ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Α., Υπόθεση Αρ.: 9348/21, 31/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 9348/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. Α.Α. Κατηγορούμενου Ημερ.: 31 Ιανουαρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Κληρίδου για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Κληρίδης. Κατηγορούμενος, παρών. ΠΟΙΝΗ [Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος και τις εγκυκλίους του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αρ. 142 και 143] Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και στις δώδεκα κατηγορίες που αντιμετώπιζε μετά από ακρόαση. Αφορούν σεξουαλικά αδικήματα που διέπραξε κατά ανήλικης την περίοδο Σεπτεμβρίου 2021 - Οκτωβρίου
- Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε πέντε κατηγορίες βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορίες 6, 8, 10, 12 και 15), ως επίσης και σε άλλες πέντε κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού με τη χρήση βίας, που αντιστοιχούν στις κατηγορίες βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6
(4)(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(Ι)/2014 (Κατηγορίες 7, 9, 11, 13 και 16), σε μία κατηγορία κατοχής παιδικής πορνογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1)και 14 του Ν.91(Ι)/2014 (Κατηγορία 14) και σε μια κατηγορία για άγρα παιδιού για σεξουαλικούς σκοπούς, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9
(1)του Ν.91(Ι)/2014 (Κατηγορία 5). Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτίθενται στην καταδικαστική μας απόφαση ημερομηνίας 12.12.
- Δεν χρειάζεται να καταγραφούν στην ίδια έκταση. Για σκοπούς επιβολής ποινής αναφέρονται τα πιο κάτω. Η παραπονούμενη γνώρισε τον κατηγορούμενο περί τα μέσα προς τέλη Σεπτεμβρίου 2021 μέσω της εφαρμογής «Instagram». Την προσέγγισε ο ίδιος αποστέλλοντας της μηνύματα για αναρτήσεις της. Ο κατηγορούμενος, τότε, ήταν ηλικίας 23 ετών και 5 μηνών και παραπονούμενη 14 ετών και 5 μηνών. Με δική του πρωτοβουλία και κατόπιν δικής του επιμονής συναντήθηκαν. Στην αρχή ήταν αρνητική να τον συναντήσει όμως, εν τέλει, ενέδωσε. Την πρώτη φορά ο κατηγορούμενος είχε φέρει μαζί του σοκολατάκια και χυμό. Συναντήθηκαν σε πάρκο πλησίον της οικίας της. Όλες οι συναντήσεις, ως επίσης και αυτές που ακολούθησαν, πέντε στο πάρκο και τρείς στο διαμέρισμα του (οχτώ στο σύνολο), έγιναν στις μία ή δυο το πρωί. Τις ώρες εκείνες η μητέρα και ο πατριός της παραπονούμενης κοιμόντουσαν. Η ίδια έφευγε κρυφά από την πόρτα της κουζίνας και κατέβαινε από εξωτερική σκάλα του κτηρίου. Από και προς το διαμέρισμα του, ο κατηγορούμενος τη μετέφερε με το όχημα του. Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν δεν είχαν επαφή. Στην αρχή απλώς συνομιλούσαν. Της έλεγε ότι πάει ποδόσφαιρο και με τι ασχολείται. Ακολούθως η συζήτηση έγινε πιο προσωπική. Όταν δοκίμασε και τη φίλησε με δύναμη στο στόμα, αυτή θύμωσε, και έφυγε. Η επικοινωνία μέσω «Instagram» συνεχίστηκε ενώ της ζητούσε και την αποστολή φωτογραφιών. Η ίδια θύμωσε και του είπε να την αφήσει, αυτός επέμεινε όμως. Στις συναντήσεις που ακολούθησαν στο πάρκο είχαν σεξουαλικές επαφές. Οι επαφές έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ της περιόδου από τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι και της 11.10.
- Σε όλες τις σεξουαλικές επαφές που είχαν, τέσσερις στο σύνολο, ήταν και οι δύο όρθιοι, ο κατηγορούμενος στεκόταν από πίσω της. Του φώναζε και του έλεγε να σταματήσει. Πονούσε στα γεννητικά της όργανα κάθε φορά. Κάποτε της τραβούσε τα μαλλιά ή τη κτυπούσε στο μάγουλο. Στις δύο περιπτώσεις η συνουσία ήταν κολπική. Στις άλλες δύο περιπτώσεις υπήρχε πρωκτική διείσδυση. Ένιωθε άγχος και φόβο ότι μπορούσε να της κάμει κακό. Ένιωθε και φόβο για τη μητέρα της αφού ο κατηγορούμενος γνώριζε που αυτή εργαζόταν. Της είχε πει ο κατηγορούμενος ότι πωλούσε ναρκωτικά. Όσον αφορά τις συναντήσεις στο διαμέρισμα του ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι απλά θα ξεκουράζονταν μαζί. Συναντιόντουσαν στο πάρκο γύρω στις 23:40 - 24:00 και την έπαιρνε στο διαμέρισμα του με το αυτοκίνητο του. Όταν έφταναν ξάπλωναν μαζί στο κρεββάτι και έβλεπαν «TiK ToK» στα κινητά τους. Της έλεγε ότι θα κοιμηθεί. Μετά από λίγη ώρα άρχιζε να την «πειράζει σε διάφορα σημεία του σώματος» της, της έβγαζε τα ρούχα, την έπιανε απότομα από τα μαλλιά, τραβώντας την και την έβαζε να του κάνει πεολειχία. Στις προσπάθειες της να τον σταματήσει, την ξανατραβούσε από τα μαλλιά, της έλεγε να «μην το παίζει δύσκολη» γιατί δεν θα της άρεσε το τι θα έκανε και επίσης ότι θα την έκανε να κλαίει. Οι προσπάθειες της δεν έφερναν αποτέλεσμα. Από τις 10 με 11 Οκτωβρίου ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει να της μιλά. Ακολούθως 1 με 2 εβδομάδες μετά την πήρε τηλέφωνο για να της μιλήσει για την καταγγελία άλλης ανήλικης συμμαθήτριας της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι την πήρε τηλέφωνο για να τον βοηθήσει αφού ήταν στην ίδια τάξη με την εν λόγω ανήλικη. Η τελευταία συνομιλία τους ήταν στις 28.10.
- Μετά τη συνομιλία της με την άλλη ανήλικη η παραπονούμενη τον «μπλόκαρε». Η παραπονούμενη αφού ανέφερε στην άλλη ανήλικη ότι παρενοχλήθηκε από τον κατηγορούμενο αυτή ενημέρωσε την κοινωνική λειτουργό που την παρακολουθούσε, οπότε και ακολούθως έγινε καταγγελία. Ο κατηγορούμενος επομένως είχε προσεγγίσει την παραπονούμενη μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, της πρότεινε να συναντηθούν, ενήργησε ώστε να συναντηθούν και ακολούθως ήρθε σε συνουσία μαζί της. Η παραπονούμενη ένιωθε άγχος και φόβο ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να της κάνει κακό. Ένιωθε και φόβο για τη μητέρα της αφού ο κατηγορούμενος γνώριζε που αυτή εργαζόταν. Της είχε πει ο κατηγορούμενος ότι πωλούσε ναρκωτικά. Οι οικογενειακές συνθήκες της παραπονούμενης την καθιστούσαν ευάλωτη κατά τρόπο που δικαιολογούσε τις πράξεις του κατηγορουμένου. Η παραπονούμενη δεν συναινούσε στις εν λόγω πράξεις και στην ουσία είχε υποκύψει στη θέληση του κατηγορουμένου. Η εκστόμιση απειλών και άσκηση βίας κατά του προσώπου της από τον κατηγορούμενο είχε αυτό τον σκοπό και ως εκ τούτου γνώριζε ότι αυτή δεν συναινούσε. Στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου εντοπίστηκαν δεκατέσσερα αρχεία φωτογραφίας και έξι βίντεο διαγραμμένα. Πριν διαγραφούν ήταν προσβάσιμα από τον κατηγορούμενο μεταξύ των ημερομηνιών, 19.9.2021 και 31.10.
- Η παραπονούμενη του απέστειλε μέσω «Instagram» τις επτά φωτογραφίες και τα έξι βίντεο. Στα επτά αρχεία εικόνας και βίντεο που απέστειλε η παραπονούμενη εμφανίζεται η ίδια σε ερωτικές πόζες φορώντας εσώρουχα. Τα επτά αρχεία εικόνας που εμφανίζουν την παραπονούμενη να κάνει πεολειχία στον κατηγορούμενο τραβήχτηκαν με το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου. Από πλευράς κατηγορουμένου ζητήθηκε να ληφθεί υπόψη ακόμη μια υπόθεση που αντιμετώπιζε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας (Αρ. Υπ. 20358/2021). Αφορά κατηγορία απόκτησης και κατοχής παιδικής πορνογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1)και 14 του Ν.91(Ι)/2014 (Κατηγορία 3). Τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, με τα οποία συμφώνησε η Υπεράσπιση, παρατέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και καταγράφονται αυτούσια κατωτέρω: «Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 27.10.21 και 31.10.21, εν γνώσει του, απέκτησε και κατείχε, μέσω της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης «snapchat», φωτογραφία της ΧΧ από τη Λευκωσία με ημερομηνία γέννησης 13.9.2008 στην οποία απεικονίζεται η ίδια να δείχνει το στήθος της γυμνό. Συγκεκριμένα, μετά από συνομιλία που είχαν μεταξύ τους, η ΧΧ απέστειλε στον κατηγορούμενο, με στοιχεία λογαριασμού ΨΨ, την εν λόγω φωτογραφία, για την οποία αργότερα ο κατηγορούμενος δημιούργησε βίντεο μερικών δευτερολέπτων. Στη συνέχεια η ανήλικη ζήτησε από τον κατηγορούμενο να διακόψουν τις συνομιλίες τους και τότε ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να την απειλεί ότι αν δεν συνεχίσει την επικοινωνία μαζί του, αυτός θα δημοσιεύσει τη φωτογραφία που του έστειλε. Η ανήλικη ανέφερε το περιστατικό στον πατέρα της και προέβησαν σε καταγγελία στην Αστυνομία. Από εξετάσεις της Αστυνομίας, προέκυψε ότι ο λογαριασμός χρήστη ΨΨ ανήκε στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και ακολούθους διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας. Στην οικία του εντοπίστηκε κινητό τηλέφωνο παλιάς τεχνολογίας, που δεν είχε τη δυνατότητα εγκατάστασης εφαρμογών και πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι κατείχε οποιαδήποτε άλλη συσκευή. Από περαιτέρω έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου, και συγκεκριμένα στον κάδο πλυντηρίου, εντοπίστηκε τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο το κινητό του τηλέφωνο, στο οποίο εντοπίστηκε το εν λόγω βίντεο με την φωτογραφία της ΧΧ.» Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, στα πλαίσια επιβολής ποινής, ζήτησε την έκδοση διατάγματος εποπτείας δυνάμει του άρθρου 14
(1)(γ) του Ν.91(Ι)/2014. Ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν έφερε ένσταση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αγόρευσε για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Αναφορικά με την υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ετοίμασε γραπτή αγόρευση. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και επεκτάθηκε σε περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις αλλά και τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος τις οποίες παραθέτουμε πιο κάτω. Ο κατηγορούμενος σήμερα είναι ηλικίας 24 ετών και 7 μηνών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάρνακα, όπου και συνέχιζε να διαμένει προτού συλληφθεί για τα υπό αναφορά αδικήματα. Έχει άλλα δύο αδέλφια ηλικίας 22 και 17 ετών. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 16 ετών. Η μητέρα του είναι άνεργη, ο πατέρας του εργάζεται ως Αστυνομικός στις Βρετανικές Βάσεις. Ο κατηγορούμενος υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Από την ηλικία των 19 ετών μέχρι και τη σύλληψη του, εργαζόταν ως υδραυλικός στις Βρετανικές βάσεις με μισθό περί τα €900 μηνιαίως. Διέμενε μόνος σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου. Δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία ούτε έχει χρέη. Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ούτε είναι χρήστης ουσιών. Ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο από την ηλικία των 5 ετών, ενώ έπαιξε και επαγγελματικά σε ομάδες της Επαρχίας Λάρνακας και Αμμοχώστου. Ο συνήγορος του τόνισε ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο νεαρής ηλικίας, το οποίο διατηρεί εξαιρετικά καλή σχέση με τον πατέρα και τον αδελφό του. Στη φυλακή έχει αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρο και στο παίξιμο της κιθάρας. Όσον αφορά την υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε διατηρεί τη θέση ότι είναι αθώος. Κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιβάλει στη βάση των ευρημάτων του συντρέχουσες ποινές φυλάκισης. Όσον αφορά την υπόθεση που παραδέχθηκε και λαμβάνεται υπόψη, επεσήμανε το γεγονός ότι το υλικό ήταν επιπέδου 1 και αφορούσε ένα αρχείο. Δεν υπήρξε απάτη ή εξαναγκασμός στη λήψη του υλικού. Η ίδια η ανήλικη το απέστειλε με τη θέληση της. Εισηγήθηκε ότι απουσιάζουν όλα τα επιβαρυντικά στοιχεία του άρθρου 19 του Ν.91(Ι)/2019 ή άλλα στοιχεία όπως αναδημοσίευση ή διάδοση του. Παραδέχθηκε χωρίς να γίνει δίκη, οπότε και δεν χρειάστηκε να καταθέσει η ανήλικη ή συγγενικά της πρόσωπα. Η ανήλικη επίσης δεν χρειάστηκε να δώσει οπτικογραφημένη κατάθεση. Ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί το λάθος του και έχει μετανοήσει. Επρόκειτο για ανώριμη και επιπόλαιη πράξη. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο έγκλημα και από την άλλη τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτερη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η νομοθεσία προστατεύει τα αγαθά του πολίτη μέσω των Δικαστηρίων που αποτελούν τους φυσικούς φύλακες τούτων. Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρά γεγονός που αντανακλάται στις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Για τα αδικήματα του βιασμού και της σεξουαλικής κακοποίησης προβλέπεται ποινή φυλάκισης διά βίου και για τα αδικήματα κατοχής παιδικής πορνογραφίας και άγρας παιδιού για σεξουαλικούς σκοπούς, ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη. Το ύψος της ποινής είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία ο νομοθέτης αντιμετωπίζει σεξουαλικά αδικήματα και πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή, σε μια προσπάθεια καταστολής τους (βλ. Λοΐζου κ.ά. v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 469, 491 - 492), ειδικότερα όταν αυτά στρέφονται εναντίον παιδιών, που κατά κανόνα τους δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Γενέθλιου, Ποινική Έφεση 5/2016, ημερομηνίας 1.3.2016). Πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας, τα οποία δεν στρέφονται μόνο κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν, ταυτόχρονα, την προσωπικότητα του θύματος (βλ. Δημοκρατία v Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, 568 και Rana κ.ά. ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500). Το γεγονός ότι προκαλείται πλήγμα στην προσωπικότητα του θύματος, σε περιπτώσεις που το θύμα είναι παιδί, είναι πρωταρχικά εγγενές με τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Χριστοφόρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, 23.3.2017). Η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα, γενικότερα, τονίστηκε εκ νέου στη Δημοκρατία v Hunganu, Ποινική Έφεση 130/2020, 20.7.2021 και στη ΔΑ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 57/2020, 6.10.2021. Στην Χριστοφόρου, ανωτέρω, επισημάνθηκε ότι ο Ν.91(Ι)/2014 έχει σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι' αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές. Τα Δικαστήρια είναι επιβεβλημένο να προστατεύουν το αγαθό που ο νομοθέτης ευλόγως θέλησε να προστατευθεί, δηλαδή, τα παιδιά. Όπως έχει λεχθεί στην Clarson v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 38/2022, 27.10.2022, οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων με θύματα παιδιά βρίσκονται σε έξαρση και έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας σημασίας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. Στην Αστυνομία ν Πατουρή, Ποινική Έφεση 51/2020, 3.12.2020, τονίστηκε ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών προβλέπεται και στην Οδηγία 2011/92/ΕΕ (στην οποία ο νόμος μας βασίζεται) αφού, στη σκέψη 12 της Οδηγίας, αναφέρεται πως «... για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές». Ο βιασμός αποτελεί τη χείριστη μορφή εξευτελισμού και κακοποίησης που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη (βλ. Ivarsson v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1207,1244). Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων (βλ. Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351). Κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογη με αυτά είναι και η ποινή (βλ. Trussler v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 38, 60, με αναφορά στη Γιάγκου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 67 ως επίσης και τη ΔΑ, ανωτέρω, και τη Hunganu, ανωτέρω). Στη Hunganu, ανωτέρω, όσον αφορά το αδίκημα του βιασμού γενικά, με αναφορά στις Αγγλικές κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής αλλά και την R v Billam
(1986)8 Cr App R (S) 48, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του κατά την επιβολή ποινής ως επιβαρυντικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, την υπερβολική βία, τη χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, τον προσεκτικό σχεδιασμό προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενους βιασμούς, τον σεξουαλικό εξευτελισμό του θύματος, καθώς επίσης και τις επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (βλ. επίσης τη ΔΑ, ανωτέρω). Το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης με σειρά αποφάσεων έθεσε τις παραμέτρους με τις οποίες πρέπει να προσεγγίζονται αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Τα ακόλουθα στοιχεία επιδρούν επιβαρυντικά:
(1)Ο προσχεδιασμός στη γνωριμία, ο τρόπος προσέγγισης δηλαδή του θύματος λ.χ. μέσω διαδικτύου ή στον τρόπο επίτευξης της συνουσίας με αυτό (βλ. Χριστοφόρου, ανωτέρω, Γεωργίου ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 61/2020 και 64/2020, 14.7.2022).
(2)Η σημαντική διαφορά ηλικίας κατηγορούμενου και θύματος (βλ. Χριστοφόρου, ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν ΧΧ, Ποινική Έφεση 36/2017, 14.6.2017, Λευκαρίτης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 135/14, 22.11.2016 και ΚΑΜ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2021, 4.11.2022).
(3)Η επανάληψη (βλ. Λευκαρίτης, ανωτέρω).
(4)Η χαμηλή νοητική κατάσταση του θύματος σε σχέση με άτομα της ηλικίας του (βλ. ΧΧ, ανωτέρω, Γεωργίου, ανωτέρω).
(5)Η φύση και η έκταση της εκμετάλλευσης, αν λ.χ. το θύμα ήταν οικονομικά ευάλωτο ή από δυσλειτουργική οικογένεια (βλ. Λευκαρίτης, ανωτέρω).
(6)Κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, λ.χ. καθηγητής με μαθήτρια, ή κατάχρηση θέσης με συναισθηματική εξάρτηση του θύματος από τον κατηγορούμενο (βλ. ΧΧ, ανωτέρω).
(7)Η έκταση της βίας (βλ. Γεωργίου, ανωτέρω).
(8)Οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία του θύματος (βλ. Γεωργίου, ανωτέρω). Στο άρθρο 19 του Ν. 91(Ι)/2014, αναφέρονται περιστάσεις οι οποίες επιδρούν επιβαρυντικά σε κατηγορούμενο σε σχέση με αδικήματα που προβλέπονται στον Νόμο: «
- Κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 9 και 15 και στην επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ως επιβαρυντικές οι ακόλουθες περιστάσεις: (α) Η διάπραξη του αδικήματος εξέθεσε εξ υπαίτιας ή ανυπαίτιας σοβαρής μορφής αμέλειας σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος∙ (β) το αδίκημα διεπράχθη εις βάρος παιδιού ευάλωτης θέσης, όπως για παράδειγμα παιδιού με διανοητική ή σωματική αναπηρία, σε κατάσταση εξάρτησης ή σε κατάσταση σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας∙ (γ) το αδίκημα διεπράχθη από μέλος της οικογένειας του θύματος, από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας· (δ) το αδίκημα διεπράχθη από τουλάχιστον δύο πρόσωπα που ενέργησαν από κοινού· (ε) κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος χρησιμοποιήθηκε βία ή προκλήθηκε βλάβη στο θύμα∙ (στ) το ποινικό αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 63Β του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ (ζ) ο δράστης έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για αδικήματα του ίδιου τύπου· (η) το αδίκημα διεπράχθη από δημόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Όσον αφορά το αδίκημα της κατοχής παιδικής πορνογραφίας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 71/2017, 27.9.2017 υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής της Αγγλικής Απόφασης R v Oliver [2003] 2 Cr App R (S) 15/ [2003] 2 Cr App R
- Ανάλογη προσέγγιση κατηγοριοποίησης έγινε και στη Γενικός Εισαγγελέας ν Niland, Ποινική Έφεση 18/2017, 14.2.
- Στη ΝΑ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 184/2015, 13.2/2018 έγινε αναφορά και στις Αγγλικές Κατευθυντήριες Οδηγίες για Επιβολή Ποινών σε Σεξουαλικής Φύσεως Αδικήματα (Sexual Offences Definitive Guideline), οι οποίες, όπως αναφέρθηκε στη Λευκαρίτης, ανωτέρω, δεν είναι δεσμευτικές, είναι όμως υποβοηθητικές, κατά τρόπο ανάλογο με τη μη δεσμευτική καθοδήγηση που παρέχει η Αγγλική νομολογία σε θέματα επιβολής ποινής. Στη Niland, ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς ως προς το σκοπό του Νόμου, που είναι η προστασία παιδιών από τη σεξουαλική εκμετάλλευση, και το καθήκον των πρωτόδικων Δικαστηρίων να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Ανάλογη κατεύθυνση δόθηκε και στη Γενικός Εισαγγελέας ν Νικολάου, Ποινική Έφεση 185/2016, 20.3.2018). Στην Κωνσταντίνου, ανωτέρω, έγινε επίσης αναφορά στους επιβαρυντικούς παράγοντες που καθορίζουν τη σοβαρότητα των περιστάσεων του αδικήματος. Αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες:
(1)η επίδειξη ή η διανομή του υλικού σε παιδί,
(2)ο μεγάλος αριθμός φωτογραφιών,
(3)η οργάνωση του υλικού στον υπολογιστή με πολυσύνθετη, εξειδικευμένη (sophisticated) μεθοδολογία προς εμπορία ή ένα ψηλότερο επίπεδο προσωπικού ενδιαφέροντος,
(4)η δημόσια ανάρτηση του υλικού στο διαδίκτυο ή η διανομή του με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιο πιθανή η τυχαία ανεύρεση του από χρήστες οι οποίοι δεν αναζητούν πορνογραφικό υλικό, και
(5)η εμπλοκή του κατηγορούμενου στην αρχική παραγωγή των εικόνων, ιδιαίτερα όταν το παιδί ανήκει στην οικογένεια του ή σε συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες ή σε περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος καταχράται της θέσης εμπιστοσύνης που κατέχει. Ελαφρυντικοί παράγοντες είναι:
(1)η παραδοχή και
(2)χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα, ο καλός χαρακτήρας. Στις ίδιες γραμμές κινούνται και οι νεότερες Αγγλικές Κατευθυντήριες Οδηγίες, με μόνη ουσιώδη αλλαγή στη δημιουργία 3 αντί 5 κατηγοριών κατάταξης του αδικήματος. Θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε, ενδεικτικά, σε κάποιες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με ποινές που επιβλήθηκαν. Όπως αναφέρθηκε στη Selmani v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 854, 862, η «παραπομπή πρωτοδίκως σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας και μάλιστα μακροχρόνια, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιαδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα.». Η μεγαλύτερη χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές (βλ. Μιχαήλ v Δημοκρατίας
(2003)2 AAΔ 123). Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, με μνεία στη Χαραλάμπους ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1). Στη ΛΛ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/2017, 21.11.2017, η παραπονούμενη, 16 ετών, ήταν φίλη του κατηγορούμενου ο οποίος ήταν ηλικίας 20 ετών. Τη βίασε, ασκώντας βία και εκστομίζοντας απειλές, μετά που του ανέφερε ότι σταματούσε την μεταξύ τους σχέση. Το Κακουργιοδικείο κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την ποινή ως υπερβολική. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση τονίζοντας ότι αφετηρία για αδικήματα βιασμού είναι η ποινή των 5 ετών. Στην ΚΑΜ, ανωτέρω, η παραπονούμενη, σε ηλικία 15 περίπου ετών δημιούργησε δεσμό με τον κατηγορούμενο, 25 ετών, που διήρκησε έξι μήνες. Ο κατηγορούμενος ήθελε να έχουν σεξουαλική σχέση με την παραπονούμενη και η τελευταία αρνείτο, λέγοντας του ότι ήταν ακόμα μικρή. Σε προσπάθεια του να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της τον απώθησε. Με την παρέλευση κάποιων ημερών, η παραπονούμενη περπατούσε προς την στάση λεωφορείου για να πάει στο σχολείο της, ο κατηγορούμενος την αιφνιδίασε, την έπιασε από τα μαλλιά, την έβαλε στο αυτοκίνητο του και τη μετέφερε σε ένα έρημο χώρο με βράχους όπου την εξανάγκασε με απειλές σε πεολειχία. Η παραπονούμενη υπέκυψε γιατί σε προηγούμενο καυγά την είχε χαστουκίσει, άλλη φορά τράβηξε μαχαίρι αλλά και στη συγκεκριμένη περίπτωση την τράβηξε από τα μαλλιά. Μετά που ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε της αφαίρεσε το παντελόνι και στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του την εξανάγκασε σε παρά φύση διείσδυση. Όταν τέλειωσε τη μετέφερε στο σχολείο της. Η παραπονούμενη διέκοψε την επικοινωνία της μαζί του. Λίγους μήνες μετά αυτός ανάρτησε στο διαδίκτυο δύο φωτογραφίες της την στιγμή που του έκανε πεολειχία. Η ανάρτηση έγινε σε πλαστό λογαριασμό που ο κατηγορούμενος δημιούργησε στο Instagram με το όνομα της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος έστειλε τις φωτογραφίες σε συμμαθητές της παραπονούμενης με αποτέλεσμα αμέσως το συμβάν να διαδοθεί στο σχολείο, η παραπονούμενη να υποστεί εξευτελισμό και bullying, να παρέμβει η διευθύντρια και τελικά η υπόθεση να καταγγελθεί στην Αστυνομία. Αφού κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης για την κακοποίηση και την ανάρτηση της παιδικής πορνογραφίας, από 2 έως 11 έτη. Οι υψηλότερες ποινές επιβλήθηκαν στις κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του κατηγορούμενου, όσον αφορά την ποινή, τονίζοντας ότι η μη επιβολή διαδοχικών ποινών είχε ως αποτέλεσμα την επιεική μεταχείριση του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος προσέγγισε μέσω διαδικτυακτής πλατφόρμας την παραπονούμενη και επιδίωξε να την συναντήσει, επίμονα με σκοπό την σεξουαλική επαφή μαζί της. Υπήρχε επομένως προσχεδιασμός. Η ηλικιακή διαφορά μεταξύ τους ήταν σχεδόν 10 χρόνια, οπότε και η διαφορά ωριμότητας μεταξύ τους είχε, υπό τις περιστάσεις, τη σημασία της. Στην περίοδο που ακολούθησε επιδίωκε να την συναντά με σκοπό τη σεξουαλική επαφή κατ' επανάληψη. Έκανε χρήση απειλών και βίας, έστω και αν αυτή ήταν περιορισμένη, για να κάμψει την παραπονούμενη, η οποία, τελικά, υπέκυπτε. Υπήρξε εκμετάλλευση της λόγω της ανωριμότητας και ευάλωτης κατάστασης της. Πέραν τούτου της ζητούσε επίμονα την αποστολή φωτογραφιών και βίντεο, έστω και αν αυτές ήταν επιπέδου 1. Χρησιμοποίησε επίσης το κινητό του τηλέφωνο για να την φωτογραφήσει ενώ του έκανε πεολειχία, δημιούργησε δηλαδή με δική του πρωτοβουλία πορνογραφικό υλικό με ανήλικη (επιπέδου 3). Δεν παραγνωρίζουμε όμως ότι το υλικό που εντοπίστηκε ήταν περιορισμένο. Δεν υπήρξε διάδοση ή διανομή του υλικού στο διαδίκτυο. Το ίδιο ισχύει και για την υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη. Η όλη εμπειρία άφησε ψυχολογικό αποτύπωμα στην παραπονούμενη, έστω και αν αυτή δεν έχει διαγνωσθεί με συγκεκριμένη διαταραχή. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι αναγκάστηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με εμφανή τη ψυχική της αναστάτωση και φόρτιση. Από πλευράς κατηγορούμενου λάβαμε υπόψη ότι, πέραν της άσκησης βίας, δεν υφίστανται οι υπόλοιποι επιβαρυντικοί παράγοντες του άρθρου 19 του Ν.91(Ι)/2014. Είναι πρόσωπο νεαρής ηλικίας και λευκού ποινικού μητρώου ο οποίος θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες πολυετούς φυλάκισης, με αντίκτυπο σε όλα τα μελλοντικά του σχέδια και επαγγελματική δραστηριοποίηση. Όσον αφορά την υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη, σημειώνουμε ότι, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. Ιωάννου ν Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 ΑΑΔ 598, Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382, Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194 και Γενικός Εισαγγελέας ν Cham
(1993)2 ΑΑΔ 129). Εν προκειμένω, αν και το υλικό που εντοπίστηκε στην υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη, ήταν επιπέδου 1, κρίνουμε ότι υπήρχε τάση επαναληπτικής συμπεριφοράς, ενώ ο χρόνος διάπραξης ήταν κοντά στο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων κατά της παραπονούμενης στην παρούσα υπόθεση. Τέλος προβληματιστήκαμε, υπό το φως της ΚΑΜ, ανωτέρω, κατά πόσο οι ποινές θα πρέπει να είναι διαδοχικές. Βασική αρχή αποτελεί ότι δεν ενδείκνυται να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για αδικήματα που είναι όμοια ή που σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας ή συμπεριφοράς (βλ. Ekole ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 108/2021, 15.2.2022, Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου
(2006)2 ΑΑΔ 183, Δημητρίου ν Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 21, Γενικός Εισαγγελέας ν Παπαγεωργίου
(2007)2 ΑΑΔ 514, Γενικός Εισαγγελέας ν Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, Κερκής ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 433 και Κατσιαρή ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 163/2019, 20.12.2019). Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ekole, ανωτέρω με αναφορά στη Γενικός Εισαγγελέας ν Θωμά, Ποινικές Εφέσεις 132/2017 και 136/2017). Η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο, ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα τους και οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά, υπό την αίρεση, ωστόσο, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα καταντούσε υπερβολική με βάση την αρχή της αναλογικότητας της τιμωρίας προς το έγκλημα και της συνολικότητας της ποινής η οποία έχει ως επίκεντρο την αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (βλ. Ekole, ανωτέρω με αναφορά στις Χριστοφόρου v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, Γενικός Εισαγγελέας v Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562). Εν προκειμένω κρίνουμε ότι ο τρόπος διάπραξης των αδικημάτων, το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου διαπράχθηκαν αυτά, κατά τρόπο αλληλένδετο και η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αφού αυτή αφορούσε την ίδια παραπονούμενη, καθιστούσαν την έκνομη συμπεριφορά ενιαία και ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης που θα επιβληθούν θα είναι συντρέχουσες. Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και όλους τους σχετικούς παράγοντες για μετριασμό της ποινής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 5, φυλάκιση 4 ετών. Στις Κατηγορίες 6 - 13, 15 και 16, φυλάκιση 10 ετών στην κάθε κατηγορία. Στην Κατηγορία 14, φυλάκιση 3 ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 47 του Ν. 91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστημα 3 ετών, μετά την αποφυλάκιση του. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο