← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Κ., Υπόθεση Αρ.: 3896/2022, 3/3/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Κ., Υπόθεση Αρ.: 3896/2022, 3/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν.Α.Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 3896/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Κ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 3.3.2023. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Η κα Ο. Οικονόμου. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος και στις δέκα

(10)κατηγορίες που παρέμειναν και αντιμετώπιζε, αφού οι κατηγορίες 6 και 11 αναστάληκαν και σε αυτές απαλλάχθηκε. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ένοχος σε μια κατηγορία για βιασμό, ήτοι ότι στις 2.4.2022 στη Λάρνακα ήρθε σε παράνομη συνουσία με την πρώην συμβία του A. B., δηλαδή δια στοματικής διείσδυσης του πέους του, χωρίς τη συναίνεση της, η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας και φόβου, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 5(α) και 11 του Ν.115(Ι)/2021 (κατηγορία 1), μια κατηγορία για σεξουαλική κακοποίηση διά διείσδυσης, δηλαδή στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία 1 διείσδυσε το δάχτυλο του στον κόλπο της ως άνω γυναίκας, χωρίς τη συναίνεση της, η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας και φόβου, κατά παράβαση του άρθρου 146Α του ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 5(α) και 11 του Ν.115(Ι)/2021, (κατηγορία 2), μια κατηγορία για απαγωγή, ήτοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία 1, απήγαγε την ίδια, ως άνω, γυναίκα με σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί της, χωρίς τη θέληση της κατά παράβαση του άρθρου 148 του ΚΕΦ.154, (κατηγορία 3), μια κατηγορία για άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, ήτοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία 1, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της πρώην συμβίας του, που αναφέρεται πιο πάνω, δηλαδή τη φίλησε στο λαιμό και στα χείλη της και έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1),
(2)(α) του Ν.119(Ι)/2000 και του άρθρου 151 του ΚΕΦ.154 (κατηγορία 4), μια κατηγορία για πρόκληση σωματικής βλάβης από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της οικογένειας, ήτοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία 1, άσκησε βία στην πρώην συμβία του που αναφέρεται ανωτέρω, δηλαδή της προκάλεσε σωματική βλάβη δαγκώνοντας την πάνω στο πρόσωπο, στο στόμα, στο λαιμό και την πλάτη, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Ν.119(Ι)/2000 (κατηγορία 5), τέσσερεις
(4)κατηγορίες για κοινή επίθεση, ήτοι σε δύο περιπτώσεις, σε διαφορετικό χρόνο, τον Ιούνιο, μία τον Ιούλιο 2021 και μία τον Φεβρουάριο του 2022, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)
(2)(α) του Ν.119(Ι)/2000 και του άρθρου 242 του ΚΕΦ. 154, οι οποίες συνίσταντο σε δάγκωμα στα χείλη, στο πρόσωπο, στα χέρια και στην πλάτη (κατηγορία 7), τράβηγμα μαλλιών και χαστούκια στο πρόσωπο (κατηγορία 8), τράβηγμα μαλλιών και κλωτσιές στην κοιλιά και την πλάτη (κατηγορία 9) και κτύπημα με αντικείμενα σε όλο της το σώμα και κλωτσιές στη λεκάνη και την κοιλιά (κατηγορία 10) και μια κατηγορία για απειλή, ήτοι στις 25.2.2022 στη Λάρνακα, προκάλεσε τρόμο στην ίδια ως άνω συμβία του, δηλαδή την απείλησε ότι θα της προκαλούσε σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του ΚΕΦ. 154 (κατηγορία 12). Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.2.2023 τα οποία παρατίθενται συνοπτικά κατωτέρω. Η παραπονούμενη, η οποία κατάγεται από την Βουλγαρία και ήρθε στην Κύπρο μαζί με τους γονείς της πριν 9 χρόνια, δηλαδή, όταν αυτή ήταν ηλικίας 16 ετών, περί τις αρχές του Δεκέμβρη του 2020 γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι από την Αίγυπτο μέσω κάποιων κοινών γνωστών. Περί τα τέλη του ίδιου μήνα συνήψαν ερωτικό δεσμό και κατά τον μήνα Απρίλιο του 2021 αποφάσισε να μετακομίσει σπίτι του κατηγορούμενου στο χωριό { } της επαρχίας Λάρνακας, όπου παρέμεινε μέχρι τις 5.3.
  1. Έξι μήνες μετά την δημιουργία της σχέσης τους, δηλαδή τον Ιούνιο του 2021, τσακώθηκαν για πρώτη φορά, επειδή ο κατηγορούμενος την ζήλεψε, της επιτέθηκε δαγκώνοντας την στα χείλη, στο πρόσωπο, στα χέρια και την πλάτη. Επίσης τον ίδιο μήνα, δηλαδή τον Ιούνιο του 2021, σε άλλη περίπτωση της επιτέθηκε τραβώντας την από τα μαλλιά και χαστουκίζοντας την στο πρόσωπο. Μετά από ένα μήνα περίπου, δηλαδή κατά τον Ιούλιο του 2021, ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και πάλι, τραβώντας την από τα μαλλιά και κλωτσώντας την στην κοιλιά και στη λεκάνη της. Στις 20.11.2021 η παραπονούμενη τσακώθηκε και πάλι με τον κατηγορούμενο επειδή έμαθε από κάποιο φίλο του ότι ήταν παντρεμένος στην Αίγυπτο με ένα μωρό. Έτσι πήρε την απόφαση να φύγει αλλά ο κατηγορούμενος δεν την άφησε να φύγει, πράγμα που έκανε την επόμενη ημέρα. Στις 22.2.2022 ο κατηγορούμενος της έριξε ένα ποτήρι χυμό στο πρόσωπο και την χαστούκισε. Στη συνέχεια προέβη και σε άλλα χτυπήματα με αντικείμενα σε διάφορα μέρη του σώματος της και κλωτσώντας την στην κοιλιά και στη λεκάνη της. Στις 25.2.2022, ενώ βρισκόταν στη δουλειά της, την πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και την απείλησε ότι θα την χτυπούσε και πάλι και μάλιστα χειρότερα από την προηγούμενη φορά. Από το φόβο της λιποθύμησε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Στις 6.3.2022 μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και έκανε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου ότι για αρκετές ημέρες είχαν λογομαχίες μεταξύ τους και την 1.3.2022 την κτύπησε, ενώ την 6.3.2022 την απείλησε ότι θα την δείρει. Από τις 30.3.2022 μέχρι και την 1.4.2022, η παραπονούμενη μπλόκαρε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου. Την 1.4.2022 και περί ώρα 20:00, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν έξω από την υπεραγορά όπου εργαζόταν, ο κατηγορούμενος, που όπως είπαμε ανωτέρω η παραπονούμενη του είχε μπλοκάρει το τηλέφωνο, πήγε κοντά της την τράβηξε από τον καρπό του δεξιού χεριού και της είπε ότι ήθελε να μιλήσουν. Αν και δεν ήθελε, το έπραξε από φόβο και για να μην προκληθούν προβλήματα και φασαρίες στη δουλειά της. Στις 2.4.2022 και μεταξύ των ωρών 02:00-04:00, μετά από έξοδο που είχε μαζί με δύο φίλες της, την A. και την B., για φαγητό στη Λάρνακα και στη συνέχεια έξοδο της με την μία από τις δύο φίλες της για ποτό, την Κάτια, όταν επέστρεψαν περί τις 02:00, ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρέθηκε στο δρόμο της, όταν είδε την παραπονούμενη να οδηγεί το αυτοκίνητο της, την ακολούθησε και της υπέδειξε να σταματήσει στο πρατήριο καυσίμων «Star Oil» όπου είχε σταματήσει το δικό του αυτοκίνητο, πράγμα που έκανε η παραπονούμενη προκειμένου να του πει να σταματήσει να την ενοχλεί. Ο κατηγορούμενος, που είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο του, πήγε στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου της παραπονούμενης και αφού την άνοιξε την ανάγκασε, σπρώχνοντας την, να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και αφού αυτός κάθισε στη θέση του οδηγού και κλείδωσε τις πόρτες και τα παράθυρα, οδήγησε το όχημα της παραπονούμενης στη Βιομηχανική Περιοχή Κιτίου, σε συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης, όχι πολύ μακριά από το αναφερθέν πρατήριο καυσίμων, όπου εκεί, την φίλησε στο στόμα και στα χείλη και έβαλε το χέρι της πάνω στο γεννητικό του όργανο, πάνω από το παντελόνι του, χωρίς τη θέληση της, ενώ στη συνέχεια, αφού έβγαλε το παντελόνι μαζί με το εσώρουχο της, τοποθέτησε το δάκτυλο του στο αιδοίο της, χωρίς τη συναίνεση της, διείσδυσε το πέος του στο στόμα της, χωρίς τη συναίνεση της και την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα εκσπερματώνοντας στο στόμα της και επίσης την δάγκωσε στο πρόσωπο, στο στόμα, στο λαιμό και την πλάτη της. Μετά από αυτό το συμβάν, αργότερα την ίδια ημέρα, η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Η Αστυνομία την παρέπεμψε στο Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου περί ώρα 17:00 την εξέτασε ιατρός. Στις 3.4.2022 η παραπονούμενη εξετάστηκε από ιατροδικαστή ενώπιον του οποίου φωτογραφήθηκε αυτή, Τεκμήριο 1, στο οποίο σε διάφορες φωτογραφίες διαπιστώθηκε στη δεξιά παρειά του προσώπου της, κάτω από τον δεξιό οφθαλμό της, εντύπωμα από δόντια μήκους 2 εκατοστών, περίπου, χωρίς λύση του δέρματος, ένθεν και ένθεν στο πάνω μέρος του τραχήλου δύο εκχυμώσεις, κάτω από αυτές στο κέντρο του τράχηλου μώλωπας, δεξιά από αυτό στο λαιμό ένα σημάδι και πιο πάνω δεξιά από αυτό άλλο σημάδι και δη στη δεξιά του άνω πλευρά του τράχηλου. Το σημάδι κάτω δεξιά είναι μήκους ενός εκατοστού περίπου, και το πιο πάνω από αυτό δεξιά, επίσης μήκους περίπου ενός εκατοστού. Επίσης εντύπωμα δοντιών το οποίο είναι μήκους περίπου 5 εκατοστών, στο κάθετο μέρος της πλάτης και δύο περίπου εκατοστών, στο πλάγιο μέρος της αριστερής πλάτης της. Τέλος δύο εντυπώματα δοντιών το ένα ελάχιστα πάνω από την παλάμη και το άλλο πιο πάνω και λίγο πιο κάτω από τη μέσα πλευρά του δεξιού αντιβραχίου. Η συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής, αφού υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών και κατάγεται από την Αίγυπτο. Έχει δύο ανήλικα τέκνα, ηλικίας 3 και 5 ετών. Μετέβη στην Κύπρο για ένα καλύτερο μέλλον με σκοπό να εργαστεί, ούτως ώστε να επιβιώσει. Κατά διαστήματα εργαζόταν σε διάφορες εργασίες. Έχει ακόμα δύο αδέλφια. Προέρχεται από μία πολύ φτωχή οικογένεια και όταν ήταν 8 ετών, ο πατέρας του απεβίωσε. Ακολούθως ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του και οι επιπτώσεις της ποινής στην οικογένεια και στους εξαρτώμενους του. Ο κατηγορούμενος μετά την εγκατάσταση του στην Κυπριακή Δημοκρατία, μετέβαινε όποτε είχε την οικονομική δυνατότητα στην Αίγυπτο, ούτως ώστε να έρχεται σε επαφή με τα ανήλικα τέκνα του και τη μητέρα του. Ανέφερε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει πολυετή ποινή φυλάκισης, θα στερήσει σε μεγάλο βαθμό την επικοινωνία πατέρα - παιδιού, με αποτέλεσμα να υπάρξει αντίκτυπο και στα ανήλικα τέκνα του, με τα οποία επικοινωνεί μόνο μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας και δεν μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί τους, καθότι ούτε η εν διαστάσει σύζυγος του δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να μεταβαίνει στην Κύπρο. Σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 3.4.
  2. Μετά την έκτιση της ποινής που θα του επιβληθεί, επιθυμεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Παρόλο που οι οικογενειακές του σχέσεις ουσιαστικά έχουν διαρρηχθεί μετά τη σύλληψη του, εντούτοις, ο ίδιος αγαπά την οικογένεια του και επιθυμεί να επανενωθεί μαζί τους. Ζήτησε όπως το Δικαστήριο επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο έγκλημα και από την άλλη τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτερη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψιν στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η νομοθεσία προστατεύει τα αγαθά του πολίτη μέσω των Δικαστηρίων που αποτελούν τους φυσικούς φύλακες τούτων. Στην Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, λέχθηκαν τα εξής (σελ. 351): «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, .. και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους». Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρά γεγονός που αντανακλάται στις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Για τα αδικήματα του βιασμού και της σεξουαλικής κακοποίησης δια διείσδυσης, άρθρα 144 και 146Α του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, αντίστοιχα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου, για το αδίκημα της απαγωγής, άρθρο 148 του ίδιου νόμου, προνοείται ποινή φυλάκισης 7 ετών, για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης, άρθρο 151 του ίδιου νόμου, προνοείται ποινή φυλάκισης 5 ετών, όπως και για το αδίκημα της πρόκλησης σωματικής βλάβης από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο, άρθρα 3
(1)
(4)του Ν.119(Ι)/2000 και για το αδίκημα της απειλής, άρθρο 91Α του ίδιου νόμου ποινή φυλάκισης 3 χρόνια. Ενώ για το αδίκημα της κοινής επίθεσης, άρθρο 242 του ίδιου νόμου και άρθρα 2, 3, 4
(1)
(2)(φ) του Ν.119(Ι)/2000, ποινή δύο ετών ή €1.708 ή και στις δύο ποινές. ΒΙΑΣΜΟΣ - ΑΡΘΡΟ 144, ΚΕΦ. 155 Στην Λοΐζου κ.ά. v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 469, τονίζεται και καταδεικνύεται η σοβαρότητα των σεξουαλικών αδικημάτων και ότι αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, όπως εξάγεται από την ακόλουθη περικοπή (σελ. 491 - 492): «Το ύψος της ποινής είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία ο νομοθέτης το αντιμετωπίζει. Όπως έχει, κατ' επανάληψη, τονιστεί, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή, σε μια προσπάθεια καταστολής τους. Πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, τα οποία δε στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν, ταυτόχρονα, την προσωπικότητα του θύματος - (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259).» Στην Trussler v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 38, 60, αναφέρθηκε σε σχέση με υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων ότι «η κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογη με αυτά είναι και η ποινή (βλ. Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67)». Στην Ivarsson v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 159/2015, 29.11.2016, αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο βιασμός αποτελεί τη χείριστη μορφή εξευτελισμού και κακοποίησης που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος. Το σώμα εκάστου αποτελεί μέρος του είναι του, και δικαιούται να το χρησιμοποιεί όπως ο ίδιος επιθυμεί. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη.» Στην Δημοκρατία v Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562 λέχθηκε ότι (σελ. 568): «. Αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων.» Έχουμε υπόψιν μας όσα αναφέρθηκαν στη Δημοκρατία v Hunganu, Ποινική Έφεση 130/2020, 20.7.2021, για τις κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού, όπως τέθηκαν από την νομολογία μας, καθώς και την υπόθεση Δ.Α. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 57/2020, 6.10.2021, για το ίδιο θέμα. Στην Δ.Α., ανωτέρω, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από τη Hunganu, ανωτέρω: «Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Fowokan v. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67). Σε σειρά αποφάσεων του, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα (Rana (ανωτέρω) και Σοφοκλέους (ανωτέρω)). Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323 έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. Billam
(1986)8 Cr. App. R.(s) 48 σε περιπτώσεις βιασμού, στην οποία αναφέρθηκε και το Κακουργιοδικείο, οι οποίες - όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο - αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παρόμοιες κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνονται στο Sexual Offences Definitive Guideline του Συμβουλίου Επιβολής Ποινών του Ηνωμένου Βασιλείου (Sentencing Council) του 2014, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου του 2014 και στο οποίο έκανε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της πιο πάνω αγγλικής απόφασης, η εγκληματική συμπεριφορά που καλύπτει κατηγορία βιασμού προσλαμβάνει ακόμη σοβαρότερη μορφή όταν συντρέχουν παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (xxx Στυλιανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 73/2012, ημερ. 13/10/2015, xxx Tarita και xxx Viorel v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 106/2014 και 114/2014, ημερ. 8/7/2016 και Selmani v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016)» Στη Selmani v Δημοκρατίας
(2016)2 ΑΑΔ 854, 862, αναφέρθηκε επίσης ότι η «παραπομπή πρωτοδίκως σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας και μάλιστα μακροχρόνια, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα.». Η μεγαλύτερη χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές (βλ. Μιχαήλ v Δημοκρατίας
(2003)2 AAΔ 123). Από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για αδικήματα βιασμού ενήλικης γυναίκας, που δυστυχώς είναι πολλές, γεγονός που προκαλεί ανησυχία, καταδεικνύεται ότι επιβάλλονται πολυετείς ποινές φυλάκισης, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 5 και 15 ετών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις, Σοφοκλέους v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Rana κ.ά. v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, ΔΓ v Γενικού Εισαγγελέως
(2005)2 ΑΑΔ 485, ΒΕΚ v Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 228, Hamieh v Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 ΑΑΔ 259, Οικονομίδης v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 100, Χριστοδούλου v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 229, Φιλίππου v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 341, Akil v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 148, Χριστοφή v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 323, Λοΐζου κ.ά. v Δημοκρατίας (ανωτέρω), Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 53, Meterin v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 120, Neica v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 527, Νικολάου v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 376, Tarita κ.ά. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 106 και 114/14, 8.7.2016, Ivarsson, ανωτέρω και Κυπριανού v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 137/17, 26.4.
