ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπ. 3195/2021, 25/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ. Υπ. 3195/2021 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -και- ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25.4.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κουμπαρή Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει την κατηγορία της άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6
(1),
(2),
(4),
(5),8 και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 13.12.2020 στις 20:30 στο δρόμο Τερσεφάνου - Κλαυδιών στην Λάρνακα οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής {.} και ενώ κλήθηκε από ένστολο Αστυνομικό να δώσει δείγμα προκαταρκτικής εκπνοής για εξέταση αναλογίας αλκοόλης στην εκπνοή του, αρνήθηκε να το πράξει. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 647 Ι. Ιακώβου (ΜΚ1) και την Αστ. 1768 Α. Καραχρίτου (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος αφότου κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα υπεράσπισης. Αν και ο ΜΚ1 κατάθεσε πρώτος στο Δικαστήριο, η μαρτυρία της ΜΚ2 προηγείται χρονικά ως προς τα συμβάντα για αυτό θα με απασχολήσει πρώτη. Η ΜΚ2 κλήθηκε να μεταβεί στον κύριο δρόμο Τερσεφάνου - Κλαυδιών όπου υπήρχε ένα τροχαία ατύχημα με εμπλεκόμενα μέρη τον Κατηγορούμενο και κάποιο άλλο πρόσωπο. Έφθασε στην σκηνή στις 20:15 μ.μ και αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν τραυματισμοί, προέβη σε έλεγχο αλκοόλης και στους δυο οδηγούς. Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα για προκαταρκτική εξέταση. Απλώς το έβαλε στο στόμα και είπε ότι δεν μπορεί να φυσήσει. Του ζήτησε ξανά να δώσει δείγμα και της είπε δεν θα δώσει. Αφού τον πληροφόρησε για τις συνέπειες και του επέστησε τη προσοχή στο νόμο, ο Κατηγορούμενος είπε ότι έχει άσθμα και δεν μπορεί να φυσήσει δυνατά, επομένως τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί μετά που του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Η ΜΚ1 είναι εξουσιοδοτημένη για προκαταρκτική εξέταση. Στην αντεξέταση της, ο Κατηγορούμενος της υπέβαλε ότι φύσηξε τρεις φορές, κάτι το οποίο αρνήθηκε η μάρτυρας. Ο ΜΚ1 μετάβηκε στη σκηνή του ατυχήματος, στις 20:40 και έκανε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Ως είπε, μετάβηκε στην σκηνή γιατί του ζήτησε η ΜΚ2 να πάει στο σημείο επειδή αρνείτο ο Κατηγορούμενος να δώσει δείγμα εκπνοής. Ακολούθως ζήτησε τα στοιχεία των οδηγών. Συνομιλώντας με τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι η αναπνοή του μύριζε έντονα αλκοόλ, δεν μιλούσε καθαρά και περπατούσε ζιγκ-ζαγκ. Τον ρώτησε αν κατανάλωσε αλκοόλ και ο Κατηγορούμενος είπε όχι. Ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και ο Κατηγορούμενος του είπε ότι του ζήτησε και η ΜΚ2 αλλά δεν μπορεί να φυσήσει γιατί έχει άσθμα. Του είπε ότι δεν χρειάζεται να φυσήσει πολύ για τον προκαταρκτικό έλεγχο και αρνιόταν να το πράξει, ούτε καν προσπάθησε. Έπειτα, άρχισε να βρέχει και ο Κατηγορούμενος χωρίς να ζητήσει άδεια έφυγε από την σκηνή με το αυτοκίνητο του. Εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος και οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου με υπηρεσιακό όχημα όπου του ζητήθηκε εκ νέου να δώσει δείγμα και αρνήθηκε πεισματικά. Και στην σκηνή του ατυχήματος όσες προσπάθειες και εν έκαναν ο Κατηγορούμενος αρνιόταν πεισματικά, απόφευγε να πλησιάσει τους αστυνομικούς και δεν προσπάθησε έστω και λίγο. Ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να παρουσιάσει ιατρικά πιστοποιητικά για να δουν αν χρειαστεί να λάβουν δείγμα αίματος όμως δεν τα είχε μαζί του. Η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, ήταν αναμμένη και έγινε έλεγχος και στον άλλο εμπλεκόμενο οδηγό. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολή του Κατηγορούμενου ότι του επέτρεψε να αποχωρήσει από την σκηνή. Ο Κατηγορούμενος επιπλέον είπε ότι έδωσε τα χαρτιά του, εννοώντας ιατρικά πιστοποιητικά, στην Αστυνομία και στον Γενικό Εισαγγελέα και ο ΜΚ1 απάντησε ότι του ζήτησε να τα παρουσιάσει πριν κατηγορηθεί ή έστω και μετά για να μπουν στον φάκελο ενώ ο Κατηγορούμενος τα παρουσίασε μετά που καταχωρίστηκε η υπό εξέταση υπόθεση. Ήταν περαιτέρω, υποβολή του Κατηγορούμενου ότι δεν του ζητήθηκε να δώσει δείγμα στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου και ο ΜΚ1 είπε ότι του ζητήθηκε μέσα στο αυτοκίνητο πριν κατεβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου. Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(4)του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218). Σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 2 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 ως έχει τροποποιηθεί ερμηνεύει το δείγμα εκπνοής ως τέτοια ποσότητα εκπνοής η οποία θα κρινόταν ικανοποιητική προς διενέργεια προκαταρκτικής ή τελικής εξέτασης. Επιπρόσθετα, εκπνοή, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, είναι ο εκπνεόμενος αέρας κατά τη φυσική λειτουργία της αναπνοής. Στο πιο πάνω άρθρο αναφέρεται επίσης ότι, συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης, σημαίνει κάθε συσκευή που παρέχει ενδεικτική μέτρηση της ποσότητας ή του ποσοστού αλκοόλης που περιέχεται στην εκπνοή προσώπου και η οποία πληροί ένα από τα πρότυπα τα οποία εγκρίνονται με διάταγμα του Υπουργού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του πιο πάνω Νόμου, απαιτείται απόδειξη άρνησης ή αποφυγής παροχής δείγματος, χωρίς εύλογη αιτία, από τον Κατηγορούμενο για προκαταρκτική εξέταση αφού του ζητηθεί. Εάν υπάρχει εύλογη αιτία, το πρόσωπο από το οποίο ζητείται η παραχώρηση δείγματος εκπνοής δύναται να αρνηθεί να το παραχωρήσει. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου Νόμου, η εύλογη αιτία έχει σχέση με ιατρικούς λόγους, πιστοποιημένη με ενυπόγραφη βεβαίωση ιατρικού λειτουργού. Η βεβαίωση αυτή επιδεικνύεται προς τον αστυνομικό κατά τον χρόνο που ζητά την παραχώρηση του δείγματος εκπνοής ή, το αργότερο, εντός τριών ημερών από τον πιο πάνω χρόνο, στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Διαφορετικά, τεκμαίρεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου
(2)του άρθρου 8 ότι το πρόσωπο που αρνήθηκε ή απέφυγε να παραχωρήσει δείγμα εκπνοής, ενήργησε χωρίς εύλογη αιτία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Δημητρίου
(2013)2 ΑΑΔ 171 λέχθηκαν τα εξής: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου του ελέγχου ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο του ελέγχου άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability).» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Αραμπίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 713 λέχθηκαν όμως τα πιο κάτω: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα.» Υιοθετώντας το σκεπτικό του αδελφού Δικαστή, Χρ. Ρασπόπουλου (Ε.Δ. ως ήταν τότε) στα πλαίσια της υπ' αριθμό 7391/2018 υπόθεσης του Ε.Δ. Λευκωσίας, Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Κυθραιώτου, απόφαση ημερομηνίας 11.1.2019, η απόφαση στην Αραμπίδη (ανωτέρω), τυγχάνει εφαρμογής όπου ο Κατηγορούμενος φαίνεται ότι συνεργάζεται αλλά στην πράξη η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και με κάποιο τρόπο αποτυγχάνει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Δεν υπάρχει διαφοροποίηση στην προσέγγιση ότι δεν είναι αυστηρής ευθύνης το αδίκημα, παρά μόνο διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αποδεικνύεται η πρόθεση του Κατηγορούμενου. Στην αντίστοιχη Αγγλική νομοθεσία δεν γίνεται αναφορά σε αποφυγή αλλά σε «αποτυχία». Έχει ερμηνευθεί όμως ότι περιλαμβάνεται και η άρνηση, περιλαμβάνοντας και την αποφυγή (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 10th edition, σελ. 172, 191). Όταν λοιπόν οι ενέργειες της αστυνομίας είναι οι ενδεδειγμένες και διαπιστώνεται ότι οι συσκευές λειτουργούν κανονικά τότε σε περίπτωση που δεν δοθεί ικανοποιητικό δείγμα, υπάρχει ενοχή. Εκτός εάν φυσικά αποδειχθεί η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, έχοντας εξετάσει και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο αλλά εξέτασα επίσης την μαρτυρία τους και υπό το φως της ανθρώπινης πείρας και συμπεριφοράς, στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 816). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Ο ΜΚ1 και η ΜΚ2 ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, δεν περιέπεσαν σε ουσιαστικές αντιφάσεις, ούτε κλονίστηκαν στην αντεξέταση. Απαντούσαν με ευθύτητα στις ερωτήσεις του Κατηγορούμενου και κρίνω ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο για να παραθέσουν τα γεγονότα ως διαμείφθηκαν με ειλικρίνεια. Συνεπώς, κρίνονται αξιόπιστοι μάρτυρες, την μαρτυρία των οποίων αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ενόρκως δική του εκδοχή των γεγονότων. Η κατάθεση του (Τεκμήριο 2) έχει κατατεθεί από μάρτυρα κατηγορίας συνεπώς, αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού και αξιολογείται ως μέρος της μαρτυρίας. Παρατηρώ ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός σε αυτή σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ό,τι περιλαμβάνει το Τεκμήριο 2 αφορά σε ισχυρισμούς σε σχέση με το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο Κατηγορούμενος την επίμαχη ημέρα. Ευρήματα - Κατάληξη Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω ότι, ο Κατηγορούμενος στις 13.12.2020 στις 20:30 στο δρόμο Τερσεφάνου - Κλαυδιών στην Λάρνακα οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής {.} και ενεπλάκη σε ατύχημα με άλλο διερχόμενο όχημα. Η ΜΚ2 μετάβηκε στη σκηνή, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν τραυματισμοί και ζήτησε από τους δυο οδηγούς να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτική εξέταση αλκοτέστ. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η ΜΚ2 είναι εξουσιοδοτημένη χειριστής συσκευών αλκοτέστ για προκαταρτική εξέταση και δεν αμφισβητήθηκε ότι η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά. Ακολούθως μετάβηκε στην σκηνή ο ΜΚ1. Αφού συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο για να λάβει τα στοιχεία του, διαπίστωσε ότι αυτός μύριζε αλκοόλ, περπατούσε ζιγκ - ζαγκ και δεν μιλούσε καθαρά με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στον ΜΚ1 εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε υπό την επήρεια αλκοόλης. Επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο στον Κατηγορούμενο και του ζητήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι του ζήτησε ήδη η ΜΚ2 και δεν μπορεί γιατί έχει άσθμα. Ο Κατηγορούμενος έβαζε το στόμιο στο στόμα και δεν φυσούσε. Απόφευγε να πλησιάσει τους αστυνομικούς και δεν προσπάθησε να δώσει δείγμα. Μετέπειτα, πριν εξέλθει του υπηρεσιακού οχήματος της Αστυνομίας στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου, ζητήθηκε εκ νέου από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα εκπνοής και αρνήθηκε. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από άσθμα κρίνω ότι είναι σημείο αποδεκτό από τους μάρτυρες κατηγορίας. Άλλωστε ήταν ο ΜΚ1 που παρακίνησε τον Κατηγορούμενο να παρουσιάσει τα έγγραφα του. Επιβεβαιώθηκε επίσης, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος κοινοποίησε στην Αστυνομία και στον Γενικό Εισαγγελέα ιατρικά έγγραφα, μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση υπόθεσης. Αποδέχομαι ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από άσθμα. Στην βάση των πιο πάνω, αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος δεν προσκόμισε ιατρική βεβαίωση εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας. Σημειώνω ότι, ακόμη κι αν δεν παρουσιάσει όμως ο Κατηγορούμενος ιατρική βεβαίωση στην Αστυνομία, δεν θεωρείται ότι έχει απωλέσει το δικαίωμα να επικαλεστεί τέτοια μαρτυρία στην δίκη του. Στην περίπτωση αυτή, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου να αποδείξει την υπεράσπιση του, στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η εύλογη αιτία στην περίπτωση αυτή είναι άμεσα συναρτώμενη με ιατρική μαρτυρία. Απαιτείται συνεπώς, κατά την κρίση μου, προσκόμιση ιατρικής μαρτυρίας (βλ. Wilkinson's ανωτέρω, σελ. 4.273-4.276). Το γεγονός ότι έχω αποδεχθεί ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από άσθμα δεν είναι από μόνο του ικανό για να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η μη παραχώρηση ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής από μέρους του, οφείλεται σε αδυναμία του να το πράξει ένεκα του άσθματος. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας ούτε έχει ιατρικές γνώσεις και δεν αποτελεί ασφαλώς δικαστική γνώση ότι κάποιος που έχει άσθμα δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Επιπρόσθετα, δεν έχουν παρουσιαστεί τα έγγραφα που έστειλε ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία και στον Γενικό Εισαγγελέα για να αξιολογηθούν. Ούτε έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία σε σχέση με την σύνδεση του άσθματος με την αποτυχία του Κατηγορούμενου να δώσει ικανοποιητικό δείγμα, ούτε έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι στις 13.12.2020 ο Κατηγορούμενος υπέφερε από άσθμα και η κατάσταση του ήταν τέτοια ούτως ώστε να μην του επιτρέπει να δώσει δείγμα εκπνοής. Αντίθετα, η ενώπιον μου μαρτυρία ήταν ότι δεν προσπάθησε καν να φυσήξει ο Κατηγορούμενος παρά μόνο μια φορά χωρίς πραγματική προσπάθεια ως είπε η ΜΚ2 ενώ στον ΜΚ1 απέφευγε συνεχώς να δώσει δείγμα. Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο