ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Κ.Κ κ.α., Υπόθεση Αρ.: 359/21, 18/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 359/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- Κ.Κ
- Κ.Ε Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου
- Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Δημοσθένους για Γενικό Εισαγγελέα. Για Κατηγορούμενους 1 και 2 : Χ. Λαζάρου. Κατηγορούμενος 1 : Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Oι κατηγορούμενοι στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζουν από κοινού μια κατηγορία για απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 20, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα κεφ.
- Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει και μια κατηγορία για Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2,3,4
(1)(ιιι) και 7 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου (188(Ι) 2007). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1, οι κατηγορούμενοι κατά τον μήνα Αύγουστο του 2020, στη Λάρνακα απέσπασαν από τη { } το συνολικό ποσό των €125.000 προβαίνοντας σε ψευδή παράσταση ότι είχαν πρόθεση να ανεγείρουν πολυκατοικία όπου θα αποκτούσε το οροφοδιαμέρισμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2, αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 ότι το μήνα Αύγουστο του 2020 απέκτησε, κατείχε και χρησιμοποίησε προς εξόφληση δικών του οφειλών έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, δηλαδή το ποσό των € 125.000, τα οποία απέσπασε ως αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έγκειται στο ότι οι κατηγορούμενοι απέσπασαν το ποσό το ποσό των € 125.000 προβαίνοντας στη ψευδή παράσταση ότι είχαν πρόθεση να ανεγείρουν πολυκατοικία, όπου η παραπονούμενη θα αποκτούσε διαμέρισμα. Περαιτέρω σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής η ανέγερση της πολυκατοικίας παρουσιάστηκε ως γεγονός, αφού υπήρχαν τα σχέδια μέσα από τα οποία κλήθηκε να επιλέξει διαμέρισμα η παραπονούμενη. Επιπροσθέτως, ως προς τον κατηγορούμενο 1, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έγκειτο και στο ότι ο τελευταίος απέκτησε και χρησιμοποίησε το πιο πάνω έσοδο από παράνομη δραστηριότητα προς εξόφληση δικών του οφειλών. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Η εκδοχή της υπεράσπισης συνίσταται στο ότι οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν σε παράσταση παρόντος γεγονότος και ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη εσόδου από παράνομη δραστηριότητα. Επιπροσθέτως, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων προέβαλε σειρά ισχυρισμών περί παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης, τους οποίους θα εξετάσουμε κατωτέρω. Η ΕΝΩΠΙΟΝ ΜΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν συνολικά έξι
(6)μάρτυρες και κατατέθηκαν συνολικά δεκαπέντε
(15)Τεκμήρια. Συγκεκριμένα, κατέθεσαν ο αστ. 866 Α. Στυλιανού, ως ΜΚ1, ο A.A. ως ΜΚ2, η παραπονούμενη ως ΜΚ3, η αστυφύλακας 4056 Μ. Δημητρίου, ως ΜΚ4, ο Δ. Έλληνας, ως ΜΚ5 και η B.B ως ΜΚ6. Οι κατηγορούμενοι, όταν κλήθηκαν σε απολογία, επέλεξαν να διατηρήσουν το δικαίωμα σιωπής και να μην προσκομίσουν μαρτυρία. ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Η αξιολόγηση όλων των μαρτύρων έγινε σύμφωνα με τις πάγιες και διαχρονικές αρχές όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία, την οποία παραθέτουμε πιο κάτω. Στην Πελεκάνου v Πελεκάνου
(1999)1Β ΑΑΔ 1273 στις σελ. 1280 - 1281 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Στην Ομήρου v Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 530: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια». Στην Ευαγγέλου v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 371, ειπώθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 378: «Είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε πρόσφατα (δες: Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 A.A.Δ. 71) πως η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και στο περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Η αρχή αυτή έχει μεγαλύτερη δύναμη στην ποινική δίκη όπου η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε αντίθεση με την πολιτική δίκη στην οποία ο ενάγων αποδεικνύει την υπόθεση του στο ισοζύγιο της πιθανότητας να έχει δίκαιο στην αξίωση του.» Πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο (βλ. υπόθεση Παύλου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68, 72 - 73). Μικρές διαφορές στη μαρτυρία είναι φυσικό να υπάρχουν (βλ. Πέτρου κ.α. v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76, 82 και Χ"Δημητρίου v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 104, 118). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Παπακόκκινου κ.α. v Κουρέα κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1833, 1846 - 1847) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Η αποδοχή μέρους μαρτυρίας και η απόρριψη άλλου, ενός μάρτυρα, δεν αποτελεί διάβημα μεμπτό ή αντινομικό. Απεναντίας, το δικαίωμα ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας ορθής αποτίμησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο (βλ. Georghiades v The Police
(1985)2 CLR 56, 63, Kades v Nikolaou and Another
(1986)1 CLR 212, 216, Agapiou v Panayiotou
(1988)1 CLR 257, 263, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, 213, Καρεκλά v Κλεάνθους
(1997)1Β ΑΑΔ 1199, 1202, Ιωάννου v Κουννίδη
(1998)1Γ ΑΑΔ 1215, 1224, Mustafa v Κακούρη κ.ά
(2002)1Α ΑΑΔ 165, 173 και Αντωνίου v Χρίστου
(2006)1Β ΑΑΔ 888, 895). Μικρές ασυνέπειες, μικροδιαφορές και μικρές αντιφάσεις σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια τους και δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων στην εκδοχή που μετέφεραν στον Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης v Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, 322, Ξυδιάς v Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 217, 227 και Γιαννίδης v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, 155) και δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες (βλ. Τυμπιώτης v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Για να κριθεί ένας μάρτυρας αναξιόπιστος θα πρέπει η μαρτυρία του να είναι τέτοια που να δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και να είναι ουσιαστικής μορφής που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ή να φανερώνει διάθεση να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνει τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου v Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, 101, Χριστοδούλου v Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 449, 452, Νικολάου v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, 408 και Δημητρίου v Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 326, 349). Η ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Στην υπό κρίση υπόθεση δόθηκε μαρτυρία σε σχέση με τις ανακριτικές ενέργειες που έλαβαν χώρα, καθώς και με τις παραστάσεις που φέρεται να προέβησαν οι κατηγορούμενοι προς την παραπονούμενη, αλλά και την κατ' ισχυρισμόν νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΧΩΡΑ Σε σχέση με τις ανακριτικές ενέργειες που έλαβαν χώρα προς διαλεύκανση της υπόθεσης σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΚ1 και της ΜΚ
- Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεση του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή αναφέρεται στις ανακριτικές του ενέργειες. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 1 απόδειξη είσπραξης, ημερομηνίας 28.2.2020, για το ποσό των € 75.000, εκδοθείσα από την κατηγορουμένη 2 και υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο 1 και την ΜΚ6 και ως Τεκμήριο 2 απόδειξη είσπραξης από την κατηγορούμενη 2, ημερομηνίας 26.8.2020, για το ποσό των € 50.
- Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 6 αποδείξεις είσπραξης εκδοθείσες από την κατηγορούμενη 2, οι οποίες εκδόθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 7.7.2020 με 18.9.2020, ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε απόδειξη είσπραξης άνευ υπογραφής, ημερομηνίας 28.8.2020, ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε βεβαίωση που φέρει την επωνυμία της κατηγορούμενης 2, άνευ υπογραφής, ημερομηνίας 31.7.
- Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 τίτλο ιδιοκτησίας σε σχέση με το οικόπεδο που υποδείχθηκε στην παραπονούμενη, με επισυνημμένο τοπογραφικό. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 δέσμη εγγράφων με αποτελέσματα έρευνας από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών & Επίσημου Παραλήπτη ως προς το εγγεγραμμένο γραφείο, τους αξιωματούχους, τη μετοχική δομή και σύσταση της κατηγορουμένης 2, καθώς και το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό αυτής. Επιπροσθέτως, ο μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει τη κατάθεση του κατηγορουμένου 1 καθώς και σχετικό ημερολόγιο ενεργείας. Η προσπάθεια του προσέκρουσε σε ένσταση της τότε συνηγόρου των κατηγορουμένων, οπόταν και διατάχθηκε η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 4.10.2022, απέρριψε την ένσταση και αποδέχθηκε την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων ως Τεκμηρίων. Έτσι, η κατάθεση του κατηγορουμένου 1 κατέστη Τεκμήριο 8 ενώ το ημερολόγιο ενεργείας κατέστη Τεκμήριο
- Τέλος ως Τεκμήριο 10 κατέθεσε το κείμενο των κατηγοριών που προσήφθηκαν στον κατηγορούμενο
- Στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 8 και 9 θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη αναφορικά με τη διακρίβωση του κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 είχε οποιαδήποτε σχέση με το οικόπεδο που περιγράφεται στο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1 κατά τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι ουδεμία σχέση είχε ο κατηγορούμενος με το ακίνητο. Κατά την αντεξέταση του, από την τότε συνήγορο των κατηγορούμενων, αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 6 και στη σχετική διερεύνηση, αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εν λόγω οικοπέδου. Ο ΜΚ1 επέμεινε στις θέσεις του που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι δηλαδή το εν λόγω οικόπεδο ανήκε σε εταιρεία, ο διαχειριστής της οποίας δήλωσε ότι ουδεμία σχέση έχει με τον κατηγορούμενο 1 ή τις εταιρείες του και ούτε γνώριζε κάτι σχετικά με ανέγερση πολυκατοικίας με το όνομα «{ }». Περαιτέρω, αντεξετάστηκε σε σχέση με τη διερεύνηση ως προς την πηγή των χρημάτων που παρέδωσε η παραπονούμενη στον κατηγορούμενο
- Εξήγησε, επίσης, τον λόγο που από τα υποστατικά των κατηγορούμενων έλαβαν αποδείξεις πληρωμών μέχρι τις ημερομηνίες 26 και 28.8.
- Συγκεκριμένα εξήγησε ότι έπραξαν τα πιο πάνω, επειδή η παραπανούμενη δήλωσε πως έδωσε τα χρήματα πριν την ημερομηνία που καταγράφουν οι αποδείξεις είσπραξης. Μαρτυρία ως προς τις ανακριτικές ενέργειες έδωσε και η αστυφύλακας 4056 Μ. Δημητρίου, ΜΚ
- Η ΜΚ4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της, ημερομηνίας 19.9.2020, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Η ΜΚ4 ήταν το πρόσωπο που μετέβη μαζί με την Αστυφύλακα 3485 και την παραπονούμενη στο σημείο όπου ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στην παραπονούμενη ως τον χώρο που θα ανεγείρετο η πολυκατοικία. Περαιτέρω, η μάρτυρας σημείωσε επί του Τεκμήριου 6 το τεμάχιο που της υπέδειξε η παραπανούμενη. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΚΑΤ' ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΝ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Σε σχέση με τα πιο πάνω μαρτυρία έδωσε ο ΜΚ2, η παραπονούμενη, ΜΚ3, ο ΜΚ5 και η ΜΚ
- Ως ΜΚ 2 κατέθεσε ο Α.Α, σύζυγος της παραπονουμένης. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 28.9.2020, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη γνωριμία του ζεύγους με τον κατηγορούμενο 1 και στις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 τους ενημέρωσε για την ανέγερση της πολυκατοικίας που θα ονόμαζε «{ }». Ο ΜΚ2 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις φωτογραφίες και σχέδια που τους υπέδειξε ο κατηγορούμενος 1 και που κατά τις δηλώσεις του τελευταίου απεικόνιζαν την πολυκατοικία «{ }» που θα ανήγειρε. Μάλιστα ο κατηγορούμενος 1 τους περιέγραψε και το προς πώληση διαμέρισμα. Συγκεκριμένα τους το περιέγραψε ως οροφοδιαμέριασμα, ρετιρέ, στον 4ο όροφο, το οποίο θα μπορούσε να μετατραπεί σε δυο διαμερίσματα, δύο υπνοδωματίων έκαστο. Ο κατηγορούμενος 1 τους ανέφερε ότι θα τους «άφηνε» το κάθε διαμέρισμα προς € 136.000 έκαστο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 1 τους υπέδειξε το οικόπεδο όπου θα ανεγείρετο η πολυκατοικία και τους ζήτησε προκαταβολή, αφού το εν λόγω διαμέρισμα ήταν το μοναδικό απούλητο. Τότε η παραπονούμενη παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1 το ποσό των € 75.000 σε μετρητά. Κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς σε σχέση με τις παραστάσεις του κατηγορουμένου 1, ως προς τον χρόνο ανέγερσης της πολυκατοικίας, απάντησε ότι ο τελευταίος τους ανέφερε πως περίμενε τις άδειες οικοδομής. Αναφέρθηκε επίσης στο ακριβές σημείο που βρισκόταν το οικόπεδο που τους παρουσιάστηκε, δηλώνοντας ότι δεν πρόσεξε οποιαδήποτε πινακίδα. Επόμενη μάρτυρας ήταν η παραπονούμενη, ΜΚ
- Η παραπονούμενη υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, τις δυο τις καταθέσεις ημερομηνίας 18.9.2020 και 27.9.2020, οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφα Γ1 και Γ2 αντίστοιχα. Επίσης, κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 και 2 ως τις αποδείξεις που εξέδωσε ο κατηγορούμενος 1 για τα ποσά των € 75.000 και € 50.000 που η ίδια έδωσε σε αυτόν. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 έντυπο ανάληψης χρημάτων από την Ancoria Bank, ημερομηνίας 26.8.2020, ως Τεκμήριο 12 έντυπο ανάληψης χρημάτων από την Ελληνική Τράπεζα, ημερομηνίας 26.8.202, ως Τεκμήριο 13 έντυπο ανάληψης χρημάτων από την Ελληνική Τράπεζα, ημερομηνίας 28.8.2020, ως Τεκμήριο 14, έντυπο ανάληψης χρημάτων από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου), ημερομηνίας 26.8.2020 και ως Τεκμήριο 15 έντυπο ανάληψης χρημάτων από την Alpha Bank, ημερομηνίας 27.8.
- Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε στις συνθήκες γνωριμίας της με τον κατηγορούμενο 1 και στις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 ενημέρωσε την ίδια και το σύζυγο της ότι θα έκτιζε πολυκατοικία στην περιοχή Μακένζι. Αναφέρθηκε, επίσης, στη συνάντηση που είχαν η ίδια και ο σύζυγος της στο γραφείο του κατηγορουμένου 1, όπου ο τελευταίος τους υπέδειξε τη πρόσοψη της πολυκατοικίας, ονόματι «{ } Κωρτ», επί της οποίας θα τους πωλούσε οροφοδιάμερισμα με ξεχωριστές εισόδους. Τότε ο κατηγορούμενος 1 τους ανέφερε πως εάν έδιναν € 75.000 μετρητά ως προκαταβολή θα τους το άφηνε στην τιμή των € 275.000 συνολικά. Ο κατηγορούμενος 1 της ανέφερε πως τα σχεδία τα έχει στο άλλο του το γραφείο, αλλά τους μετέφερε στο σημείο όπου θα κτιζόταν η πολυκατοικία. Αναφέρθηκε, επιπλέον, στις συνθήκες υπό τις οποίες έδωσε το ποσό των € 75.000 στον κατηγορούμενο 1 και στις συνθήκες λήψης της σχετικής απόδειξης. Περαιτέρω αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το ποσό των € 50.000 και στη λήψη της σχετική απόδειξης. Κατά την αντεξέταση της αναφέρθηκε στα ποσά που έδωσε στον κατηγορούμενο
- Επέμεινε ότι οι € 75.000 που έδωσε ως μετρητά στον κατηγορούμενο 1 ήταν χρήματα, τα οποία μετά το κούρεμα τα απέσυρε από τις τράπεζες και τα κρατούσε στο σπίτι της. Ανέφερε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος 1 της προσδιόρισε ότι σε έξι
(6)με οκτώ
(8)μήνες θα ολοκληρωνόταν η ανέγερση της πολυκατοικίας. Ανέφερε, περαιτέρω, πως κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία, όταν, αφού ενημερώθηκε από γείτονες της ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι αναξιόπιστος, του ζήτησε τα χρήματα της πίσω και ο τελευταίος δεν της τα έδωσε. Προσδιόρισε ότι πληροφορήθηκε για το ποιόν του κατηγορούμενου 1 δυο εβδομάδες μετά που έδωσε τις € 50.
- Ως προς τις αποδείξεις που λάμβανε από τον κατηγορούμενο 1, δήλωσε ότι ο τελευταίος δεν της τις έδινε την ημερομηνία που του παρέδιδε τα χρήματα. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην επίσκεψη της στο σημείο όπου θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία, δηλώνοντας ότι όντως υπήρχε μια πινακίδα στην οποία δεν έδωσε σημασία. Αρνήθηκε, τέλος, τη θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 της πρότεινε να τις επιστρέψει τα χρήματα ή με άλλο τρόπο να την αποζημιώσει. Μαρτυρία έδωσε και ο αρχιτέκτονας Δ. Έλληνας, ΜΚ
- Ο μάρτυρας υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε. Το αρχιτεκτονικό γραφείο του ΜΚ5 χειρίζεται το ζήτημα του επίδικου οικοπέδου και έχει καταθέσει αίτηση για λήψη πολεοδομικής άδειας στον Δήμο Λάρνακας με σκοπό την ανέγερση πολυκατοικίας από συγκεκριμένη εταιρεία. Όμως ουδεμία σχέση έχει με το όνομα «Πενευτυχία» Κωρτ. Ούτε γνωρίζει τον κατηγορούμενο 1 ή την παραπονούμενη. Επίσης, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ούτε την κατηγορούμενη 2 εταιρεία. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 και υπέδειξε το επίδικο τεμάχιο. Κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι το επίδικο οικόπεδο δεν έχει πωληθεί και ουδείς εκ των κατηγορούμενων επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη του. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Β.Β ΜΚ
- Η ΜΚ6 εργαζόταν ως γραμματέας στην κατηγορούμενη
- Η ΜΚ6 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση της, ημερομηνίας 23.9.2020, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο ΣΤ. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντα της στην κατηγορούμενη
- Θυμόταν ότι περί τις αρχές Αυγούστου του 2020 επισκέφθηκαν τα γραφεία της κατηγορουμένης 2, η παραπονούμενη και σύζυγος της ΜΚ
- Σκοπός της επίσκεψης ήταν η αγορά ενός οροφοδιαμερίσματος σε πολυκατοικία που θα ανεγείρετο στην περιοχή Μακένζι. Η ίδια ουδέποτε είδε αρχιτεκτονικά σχέδια αναφορικά με την πολυκατοικία «{ }». Δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε της ανέφερε και ουδέποτε άκουσε τον κατηγορούμενο 1 να αναφέρεται σε πολυκατοικία που θα έκτιζε. Περαιτέρω αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 , 4 και 5 ως έγγραφα που ετοίμασε καθ' υπαγόρευση του κατηγορουμένου
- Επίσης, αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο
- Κατά τον χρόνο που την πληροφόρησε ο κατηγορούμενος 1 για την είσπραξη του ποσού των €75.000 πρόσεξε ότι προσέρχονταν αρκετά πρόσωπα στα γραφεία της κατηγορουμένης 2 και πληρώνονταν από τον κατηγορούμενο
- Σε σχέση με τις πιο πάνω πληρωμές κάποιες φορές εξέδιδε αποδείξεις κάποιες όχι. Η μάρτυρας δεν αντεξέταστηκε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΧΩΡΑ Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα. Ο μάρτυρας κατά την ανετεξέταση του επεξήγησε τις ανακριτικές του ενέργειες με αναφορά στις καταθέσεις που έλαβε. Οι θέσεις που προέβαλε τόσο ως προς την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου όσο και για την πηγή προέλευσης των χρημάτων που έδωσε η παραπονούμενη στον κατηγορούμενο 1, έγιναν αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας που εντόπισε. Επομένως, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Η ΜΚ 4 επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της έγκειτο στην περιγραφή του επίδικου τεμαχίου γης. Σε σχέση με το πιο πάνω υπέδειξε το συγκεκριμένο τεμάχιο επί του Τεκμήριου
- Η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Στη βάση των ανωτέρω αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΤ' ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΝ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα μαρτυρία έδωσαν ο ΜΚ2, η παραπονούμενη ΜΚ3, ο ΜΚ5 και η ΜΚ
