← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Κ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 359/21, 15/2/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Κ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 359/21, 15/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 359/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν

  1. Κ.Κ
  2. Κ.Ε Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου
  3. Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα. Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Ο. Οικονόμου για Χ. Λαζάρου Κατηγορούμενος 1: Παρών. ΠOINH Στην υπό κρίση υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι στην κατηγορία της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 20, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος 1, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4

(1)(ιιι) και 7 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (188(Ι) 2007). Τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτουν μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση, ημερομηνίας 18.1.2023, και έχουν ως ακολούθως: «Περί τις αρχές Αυγούστου 2020 ο κατηγορούμενος 1 εκτελούσε εργασίες μπογιατίσματος στην οικία της παραπονουμένης και του συζύγου της, καθ' υπόδειξη του συζύγου της παραπανουμένης. Τότε γνώρισε και την παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος 1 πληροφόρησε την παραπονούμενη και τον σύζυγό της, ότι είναι εργολάβος και κτίζει διαμερίσματα. Η παραπονούμενη με το σύζυγο της εξέφρασαν την επιθυμία να πωλήσουν την κατοικία τους. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 τους ενημέρωσε ότι θα έκτιζε πολυκατοικία στην περιοχή Μακένζι και ότι μπορούσε να τους πωλήσει ένα οροφοδιαμέρισμα. Η παραπονούμενη με τον σύζυγό της μετέβησαν στα γραφεία της κατηγορουμένης 2 όπου ο κατηγορούμενος 1 τους έδειξε φωτογραφία της πρόσοψη της πολυκατοικίας που θα ονόμαζε «Πανευτυχία» Κωρτ. Ο κατηγορούμενος 1 παρέστησε στην παραπονούμενη ότι η κατηγορούμενη 2 θα ανέγειρε πολυκατοικία σε συγκεκριμένο οικόπεδο. Για την ανέγερση της εν λόγω πολυκατοικίας ανέμενε την έκδοση άδεια οικοδομής. Όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα είχαν ήδη πωληθεί και απέμεινε μόνο ένα ρετιρέ οροφοδιαμέρισμα. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στην παραπονούμενη και τον σύζυγο της ότι το εν λόγω διαμέρισμα θα μπορούσε να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπήρχαν δυο είσοδοι και ο κάθε ένας εξ αυτών να είχε ξεχωριστό διαμέρισμα. Επιπλέον τους ανέφερε, πως εάν κατέβαλλαν το ποσό των € 75.000 θα προέβαινε σε έκπτωση και η τελική τιμή θα ανερχόταν στο ποσό των €270.000 συνολικά. Επίσης, τους μετέφερε και τους υπέδειξε τον χώρο όπου, η περι ης ο λόγος, πολυκατοικία θα ανεγειρόταν. Όμως οι κατηγορούμενοι ουδεμιά σχέση είχαν με το οικόπεδο που υποδείχθηκε. Αυθημερόν η παραπονούμενη παρέδωσε το ποσό των € 75.000 στον κατηγορούμενο 1 και έλαβε σε μεταγενέστερη ημερομηνία σχετική απόδειξη, η οποία εκδόθηκε από την κατηγορουμένη
  1. Η εν λόγω απόδειξη έφερε ημερομηνία 28.8.
  2. Περαιτέρω, η παραπανούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 26 και 28.8.2022 προέβη σε αναλήψεις από πιστωτικά ιδρύματα ποσών ύψους €54.
  3. Εντός τριών με τεσσάρων ημερών από τις πιο πάνω αναλήψεις παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1 το συνολικό ποσό των € 50.
  4. Για το πιο πάνω ποσό εκδόθηκε απόδειξη από την κατηγορούμενη 2, η οποία έφερε ημερομηνία 26.8.
  5. Μετά τη λήψη του ποσού των € 75.000 ο κατηγορούμενος προέβη σε διάφορες πληρωμές σε τρίτα πρόσωπα. Μεταξύ άλλων απέκτησε 2 οχήματα μάρκας Opel, τύπου Zafira έναντι του ποσού των € 10.
  6. Επίσης κατέβαλε το ποσό των € 35.000 σε άλλες οφειλές που είχε. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ο μοναδικός διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της κατηγορουμένης 2.» Ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με 4 προηγούμενες καταδίκες, ως ακολούθως:
  7. Ποινική υπόθεση 9664/15 του Ε/Δ Λάρνακος, ημερομηνία αδικήματος 03.03.
  8. Ημερομηνία καταδίκης 30.03.
  9. Η υπόθεση αφορούσε αδικήματα εξασφάλισης αγαθών διά ψευδών παραστάσεων και κατοχής αντικειμένου κατασκευασμένου για ηλεκτρική μορφή εκκένωσης επιβλαβούς υγρού. Επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 χρόνων και 4 μηνών αντίστοιχα.
  10. Ποινική υπόθεση 400/13 του Ε/Δ Λάρνακος, ημερομηνία αδικήματος 04.01.
  11. Ημερομηνία καταδίκης 31.01.
  12. Η υπόθεση αφορούσε εξασφάλιση πίστωσης διά ψευδών παραστάσεων, και 7 κατηγορίες για απόσπαση εμπορευμάτων διά ψευδών παραστάσεων. Επιβλήθηκε συνολική ποινή 3 ετών άμεσης φυλάκισης. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η ποινική υπόθεση 22295/12 του Ε/Δ Λάρνακος, η οποία αφορούσε απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις.
  13. Ποινική υπόθεση 12398/98 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, ημερομηνία αδικήματος 08.05.
  14. Ημερομηνία καταδίκης 22.01.
  15. Η υπόθεση, αφορούσε αδικήματα πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις και κλοπή. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών.
  16. Ποινική υπόθεση 10995/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνία αδικήματος 09.01.
  17. Ημερομηνία καταδίκης 22.09.
  18. Η υπόθεση, αφορούσε αδικήματα κλοπής, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη 13 άλλες υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν ομοειδή αδικήματα. Επιβλήθηκε ποινή 2 ½ ετών άμεσης φυλάκισης. Για την κατηγορούμενη 2 δεν αναφέρθηκε οποιοδήποτε προηγούμενο. To Δικαστήριο στο στάδιο πριν την επιβολή ποινής ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου
  19. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 50 ετών, έγγαμος και πατέρας 5 παιδιών, 2 εκ των οποίων είναι ανήλικα. Ο κατηγορούμενος 1 γεννήθηκε στην Αμμόχωστο. Μετά την Τουρκική εισβολή η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στο Καλό Χωριό Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος 1 φοίτησε στην Τεχνική Σχολή Αγίου Λαζάρου, όπου παρακολούθησε μαθήματα στους κλάδους Οικοδομικών και Σχέδιου. Ο κατηγορούμενος 1 απαλλάχθηκε από την στρατιωτική του θητεία, καθότι κρίθηκε προστάτης οικογένειας. Από την ηλικία των 20 ετών και εντεύθεν αναλαμβάνει δουλειές ως εργολάβος. Ο πατέρας του παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, ουδέποτε εργάστηκε και απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών. Η μητέρα του ασχολείτο με τα οικιακά και απεβίωσε το 2014 σε ηλικία 80 ετών. Ο κατηγορούμενος 1 το 1994 τέλεσε γάμο από τον οποίο απέκτησε 3 παιδιά. Το 2008, η σύζυγός του κυοφορούσε το 4ο παιδί της οικογενείας. Λόγω επιπλοκών, κατά τον τοκετό, απεβίωσε τόσο η ίδια όσο και το παιδί. Μετά το θάνατο της συζύγου του ο κατηγορούμενος 1 ανέλαβε αποκλειστικά τη φροντίδα των παιδιών του, με τα οποία διατηρεί μέχρι σήμερα καλές σχέσεις. Το 2016 ο κατηγορούμενος 1 τέλεσε δεύτερο γάμο από τον οποίο απέκτησε δυο ανήλικα τέκνα. Η δεύτερη σύζυγος του κατηγορουμένου 1 ασχολείται με τα οικιακά. Προς μετριασμό της ποινής των κατηγορούμενων αγόρευσε η κα Οικονόμου. Η κα Οικονόμου, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
  20. Επίσης, κατέθεσε κείμενο γραπτής αγόρευσης στο οποίο αναπτύσσονται οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 και γίνεται αναφορά στις επιπτώσεις της ποινής στα εξαρτώμενα πρόσωπα του κατηγορούμενου 1, αλλά και στην κατηγορούμενη 2, η οποία έχει τερματίσει τη λειτουργία της. Επιπροσθέτως, κατά την προφορική της αγόρευση κατέθεσε ενδιάμεσο παρεμπίπτον διάταγμα, δέσμευσης κινητής περιουσίας του κατηγορουμένου 1, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 653/2021 του Ε/Δ Λάρνακος. Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε από την παραπονούμενη στην παρούσα εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2 στην παρούσα και ακόμα ενός προσώπου. Με παραπομπή στο εν λόγω διάταγμα ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν πρόθεση να αποζημιώσουν μελλοντικά την παραπονούμενη. Δηλώθηκε, τέλος, η πρόθεση, όπως το ποσό των € 550 που ανευρέθηκε, κατά τη διερεύνηση, στην κατοχή του κατηγορούμενου 1, δοθεί στην παραπονούμενη. Στην υπό κρίση υπόθεση για το αδίκημα της κατηγορίας 1, ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης πέντε
(5)ετών. Για το αδίκημα της κατηγορίας 2, ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι δεκατεσσάρων
(14)ετών ή χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και τη σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο νομοθέτης διά της προβλεπόμενης μέγιστης ποινής των 14 ετών στο αδίκημα της κατηγορίας 2, προσδίδει ιδιαίτερη σοβαρότητα στο αδίκημα. Παράλληλα, αμφότερα τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι έχουν ως κεντρικό στοιχείο την αποκόμιση οικονομικού οφέλους και εντάσσονται στην κατηγορία των εγκλημάτων οικονομικού χαρακτήρα. Ως προς τα αδικήματα που εντάσσονται στην κατηγορία του οικονομικού εγκλήματος, η νομολογία έχει από καιρού αναγνωρίσει το γεγονός ότι αυτά βρίσκονται σε έξαρση και ότι επιβάλλεται η αυστηρή αντιμετώπισή τους. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Sydenham v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 210. Το δε στοιχείο της έξαρσης στη διάπραξη κάποιας κατηγορίας αδικημάτων λαμβάνεται υπόψη επιβαρυντικά στο στάδιο της επιμέτρησης. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 306. Ειδικότερα, αναφορικά με το αδίκημα της κατηγορίας 1, η νομολογία έχει κατ' επανάληψη τονίσει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, αφού αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ των πολιτών. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 286, 292 και Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, 522. Ως προς το αδίκημα της κατηγορίας 2 στην υπόθεση Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015 και 17/2015 ημερομηνίας 4.7.2017, υπογραμμίστηκε ότι αδικήματα αυτής της μορφής θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές, αποτρεπτικές ποινές. Προκύπτει, συνεπώς, ότι αναφορικά με τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, η νομολογία υποδεικνύει ότι αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Θεμελιακή, επί του προκειμένου είναι η απόφαση Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351. Παράλληλα, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Mirachis v The Police
(1965)2 CLR 28. Σαφώς, η επιβολή της ποινής αποτελεί έργο λεπτό και δύσκολο. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, αλλά όπως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 ΑΑΔ 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Η στάθμιση, η οποία χρειάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, περιγράφεται με πληρότητα στις αποφάσεις Antoniades v Police
(1986)2 CLR 21, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, Gholi ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 30, Jovanovic v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635, Θεοχάρους v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 και Θεολόγου ν Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 800. Στον τομέα την επιμέτρησης της ποινής τυχόν προηγούμενες αποφάσεις είναι ενδεικτικές και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για τον λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση, Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, με μνεία στη Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1, 6: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις, Πόλεος ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 141/2016, 2.6.2017, LC.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά.