  1. Στην Λ.Λ. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/2017, 21.11.2017, αναφέρθηκε ότι η αφετηρία είναι η ποινή των 5 ετών. Στην Hunganu, ανωτέρω, ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε 8 κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα του βιασμού, της διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, της κοινής επίθεσης, της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και το αδίκημα της παράνομης εισόδου. Αφορούσαν 3 διαφορετικά περιστατικά τα οποία διαπράχθηκαν στις 17.4.2020, 4.6.2020 και 5.6.
  2. Τα γεγονότα που αφορούσαν τον βιασμό έλαβαν χώρα στις 4.6.2020 και είχαν ως θύμα γυναίκα, ηλικίας 41 ετών. Ο Εφεσίβλητος είχε διαρρήξει την ισόγειο κατοικία όπου διέμενε η εν λόγω οικιακή βοηθός, στις 3.30 το πρωί και εισήλθε στο υπνοδωμάτιο όπου αυτή κοιμόταν και τη βίασε κολπικά αφού της έκλεισε το στόμα ώστε αυτή να μην μπορεί να φωνάξει. Στη 2η περίπτωση, στις 5.6.2020 ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει στην κατοικία του θύματος από παράθυρο περί ώρα 02:20, ενώ αυτή κοιμόταν Το θύμα ξύπνησε και αμέσως αντιλήφθηκε ότι ένας άγνωστος άντρας στεκόταν πάνω από το κρεβάτι της και αμέσως της έκλεισε το στόμα με το δεξί του χέρι. Η παραπονούμενη άρχισε αμέσως να αντιδρά και να κτυπιέται και αυτός με το ελεύθερο του χέρι προσπαθούσε να πιάσει τα χέρια της παραπονούμενης για να σταματήσει να κτυπά. Ο κατηγορούμενος δεν τα κατάφερε να καθηλώσει και διέφυγε. Στην 3η περίπτωση, 17.4.2020, με θύμα ηλικιωμένη γυναίκα. Γύρω στις 10:00 η παραπονούμενη πήγε στην μάντρα της για να ταΐσει τα ζώα της. Καθώς έπιασε την τροφή ένιωσε ένα χέρι να της κλείνει το στόμα και να προσπαθεί να της βάλει ένα ρούχο μέσα στο στόμα. Η παραπονούμενη άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Τις φωνές της άκουσε ο γιος της παραπονούμενης, ο οποίος την ώρα εκείνη καθόταν σε τραπέζι έξω από την οικία της. Αμέσως έτρεξε προς το μέρος της και άρχισε να καταδιώκει τον άγνωστο αυτόν άνδρα χωρίς ωστόσο να δει το πρόσωπο του. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές με ψηλότερη αυτή του βιασμού για 8 έτη. Κατ' έφεση αυξήθηκε στα 11 χρόνια λαμβάνοντας υπόψιν ιδιαίτερα την αναγκαιότητα αποτροπής. Το Ανώτατο Δικάστηριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Τα περιστατικά διάπραξης των επίδικων αδικημάτων είναι, θεωρούμε, ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τον Εφεσίβλητο. Όπως ορθά υπεδείχθη από την ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, υπήρξε προσχεδιασμός στη διάπραξη του βιασμού. Ο Εφεσίβλητος, τόσο στην περίπτωση που αφορούσε την 1η Παραπονούμενη, όσο και στην περίπτωση της 2ης Παραπονούμενης, χρησιμοποίησε τον ίδιο τρόπο δράσης. Εισέβαλε, κατόπιν διάρρηξης, στα σπίτια τους κατά τις πρωινές ώρες έχοντας σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί με ανυποψίαστα και άγνωστα προς εκείνο θύματα, τις Παραπονούμενες, χωρίς τη θέληση τους και καθ΄ ην στιγμή αυτές κοιμόντουσαν στο κρεβάτι τους. Για να πετύχει δε τον ειδεχθή σκοπό του και να ικανοποιήσει τις άρρωστες ορέξεις του χρησιμοποίησε βία. Τους έκλεισε το στόμα με το χέρι για να μην μπορέσουν να φωνάξουν και με αυτό τον τρόπο να κάμψει την όποια αντίσταση τους. Σε ό,τι δε αφορά την 1η Παραπονούμενη, η βία συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια που την βίαζε μέχρι που αυτός εκσπερμάτωσε στον κόλπο της.» Η αναφορά μας στις πιο πάνω αποφάσεις έγινε με σκοπό τον εντοπισμό επιβαρυντικών και ελαφρυντικών περιστάσεων που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση. ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗΣ - ΑΡΘΡΟ 146Α ΤΟΥ ΚΕΦ. 154 Το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης σεξουαλικής φύσης στο σώμα άλλου προσώπου με οποιοδήποτε μέρος του σώματος ή αντικειμένου, χωρίς τη συναίνεση του και το οποίο αποτελεί κακούργημα και επισύρει ποινή φυλάκισης διά βίου, δημιουργήθηκε με το Ν.150(Ι)/2020, ημερομηνίας 13.11.2020 και η μόνη διαφορά του με το αδίκημα του βιασμού του άρθρου 144 του ΚΕΦ. 154, μετά την τροποποίηση του άρθρου αυτού με τον Ν.150(Ι)/2020, συνίστανται στο ότι στο αδίκημα του άρθρου 144 η διείσδυση γίνεται με το πέος, ενώ στο αδίκημα του άρθρου 146Α η διείσδυση γίνεται με οποιοδήποτε μέρος του σώματος ή αντικείμενο. Δεν έχουμε εντοπίσει αποφάσεις ποινών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να καταπιάνονται με το άρθρο 146Α. Όμως οι αποφάσεις ποινών του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το άρθρο 144, εφαρμόζονται αναλογικά, αφού κύριο και ουσιώδες στοιχείο είναι η διείσδυση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο μπορεί να καθοδηγηθεί από τις ποινές που επιβλήθηκαν βασιζόμενες στο άρθρο 144, από το Ανώτατο Δικαστήριο, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε μιας, ιδίως των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων που επισημάνθηκαν σε αυτές, και σε αυτήν την περίπτωση. ΑΠΑΓΩΓΗ - ΑΡΘΡΟ 148 ΤΟΥ ΚΕΦ. 154 Η ποινή που επιβάλλεται στην περίπτωση της απαγωγής με σκοπό τη συνουσία εντοπίζεται σε κάποιες από τις ως άνω αποφάσεις και δεν χρειάζεται να γίνει ξεχωριστή μνεία, παρά μόνο μία που δεν αναφέρεται ανωτέρω. Στην υπόθεση Λούπης ν Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 27, ο εφεσείων, 24 ετών, είχε ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη για 4 χρόνια και για 1,5 περίπου χρόνο έμεναν μαζί, όταν είχαν αρραβωνιαστεί. Η παραπονούμενη διέκοψε τη σχέση και έδιωξε τον εφεσείοντα από το σπίτι της. Ο εφεσείων όμως επέμενε στην επαναδημιουργία της σχέσης. Την ημέρα της διάπραξης των αδικημάτων, η παραπονούμενη πήρε τον εφεσείοντα με το αυτοκίνητό της για να δουν αυτοκίνητα. Ενώ επέστρεφαν, της ζήτησε να έλθουν σε ερωτική επαφή. Αυτή αρνήθηκε και ο εφεσείων, ο οποίος οδηγούσε, οδήγησε το αυτοκίνητο σ' ένα χωματόδρομο και επέμενε να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της. Όταν αυτή αρνήθηκε, αυτός την άρπαξε από το λαιμό με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της. Στη συνέχεια ο εφεσείων τηλεφώνησε σε ασθενοφόρο που τη μετέφερε στο Νοσοκομείο. Ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες : (α) επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, και (β) απαγωγή, κατά παράβαση του άρθρου 148 του ιδίου Κώδικα. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 και 14 μηνών αντίστοιχα. ΑΣΕΜΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ - ΑΡΘΡΟ 151 ΤΟΥ ΚΕΦ. 154 Στην υπόθεση Δημοκρατία ν Α.Κ., Κακουργιοδικείου Λεμεσού, Αρ. Υπόθεσης 4800/17, ημ. 3.4.2019, αναφέρθηκε: «Στις περιπτώσεις άσεμνης επίθεσης η ποινή θα πρέπει να αντανακλά τη σοβαρότητα της πράξης που συνιστά το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας. Η άσεμνη επίθεση μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, μπορεί να είναι ένα απλό άγγιγμα πάνω από τα ρούχα ή σοβαρότερης μορφής που δυνατόν να στιγματίσει το θύμα δια παντός και ως εκ τούτου τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης έχουν κυρίαρχη σημασία. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Αδαμάντιος Μιχαηλίδης και Δημοκρατία
(1991)2 ΑΑΔ 391, 402-403: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης». Στην υπόθεση Α.Γ.Α. ν Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 345, για την κατηγορία της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του ΚΕΦ. 154, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν Σπύρου
(2006)2 ΑΑΔ 447 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Παύλου
(1997)2 ΑΑΔ 170, επιβολή προστίμου ΛΚ300.- και εγγύηση ΛΚ5.000,- για δύο χρόνια τήρησης του Νόμου και των Κανονισμών, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε με συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης τεσσάρων μηνών. ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ - ΑΡΘΡΑ 2 ΚΑΙ 3
(1)
(4)ΤΟΥ Ν.119(Ι)/2000 Κατά καιρούς έχουν επικυρωθεί διάφορες ποινές για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του ΚΕΦ.154 από το Ανώτατο Δικαστήριο. Υπήρξαν περιπτώσεις που επικυρώθηκαν ποινές προστίμου, όπως στις υποθέσεις Δημακόπουλος ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 170, Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 107 και άλλες που επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης, όπως στις Γενικός Εισαγγελέας ν Αντωνίου
(1996)2 ΑΑΔ 1, Γενικός Εισαγγελέας ν Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17 και Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327. Φαίνεται ότι όλα εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus στις σελίδες 53-59 κάτω από τον τίτλο λιγότερο σοβαρές επιθέσεις «less serious assaults» διαβάζουμε ότι η συνήθης ποινή για αδικήματα κατά παράβαση των άρθρων 242 μέχρι 244 του Ποινικού Κώδικα (που περιλαμβάνει και το αδίκημα της κατηγορίας 5, όχι όμως ενταγμένα στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Ν.119(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε, είναι η χρηματική ποινή εκτός αν οι περιστάσεις (π.χ. είτε ο τρόπος που διαπράχθηκε το αδίκημα είτε το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου) είναι τέτοιες που επιβάλλουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ποινή φυλάκισης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 173, ο κατηγορούμενος που αντιμετώπιζε το αδίκημα του άρθρου 243 του ΚΕΦ.154 ήταν νεαρής ηλικίας με προβλήματα και παρακολουθείτο από κυβερνητικό ψυχολόγο και υποβάλλετο σε ψυχοθεραπεία με θετικά αποτελέσματα. Υπήρχε άμεση παραδοχή. Λήφθηκαν υπόψη τρεις παρόμοιες περιπτώσεις. Αντιμετώπιζε και το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Επιβλήθηκε ποινή προστίμου £200,- και οκτώ μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή. Το Ανώτατο Δικαστήριο την αντικατέστησε με ποινή άμεσης φυλάκισης τεσσάρων μηνών. Στην υπόθεση Λουπής ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 27, ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 24 ετών και είχε ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη για τέσσερα χρόνια και 1½ χρόνο έμεναν μαζί όταν είχαν αρραβωνιαστεί. Η παραπονούμενη διέκοψε τη σχέση. Ο κατηγορούμενος την απήγαγε και προσπάθησε να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της αλλά αυτή αρνήθηκε. Την άρπαξε από το λαιμό και έχασε τις αισθήσεις της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και 14 μηνών για την απαγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή. Στην υπόθεση Ομήρου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης δύο μηνών. (Δεν ασκήθηκε έφεση επί της ποινής αλλά μόνο της καταδίκης και απορρίφθηκε). Στην υπόθεση Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327, ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 19 χρονών με λευκό ποινικό μητρώο. Επιτέθηκε στον συνοδό της φίλης του με την οποία διατηρούσε δεσμό και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη αφού προηγουμένως είχε αρπάξει από τα μαλλιά τη φίλη του όταν εβρίσκοντο σε καφεστιατόριο. Να λεχθεί ότι τον κτυπούσε, ενώ τον κρατούσε φίλος του και ότι ενώ ήταν στο πάτωμα δέχτηκε ταυτόχρονα κτυπήματα από τον κατηγορούμενο και τους δύο φίλους του που πήγαν μαζί του. Επίσης κτύπησε και άλλο κορίτσι που απείλησε την φίλη του. Υπήρξε συμφιλίωση. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών στην επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ενός μηνός στις δύο κατηγορίες για κοινή επίθεση και δύο μήνες φυλάκιση για την απειλή βιαιοπραγίας. Οι ποινές ήταν συντρέχουσες. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272, για άσκηση βίας εναντίον της συζύγου του από τον κατηγορούμενο και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και απειλή βιαιοπραγίας επιβλήθηκε χρηματική ποινή £300,- στην 1η κατηγορία και £200,- στη 2η κατηγορία. Κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής από το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου (3½ χρόνια) και του γάμου του κατηγορουμένου στο μεταξύ, δεν επενέβη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Τόκκαλλου
(2001)2 ΑΑΔ 95, το θύμα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη ήταν Άγγλος τουρίστας. Αιτία η δημιουργία φιλίας του παραπονουμένου με την πρώην φίλη του κατηγορουμένου που εν τω μεταξύ είχε διακόψει τον μακρύ δεσμό που είχαν μεταξύ τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή προστίμου £400,- Το Ανώτατο Δικαστήριο την αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν Δημοκρατίας, Αρ. 1
(2001)2 ΑΑΔ 299, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε κατά δικηγόρου της Δημοκρατίας και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης προέβη σε καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών στην επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη και τρεις μήνες για την καταφρόνηση. Οι ποινές διετάχθη να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη σε τρεις μήνες κρίνοντας ότι η συνολική φυλάκιση έξι μηνών ήταν επαρκής. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 557, για το αδίκημα του άρθρου 243 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην υπόθεση Michelakis v Αστυνομίας
(2016)2 ΑΑΔ 1281, για το αδίκημα της κοινής επίθεσης στα πλαίσια του Ν.119(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 219, ο κατηγορούμενος είχε προκαλέσει κάποιες κακώσεις στη σύζυγο του στην παρουσία του ανηλίκου παιδιού τους. Επιβλήθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή του και τις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Η επίθεση με πρόκληση σωματικής βλάβης στη συγκεκριμένη περίπτωση εντάσσεται, όπως ήδη έχει αναφερθεί, στο Ν.119(Ι)/2000. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4
(1)θεωρείται αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατηγορία βασίζεται στα άρθρα του ΚΕΦ. 154, που αναφέρονται στη δεύτερη στήλη του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται στην τρίτη στήλη. Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση 5 χρόνια. Επομένως το δίκτυ προστασίας των προσώπων που αναφέρονται ως μέλη της οικογένειας στο ερμηνευτικό άρθρο 2, στα οποία κατατάσσεται και η παραπονούμενη της συγκεκριμένης υπόθεσης, αυξάνεται ως διαφαίνεται από την αύξηση της προβλεπόμενης ποινής σε 5 χρόνια, σε σχέση με τα πρόσωπα που δεν είναι μέλη οικογένειας, για την τιμωρία των οποίων παραβατών, προνοείται ποινή φυλάκισης 3 ετών στα πλαίσια του άρθρου 243 του ΚΕΦ. 154. Η διαφορά αυτή στην προβλεπόμενη ποινή ίδιου αδικήματος, αλλά ενταγμένου στη μία περίπτωση στον Ν.119(Ι)/2000, έχει τη σημασία του. Και τούτο επειδή αναγνωρίζεται και θεσμοθετείται η προστασία που πρέπει να απολαμβάνει και να τυγχάνει κάποιο μέλος από τα άλλα μέλη της οικογένειας του. Επίσης αναγνωρίζεται η όλως συνεχής αυξητική τάση βίας στην οικογένεια, στην οποία κανονικά κάθε μέλος της οικογένειας δικαιούται και πρέπει να απολαμβάνει και να τυγχάνει της μέγιστης ασφάλειας και ως εκ τούτου ο νομοθέτης, στη σοφία του, επιδίωξε με την προβλεπόμενη αυξημένη ποινή κατά του αδικοπραγούντος μέλους, να αποτρέψει και να ανακόψει τη συγκεκριμένη, μη κατανοητή συμπεριφορά, του παρανομούντος μέλους και να καταστήσει την οικογενειακή εστία, που κατά τα άλλα, εκτός των προβλεπόμενων υπό του νόμου περιπτώσεων, απαραβίαστο κάστρο προστασίας και ασφάλειας. Έτσι, όταν κάποιος χρησιμοποιεί τη δύναμη του ή άλλα μέσα για επιβολή της θέλησης του στα πλαίσια της οικογένειας, το Δικαστήριο ως φύλακας των δικαιωμάτων του ανθρώπου καλείται, με την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, να αποδώσει το δίκαιο στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής. ΚΟΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ - ΑΡΘΡΑ 2, 3, 4
(1)
(2)(α) του Ν.119(Ι)/2000 ΚΑΙ ΑΡΘΡΟ 242 ΤΟΥ ΚΕΦ. 154 Όσον αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, όπως αναφέρεται και πιο πάνω στη σελίδα 16 όπου γίνεται αναφορά στο Sentencing in Cyprus σελίδες 53-59, η συνήθης ποινή είναι η χρηματική, εκτός αν λόγω των περιστάσεων, όπως όταν διαπράττεται σε δημόσιο χώρο με εμφανή την καταρράκωση της αξιοπρέπειας του λόγω παρουσίας άλλων ατόμων, ή ο τρόπος διάπραξης ή ο παραβάτης έχει ποινικό μητρώο, είναι τέτοιες που επιβάλλουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε επιβολή ποινής φυλάκισης. Η αύξηση της ποινής φυλάκισης κατά το διπλάσιο στο Ν.119(Ι)/2000 (από 1 έτος σε 2 έτη), ως ένδειξη αυξημένης προστασίας των μελών της οικογένειας, αναδεικνύει και καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο οφείλει να επιβάλλει αποτρεπτική ποινή, ούτως ώστε από τη μια, να αποτρέπει την επανάληψη της έκνομης συμπεριφοράς από τον ίδιο παραβάτη και από την άλλη, να αποτρέπει οποιοδήποτε επίδοξο παραβάτη στα πλαίσια προστασίας των μελών της οικογένειας. Ως εκ τούτου στα πλαίσια της αποτρεπτικότητας η ποινή φυλάκισης αποτελεί μια καθόλα ορθή και δίκαιη επιλογή. ΑΠΕΙΛΗ - ΑΡΘΡΟ 91Α ΤΟΥ ΚΕΦ. 154 Αναφορικά με το αδίκημα της απειλής, σύμφωνα με τις αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές, ως προς την κατηγοριοποίηση σοβαρότητας στη διάπραξη του αδικήματος, επενεργούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες στην ποινική ευθύνη κατηγορουμένου, η συνέργεια σε ομάδα, η πρόθεση πρόκλησης φόβου για σοβαρής μορφής άσκηση βίας, η άσκηση ουσιώδους βίας, η επίδειξη επιθετικού όπλου, η ρίψη αντικειμένων και το αν επρόκειτο για παρατεταμένο περιστατικό. Λαμβάνονται επίσης υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες, ο προσχεδιασμός, αν η απειλή στρεφόταν σε πρόσωπο που εργάζεται ή στον δημόσιο τομέα ή προσφέρει υπηρεσίες στο κοινό, ο ηγετικός ρόλος κατηγορούμενου όπου αυτός ενεργεί σε ομάδα, η παρουσία παιδιών, η στοχοποίηση του θύματος λόγω ευαλωτότητας, η ύπαρξη ιστορικού απειλών προς το θύμα, η μη ύπαρξη δυνατότητας στο θύμα να ξεφύγει, η κατανάλωση ναρκωτικών ή αλκοόλης από τον κατηγορούμενο και αν ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα ενώ ήταν ελεύθερος με εγγύηση ή αν ενήργησε κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος. Ως μετριαστικοί παράγοντες επενεργούν, ο μικρός ρόλος του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, η μεταμέλεια, ο καλός χαρακτήρας, η ανωριμότητα, τυχόν ψυχολογικά προβλήματα και αν είναι ο μόνος ή κύριος φροντιστής εξαρτωμένων (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2023/ Supplement 1/ Blackstone's Criminal Practice 2023/ Sentencing Guidelines/ Part 29 Public Order Offences (Ηλεκτρονική Έκδοση), SG 29-6 σχετικά για το αδίκημα, Fear or Provocation of Violence, s.4, Public Order Act 1986). Σε ανάλογες παραμέτρους κινείται και η Κυπριακή Νομολογία. Στην Σπετσιώτης ν Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 367, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ποινές προστίμου €1.000 για κοινή επίθεση και €1.500 για απειλή, ως ορθές, χωρίς να μπορούσε να αποκλειστεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, σε κατηγορούμενο που είχε απειλήσει και ακολούθως επιτεθεί στο θύμα σε πιστωτικό ίδρυμα, αρπάζοντας τον από το λαιμό, επειδή είχε απορριφθεί αίτημα αναδιάρθρωσης δανείου. Τον κατηγορούμενο απομάκρυναν από το θύμα άλλοι υπάλληλοι του ιδρύματος και το θύμα υπέφερε ακολούθως ψυχολογικά από το όλο περιστατικό. Αν και μόνο στις κατηγορίες 1 και 2 γίνεται αναφορά στα άρθρα 5(α) και 11 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Ν.115(Ι)/2021, ημερομηνίας 13.5.2021, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.117(Ι)/2022, ημερομηνίας 27.7.2022, εντούτοις μπορεί να εφαρμοστεί και για τα αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν μετά τις 31.5.
  1. Αυτό, που εδώ, ενδιαφέρει είναι ότι η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά της παραπονούμενης εντάσσεται στις επιβαρυντικές περιστάσεις, ως στρεφόμενη σε γυναίκα, αφού αυτοί συζούσαν πριν διακοπεί η σχέση της, σύμφωνα με το άρθρο 11(α) του Ν.115(Ι)/2021, ενώ σε σχέση με τα αδικήματα της κοινής επίθεσης των κατηγοριών 7-10, ως επαναλαμβανόμενη έκνομη συμπεριφορά, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση σύμφωνα με το άρθρο 11(β) του Ν.115(Ι)/
  2. Ο βιασμός χωρίς αμφιβολία είναι ένα από τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα. Όμως το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να λάβει υπόψη την συμπεριφορά του δράστη, όπως και το βαθμό της βλάβης και τα δυσμενή επακόλουθα που επέφερε στο θύμα, βλ. Γιάγκου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ
  1. Τέλος, πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι επικίνδυνο άτομο για την κοινωνία γενικά, R v Millgery (CA) [2003] 1 WLR
  2. Πάντοτε κατά την επιμέτρηση της ποινής, όσο σοβαρές και αν είναι οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να προβαίνουν στη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, ούτως ώστε, η ποινή που θα επιβληθεί να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών, καθώς επίσης και με τις προσωπικές περιστάσεις του ίδιου του κατηγορούμενου (βλ. Θεολόγου v Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800). Από την άλλη όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν μπορεί να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα (βλ. Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Φιλίππου v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 224). Στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων περιέχουν αριθμό επιβαρυντικών στοιχείων. Συγκεκριμένα υπάρχει το στοιχείο της επανάληψης, όσον αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, αφού ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη 5 φορές σε διαφορετικό χρόνο. Χρησιμοποίησε σχετική βία για να ακινητοποιήσει την παραπονούμενη και επιπλέον της προκάλεσε εντυπώματα από τα δόντια του στο πρόσωπο της και στο σώμα της και ήταν επίμονος παρά την αντίσταση της. Επίσης, πέραν του βιασμού της παραπονούμενης διά της διείσδυσης του πέους του στο στόμα της, εκσπερμάτωσε στο στόμα της (για το τελευταίο βλ. Blackstone's Criminal Practice, Rules & Guidelines (OUP, Oxford 2019), Part 28, Sexual Offences, Definitive Guideline, σελ. 719 σε σχέση με το αδίκημα του Rape, Sexual Offences Act 2003, s. 1). Λαμβάνουμε υπόψιν, ως μέρος των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224) όσα καταγράφονται πιο πάνω και προσδίδουμε τη δέουσα βαρύτητα σε αυτά τα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής. Λαμβάνουμε υπόψιν την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όλα όσα ανέφερε η συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση της, μεταξύ των οποίων, το λευκό ποινικό μητρώο του, την ηλικία του, και τις επιπτώσεις, ιδιαίτερα τις οικονομικές, που θα έχει πολυετής ποινή φυλάκισης στον ίδιο, στην οικογένεια του και τα ανήλικα παιδιά του. Σημειώνουμε ότι ένεκα της μη παραδοχής του κατηγορουμένου, χρειάστηκε για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης να δώσει μαρτυρία η παραπονούμενη και έτσι να αναβιώσει τα όσα της συνέβησαν στα χέρια του κατηγορουμένου, τη βεβήλωση και τον εξευτελισμό της προσωπικότητας της, με εμφανή τη ψυχική της αναστάτωση και φόρτιση αφού κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της έκλαψε. Δεν μπορούμε όμως να μην τονίσουμε και να μην λάβουμε υπόψιν μας ότι σεξουαλικά αδικήματα, όπως είναι ο βιασμός, δυστυχώς και με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση στον τόπο μας, θέμα για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση (βλ. Καρανίκκη v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 118) από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων σεξουαλικών αδικημάτων που τίθενται ενώπιον μας. Συγκεκριμένα το 1/3 των υποθέσεων στο ημερολόγιο μας αφορούν σεξουαλικά αδικήματα και από αυτές σχεδόν όλες αφορούν αδικήματα βιασμού. Η έξαρση που παρατηρείται και οι δυσμενείς συνέπειες που επιφέρουν, τόσο στο θύμα, όσο και στην κοινωνία, καθιστούν αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Για τους λόγους που αναφέραμε, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων επιβάλλουν αυστηρή και αποτρεπτικής φύσεως ποινή. Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και όλους τους σχετικούς παράγοντες για μετριασμό της ποινής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 φυλάκιση 10 ετών. Στην Κατηγορία 2 φυλάκιση 8 ετών. Στην Κατηγορία 3 φυλάκιση 4 ετών. Στην Κατηγορία 4 φυλάκιση 2 ετών. Στην Κατηγορία 5 φυλάκιση 2 ετών. Σε κάθε μία από τις Κατηγορίες 7-10 φυλάκιση 6 μηνών. Στην Κατηγορία 12 φυλάκιση 1 έτους. Οι ποινές να συντρέχουν. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι ποινές φυλάκισης του κατηγορούμενου μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 3.4.22. Τα έξοδα €120 να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.