- Ο ΜΚ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σταθερότητα και σαφήνεια και επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξετάση. Ειδικότερα, η θέση του ότι περί τις αρχές Αυγούστου του 2022 ο κατηγορούμενος 1 τους υπέδειξε το σημείο που θα αναγείρετο η πολυκατοικία και αυθημερόν η σύζυγος του παρέδωσε προς τον κατηγορούμενο 1 το ποσό των € 75.000 δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επίσης κατά την αντεξεταση διευκρίνισε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στον ίδιο και στην παραπονούμενη, ΜΚ3, ότι ανέμενε τις άδειες οικοδομής για να ξεκινήσει την ανέγερση της πολυκατοικίας. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ως προς το σημείο που βρισκόταν το οικόπεδο που τους υποδείχθηκε, συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας και δεν έχει αμφισβητηθεί. Τέλος, το γεγονός ότι δεν του ανέφερε η σύζυγος του ότι έδωσε επιπλέον € 50.000 δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του. Τέλος, το γεγονός ότι ο ίδιος ανέφερε πως το τίμημα πώλησης ανερχόταν στο ποσό των € 136.000 για τον ίδιο και €136.000 για τη σύζυγο του ενώ η παραπονούμενη, ΜΚ3, προσδιόρισε το τίμημα πώλησης στο συνολικό ποσό των € 270.000 δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, αφού πρόκειται περί μικροαντίφασης, η οποία σύμφωνα με τη νομολογία δεν επηρεάζει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, αλλά απεναντίας δεικνύει το μη προσχεδιασμό μεταξύ των ΜΚ2 και ΜΚ
- Ο ΜΚ2, κρίνεται αξιόπιστος και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Η ΜΚ3 προκάλεσε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ανέφερε τα γεγονότα ως τα έζησε με σταθερότητα και σαφήνεια. Η θέση της για το σημείο που της υποδείχθηκε ως σημείο ανέγερσης της πολυκατοικίας συνάδει με την ενώπιον μας έγγραφη μαρτυρία, ήτοι το Τεκμήριο 6 και δεν έχει αμφισβητηθεί. Η θέση της πως, όταν έδωσε το αρχικό ποσό των €75.000, δεν της δόθηκε αμέσως η απόδειξη αλλά κατόπιν παρέλευσης κάποιων ημερών παρέμεινε σταθερή κατά την αντεξέταση και επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε. Το εάν η ημερομηνία έκδοσης των αποδείξεων είναι ταυτόσημη με την ημερομηνία που φέρουν οι αποδείξεις Τεκμήρια 11 με 15, ως ήταν η γραμμή αντεξέτασης, δεν μπορεί να επηρεάσει την πιο πάνω βασική της θέση. Συγκεκριμένα οι εν λόγω αποδείξεις αφορούν το ποσό των € 50.000 και όχι τις αρχικές €75.
- Επομένως, η μαρτυρία της ως προς τον χρόνο που έδωσε το αρχικό ποσό δεν έχει αμφισβητηθεί. Σε σχέση με το ποσό των €50.000 δεν αμφισβητήθηκε ότι το έδωσε. Αυτό που ερωτήθηκε ήταν το εάν είχε αποδείξεις για την ανάληψη του πιο πάνω ποσού από την Τράπεζα. Άλλωστε η έκδοση των Τεκμήριων 1 και 2 αποδεικνύει την είσπραξη των ποσών των €75.000 και €50.000, αντίστοιχα, αποδεικνύει τη λήψη των πιο πάνω ποσών από τους κατηγορούμενους. Έτσι, το γεγονός ότι δεν θυμόταν αν υπήρχαν αποδείξεις δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία της. Συγκεκριμένα, ως ήταν η αδιαμφισβήτητη δήλωση της, το πιο πάνω ποσό το πήρε από την Τράπεζα το 2013, ήτοι εννέα χρόνια πριν δώσει μαρτυρία. Επομένως η αδυναμία της να θυμηθεί το κατά πόσο είχε αποδείξεις δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της, ένεκα του μεγάλου χρόνου που διέρρευσε από την ανάληψη του ποσού. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το γεγονός ότι δόθηκε το ποσό των €50.000 από την παραπονούμενη προς τον κατηγορούμενο 1 δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως, η ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της. Ο ΜΚ5 προκάλεσε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, συνοχή και πειστικότητα. Η ουσιαστική του θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 και η κατηγορούμενη 2 ουδεμία σχέση είχαν με το ακίνητο που φαίνεται στο Τεκμήριο 6 , δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης η θέση του ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι επικοινώνησε μαζί του κάποιος εκ των κατηγορουμένων δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΚ5 κρίνεται αξιόπιστος και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Σε σχέση με τη ΜΚ6 σημειώνουμε ότι και αυτή προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και ήταν εμφανές ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει τα γεγονότα που εξιστόρησε ως τα αντιλήφθηκε. Πέραν των ανωτέρω η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527 Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχουμε βέβαια υπόψη μας ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Παρά ταύτα και στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων τυχόν παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου έχει κριθεί ότι αφήνει αλώβητη τη σχετική μαρτυρία του μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19.10.2021. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ
- Στην υπό κρίση υπόθεση η ΜΚ6 ουδόλως αντεξέταστηκε και η μαρτυρία της, αναφορικά με τα ζητήματα που καταγράφουμε ανωτέρω, ουδόλως αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, η μαρτυρία της συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας ως προς τα ανωτέρω ζητήματα. Η ΜΚ6 κρίνεται αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 1 ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΧΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 8 ΚΑΙ 9 Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω οι κατηγορούμενοι, όταν κλήθηκαν σε απολογία, τήρησαν το δικαίωμα σιωπής. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 8 η κατάθεση του κατηγορουμένου 1 στην οποία προβαίνει σε παραδοχές. Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατατεθειμένο το Τεκμήριο 9 στο οποίο ο κατηγορούμενος 1 προβαίνει σε προφορικές παραδοχές σε σχέση με τη διαχείριση των ποσών που έλαβε από την παραπονούμενη. Η κατάθεση των πιο πάνω Τεκμηρίων αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου, σε σχέση με την παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων επικέντρωσε την εισήγηση του, περί παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης, στην ορθότητα της αποδοχής της κατάθεσης του κατηγορουμένου 1, Τεκμήριο
- Εισηγήθηκε ότι η διαδικασία λήψης της κατάθεσης, παραβίαζε το δικαίωμα στη μη αυτοενεχοποίηση, επειδή δεν δόθηκαν στον κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα υπόπτου/κατηγορούμενου. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την προηγούμενη του απόφαση επί του θέματος. Το πιο πάνω ζήτημα εγέρθηκε στο στάδιο που επιχειρήθηκε η κατάθεση της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1, Τεκμήριο 8, και διεξήχθη δίκη εντός δίκης. Στο πλαίσιο αυτής κρίθηκαν ταυτόσημα επιχειρήματα και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 4.10.2022, απέρριψε τη σχετική ένσταση και αποδέχθηκε την κατάθεση. Όντως νομολογιακά έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα, όταν υπάρχει το κατάλληλο υπόβαθρο, το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την κρίση του ως προς τη δεκτότητα κάποιας ομολογίας. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην απόφαση Πολυδώρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 492. Περαιτέρω, όπως συνοψίζεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, εκδόσεις Hippasus, 1η έκδοση, 2014, σελ. 909, σε τέτοια περίπτωση το περιεχόμενο της ομολογίας προσεγγίζεται σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή κατά την κυρίως δίκη αλλά και τα δεδομένα που προκύπτουν μετά τη δίκη εντός δίκης. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει υποδειχθεί οτιδήποτε που να επιτρέπει την αναθεώρηση της πιο πάνω απόφασης. Συγκεκριμένα δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε δεδομένα μεταγενέστερα της αποδοχής της κατάθεσης του κατηγορουμένου 1, τα οποία να επιτρέπουν αναθεώρηση της κρίσης του Δικαστηρίου. Επίσης, οι αναφορές του κατηγορουμένου 1 στην κατάθεση του συνάδουν με το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις του συνηγόρου του κατηγορουμένων απορρίπτονται. Ασφαλώς, η κατάληξη στην αποδεκτότητα κάποιας ομολογίας δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση σύγκρισης του περιεχομένου της με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας, όπου αυτό είναι δυνατόν. Εν προκειμένω, έχουμε υπόψη μας την αρχή ότι ακόμα και η εκούσια ομολογία πρέπει να υποβάλλεται στη βάσανο της σύγκρισης της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και την επισήμανση των στοιχείων ενοχής του κατηγορούμενου που υποστηρίζουν την αυθεντικότητα της ομολογίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορούμενου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Περαιτέρω, παραπέμπουμε στην πρόσφατη απόφαση F. L. H. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 4/2020, ημερομηνίας 31.1.2022, όπου υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα αλλά και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Είναι στοιχειώδες πως και τη θεληματική ομολογία το Δικαστήριο την αξιολογεί ... Παγίως, λοιπόν, τα Δικαστήρια εξετάζουν την ομολογία σε συσχετισμό προς την υπόλοιπη μαρτυρία και ανάλογα με τη φύση και την ποιότητα της ως ενοχοποιητικής ή αναιρετικής, αναλόγως. Απαντούν στον κρίσιμο προβληματισμό ως προς το αν αυτή είναι αληθής και αν, εν τέλει, όπως είναι η πεμπτουσία του συστήματός μας, η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται, από την κατηγορούσα αρχή, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία». Στην υπό κρίση υπόθεση τα όσα αυτοενοχοποιητικά αναφέρει ο κατηγορούμενος 1 στην κατάθεση του Τεκμήριο 8, συνάδουν με το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, η περιγραφή του ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες γνώρισε την παραπονούμενη συνάδουν με τα όσα η τελευταία και ο ΜΚ2 ανέφεραν. Περαιτέρω το ότι υπέδειξε σε αυτή και τον σύζυγό της ένα οικόπεδο που δεν ήταν δικό του και ότι εκεί θα έκτιζε πολυκατοικία συνάδει με το Τεκμήριο 6, αλλά και τη μαρτυρία του ΜΚ
- Επίσης, η λήψη των € 75.000 και € 50.000 επιβεβαιώνεται και από τα Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Προκύπτει συνεπώς ότι το ουσιώδες γεγονός του ότι ανέφερε στην παραπονούμενη ότι θα ανέγειρε πολυκατοικία σε οικόπεδο που δεν του ανήκε και στη βάση της πιο δήλωσης η παραπονουμένη του έδωσε το συνολικό ποσό των € 125.000 συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας. Επιπροσθέτως, στο Τεκμήριο 9 προβαίνει σε δηλώσεις ως προς συγκεκριμένες δοσοληψίες που είχε και τις οποίες διεκπεραίωσε με μέρος των χρημάτων που έλαβε από την παραπονούμενη. Συγκεκριμένα παραδέχεται δοσοληψίες ύψους € 45.
- Το γεγονός ότι μετά την λήψη του ποσού των €75.000 ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε σε πληρωμές προς διάφορα πρόσωπα συνάδει με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΚ
- ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρούμε με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Περί τις αρχές Αυγούστου 2020 ο κατηγορούμενος 1 εκτελούσε εργασίες μπογιατίσματος στην οικία της παραπονουμένης και του συζύγου της, καθ' υπόδειξη του συζύγου της παραπανουμένης, ΜΚ
- Τότε γνώρισε και την παραπονούμενη, ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος 1 τους πληροφόρησε ότι είναι εργολάβος και κτίζει διαμερίσματα. Η παραπονούμενη με το σύζυγο της εξέφρασαν την επιθυμία να πωλήσουν την κατοικία τους. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 τους ενημέρωσε ότι θα έκτιζε πολυκατοικία στην περιοχή Μακένζι και ότι μπορούσε να τους πωλήσει ένα οροφοδιαμέρισμα. Η παραπονούμενη με τον σύζυγό της μετέβησαν στα γραφεία της κατηγορουμένης 2 όπου ο κατηγορούμενος 1 τους έδειξε φωτογραφία της πρόσοψη της πολυκατοικίας που θα ονόμαζε «{ }» Κωρτ. Ο κατηγορούμενος 1 παρέστησε στην παραπονούμενη ότι η κατηγορούμενη 2 θα ανέγειρε πολυκατοικία σε συγκεκριμένο οικόπεδο. Για την ανέγερση της εν λόγω πολυκατοικίας ανέμενε την έκδοση άδειας οικοδομής. Όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα είχαν ήδη πωληθεί και απέμεινε μόνο ένα ρετιρέ οροφοδιαμέρισμα. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στην παραπονούμενη και τον σύζυγο της ότι το εν λόγω διαμέρισμα θα μπορούσε να διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπήρχαν δυο είσοδοι και ο κάθε ένας εξ αυτών να είχε ξεχωριστό διαμέρισμα. Επιπλέον τους ανέφερε, πως εάν κατέβαλλαν το ποσό των € 75.000 θα προέβαινε σε έκπτωση και η τελική τιμή θα ανερχόταν στο ποσό των €270.000 συνολικά. Επίσης, τους μετέφερε και τους υπέδειξε τον χώρο όπου, η περι ης ο λόγος, πολυκατοικία θα ανεγειρόταν. Όμως οι κατηγορούμενοι ουδεμιά σχέση είχαν με το οικόπεδο που υποδείχθηκε. Αυθημερόν η παραπονούμενη παρέδωσε το ποσό των € 75.000 στον κατηγορούμενο 1 και έλαβε σε μεταγενέστερη ημερομηνία σχετική απόδειξη, Τεκμήριο 1, η οποία εκδόθηκε από την κατηγορουμένη
- Η εν λόγω απόδειξη έφερε ημερομηνία 28.8.2020 και ήταν υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο 1 και την ΜΚ
- Περαιτέρω, η παραπανούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 26 και 28.8.2022 προέβη σε αναλήψεις από πιστωτικά ιδρύματα ποσών ύψους €54.
- Εντός τριών με τεσσάρων ημερών από τις πιο πάνω αναλήψεις παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1 το συνολικό ποσό των € 50.
- Για το πιο πάνω ποσό εκδόθηκε απόδειξη από την κατηγορούμενη 2, Τεκμήριο 2, η οποία έφερε ημερομηνία 26.8.
- Μετά τη λήψη του ποσού των € 75.000 ο κατηγορούμενος προέβη σε διάφορες πληρωμές σε τρίτα πρόσωπα. Μεταξύ άλλων απέκτησε 2 οχήματα μάρκας Opel, τύπου Zafira έναντι του ποσού των € 10.
- Επίσης κατέβαλε το ποσό των € 35.000 σε άλλες οφειλές που είχε. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ο μοναδικός διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της κατηγορουμένης 2, ως τα αρχεία του εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 7, καταδεικνύουν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Όπως εξηγείται στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22, 46, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Το βάρος απόδειξης σε ποινική δίκη βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και εναπόκειται σ΄ αυτή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 401, 404). Επίσης έχει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που τη βαρύνει και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσων εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365 - 366). Ίδια ήταν η προσέγγιση και στις υποθέσεις, Παφίτη ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, 124 και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482, 489. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος δεν φέρει κανένα απολύτως βάρος να αποδείξει την αθωότητα του (βλ. Αρέστης ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 504, 511). Στην υπόθεση Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 476, λέχθηκε ότι στο σύστημα δικαίου που ακολουθείται στην Κύπρο, συχνά λησμονείται άμεσα ή έμμεσα ότι η υπεράσπιση δεν έχει να αποδείξει τίποτε. Είναι απόλυτα θεμιτό για την υπεράσπιση να αφήνει τη δίκη να εξελίσσεται και να οικοδομεί επί των λαθών, ανακριβειών και κενών της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν οφείλει να ερωτήσει οτιδήποτε, ούτε να εξηγήσει οτιδήποτε. Ακόμα και μετά την αξιολόγηση και τα ευρήματα του δικαστηρίου αν παραμένει με μια υποβόσκουσα αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη. Όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019. Δίκαιη Δίκη Αποτελεί θεμελιακό αξίωμα ότι ο έλεγχος της δικαστικής διαδικασίας και η διασφάλιση δίκαιης δίκης, εναπόκειται και παραμένει σε κάθε περίπτωση, έργο του Δικαστηρίου προς διαφύλαξη των σκοπών που η δίκαιη δίκη αποβλέπει να εξυπηρετήσει, αλλά και της άρτιας απονομής της δικαιοσύνης. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ
- Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, ακριβώς διότι μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Παπανδρέα Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 45/14, 5.10.
- Επομένως το παρόν στάδιο είναι κατάλληλο, ώστε να εξεταστούν οι αιτιάσεις του συνηγόρου υπεράσπισης περί παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης. Στην υπό κρίση υπόθεση οι σχετικές αιτιάσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορούμενων προβλήθηκαν με αναφορά και σε σχέση με την αποδοχή της αποδεκτότητας των Τεκμηρίων 8 και
- Το πιο πάνω ζήτημα έχει αναλυθεί ανωτέρω και οι σχετικές αιτιάσεις του συνηγόρου υπεράσπισης έχουν απορριφθεί. Επομένως, απορρίπτεται και η εισήγηση του για παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 1 Η κατηγορία 1 εδράζεται στο άρθρο 298
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Περαιτέρω, η έννοια της ψευδούς παράστασης δίδεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154, ως ακολούθως: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος έχουν αναλυθεί στην απόφαση Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ v. Σιεγγέρη κ.ά., Ποινική Έφεση 121/2014, ημερομηνίας 16.12.2016, ως ακολούθως: «τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η απόκτηση αντικειμένου δυναμένου να κλαπεί, δια ψευδούς παραστάσεως, και με πρόθεση καταδολίευσης. Παρατήρησε ότι, για να αποδειχθεί το αδίκημα, θα πρέπει να διαφανεί ότι η απόσπαση έγινε επειδή η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος, στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση, πείστηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του.» Περαιτέρω, ως προς τις έννοιες της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης διαφωτιστική είναι η απόφαση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του.» Επιπλέον, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ιωάννου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 417, παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση. Οι σχετικές αρχές έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Κυπριανού ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 318/2015, ημερομηνίας 7.9.2017, ως ακολούθως: «Παρατηρούμε συναφώς ότι, μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής.» Στην υπό κρίση υπόθεση ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων με παραπομπή στην απόφαση Ευθυμίου (ανωτέρω), ουσιαστικά εισηγήθηκε υπήρξε μόνο υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά. Επίσης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος του ποσού και ότι δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι το συγκεκριμένο ποσό δόθηκε τον μήνα Αύγουστο. Εκκινώντας από το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, διαπιστώνουμε ότι μέσα από την ενώπιον μας μαρτυρία προκύπτει ότι το σύνολο του ποσού των € 125.000 δόθηκε τον μήνα Αύγουστο. Εν πάση περιπτώσει, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω) σελ.102, είναι παραδεκτός τρόπος κατά τη διατύπωσης της κατηγορίας, ο προσδιορισμός του χρόνου διάπραξης κατά ή περί συγκεκριμένη ημερομηνία. Σημειώνεται, επίσης, ότι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί, σε τέτοια περίπτωση, είναι ότι το αδίκημα διαπράχθηκε σε χρονική περίοδο που εύλογα συνάδει με την ημερομηνία που προσδιορίζει η κατηγορία. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι και το δεύτερο ποσό των € 50.000 δόθηκε εντός μερικών ημερών από την ανάληψη των χρήματων, ως στα Τεκμήρια 11 -15 καταγράφεται. Στα εν λόγω Τεκμήρια καταγράφεται ως ημερομηνία ανάληψης η περίοδος 26 με 28.8.
- Επομένως, οι τρεις με τέσσερεις μέρες μετά, εύλογα συνάδουν με τον χρόνο που καταγράφει το κατηγορητήριο. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνουμε ότι έχει αποδειχθεί το σύνολο του ποσού που αφορά το κατηγορητήριο μέσα στο πλαίσιο που αυτό οριοθετεί. Επομένως, προχωρούμε να εξετάσουμε το πρώτο σκέλος της εισήγησης του κ. Λαζάρου. Για την εξέταση της σχετικής εισήγησης, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστούν οι παραστάσεις του κατηγορουμένου 1 προς την παραπονούμενη, ώστε να διαπιστωθεί εάν αυτές μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της ψευδούς παράστασης. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος 1 παρέστησε στην παραπονούμενη ότι η κατηγορούμενη 2 θα ανέγειρε πολυκατοικία σε συγκεκριμένο οικόπεδο. Για την ανέγερση της εν λόγω πολυκατοικίας ανέμενε την έκδοση άδεια οικοδομής. Όλα τα υπόλοιπα διαμερίσματα είχαν ήδη πωληθεί και απέμεινε μόνο ένα ρετιρέ - οροφοδιαμέρισμα. Ταυτόχρονα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 και η κατηγορούμενη 2 ουδεμία σχέση είχαν με το οικόπεδο που υποδείχθηκε ως ο χώρος ανέγερσης. Στη βάση των πιο πάνω η παραπονούμενη έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το ποσό των € 125.
- Για τα εν λόγω ποσά εκδόθηκαν, από την κατηγορούμενη 2, οι αποδείξεις Τεκμήρια 1 και
- Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 παρέστησε στην παραπονούμενη ότι υπήρχαν συγκεκριμένα σχέδια που αφορούσαν συγκεκριμένη πολυκατοικία για την οποία αναμενόταν η έκδοση άδειας οικοδομής. Παρέστησε, επίσης, ότι στην εν λόγω πολυκατοικία το μοναδικό διαμέρισμα που ήταν ελεύθερο προς πώληση ήταν το ρετιρέ, προς συγκεκριμένη τιμή. Στη βάση των πιο πάνω οι κατηγορούμενοι έλαβαν συνολικά το ποσό των €125.000, προτού η παραπονούμενη προχωρήσει σε καταγγελία. Επίσης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι ήταν αδύνατη η ανέγερση πολυκατοικίας στο εν λόγω οικόπεδο, αφού το ακίνητο δεν του ανήκε. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ. 65, κρίθηκε ότι παράσταση, η οποία συνίστατο στο γεγονός πως οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν δύο διαμερίσματα σε ανεγειρόμενη πολυκατοικία τους, ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί, ενέπιπτε στην έννοια του όρου ψευδής παράσταση. Επίσης, στην υπόθεση Κυπριανού (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η παράσταση του εφεσείοντα προς τους ΜΚ 5 και 6, ότι η μεζονέτα αρ. 6 ήταν ελεύθερη προς πώληση, συνεπώς υποκείμενη προς αγορά και σύναψη αγοραπωλητηρίου, με σκοπό να τους πείσει να προβούν στην εν λόγω πράξη, ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι αυτή του η παράσταση ήταν ψευδής, καθότι η συγκεκριμένη μεζονέτα ανήκε ήδη σε άλλο πρόσωπο, ενέπιπτε στην έννοια του όρου της ψευδούς παράστασης. Στην υπό κρίση υπόθεση κατηγορούμενος 1 ανέλαβε την υποχρέωση όπως μέσω της κατηγορουμένης 2 παραδώσει συγκεκριμένο διαμέρισμα σε συγκεκριμένη πολυκατοικία, ενώ γνώριζε ότι τέτοια πολυκατοικία δεν μπορούσε να ανεγερθεί, καθότι το ακίνητο δεν ανήκε ούτε στον ίδιο ούτε στην κατηγορουμένη
- Περαιτέρω, η γνώση του κατηγορουμένου 1 ως προς το ότι η πολυκατοικία ήταν αδύνατο να ανεγερθεί αποδεικνύεται από το ότι ουδεμία σχέση είχε ο ίδιος ή η κατηγορούμενη 2 με το οικόπεδο που η πολυκατοικία δήθεν θα ανεγείρετο. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη βασίστηκε στην πιο πάνω ψευδή παράσταση και παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1 το ποσό των € 125.
- Οι πιο πάνω παραστάσεις δεν συνιστούν παράσταση μελλοντικού γεγονότος. Αντίθετα στην υπό κρίση υπόθεση οι παραστάσεις του κατηγορουμένου 1 συνίστατο στο ότι υπήρχε συγκεκριμένο διαμέρισμα προς πώληση επί καθορισμένης πολυκατοικίας, η ανέγερση της οποίας επίκειτο. Επομένως, στη βάση των όσων έχουν κριθεί στις υποθέσεις Ζένιου (ανωτέρω) και Κυπριανού (ανωτέρω), η πιο πάνω παράσταση του κατηγορουμένου 1 εμπίπτει στην έννοια της ψευδούς παράστασης. Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 1, ως προς τον κατηγορούμενο 1, και ως εκ τούτου κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία
- Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο μπορεί να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη της εταιρείας. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Andreas Neocleous & Co LLC ν. Γενικός Εισαγγελέας, Ποινική Έφεση Αρ. 68/2017, ημερομηνίας 15.12.2017, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: Κατά την παραδοσιακή προσέγγιση, γνωστή ως «the identification doctrine» («αρχή της ταύτισης»), με αφετηρία την Lennard's Carrying Co Ltd v. Asiatic Petroleum Co Ltd [1915] AC 705, 713, σε μια εταιρεία μπορούν να αποδοθούν οι ενέργειες και η νοητική στάση προσώπου που μπορεί να θεωρηθεί ως ο «ιθύνων νους και βούληση» της εταιρείας («directing mind and will»). Ως κλασική απόφαση επί του θέματος θεωρείται η Tesco Supermarkets Ltd v. Nattrass [1972] AC 153... όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Tesco, η «αρχή της ταύτισης» προϋποθέτει δύο στάδια ανάλυσης ως ακολούθως: «. a two step analysis first identifies the perpetrator of the crime and then asks whether he or she is a person who can be said to embody the company's mind and will.» Ως προς τα κριτήρια του προσδιορισμού του ιθύνοντα νου το Εφετείο υπέδειξε τα ακόλουθα σχετικά: ««Τα κριτήρια με βάση τα οποία είναι δυνατό να καθοριστούν τα φυσικά πρόσωπα των οποίων οι πράξεις και η νοητική στάση μπορούν να αποδοθούν στην εταιρεία («rules of attribution»), εξηγήθηκαν από τον Lord Hoffmann στην Meridian Global Funds Management Asia Ltd v. Securities Commission [1995] 2 A.C. 500, PC. Πηγή κατ΄αρχάς αποτελεί το καταστατικό της εταιρείας, το οποίο, κατά το σύνηθες, ορίζει ότι οι εργασίες μιας εταιρείας διευθύνονται από το διοικητικό συμβούλιο. («βασικός κανόνας απόδοσης ευθύνης»,«primary rules of attribution»). Σ΄αυτά τα πλαίσια, οι διευθυντές μιας εταιρείας μπορούν εκ πρώτης όψεως να θεωρηθούν ως ο «ιθύνων νους και βούληση» της. Όπως όμως έχει υποδειχθεί στη Δημοκρατία ν. Δράκου κ.α.
(2012)2 ΑΑΔ 851, το ζήτημα «δεν μπορεί να υπεραπλουστευθεί με αναφορά μόνο στη θέση και στις αρμοδιότητες του αξιωματούχου, αλλά επεκτείνεται σε όλα όσα μπορούν να αφορούν την καθόλα λειτουργία της εταιρείας και τη συμμετοχή και ευθύνη του συγκεκριμένου αξιωματούχου σ΄αυτή.» Σχετική επίσης είναι η απόφαση Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 234/2016, ημερομηνίας 13.2.
- Από τα πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι, για να αποδοθούν οι ενέργειες και η νοητική στάση ενός φυσικού προσώπου σε εταιρεία προς στοιχειοθέτηση δικής της ποινικής ευθύνης, θα πρέπει το εν λόγω φυσικό πρόσωπο να είναι δράστης του αδικήματος και ταυτόχρονα να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιθύνοντας νους της εταιρείας. Υπό το πιο πάνω πρίσμα θα εξετάσουμε το ζήτημα της απόδοσης ποινικής ευθύνης στην κατηγορουμένη 2 εταιρεία. Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ως ο δράστης του αδικήματος. Επομένως απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο ιθύνων νους της κατηγορουμένης
- Επί του προκειμένου, μέσα από τη δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 7, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο μοναδικός διευθυντής και γραμματέας καθώς επίσης και ο μοναδικός μέτοχος της κατηγορουμένης
- Ένεκα των πιο πάνω ιδιοτήτων, μέσω του καταστατικού, ήταν το μοναδικό πρόσωπο που λάμβανε αποφάσεις για την κατηγορούμενη
- Επίσης μέσα από την ενώπιον μας μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που προέβαινε σε συνεννοήσεις, λάμβανε τα χρήματα και καθ' υπαγόρευση του ιδίου εκδίδοντο αποδείξεις εκ μέρους της κατηγορούμενης
- Επομένως, τόσο η συγκέντρωση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου 1 όλων των ιδιοτήτων που αφορούσαν τη λειτουργία της κατηγορουμένης 2, όσο και ο τρόπος χειρισμού των καθημερινών εργασιών αυτής, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το δεσμείν και το λύειν της κατηγορουμένης
- Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο ιθύνων νους της κατηγορουμένης 2, η οποία εξέδωσε τις αποδείξεις Τεκμήρια 1 και 2 για το συνολικό ποσό των € 125.000, και ως εκ τούτου οι πράξεις του και η νοητική του κατάσταση μπορούν να αποδοθούν στην κατηγορούμενη
- Συνακόλουθα, η κατηγορούμενη 2 κρίνεται ένοχη στην κατηγορία
- ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στηρίζεται στα άρθρα 2, 3, 4
(1), (α), (iii), 2, 5 και 7 του Ν.188(Ι)/2007, 20 και 21 του ΚΕΦ. 154. Κρίσιμες είναι οι διατάξεις του άρθρου 4
(1)(α) (iii ), οι οποίες προνοούν τα ακόλουθα: 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: ........................ (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙ ................................... διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω. Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) Κάθε πρόσωπο το οποίο, (α) γνωρίζει, ή (β) όφειλε να γνωρίζει (β) ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσίας, (γ) αποτελεί έσοδο, (δ) από παράνομες δραστηριότητες και (ε) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία Η ουσία του εξεταζόμενου αδικήματος έχει σκιαγραφηθεί στην υπόθεση Θεοφάνους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 298/2018, ημερομηνίας 27.6.2018, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του.» Επιπλέον, στην υπόθεση Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 212/2017, 17.4.2019 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4[3] του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». Μέσα από το λεκτικό του Νόμου, αλλά και τη νομολογία, που έχει παρατεθεί ανωτέρω, προκύπτει ότι το στοιχείο (iii) 4 (α) του Νόμου προσδιορίζει συγκεκριμένη πτυχή του αδικήματος διαζευκτικά. Ένεκα του πιο πάνω γεγονότος, η αναφορά στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου στους διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης ήταν η ενδεικνυόμενη. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω) σελ.104. Επομένως, για τυχόν καταδίκη του κατηγορουμένου 1 στο αδίκημα της κατηγορίας 2 δεν απαιτείται η σωρευτική απόδειξη και των τριών στοιχείων, αλλά η απόδειξης ενός από τους διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Μέσα από τα ενώπιον μας γεγονότα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 απέκτησε και κατείχε περιουσία, η οποία αποτελούσε έσοδο από συγκεκριμένη παράνομη δραστηριότητα, ήτοι της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου 1 για τα πιο πάνω. Ως προς την απόδειξη της γνώσης του ότι η οποιαδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος διαφωτιστική είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. Περδίκη, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 98/2020, 140/2020 και 142/2020, ημερομηνίας 27.5.2021, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της μειοψηφίας με αναφορά στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016, ECLI:CY:AD:2016:B534 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικά από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος[2] και σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(δ) του Νόμου, δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα από το οποίο προήλθαν έσοδα, στην προκειμένη περίπτωση αυτό της εμπορίας ναρκωτικών. Το δε συστατικό στοιχείο της γνώσης, μπορεί να αποδειχτεί σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(γ) από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις, δηλαδή με περιστατική μαρτυρία,[3] με το βάρος απόδειξης να παραμένει πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής». Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι το συστατικό στοιχείο της γνώσης μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία. Ως έχει πλειστάκις επεξηγηθεί στη νομολογία «τα σκόρπια μέρη της μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα». Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 687 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Ταυτόχρονα, είναι καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη μόνο όταν η ενοχή αναδύεται ως το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα που αποδείχθηκαν. Θεμελιακές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 και Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ
- Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος 1 ανέλαβε την υποχρέωση όπως μέσω της κατηγορουμένης 2 παραδώσει ένα διαμέρισμα σε συγκεκριμένη πολυκατοικία ενώ γνώριζε ότι τέτοια πολυκατοικία δεν μπορούσε να ανεγερθεί, καθότι το ακίνητο δεν ανήκε ούτε στον ίδιο ούτε στην κατηγορουμένη
- Στη βάση των πιο πάνω απέσπασε το ποσό των € 125.000 ως μέρος του τιμήματος πώλησης διαμερίσματος σε πολυκατοικία που ήταν αδύνατο να ανεγερθεί. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο κατηγορούμενος 1 απέκτησε συγκεκριμένο έσοδο ενώ γνώριζε ότι ήταν αδύνατο αυτό να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό που αποκτήθηκε. Επομένως, γνώριζε ότι το πιο πάνω έσοδο προερχόταν από παράνομη δραστηριότητα. Έτσι, η απόκτηση του ποσού των €125.000, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι το εν λόγω ποσό ήταν έσοδο από παράνομη δραστηριότητα. Συνακόλουθα, καταλήγουμε ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το αδίκημα της κατηγορίας
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως των πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που έκαστος εξ αυτών αντιμετωπίζει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο