← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΙΑΚΟΥΔΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 9369/21, 16/3/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΙΑΚΟΥΔΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 9369/21, 16/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9369/21 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΙΑΚΟΥΔΑΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16.3 2023. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Καρράς με κα. Δανιήλ Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή του βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της οδήγησης με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή κατά παράβαση των άρθρων 6

(1)και 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τα γεγονότα ως εκτέθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, στις 29.7.2020 περί ώρα 11:45, το θύμα μαζί με τον σύζυγο της ΜΚ1, βρίσκονταν πεζοί στη Λεωφ. Τάσσου Παπαδόπουλου στην Λάρνακα και είχαν πρόθεση να διασταυρώσουν από φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών. Την ενέργεια τους αυτή, αντιλήφθηκε ο ΜΚ2 που οδηγούσε βυτιοφόρο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΥΑ 570, με κατεύθυνση από δεξιά των πεζών, από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ο οποίος άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα με αποτέλεσμα ο ΜΚ1 μαζί με το θύμα να εισέλθουν εντός της διάβασης πεζών και να διασταυρώνουν ενώ το φως ήταν πράσινο για τα διερχόμενα οχήματα, με αποτέλεσμα την ενέργεια τους αυτή να μην την αντιληφθεί ο Κατηγορούμενος που οδηγούσε το minibus με αριθμούς εγγραφής [ ], στην ίδια κατεύθυνση με τον ΜΚ2 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει με το μπροστινό μέρος του την πεζή. Από την σύγκρουση η πεζή εκτινάχθηκε στην άσφαλτο μπροστά από το αυτοκίνητο. Τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λάρνακας όπου τελικά απεβίωσε στις 13:00 μ.μ. της ίδιας ημέρας. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 1 το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος. Διενεργήθηκε νεκροψία από τον ΜΚ7 στην παρουσία του ΜΚ4 η οποία κατέδειξε ως αιτία θανάτου, ρήξη αορτής συνεπεία του δυστυχήματος. Διαπιστώθηκε περαιτέρω σύμφωνα με τεχνικό ο οποίος εξέτασε τον ταχογράφο του οχήματος του Κατηγορούμενου ότι, ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ακριβώς πριν την σύγκρουση οδηγούσε το όχημα του με 90ΧΑΩ αντί 50ΧΑΩ που ήταν το επιτρεπόμενο όριο. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η άδεια οδήγησης του βαρύνεται με δυο βαθμούς ποινής. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο να στρέψει την προσοχή του στην άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, στο λευκό ποινικό μητρώο, την συνεργασία του με την Αστυνομία, στο ότι το αδίκημα διαπράχθηκε το 2020 ενώ το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε το 2022, ότι οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία του Κατηγορούμενου και στα προβλήματα υγείας του. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, ο συνήγορος του, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας ανάφερε ότι, είναι 39 ετών και κατάγεται από τις Σέρρες από φτωχή οικογένεια και είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι καλού χαρακτήρα και ουδέποτε επέδειξε οποιουδήποτε είδους παραβατική συμπεριφορά. Είναι άτομο φιλήσυχο και κοινωνικό. Μετά την στρατιωτική του θητεία στην Ελλάδα άνοιξε ίντερνετ καφέ και ουζερί στις Σέρρες όμως σταδιακά αναγκάστηκε να κλείσει και τις δυο επιχειρήσεις. Ήρθε στην Κύπρο πρώτη φορά το 2011 και εργάστηκε ως υπάλληλος σε ξενοδοχείο στην Λάρνακα. Το 2015 πήγε πίσω στις Σέρρες και εργαζόταν στον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα μαζί με τον αδελφό του. Λόγω όμως της κακής οικονομικής κατάστασης της οικογένειας απόκτησε επαγγελματική άδεια οδηγού με σκοπό να επιστρέψει στην Κύπρο και να εργαστεί. Το 2020 επέστρεψε στην Κύπρο και βρήκε εργασία ως οδηγός ταξί σε ιδιωτική εταιρεία στην οποία εργάστηκε για πέντε μήνες, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Από τα εισοδήματα του βοηθούσε την οικογένεια του στην Ελλάδα και είχε κατορθώσει να διευθετήσει όλες του τις οικονομικές υποχρεώσεις. Σήμερα διαμένει στην Λάρνακα με την αρραβωνιαστικιά του και αναμένει την εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης ώστε να προχωρήσει με τη ζωή του, δηλαδή να παντρευτεί. Μετά από το περιστατικό αυτό, ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να μην εργαστεί ξανά ως οδηγός και εργάστηκε σε άλλη ιδιωτική εταιρεία ως τεχνικός. Το 2021 τερμάτισε την εργασία του λόγω προβλημάτων υγείας κυρίως στον σπόνδυλο. Έκτοτε προσπαθεί να ξεπεράσει τα προβλήματα υγείας του και εργαζόταν περιστασιακά ως ψήστης. Από τον Μάιο του 2021 δεν έχει κανένα εισόδημα. Ο κ. Καρράς ανάφερε περαιτέρω, ότι το επίδικο δυστύχημα αποτέλεσε και αποτελεί μια τραυματική εμπειρία για τον Κατηγορούμενο ο οποίος μέχρι σήμερα βιώνει άγχος και βαθιά θλίψη, ενώ βρίσκεται περιορισμένος στην κατοικία του. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανάφερε ότι, ο Κατηγορούμενος κινείτο στην λωρίδα του και αντιλήφθηκε ότι το φως για τα οχήματα ήταν αναμμένο πράσινο και προχωρούσε κανονικά. Δεν υπήρχε ορατότητα πριν εισέλθει στη διάβαση πεζών, λόγω του ότι ο ΜΚ1 είχε ελαττώσει ταχύτητα για να σταματήσει, με αποτέλεσμα να μην γίνει αντιληπτή η παρουσία της, ούτε η προσπάθεια της να διασταυρώσει. Μόνο η πεζή με τον ΜΚ1 και τα δυο παιδιά τους διασταύρωναν την δεδομένη στιγμή ενώ το φως για τους πεζούς ήταν αναμμένο στο κόκκινο. Μόνο ο ΜΚ1 και το θύμα εισήλθαν στην διάβαση ενώ υπήρχαν και άλλα οχήματα στον δρόμο την δεδομένη στιγμή. Μετά την σύγκρουση, ο Κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του πανικοβλημένος. Αναμφίβολα, το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρό. Αυτό αντανακλάται και στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6
(1)του νόμου 86/72 ποινή όπου προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι δυο έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €5.000 ή και οι δυο ποινές. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 19 του Ν.86/72, οποιοδήποτε Δικαστήριο, οποτεδήποτε εκδώσει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, δύναται να αποστερήσει τον καταδικασθέντα από την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Οι οδηγοί θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος εξυπακούει και υποχρεώσεις οι οποίες πρέπει να τηρούνται όταν μάλιστα αυτές έχουν να κάνουν με την ασφάλεια τόσο των ιδίων όσο και άλλων χρηστών του δρόμου. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Πολυκάρπου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 184/2018, ημερ. 9.7.2020, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Τονίστηκε περαιτέρω από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση ότι: «Οι διαπιστώσεις για την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών δεν μπορεί να μένουν φραστικές, πρέπει να τυγχάνουν πρακτικής εφαρμογής. Τα δικαστήρια έχουν καθήκον, τηρουμένων βεβαίως πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, να διασφαλίσουν την εφαρμογή του νόμου και τη συμμόρφωση προς τις υποδείξεις των εντεταλμένων οργάνων του μέσα στους δρόμους». Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Στην Σάββας Σάββα ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων». Στρεφόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στο λεκτικό του άρθρου 6
(1)του Νόμου 86/72. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα δυναμένην να θέση εν κινδύνω ανθρωπίνην ζωήν ή να προκαλέση ζημίαν ή βλάβην εις οιονδήποτε πρόσωπον ή περιουσιακόν στοιχείον, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις πέντε χιιλιάδες ευρω (€5.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v Andreas Nikola Makri
(1984)2 CLR 332, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και εξήγησε τη διαφορά του εν λόγω αδικήματος από το αδίκημα της υπέρβασης ορίου ταχύτητας, το οποίο συντελείται ανεξαρτήτως επικινδυνότητας της ταχύτητας. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν, κατά την κρίση μου, την σημασία τους και στον καθορισμό της ποινής. Στην Argyros Argyrou v Αστυνομίας
(1979)2 CLR 254, ο Εφεσείων είχε καταδικαστεί σε έξι μήνες φυλάκιση και στέρηση άδειας οδήγησης για περίοδο δυο ετών για το πιο πάνω αδίκημα. Κατηγορήθηκε επίσης για αμελή (careless) οδήγηση. Στην υπόθεση αυτή, ο Εφεσείων οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα και κινείτο με ταχύτητα περί τα 40 μίλια ανά ώρα. Κτύπησε μια γυναίκα από πίσω, η οποία απεβίωσε στο νοσοκομείο λίγες ώρες αργότερα. Η πεζή περπατούσε στην ίδια πλευρά του δρόμου μαζί με την θυγατέρα της και τα δυο της εγγόνια τα οποία επίσης τραυματίστηκαν. Ο Εφεσείων βαρυνόταν με δυο προηγούμενες καταδίκες για απρόσεκτη οδήγηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την ποινή άμεσης φυλάκισης ως επιβεβλημένη και υιοθέτησε την προσέγγιση του Ανώτατου Δικαστηρίου σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων στην βάση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Προχώρησε όμως σε μείωση της από έξι σε τέσσερεις μήνες, χωρίς να διαφοροποιήσει το μέρος της στέρησης της άδειας οδήγησης λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Εφεσείων δεν ήταν επαγγελματίας οδηγός. Στο σκεπτικό για την μείωση της ποινής ήταν η αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να δώσει πλήρη εικόνα των συνθηκών του δρόμου, του βαθμού αμέλειας του Εφεσείοντα και της διάπραξης του αδικήματος, δηλαδή ακριβή εικόνα του. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο προσμέτρησε προς όφελος του Εφεσείοντα ότι επηρεάστηκε από το δυστύχημα όντας και ο ίδιος ανθρώπινο ον. Οι προηγούμενες καταδίκες δεν αφορούσαν σοβαρά περιστατικά ως ανάφερε το Ανώτατο Δικαστήριο και το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε σε αυτές υπέρμετρη σημασία. Ας σημειωθεί, διότι έχει την αξία του, ότι ως ήταν τότε το άρθρο του Νόμου, προέβλεπε μέγιστη ποινή αυτή που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον Εφεσείοντα, ήτοι αυτή των έξι μηνών. Αξίζει επιπλέον να αναφερθεί ότι στην πιο πάνω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα βρίσκονται σε έξαρση και οι παραβάτες πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά. Δυστυχώς η διαπίστωση αυτή, εξακολουθεί 44 χρόνια μετά να είναι επίκαιρη. Οι τροχαίες παραβάσεις στην χώρα μας είναι καθημερινό φαινόμενο. Πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Manraj Singh Sidhu, Ποινική Έφεση 152/22, ημερομηνίας 1.12.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε πως ήταν ορθή η διαπίστωση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα τροχαία δυστυχήματα βρίσκονται σε έξαρση και οδηγούνται ενώπιον των Δικαστηρίων με αμείωτη συχνότητα. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Από την άλλη, θα πρέπει, να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του εκάστοτε κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Ο κ. Καρράς ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε εγωιστική συμπεριφορά ή αδιαφορία για την ασφάλεια του θύματος και δεν συντρέχουν οι επιβαρυντικοί εκείνοι παράγοντες όπως της αλκοόλης, των ναρκωτικών, της ταχύτητας, της αδιαφορίας σε ειδοποιήσεις άλλων και επί μακρόν κακής οδήγησης, μη ενδεικνυόμενα προσπεράσματα ή αδιαφορία σε φώτα σήμανσης (βλ. Παντέλας ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562). Με κάθε σεβασμό διαφωνώ. Ο Κατηγορούμενος δεν κατηγορείται για αλόγιστη και ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος είναι ότι κινείτο με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή. Δεδομένου του ότι κινείτο με ταχύτητα σχεδόν διπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου, ακόμη κι αν ήμουν διατεθειμένος να εξετάσω τα πιο πάνω, ο επιβαρυντικός παράγων της ταχύτητας υπήρχε. Όταν ένας οδηγός κινείται με μεγάλη ταχύτητα, ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, θα έχει περιορισμένο χρόνο αντίδρασης σε οτιδήποτε συμβαίνει στον δρόμο, καθιστώντας έτσι την οδήγηση του επικίνδυνη και εγωιστική. Ως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 1 πρόκειται για δρόμο ο οποίος έχει δυο λωρίδες κίνησης στην κάθε πλευρά. Υπήρχε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών ενώ πιο κάτω ως προς την πορεία του Κατηγορούμενου υπήρχε και νησίδα. Πίσω από το όχημα του Κατηγορούμενου κινείτο άλλο όχημα εκτός από το όχημα του ΜΚ1 το οποίο ήταν στην δίπλα λωρίδα. Συνεπώς υπήρχε κίνηση στον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος πλησίαζε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών. Όφειλε να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις που υπήρχαν στον δρόμο, περιλαμβανομένης της διάβασης, της κίνησης, της ύπαρξης άλλων οχημάτων, του ορίου ταχύτητας όπως και τη χρήση του δρόμου. Αυτοί είναι και οι παράγοντες βάση του άρθρου 6
(1)του Νόμου. Η προσέγγιση του Ανώτατου Δικαστηρίου ως προς τις υποθέσεις που αφορούν το άρθρο 210 του Κεφ.154 στην Argyrou (ανωτέρω) έχει να κάνει ασφαλώς με την οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Από την άλλη δεν είναι συμπεριφορά η οποία ανάγεται σε αμέλεια βάση το άρθρο 8 του Νόμου. Η επικινδυνότητα απορρέει από την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα η οποία ήταν τέτοια ούτως ώστε να μπορούσε να προκαλέσει το θάνατο, γεγονός το οποίο επεσυνέβη εφόσον το θύμα απεβίωσε λίγες ώρες μετά. Το γεγονός επίσης ότι ήταν επαγγελματίας οδηγός προσμετράτε ως επιβαρυντικό στοιχείο. Ως εκ της ιδιότητας του αυτής όφειλε να ήταν πιο προσεκτικός (βλ. Κυριακάκης ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 134). Τα πιο πάνω συνιστούν επιβαρυντικούς παράγοντες στην υπόθεση του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, σε υποθέσεις όπου υπάρχει υπέρβαση του ορίου ταχύτητας το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τις πιθανές συνέπειες που θα μπορούσαν να προκύψουν από τέτοια οδική συμπεριφορά, ειδικότερα τη φύση και την έκταση του κινδύνου που δημιουργήθηκε (βλ. Sentencing in Cypus, 2η έκδοση, σελ. 245) και θεωρώ ότι αναλογικά ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου αναφέρθηκε σε στιγμιαία αβλεψία του Κατηγορούμενου. Τέτοιο γεγονός ως έχει καταδείξει η Νομολογία μας συνιστά σοβαρό μετριαστικό παράγοντα (Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014 ημερομηνίας 20.3.2015), ECLI:CY:AD:2015:B205. Με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι εκ της φύσης του το αδίκημα αποκλείει τον μετριαστικό παράγοντα της στιγμιαίας αβλεψίας. Η ταχύτητα δύναται να δημιουργήσει τον κίνδυνο και είναι μια συνεχής πράξη. Θα του προσμετρήσω επίσης την μειωμένη ορατότητα ως μετριαστικό παράγοντα, όχι όμως αποφασιστικής σημασίας, ένεκα του στοιχείου της υπερβολικής ταχύτητας. Το όχημα του ΜΚ1 προπορευόταν αυτού του Κατηγορούμενου και πριν την διάβαση άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα. Αυτό ήταν κάτι το οποίο θα έπρεπε να ενεργοποιήσει τον Κατηγορούμενο και να τον θέσει σε εγρήγορση για το τι ευλόγως αναμενόταν να υπάρχει τη δεδομένη στιγμή στον συγκεκριμένο δρόμο. Δεν έχω ενώπιον μου στοιχεία όμως τα οποία να δείχνουν ότι αν κινείτο ο Κατηγορούμενος εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας θα αποφευγόταν το δυστύχημα. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, προχωρώ στην επιβολή ποινής. Η επιλογή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Εκεί όπου υπάρχει απώλεια ζωής, η επιβολή ποινής καθίσταται ακόμη πιο δύσκολη, δεδομένου του ότι καμία ποινή δεν είναι ικανοποιητική όταν χάνεται μια ζωή (βλ. Λοϊζίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ, 965, 1172). Έλαβα υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, τον χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, το γεγονός ότι επηρεάστηκε συναισθηματικά από το δυστύχημα, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις ως αυτές διαφαίνονται από το περιεχόμενο της σχετικής Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και από όσα ο συνήγορος του. Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι η πεζή διασταύρωνε σε χρόνο που επιτρεπόταν η διέλευση οχημάτων. Προς όφελος του λαμβάνω υπόψη και το γεγονός ότι εμπόδιζε την ορατότητα του το όχημα του ΜΚ1 ούτως ώστε να μην γίνει αντιληπτή η πεζή. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες δεν μπορούν όμως να επηρεάσουν την φύση της ποινής η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή στερητικής της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο κατηγορούμενος στερείται περαιτέρω το δικαίωμα να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 45 ημερών από την ημερομηνία αποφυλάκισης του. Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[i] του Νόμου 95/72 περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης σε Ορισμένες Περιπτώσεις Νόμου ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του Κατηγορούμενου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ποινή φυλάκισης με αναστολή παραμένει ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς της και δεν αλλοιώνεται επειδή αυτή αναστέλλεται (βλ. Koukos v Police
(1986)2 CLR 1, Γεωργίου ν Αστυνομίας Π.Ε. 27/2016 + 31/2016, ημερ. 19.7.2016 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου Τρύφωνος
(2003)2 ΑΑΔ 147) Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, τα ακόλουθα κριτήρια λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, (β) το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο σταθμίζοντας και ζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσαν ή πρέπει να επενεργήσουν οι περιστάσεις με τέτοιο τρόπο που να δικαιολογούν να δοθεί στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Έχοντας θέσει υπόψη μου όλες τις περιστάσεις, όλους του σχετικούς παράγοντες και έχοντας προβεί σε εκ νέου θεώρηση των δεδομένων του Κατηγορούμενου, κρίνω ότι η απάντηση στο βασικό ερώτημα είναι αρνητική. Διαφορετικά, έχοντας επίσης κατά νου και την ανάγκη για αποτροπή τέτοιου είδους αδικημάτων, τα οποία ως τονίστηκε βρίσκονται σε έξαρση, την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, το Δικαστήριο θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα ότι τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να γίνουν ανεκτές. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ πως δεν παρέχεται ευχέρεια για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Παρά του ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχει προβεί σε άμεση παραδοχή και παρά τα άλλα ελαφρυντικά, τα τροχαία δυστυχήματα όχι μόνο βρίσκονται σε έξαρση, αλλά καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες νέων δυστυχημάτων με ολέθρια επακόλουθα. Χάνονται ανθρώπινες ζωές καθημερινά συνεπεία τροχαίων παραβάσεων. Η δε συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν επικίνδυνη και εγωιστική. Ούτε υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος, αν μπορεί να δικαιολογηθεί, γιατί κινείτο με τόση ταχύτητα, ούτε έλαβε ευλόγως υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούσαν στον δρόμο, με αποτέλεσμα να χαθεί μια ανθρώπινη ζωή. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο να εκτελεστεί αμέσως. (Υπ.)..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.