(2015)2A AAΔ.91, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577 και την πρόσφατη απόφαση Γλυκερίου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 171/2020, ημερομηνίας 8.7.2022). Όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Μαυρόλουκα ν Δημοκρατίας
(2015)2 ΑΑΔ 30,37, «επίκληση προηγηθείσας νομολογιακής προσέγγισης είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση εντοπισμού ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Με γνώμονα τα πιο πάνω, θα προβούμε σε παραπομπή σε νομολογία σε σχέση με τα αδικήματα που αφορά η υπόθεση, τόσο ως προς του παράγοντες που μπορεί να θεωρηθούν ως επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί όσο και σε προηγούμενες αποφάσεις, ως καθοδήγηση ως προς το γενικότερο πλαίσιο ποινών. Στην υπό κρίση υπόθεση το αδίκημα της κατηγορίας 1, ήτοι της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, είναι το γενεσιουργό αδίκημα, η διάπραξη του οποίου οδήγησε στη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 2. Στην απόφαση Στεφάνου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 18/2020, ημερομηνίας 1.7.2021, επαναλήφθηκε η αρχή ότι δεν υπάρχει καθιερωμένη νομική αρχή ότι είναι αντινομικό ή παράλογο να επιβάλλεται μεγαλύτερη ποινή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από ότι στο γενεσιουργό αδίκημα. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αρχή θα εξετάσουμε πρώτα το αδίκημα της κατηγορίας 2 το οποίο είναι και το σοβαρότερο, εξ απόψεως προβλεπόμενης ποινής. Ως προς την ποινολογική προσέγγιση του αδικήματος της κατηγορίας 2, παραπέμπουμε στην απόφαση Θεοφάνους v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 298/2018, ημερομηνίας 27.6.2018, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B241, και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150,), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι προεξάρχον κριτήριο, στην επιμέτρηση της ποινής, είναι το ύψος των καρπών της παρανομίας που έλαβε ο αδικοπραγήσας. Με γνώμονα την πιο πάνω βασική αρχή, με σκοπό να σκιαγραφήσουμε το γενικότερο πλαίσιο ποινών αναφορικά με το αδίκημα της κατηγορίας 2, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε προηγούμενες αποφάσεις που αφορούσαν το εν λόγω αδίκημα. Στην υπόθεση Μαληκκίδη ν Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1186, επιβλήθηκε, κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων, ποινή φυλάκισης 6 ετών. Αφορούσε νομιμοποίηση εσόδων ύψους €498.
  1. Η νομιμοποίηση των πιο πάνω εσόδων ήταν εκτεταμένης μορφής, κάλυπτε μία περίοδο δέκα ετών και αφορούσε σε οχτώ διαφορετικές περιπτώσεις. Το εφετείο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή. Στην υπόθεση Βασιλείου κ.ά. ν Δημοκρατίας, (ανωτέρω), κατόπιν ακρόασης, επιβλήθηκε πρωτοδίκως στον κατηγορούμενο 3/ εφεσείοντα 1, ποινή φυλάκισης 9 ετών, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, η οποία μειώθηκε, κατ' έφεση, σε 7 χρόνια. Η νομιμοποίηση αφορούσε, ποσό ύψους €450.
  2. Στην ίδια υπόθεση, επιβλήθηκε πρωτοδίκως στον κατηγορούμενο 1/ εφεσείοντα 2 ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €300.
  3. Στην υπόθεση Davidescu κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 197/2018 και 198/2018, ημερομηνίας 8.7.2019, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €310.
  4. Η πιο πάνω ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης 5 ετών. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €571.
  5. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017 και 131/2017, ημερομηνίας 26.4.2018, επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης, στον κατηγορούμενο/εφεσείοντα 1, ποινή φυλάκισης 5½ ετών σε 3 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €134.
  6. Η ποινή μειώθηκε κατ' έφεση σε 4½ χρόνια. Στον κατηγορούμενο 3/εφεσείοντα 5, σε 2 κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων, ποινή φυλάκισης των 5½ ετών. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €110.
  7. Η ποινή μειώθηκε κατ' έφεση σε 4½ έτη. Στον κατηγορούμενο 4/ εφεσείοντα 4, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων ποινή φυλάκισης 4 ετών. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €60.
  8. Η ποινή μειώθηκε κατ' έφεση σε 3 έτη. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζαν οι πιο πάνω εφεσείοντες. Τέλος, στον κατηγορούμενο 5/ εφεσείοντα 3, σε 1 κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €27.
  9. Η ποινή, μειώθηκε κατ' έφεση σε 3 έτη. Στην Κουμπαρή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 215/2018, ημερομηνίας 11.5.2020, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν ακρόασης ποινή φυλάκισης 8 ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων. Η νομιμοποίηση αφορούσε ποσό ύψους €1.975.
  10. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι η ποινή των 8 ετών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολική, παρά τις προσωπικές περιστάσεις της εφεσείουσας, δεδομένου του μεγάλου ποσού που αυτή απεκόμισε από τις εγκληματικές της ενέργειες και των συνθηκών παράβασης εμπιστοσύνης που καλύπτουν την έκνομη συμπεριφορά της εφεσείουσας. Στην Αστυνομία ν Βακανά, Ποινική Έφεση 173/20, ημερομηνίας 20.5.2021, ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε συνολικά 14 κατηγορίες, μεταξύ αυτών και την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η νομιμοποίηση αφορούσε το ποσό των €383.304,49 που είχε αποσπάσει. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως, σε όλες τις κατηγορίες ποινές φυλάκισης 2 ετών με τριετή αναστολή. Κατ' έφεση αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 4 ετών. Σημειώθηκε ότι, ένεκα της καθυστέρησης, το Εφετείο επέβαλε ποινές μικρότερες απ' ό,τι κανονικά θα άρμοζε, οι οποίες θα μπορούσαν να ήταν, υπό τις περιστάσεις, ακόμη και το όριο της ποινικής δικαιοδοσίας του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι το πλαίσιο ποινών κυμαίνεται, κατά κανόνα, μεταξύ 3 και 9 ετών, ανάλογα με το ποσό της νομιμοποίησης και τις περιστάσεις των εκάστοτε κατηγορουμένων. Αναφορικά με το αδίκημα της κατηγορίας 1, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του G.M. Piki Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ.149, ο καθοριστικός παράγοντας στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του αδικήματος είναι η φύση της εξαπάτησης και η αξία της περιουσίας που αποσπάστηκε. Περαιτέρω στην υπόθεση Αστυνομία ν Βακανά (ανωτέρω), με παραπομπή στην υπόθεση Ευσταθίου ν Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 541, υποδείχθηκε ότι θα πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του ποσού που αποσπάστηκε και της ποινής. Στην υπόθεση, Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 επιβλήθηκε, πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής μεταξύ άλλων και ποινή 2 ετών στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με 13 προηγούμενες καταδίκες. Η ποινή κρίθηκε δικαιολογημένη. Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τρεις κατηγορίες πλαστογραφίας, στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η απόσπαση αφορούσε το ποσό των €23.
  1. Επιβλήθηκαν διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή των 2 ετών, αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 161/2020, ημερομηνίας 11.5.2022, επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 4 ετών αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η ποινή διατάχθηκε να είναι διαδοχική με άλλη 5ετή ποινή φυλάκισης που εξέτιε ο κατηγορούμενος. Η περιουσία που αποσπάστηκε ανέρχετο στο ποσό των €1.090.500,
  2. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Έχουμε εξετάσει όλα όσα συνθέτουν την υπό κρίση υπόθεση, υπό το φως και των εισηγήσεων της ευπαίδευτης συνηγόρου των κατηγορουμένων. Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι κατηγορούμενοι απέσπασαν εντός ενός μηνός σε διάφορες ημερομηνίες, από την παραπονούμενη, το συνολικό ποσό των € 125.
  3. Συγκεκριμένα απέσπασαν στις αρχές Αυγούστου το ποσό των € 75.
  4. Ακολούθως, μεταξύ της 26ης.8.2020 και μέχρι το τέλος Αυγούστου του 2020, απέσπασαν ακόμα €50.
  5. Τα πιο πάνω, δεικνύουν ότι οι κατηγορούμενοι δεν αρκέστηκαν στο αρχικό ποσό, αλλά συνέχισαν να ενεργούν οργανωμένα αποκρύπτοντας την εγκληματική τους δράση, ώστε να αποσπάσουν και επιπλέον ποσά. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν αρκέστηκαν στο αρχικό ποσό, αλλά συνέχισαν αποσπώντας και άλλα ποσά, δεικνύει ότι υπήρχε κάποιας μορφής οργανωμένο σχέδιο και συμπεριφορά που διήρκησε χρονικά, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόσπαση του διόλου ευκαταφρόνητου ποσού των € 125.
  6. Επίσης, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 1 μετά την απόσπαση των πιο πάνω ποσών, προχώρησε με το αδίκημα της κατηγορίας
  7. Από τα πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι, οι ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 2, είχαν το στοιχείο της εξαπάτησης, αφού οι κατηγορούμενοι κατόπιν ψευδών παραστάσεων απέσπασαν το συνολικό ποσό των €125.000, από την παραπονούμενη, η οποία το μόνο που επεδίωκε ήταν την απόκτηση διαμερίσματος προς στέγαση της ίδιας και του συζύγου της. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι οι κατηγορούμενοι εκμεταλλεύθηκαν την εμπιστοσύνη της παραπονούμενης και ενέργησαν με τρόπο που υπονομεύει την ασφάλεια των συναλλαγών. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στις περιπτώσεις που η νομολογία υποδεικνύει ότι αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Παρά τα πιο πάνω, ως έχει υποδειχθεί ανωτέρω, η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Προς όφελος του κατηγορουμένου 1 λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ως αυτές εμφαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναπτύχθηκαν με επάρκεια από τη συνήγορο του. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τις συνέπειες στην οικογένεια του κατηγορουμένου 1, από μια πολυετή ποινή φυλάκισης σε αυτόν. Σημειώνουμε, όμως, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Παναγιώτου ν Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540. Περαιτέρω, ως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Αστυνομία ν Βακανά, (ανωτέρω) καθοριστικός είναι ο παράγοντας της επιβαλλόμενης αποτροπής ακόμα και σε περιπτώσεις όπου οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις είναι ιδιαίτερες. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 δεν είναι τέτοιας φύσης που να μπορούν να μεταβάλουν το είδος της ποινής. Λαμβάνονται, όμως, υπόψη ως προς το ύψος της ποινής. Επιπροσθέτως, η συνήγορος των κατηγορουμένων προώθησε την πρόθεση για αποζημίωση ως μετριαστικό παράγοντα. Ως προς τη βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στην πρόθεση αποζημίωσης θεμελιακή είναι η απόφαση Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, 540, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η περαιτέρω θέση ότι το Κακουργιοδικείο έπρεπε να λάβει υπόψη και την προθυμία και πρόθεση των εφεσειόντων να αποδώσουν χρήματα στο Ταμείο από την αρχή ή και κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν έχει έρεισμα, εφόσον όντως η αποκατάσταση αυτή δεν έγινε και δεν ήταν δυνατό βέβαια για το Κακουργιοδικείο να προχωρήσει στη διαπίστωση ευθύνης ως προς τη μη τελεσφόρηση αυτή. Έργο του Κακουργιοδικείου ήταν η εξέταση της ποινικής ευθύνης και μόνο και η επιβολή μετά την καταδίκη της αρμόζουσας ποινής.» Περαιτέρω, στην απόφαση Βακανά ν Αστυνομίας (ανωτέρω) με παραπομπή στην απόφαση Ανδρονικόυ (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι δεν αρκεί η έκφραση πρόθεσης. Επιπροσθέτως, το Εφετείο συνέχισε υποδεικνύοντας τα ακόλουθα, ως προς την αξία της αποζημίωσης του θύματος, στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής: Είχε όμως δικαίωμα και υποχρέωση το δικαστήριο να μην αποδώσει τόση σημασία στην εκφρασθείσα πρόθεση του, όση θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει μια εξαρχής έκφραση μεταμέλειας, έμπρακτη, ειλικρινής και χωρίς παλινδρομήσεις, μια ανθρώπινη συγγνώμη προς τον ίδιο του τον αδελφό. Εκφρασθείσα στο τελικό πλέον στάδιο, ελάμβανε άλλο χαρακτήρα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα, Α. Καπαρδής και Ηλ. Α. Στεφάνου, σελ.274. «Το εφετείο στην Αγγλία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η καταβολή αποζημίωσης από τον δράστη στο θύμα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ώστε να εξαγοράζει την τιμωρία του (π.χ. φυλάκιση) ο δράστης. (Inwood
(1974)60 Cr.App.R. 73, Copley
(1979)Cr.App.R. (S) 55, Barney [1990] Crim.L.R. 209, Tyce [1994] Crim.L.R. 71.» Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι αποζημίωσαν την παραπονούμενη. Έτσι, η πρόθεση και μόνο για αποδοχή εκ συμφώνου έκδοσης απόφασης σε αστική διαδικασία δεν αρκεί. Το μόνο απτό στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι η πρόθεση της πλευράς των κατηγορούμενων, όπως το μικρό ποσό των € 550 που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου 1, κατά τη διερεύνηση και κατακρατήθηκε από την αστυνομία, δοθεί στην παραπονούμενη. Υπό το φως των πιο πάνω, λαμβάνεται υπόψη η πρόθεση για απόδοση του μικρού ποσού των €550, ως μετριαστικό στοιχείο. Όμως η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στον πιο πάνω παράγοντα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση η Υπεράσπιση έθιξε και το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 1. Εν προκειμένω, λαμβάνουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με 4 προηγούμενες καταδίκες, οι οποίες αφορούν καταδίκες για απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και άλλα παρεμφερή αδικήματα, οικονομική φύσης. Όπως είναι νομολογημένο, οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής, καθότι αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1. Είναι, επίσης, καλά νομολογημένο ότι η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών δεν πρέπει να οδηγεί στην επιβολή τέτοιας ποινής που θα έχει ως αποτέλεσμα ο καταδικασθείς να τιμωρηθεί για δεύτερη φορά σε σχέση με το ίδιο αδίκημα. Σχετική είναι η απόφαση Hjinicolaou v The Police
(1976)2 CLR 63. Η ύπαρξη, όμως, προηγούμενων καταδικών αναπόφευκτα οδηγεί στην προοδευτική μείωση της επιείκειας. Σχετική είναι η απόφαση Καμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, 571, όπου, με αναφορά στο σύγγραμμα Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η επί του προκειμένου θέση της Αγγλικής Νομολογίας όπως παρατίθεται στο "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Σαουρής, έχει ως εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation The general principle is that with each subsequent conviction an offender progressively loses the mitigation which he had as a first offender; but, on the other hand, no matter how long his record of previous convictions, this 'will not justify the imposition of a term of imprisonment in excess of the permissible ceiling for the facts of the immediate offence'. The gravity of his present offence sets the ceiling for the sentence and, although a long criminal record loses him mitigation, it should not be allowed to operate as an aggravating factor. The proper approach is for the court to determine the sentence appropriate for the offence, and then to consider whether it can extend some leniency to the offender, having regard to his record. If the record is bad, it probably cannot.» Σε μετάφραση: Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος.» Η πιο πάνω αρχή επεξηγείται και στο σύγγραμμα του Andrew Ashworth, Sentencing and Criminal Justice, Cambridge University Press, 5η έκδοση, σελ. 201-203. Συνακόλουθα, στην υπό κρίση υπόθεση, η ύπαρξη 4 προηγούμενων καταδικών εις βάρος του κατηγορουμένου 1 οδηγεί αναπόφευκτα στη μείωση του δείκτη επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί σε αυτόν. Τέλος, παρόλο που δεν έχει εγερθεί από την Υπεράσπιση, λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή περίπου 2 ½ έτη μετά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ
  1. Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Καούσλιεβ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μας που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι στον χρόνο που διέρρευσε έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις των κατηγορουμένων. Ούτε έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τον χρόνο που διέρρευσε. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα μπορεί να επηρεάσει μόνο το εύρος της ποινής. Προς όφελος της κατηγορουμένης 2 λαμβάνουμε υπόψη μας το λευκό της ποινικό μητρώο καθώς και ό,τι άλλο ελέχθη προς μετριασμό της ποινής. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1: Στην Κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στην Κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 7 ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Στην κατηγορούμενη 2: Στην Κατηγορία 1: ποινή προστίμου € 20.000 Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν.Α.Π Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.