έχοντας ως γνώμονα το γεγονός ότι ενδεχομένως αυτή να ήταν εμποτισμένη από άλλα κίνητρα, ήτοι την υποβοήθηση της συζύγου του (βλ.Κλεόβουλος Κουσουλίδης ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 10/2018, ημερ. 9.11.18). Όσο μεγαλύτερο το συμφέρον του μάρτυρα, τόσο μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται (βλ.Papachrysostomou v The Police
(1988)2 C.L.R. 55, Λαζάρου ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.633). Η μαρτυρία του συζύγου της παραπονούμενης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού διάχυτη κρίνεται, ήταν η προσπάθεια του όπως στηρίξει και επαληθεύσει τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στο Δικαστήριο. Οι θέσεις που ανέφερε όμως τόσο στην αστυνομική του κατάθεση προ μίας τετραετίας, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου πόρρω απέχουν από την μαρτυρία που έδωσε η παραπονούμενη, όταν ανακρινόταν σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά. Παρά την επιμονή του μάρτυρα ότι ήταν πάντοτε με την σύζυγο του όταν λάμβαναν χώρα οι απειλές και οι εξυβρίσεις στο πρόσωπο τους, εξ' ου και τις άκουσε και ο ίδιος, αυτός δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος άκουσε άλλες, ή διαφορετικές λέξεις από αυτές που κατ΄ισχυρισμόν άκουσε η σύζυγος του για ένα έκαστο περιστατικό και κατηγορία. Δεν μπορεί παράλληλα, να μην μνημονευθεί ότι καμία αναφορά δεν έκανε στα πλαίσια της κατάθεσης του σε σχέση με τις κατηγορίες 8 και 9. Συγκεκριμένα καμία αναφορά δεν γίνεται στο Τεκμήριο 2 σε σχέση με την εκστόμιση απειλών ή υβριστικών φράσεων εναντίον του. Καμία αναφορά περί τούτων δεν έγινε επίσης κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Η εντύπωση που άφησε ο ΜΚ2 στο Δικαστήριο ήταν ότι επρόκειτο περί μιας προσπάθειας μεταφοράς των όσων του ανέφερε η σύζυγος του, με σκοπό την ενίσχυση των θέσεων της. Δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ενθυμάται δήθεν, με βεβαιότητα τα όσα εκστόμισε ο κατηγορούμενος προς την σύζυγο του και να μην κάνει καμία αναφορά σε ότι αφορά την εξύβριση και απειλή που έλαβε χώρα προς το πρόσωπο του. Η μαρτυρία του στο σύνολό της δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη και δεν γίνεται αποδεκτή. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, δημόσια εξύβριση λαμβάνει χώρα όταν πρόσωπο, «..σε δηµόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δηµόσιος µε τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δηµόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόµενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός µήνα ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδοµήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». (κατηγορίες 1,3,5,6,7 και 8) Αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 91(Α) του Κεφ. 154, απειλή (2η και 9η κατηγορία) διαπράττεται όταν, «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Τέλος, σε ότι έκταση αφορά την παρούσα, απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις συντελούνται σύμφωνα με το άρθρο 236(α) του Κεφ. 154 όταν πρόσωπο κατά τρόπον αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή, οδηγεί όχημα κατά τρόπον που ενδεχομένως να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλον. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που απείλησε και εξύβρισε τους παραπονούμενους συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται στις κατηγορίες, καθώς και ότι οδήγησε το όχημα του κατά τρόπον που ενδεχομένως να προκαλούσε σωματική βλάβη στην πρώτη παραπονούμενη. Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου στη βάση της νομολογίας έχει περιορισμένη αξία, (βλ. σελ. 10 ανωτέρω), ενώ έχει πλέον, καταργηθεί (βλ. Αnastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ, 195 και Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91). Στον πυρήνα της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμενου ήταν η επανάληψη των αρχικών του θέσεων, ως αυτές εξέφρασε και στην Αστυνομία ανακρινόμενος, περί της αθωότητας του. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι, εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με έστω, υποβόσκουσα, αμφιβολία, η αθώωση του κατηγορούμενου είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή είναι αυτή που οφείλει, με την προσκόμιση αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας να αποδείξει την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363). Ο Δικαστικός λόγος στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ.246, επισημαίνει ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Έχει γίνει μνεία ανωτέρω ως προς του λόγους που η μαρτυρία των παραπονούμενων, επί της οποίας στηρίχθηκε η υπόθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δυνάμει τούτου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τους επίδικους χρόνους και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος κατά τις 4.3.20, 7.3.30 26.3.20 24.4.20 και 7.5.20 εξύβρισε ή απείλησε τους παραπονούμενους, ή ότι αυτοί ένιωσαν φόβο. Οι περιγραφές που έδωσαν οι παραπονούμενοι σε ότι αφορά τις εν λόγω κατηγορίες ήταν μεταξύ τους αντιφατικές και συγκεχυμένες. Περαιτέρω, επαναλαμβάνω ότι καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, και συγκεκριμένα από τον δεύτερο παραπονούμενο σε σχέση με το περιεχόμενο των κατηγοριών 8 και 9 ήτοι ότι έγινε χρήση της φράσης «πουστογερμανέ θα σε καταστρέψω» από τον κατηγορούμενο ή ότι η χρήση αυτής της φράσης δημιούργησε αίσθημα φόβου ή τρόμου στον δεύτερο παραπονούμενο. Καμία στοιχειοθέτηση επιπλέον δεν υπήρξε σε ότι αφορά την 4η στην σειρά κατηγορία περί αμελών ή απερίσκεπτων πράξεων. Πέραν της γενικής αναφοράς της παραπονούμενης στην ζώσα μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος «επάτησεν» του αυτοκινήτου του, καμία άλλη μνεία δεν έγινε προς τούτο. Σημειώνεται δε και η αναφορά της ότι ο ίδιος ήταν ήδη εντός του οχήματος του, όταν η ίδια είχε ξεκινήσει το περπάτημα της, ενώ ποτέ δεν έστρεψε το όχημα του προς το μέρος της, παρά μόνον «πάτησε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του» όταν η ίδια ήταν στον δρόμο (βλ. σελ. 3 πρακτικά ημερ. 8.2.23). Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από πλευράς παραπονούμενων, δεν έπεισε ούτε στοιχειοθέτησε έκαστο εκ των συστατικών στοιχείων που συνθέτουν τις υπό κρίση κατηγορίες. Αυτό, στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ του κατηγορούμενου. Με την απόρριψη της μαρτυρίας των ΜΚ1 και 2 η απόδειξη των κατηγοριών δεν έχει στοιχειοθετηθεί, αφού με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κανένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον του παραπονούμενων τις συγκεκριμένες απειλητικές φράσεις που καταγράφονται στα πρωτογενή γεγονότα των κατηγοριών 1,3, 5, 6,7 και 8, ή ότι οι παραπονούμενοι αισθάνθηκαν όντως τρόμο ή φόβο (κατηγορίες 2 και 9), ως επίσης και ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του κατά τρόπον που ενδεχομένως να προκαλούσε σωματική βλάβη στην παραπονούμενη 1 (κατηγορία 4). Κρίνοντας την μαρτυρία των παραπονουμένων συνολικά, είναι αβέβαιο αν τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως οι περιγραφές τους, ενώ η απόρριψη της μαρτυρίας των κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης, αφού είναι δεδομένη η αρχή ότι Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. (βλ. ΓΕ ν. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250). Δυνάμει όλων των πιο πάνω, και με γνώμονα ότι η μαρτυρία της Κατηγορύσας Αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή, καταλήγω ότι η διάπραξη των αδικημάτων δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο