← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Νίκη Αλεξάνδρα Δαντίλη, Υπόθεση Αρ.: 22797/2022, 14/2/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Νίκη Αλεξάνδρα Δαντίλη, Υπόθεση Αρ.: 22797/2022, 14/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2023:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 22797/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν Νίκη Αλεξάνδρα Δαντίλη Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 14.2.2023. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας για Γενικό Εισαγγελέα. Για την Κατηγορούμενη: Ο κ. Κ. Πραστίτης. Κατηγορούμενη παρούσα. Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορουμένη βρέθηκε ένοχη, κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 5 κιλά και 921,2 γραμμάρια κάνναβης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(α), 26, 30, 31, 38 και Παρ. Ι του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (Κατηγορία 1), στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1), 6
(2), 30, 31 και 38 του ίδιου Νόμου (Κατηγορία 2) και στην κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1), 6
(3), 30, 30Α, 31 και 38 και Παρ. Ι του ίδιου Νόμου (Κατηγορία 3). Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά εξετέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή, και με τα οποία συμφωνούσε ο συνήγορος της κατηγορουμένης, έχουν ως ακολούθως: «Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Στις 07/12/22, η κατηγορούμενη εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο λάρνακας από μέλη της ΥΚΑΝ, να αναμένει την αποσκευή της από τον ιμάντα αρ. 2 από την πτήση Α3904 που αφίχθηκε από Αθήνα και την οποία θεώρησε ύποπτη. Η συγκεκριμένη γυναίκα φαινόταν νευρική και κοιτούσε συνέχεια προς την έξοδο ενώ μιλούσε καθ όλη τη διάρκεια στο κινητό της. Αφού πήρε την αποσκευή της από τον ιμάντα, άρχισε να περπατά προς την πράσινη έξοδο «ουδέν προς δήλωση». Εκεί την ενέκοψε η τελωνειακός λειτουργός και την ζήτησε να τοποθετήσει την αποσκευή της στην ακτινοδιαγνωστική μηχανή. Αφού οι τελωνειακοί λειτουργοί της άνοιξαν με τη χρήση ειδικού εργαλείου την αποσκευή, η κατηγορούμενη έριξε με δύναμη το κινητό της τηλέφωνο στο πάτωμα προσπαθώντας να το καταστρέψει, πατώντας το, χωρίς όμως να το καταφέρει αφού εμποδίστηκε από τους τελωνειακούς λειτουργούς που βρίσκονταν στο σημείο. Η τελωνειακή λειτουργός στην παρουσία του Α/2631 Κ. Μιχαηλίδη, διενήρηγησε έρευνα στην αποσκευή της και εντόπισε δύο νάιλον συσκευασίες κενού αέρος. Στην μία υπήρχαν δύο υφασμάτινες μαξιλαροθήκες κόκκινου χρώματος οι οποίες περιείχαν η κάθε μία από δύο νάιλον συσκευασίες με πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη. Στην άλλη υπήρχαν δύο υφασμάτινες μαξιλαροθήκες γκρίζου χρώματος οι οποίες περιείχαν η κάθε μία από μία νάιλον συσκευασία με πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη. Η τελωνειακή λειτουργός κάνοντας μικρή τομή σε μία από τις συσκευασίες αφαίρεσε μικρή ποσότητα από το περιεχόμενο και το υπέδειξε στον εξεταστή κ. Μιχαηλίδη, ενώ ο ίδιος προέβηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο του δείγματος με την χρήση αντιδραστηρίου όπου και διαπίστωσε ότι ήταν θετικό στην κάνναβη. Η τελωνειακός λειτουργός συνέλαβε την κατηγορούμενη, ενώ ο ίδιος παρέλαβε το τηλέφωνο της, ενώ η ίδια του παρέδωσε την προαναφερθείσα ταξιδιωτική αποσκευή. Αφού η κατηγορούμενη πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα της, τα οποία υπέγραψε, λήφθηκε στην παρουσία και άλλου μέλους της ΥΚΑΝ ανακριτική κατάθεση. Σε αυτή μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι η ίδια μετέφερε τα ναρκωτικά στην Κύπρο έναντι άμοιβης 1500 Ευρώ για λογαριασμό άλλου προσώπου του οποίου δεν γνωρίζει οποιαδήποτε στοιχεία πέραν του μικρού ονόματος το οποίο αρνήθηκε να αποκαλύψει. Περιγράφει την όλη διαδικασία στρατολόγησης της και παραλαβής από την ίδια της βαλίτσας με τα ναρκωτικά. Σύμφωνα με τα όσα ανάφερε στην ανακριτική της κατάθεση, αν και το πρόσωπο που την στρατολόγησε δεν την ενημέρωσε για το ακριβές περιεχόμενο της βαλίτσας, η ίδια αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για κάτι παράνομο και πίστευε ότι αφορούσε είτε ναρκωτικά είτε όπλα. Τέλος ανάφερε ότι δεν γνώριζε ούτε τον τελικό παραλήπτη των ναρκωτικών στην Κύπρο ούτε το μέρος που θα τα παρέδιδε αφού περαιτέρω οδηγίες θα λάμβανε με την επιτυχή έξοδο της από το αεροδρόμιο Λάρνακας. Σύμφωνα με την έκθεση του Κρατικού Χημείου, το περιεχόμενο της αποσκευής, πρόκειται για κάνναβη συνολικού βάρους 5 κιλών και 921,2 γραμμαρίων. Η κατηγορούμενη είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα υπόλοιπα ως προνοείται στις αστυνομικές διατάξεις». Αγορεύοντας, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, ο συνήγορος της κατηγορουμένης αναφέρθηκε πρώτα στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, στον ρόλο της κατηγορουμένης και μετά στις προσωπικές περιστάσεις της. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ανέφερε ότι η κατηγορούμενη, η οποία είχε οικονομικά προβλήματα, στρατολογήθηκε από άτομο του οποίου γνώριζε μόνο το μικρό του όνομα. Παρόλο που αρνήθηκε να το αποκαλύψει, λέγοντας ότι φοβάται για την ασφάλεια τη δική της, αλλά και των δικών της ανθρώπων, εντούτοις, εισηγήθηκε, αυτό ενισχύει την αλήθεια των όσων άλλων ανέφερε, αφού θα μπορούσε πολύ εύκολα να δώσει ένα ψεύτικο όνομα σε περίπτωση που θα ήθελε να προστατέψει κάποιον. Δούλευε περιστασιακά σε νυχτερινό κέντρο, όταν το πρόσωπο αυτό έντεχνα την προσέγγισε, πιθανόν γνωρίζοντας ότι είχε διάφορα οικονομικά προβλήματα, δελεάζοντας την με το χρηματικό ποσό των €1.500, το οποίο θα ήταν η αμοιβή της, λέγοντας της ότι απλά θα μετέφερε κάτι στην Κύπρο. Δεδομένου των οικονομικών περιστάσεων της, έχοντας καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ, χωρίς να ρωτήσει πολλά πράγματα, δέχτηκε και έδωσε το τηλέφωνο της στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Αφού, λοιπόν, πέρασε περίπου ένας μήνας, το πρόσωπο αυτό της τηλεφώνησε μέσω εφαρμογής και της είπε να πετάξει την επόμενη ημέρα για Κύπρο. Η ίδια προσπαθώντας να τον αποφύγει, αφού άρχισε να καταλαβαίνει ότι ίσως δεν θα έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο και πως για να της δίνουν τόσα χρήματα απλά και μόνο για μια μεταφορά, λογικά θα είναι κάτι παράνομο, του είπε ότι δεν μπορεί. Χωρίς δισταγμό, όμως, την ρώτησε πότε μπορεί να πάει. Η κατηγορούμενη νιώθοντας από τη μια πιεσμένη και από την άλλη προσπαθώντας να τον αποφύγει, του είπε τυχαία Τετάρτη. Την Τρίτη, το ίδιο πρόσωπο, τηλεφώνησε ξανά στην κατηγορούμενη λέγοντας της ότι την επόμενη ημέρα στις 10:00 το πρωί θα έπρεπε να μεταβεί σε σημείο κοντά στο στάδιο Καραϊσκάκη, όπου θα παραλάμβανε από κάποιο τρίτο πρόσωπο μια αποσκευή για να την μεταφέρει στην Κύπρο. Η ίδια τότε άρχισε να νιώθει περισσότερη πίεση, αλλά και φόβο αφού από την μια δεν ήθελε να πράξει κάτι παράνομο και από την άλλη, όμως, ένιωθε ότι δεσμεύτηκε και αν έλεγε όχι ίσως να της έκαναν κάποιο κακό. Έχοντας λοιπόν ανάγκη τα χρήματα και νιώθοντας τεράστιο ψυχολογικό βάρος και φόβο, την επόμενη ημέρα πήρε ταξί και ακολούθησε τις οδηγίες του προσώπου αυτού, με σκοπό να κάνει την μεταφορά της ταξιδιωτικής βαλίτσας, για μια και μόνο φορά και επιστρέφοντας, εάν της προτεινόταν ξανά κάτι τέτοιο, να αρνηθεί. Δυστυχώς το λάθος της ήταν η απερισκεψία της πρώτης στιγμής όπου δέχτηκε να κάνει αυτή τη μεταφορά, κάτι το οποίο ένιωθε ότι αν αρνιόταν μετά θα είχε τεράστιες συνέπειες τόσο για την ίδια, όσο και για τους δικούς της ανθρώπους. Ακολουθώντας τις οδηγίες, συναντήθηκε με τρίτο πρόσωπο, του οποίου έδωσε κάποια χαρακτηριστικά του στην Αστυνομία και παρέλαβε από αυτό μια ταξιδιωτική τσάντα, καθώς και ένα φάκελο με το ταξιδιωτικό της εισιτήριο. Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα, κατευθύνθηκε με ταξί προς το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας λάβει οδηγίες από το πρόσωπο που την στρατολόγησε, να του τηλεφωνήσει μόλις έβγαινε από το αεροδρόμιο Λάρνακας για να της δώσει περαιτέρω οδηγίες αναφορικά με το που θα πήγαινε, που θα έμενε και σε ποιον θα παρέδιδε την ταξιδιωτική βαλίτσα. Η ίδια δεν γνώριζε ουσιαστικά τίποτα για την παράδοση, ούτε καν σε ποια πόλη θα πήγαινε δεν ήξερε, ενώ την αμοιβή για την οποία συμφώνησε, θα την έπαιρνε μετά που θα παρέδιδε την ταξιδιωτική τσάντα, κάτι το οποίο εν τέλει δεν έγινε ποτέ. Αφού έφτασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας άρχισε να αγχώνεται περισσότερο, κάτι το οποίο διαφαίνεται από τα γεγονότα που ανέφερε η Αστ. 404, αφού η ανήσυχη συμπεριφορά της οδήγησε στον έλεγχο της και την αποκάλυψη τι είχε εντός της βαλίτσας. Η πιο πάνω συμπεριφορά της κατηγορούμενης, ενισχύει τη θέση της ότι το πράγμα αυτό το έκανε για πρώτη φορά και ότι δεν ήταν «επαγγελματίας» μεταφορέας ναρκωτικών, ούτε κάποιο πρόσωπο με εγκληματικό παρελθόν, το οποίο είναι συνηθισμένο να τελεί εγκληματικές ενέργειες. Επίσης, ο συνήγορος της κατηγορουμένης, ανέφερε και το γεγονός ότι παρόλο που είναι γνωστή τακτική των αρχών, ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου εντοπίζονται ναρκωτικά στο αεροδρόμιο, να δίδεται η ευκαιρία στον μεταφορέα να προχωρήσει σε ελεγχόμενη παράδοση προκειμένου να συλληφθεί ο τελικός παραλήπτης (βλ. Χρίστου ν. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, ημερ. 19.7.2019, Σ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 202/2015, ημερ. 21.2.2019), εντούτοις στην περίπτωση αυτή δεν δόθηκε καμία ευκαιρία στην κατηγορούμενη να συνεργαστεί, ενώ η πρώτη κατάθεση λήφθηκε δύο ημέρες μετά τη σύλληψη της, κάτι το οποίο ενδεχομένως να έδωσε και τον χρόνο σε όσους είχαν εμπλοκή στην υπόθεση αυτή να εξαφανίσουν οποιαδήποτε ίχνη σύνδεσης τους. Η τακτική αυτή, συνέχισε, της ελεγχόμενης παράδοσης, παρόλο που είναι στη διακριτική ευχέρεια της Αστυνομίας εάν και πότε θα εφαρμοστεί, εντούτοις δίδει το δικαίωμα στους κατηγορούμενους να συνεργαστούν, κάτι το οποίο προσμετράται υπέρ του μετριασμού της ποινής τους, με βάση και το γεγονός ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θα έπρεπε τουλάχιστον να ερωτηθεί η κατηγορούμενη εάν επιθυμούσε να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Η δε ανακοπή της, ένεκα της συμπεριφοράς της, θα πρέπει να διαχωριστεί από την περίπτωση από άλλες περιπτώσεις, όπου άτομα ανακόπτονται για έλεγχο καθότι υπάρχουν πληροφορίες από προηγουμένως ότι οι συγκεκριμένοι μεταφέρουν ναρκωτικά ή ότι ανήκουν σε κυκλώματα ναρκωτικών τα οποία δρουν διασυνοριακά. Δεν γνώριζε τον τελικό παραλήπτη των ναρκωτικών και θα λάμβανε οδηγίες από το άτομο που την στρατολόγησε για της μετέπειτα κινήσεις της και την παράδοση των ναρκωτικών. Εκτελούσε οδηγίες άλλου, ο οποίος είχε συνεχώς τον έλεγχο των κινήσεων της και συνεπώς τον έλεγχο των ναρκωτικών ουσιών. Στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί η κατηγορούμενη να μην συνοδευόταν από τρίτο πρόσωπο, ως διαφάνηκε, όμως, μέσα από τα περιστατικά, φαίνεται ότι εκτελούσε οδηγίες τρίτου προσώπου, το οποίο επέλεξε την ημέρα που θα ταξιδέψει, της έδωσε το αεροπορικό εισιτήριο, της έδωσε την ταξιδιωτική τσάντα με τα ναρκωτικά και ανέμενε οδηγίες από αυτόν για το που θα πάει και σε ποιον θα την παραδώσει. Περαιτέρω, η κατηγορουμένη δεν θα αποκόμιζε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την πώληση των ναρκωτικών, αφού αυτή, ως εξάγεται από τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης, θα έκανε μόνο τη μεταφορά για την οποία θα έπαιρνε ένα ευτελές χρηματικό ποσό. Ουσιαστικά λοιπόν ο ρόλος της κατηγορούμενης στην όλη υπόθεση, ήταν αυτός του απλού μεταφορέα, «βαποράκι» και ήταν πολύ περιορισμένης έκτασης η εμπλοκή της, αφού δεν είχε καμία σχέση με τον προσχεδιασμό της εισαγωγής, αλλά και με την πώληση των ναρκωτικών. Η δε κατηγορία της προμήθειας, ως είναι η θέση του συνηγόρου της κατηγορουμένης, έχει και αυτή περιορισμένη έκταση, αφού δεν αφορά προμήθεια σε διάφορους χρήστες, ούτε πρόκειται για περίπτωση που πωλούσε ανεξέλεγκτα, αλλά αφορά την προμήθεια των ναρκωτικών εντός της ταξιδιωτικής βαλίτσας στον παραλήπτη που θα την έπαιρνε. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης, αφού πρώτα ζήτησε να ληφθεί υπόψη το, σχετικά, νεαρό της ηλικίας της, 30 ετών, η άμεση παραδοχή της στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο, η μεταμέλεια της και το λευκό ποινικό μητρώο της, για τα οποία επικαλέστηκε σχετική νομολογία και αυθεντίες, παρέδωσε στο Δικαστήριο χειρόγραφο κείμενο στο οποίο καταγράφονται τα προσωπικά βιώματα της και τα οποία αποδίδονται με σαφήνεια και πιο συνοπτικά στην αγόρευση του συνηγόρου της, τα οποία έχουν ως ακολούθως. Η κατηγορούμενη πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία 7 μόλις ετών βίωσε την κακοποίηση από τον αδελφό της μητέρας της, ο οποίος θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να της προσφέρει ασφάλεια. Το γεγονός αυτό, το οποίο κουβαλά μέσα της μέχρι και σήμερα, την έχει στιγματίσει και την έχει πληγώσει. Το κρατούσε μυστικό για χρόνια, μέχρι που έμαθε ότι ο συγκεκριμένος απεβίωσε και τότε βρήκε τη δύναμη να το εκμυστηρευτεί στη μητέρα της, η οποία δεν τον πίστεψε. Σε ηλικία 9 ετών βίωσε το χωρισμό των γονιών της, ο οποίος προήλθε ένεκα της εξάρτησης του πατέρα της στα ναρκωτικά. Ενδεικτικά, στην ανάγκη να πάρει τη δόση του, είχε πωλήσει μέχρι και τους βαφτιστικούς σταυρούς της οικογένειας. Σε ηλικία 12 ετών, ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα κατάστημα εστίασης στη γειτονιά της. Στα 16 της άρχισε να δουλεύει σε νυχτερινά μαγαζιά ως μπαργούμαν, ενώ πλέον διέμενε με τον αδελφό της, ο οποίος ήταν 3 χρόνια μεγαλύτερος, αφού η μητέρα της γνώρισε ένα νέο σύντροφο και την έδιωξε από το σπίτι. Ο αδελφός της, στην πορεία, και αυτός παρασυρόμενος από τα διάφορα προβλήματα που αντιμετώπιζαν, ακολούθησε το δρόμο των ναρκωτικών και άρχισε να μπαινοβγαίνει στις φυλακές. Διαβιώντας λοιπόν μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κατάφερε να παραμείνει μακριά από σκληρά ναρκωτικά. Δήλωσε χρήστης κάνναβης, αφού την βοηθούσε τα βράδια να ηρεμεί και προσπαθούσε δουλεύοντας να επιβιώσει, ενώ κατάφερε να τελειώσει και το σχολείο. Συνέχισε παλεύοντας για μια καλύτερη ζωή, φτάνοντας στην περσινή χρονιά, όπου τα χτυπήματα της ζωής διαδέχονταν το ένα το άλλο. Αρχικά αναγκάστηκε να μετακομίσει από την οικία που ενοικίαζε τα τελευταία δέκα έτη και να μετακομίσει σε άλλο διαμέρισμα, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να δώσει τις οικονομίες της. Στη συνέχεια στις 3.6.2022 ο πατέρας της πέθανε, βρισκόμενος έγκλειστος στις φυλακές Τρικάλων, αφού έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα. Τραγικό γεγονός ήταν ότι στην κηδεία του πατέρα της, την οποία ανέλαβε η ίδια, ήταν μόνο εκείνη, αφού δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο οικείο πρόσωπο, ενώ ανέλαβε και όλα τα έξοδα, μέρος των οποίων ακόμη οφείλει. Το τελευταίο διάστημα επανάκτησε τις σχέσεις της με την μητέρα της, όπου της πρότεινε να μετακομίσει μαζί της, αφού ως η ίδια αντιλήφθηκε αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα με τον συμβίο της, ο οποίος ασκούσε βία εναντίον της. Δυστυχώς όλα τα βιώματα της και η άθλια της οικονομική κατάσταση, χωρίς αυτό βέβαια να αποτελεί δικαιολογία για την πράξη της, την οδήγησαν στην πράξη για την οποία κατηγορείται σήμερα. Δηλώνει μετανοιωμένη και απολογείται. Γνωρίζει δε ότι η πρέπουσα ποινή για την πράξη της είναι αυτή της φυλάκισης. Περαιτέρω, να σημειωθεί ότι με τον εγκλεισμό της στη φυλακή, έχοντας αντιμετωπίσει και όλα τα πιο πάνω στη ζωή της, έχει ξεκινήσει να παρακολουθείται από ψυχολόγο, όπου συνεδριάζει μαζί του τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα διάφορα ψυχικά και ψυχολογικά τραύματα που της έχουν δημιουργηθεί διαχρονικά, αλλά και μέσα από το περιβάλλον των Κεντρικών Φυλακών. Τέλος αναφέρθηκε στην καλή της διαγωγή στις Κεντρικές Φυλακές, όπου προσπαθεί να επιβιώσει σε μια κλειστή κοινωνία, χωρίς να έχει καμία άλλη επαφή (βλ. Τσιάκκας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 282). Το γεγονός δε ότι προέρχεται από μια «ξένη» χώρα καθιστά τη διαβίωση της και τη προσαρμογή της στις Κεντρικές Φυλακές ακόμα πιο δύσκολη, αφού δεν έχει το προνόμιο των επισκέψεων, όπου σε αντίθεση με άλλους κρατούμενους, οι οποίοι κατάγονται από την Κύπρο, σε εβδομαδιαία βάση δέχονται επισκέψεις από συγγενείς, φίλους κλπ. Επίσης η τηλεφωνική της επικοινωνία είναι και αυτή περιορισμένη, αφού οικονομικά είναι ασύμφορο να τηλεφωνεί σε ελληνικούς αριθμούς για να μιλήσει έστω και λίγα δευτερόλεπτα με μια φίλη της ή με τη μητέρα της. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και την σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο έγκλημα και από την άλλη τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248). Το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ανώτερη προβλεπόμενη ποινή, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Στην συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, ο νομοθέτης, διά μέσου της προβλεπόμενης μέγιστης ποινής της ισόβιας φυλάκισης στις Κατηγορίες 1 και 3, προσδίδει άκρως μεγάλη σοβαρότητα αφού το έννομο αγαθό που προστατεύεται είναι η ίδια η κοινωνία (Saliba v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 388). Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο για το Δικαστήριο. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προστασία της κοινωνίας, το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Η νομοθεσία προστατεύει τα αγαθά του πολίτη μέσω των Δικαστηρίων που αποτελούν τους φυσικούς φύλακες τούτων. Τα αδικήματα των Κατηγοριών 1 και 3 που διέπραξε η κατηγορουμένη, είναι εξαιρετικά σοβαρά, γεγονός που αντανακλάται στις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, οι οποίες συνίστανται σε ποινή φυλάκισης δια βίου. Τα ναρκωτικά δυστυχώς έχουν εξαπλωθεί παντού. Ουδείς έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί μπροστά στο φαινόμενο. Αποτελούν τον σύγχρονο εφιάλτη κάθε γονέα και απειλούν το κάθε παιδί με τον όλεθρο και την καταστροφή. Μέχρι στιγμής η αντιμετώπιση αυτής της θανατηφόρας μάστιγας δεν έχει αποδώσει. Τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά δεν παρουσιάζουν σημεία κάμψης. Αντιθέτως βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που καθιστά αναγκαίο να επιβάλλονται αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο, τόσο για την φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά την φυλάκιση εμφανή επιλογή. Σε ό,τι αφορά τους διακινητές ναρκωτικών είτε αυτοί είναι κυρίως μεταφορείς είτε βαποράκια, η νομολογία υπογραμμίζει ότι ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο ρόλο τους, προέχει πάντοτε η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου για το κοινό καλό. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577, λέχθηκαν συναφώς τα εξής σε σχέση κυρίως με τα «βαποράκια»: "Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου". (Bλ. σχετικά και τις Marius v. Δημοκρατίας
(2015)2 ΑΑΔ 397 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 165/2015, ημερ. 22.1.2018), ECLI:CY:AD:2018:B37. Έχει νομολογιακά κριθεί ότι σε περίπτωση που το αδίκημα παρουσιάζει τέτοια συχνότητα ώστε να χαρακτηρίζεται ως κοινωνική μάστιγα, όπως στην περίπτωση των ναρκωτικών, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δεν έχουν τη βαρύτητα που θα μπορούσαν να έχουν σε άλλες περιπτώσεις. Δεν παραγνωρίζεται όμως ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής. Στην υπόθεση Kablawi & Others v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 494, τονίστηκε πως είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την αντιμετώπιση της χρήσης ναρκωτικών. (Βλ. επίσης Hadanand v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 259 και Jokarbozorgi v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 726). Στην υπόθεση Ναζίπ v Αστυνομίας
(2014)2B ΑΑΔ 808, 817, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών. Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων (βλ. Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351). Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιωάννου
(1999)2 ΑΑΔ 603). Σίγουρα κατά την επιμέτρηση της ποινής, όσο σοβαρές και αν είναι οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος, τα δικαστήρια έχουν καθήκον να προβαίνουν στη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής, ούτως ώστε η ποινή που θα επιβληθεί να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και των αντικειμενικών συνθηκών που περιβάλλουν την διάπραξη των αδικημάτων αυτών, καθώς επίσης και με τις προσωπικές περιστάσεις του ιδίου του κατηγορουμένου (βλ. Θεολόγου ν. Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 800). Όμως, από την άλλη, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν μπορεί να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων, ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224 και Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 224). Ειδικότερα, σε υποθέσεις ναρκωτικών τονίστηκε ιδιαίτερα ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των κατηγορουμένων και άλλοι μετριαστικοί παράγοντες δεν αποτελούν παρά μόνο «περιθωριακούς παράγοντες με πολύ μικρή βαρύτητα» στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Landau v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 178, 181 όπως και τις υποθέσεις Sultan v Δημοκρατίας
(1983)2 CLR 121 και Marco v Δημοκρατίας
(1987)2 ΑΑΔ 188). Στην υπόθεση Landau, ανωτέρω, στη σελ. 189, υπογραμμίστηκε ότι «Ο καλός χαρακτήρας του μεταφορέα είναι πολύ μικρής σημασίας στις περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών. Οι έμποροι ναρκωτικών, συνήθως αναζητούν μεταφορείς καλού χαρακτήρα και πρόσωπα τα οποία δυνατόν, λόγω φύλου, ηλικίας ή ασθένειας, να προκαλούν τη συμπάθεια του Δικαστηρίου. Χωρίς τους μεταφορείς αυτούς το εμπόριο των ναρκωτικών δεν θα βρισκόταν στην έξαρση που είναι σήμερα.» Σε σχέση με τις οικογενειακές περιστάσεις μεταφορέων κάθε είδους, υποδείχθηκε «.ότι ανεξάρτητα από τα αισθήματα συμπάθειας τα οποία το δικαστήριο μπορεί να έχει για τη δυσχερή θέση στην οποία θα βρεθεί η οικογένεια ενός κατηγορουμένου, τα αθώα θύματα της δικής του εγκληματικής διαγωγής, . αναπόφευκτα πληρώνουν το τίμημα για τα εγκλήματα που διαπράττονται από εκείνους που κανονικά έπρεπε να ήταν οι υποστηρικτές τους» (σε ελεύθερη μετάφραση) (βλ. Chanine v The Republic
(1987)2 CLR 183, 187). Επομένως, όσο σοβαρές κι αν είναι οι επιπτώσεις σε κατηγορούμενους και στις οικογένειες τους, υπερισχύει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Προέχει η καταστολή τέτοιων αδικημάτων ώστε να παραμένει αλώβητη η παρεχόμενη προστασία της κοινωνίας. Κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα ακόλουθα στοιχεία ως επιβαρυντικά ή ως ελαφρυντικά σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)του Ν. 29/77: «(α) Ως καθιστώντα το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό- (
  1. i)Την ανάμειξη στη διάπραξη του αδικήματος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών στην οποία ο κατηγορούμενος ανήκει˙ (
  2. ii)την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε διεθνείς οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες˙ (iii) την ανάμειξη του κατηγορουμένου σε άλλες παράνομες δραστηριότητες οι οποίες διευκολύνονται με τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
  3. iv)τη χρήση βίας, πυροβόλων όπλων ή επιθετικών όπλων ή αντικειμένων κατά τη διάπραξη του αδικήματος˙ (
  4. v)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέχει δημόσιο αξίωμα ή θέση και το αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σχετίζεται με το εν λόγω αξίωμα ή θέση˙ (
  5. vi)τη θυματοποίηση ή εκμετάλλευση ανηλίκων ή διανοητικώς ή λόγω ψυχικής νόσου πασχόντων˙ (vii) το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στις φυλακές ή σε κρατητήριο της Αστυνομίας ή στέγη ή ίδρυμα υπό τον έλεγχο, επίβλεψη ή φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή πλησίον τέτοιων στεγών ή ιδρυμάτων ή σε άλλους χώρους όπου συχνάζουν μαθητές ή φοιτητές για εκπαιδευτικές, αθλητικές, κοινωνικές ή άλλες δραστηριότητες˙ (viii) το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε σε χώρο εντός εκπαιδευτικού ιδρύματος ή σε χώρους εκδηλώσεων για ανηλίκους, συμπεριλαμβανομένων παιδότοπων και άλλων οργανωμένων χώρων συνάθροισης παιδιών ή σε αθλητικούς χώρους ή σε απόσταση που δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια
(500)μέτρα από την είσοδο ή την έξοδο ή την περίφραξή τους. (β) Ως καθιστώντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό- (
  1. i)Η ηλικία του κατηγορουμένου˙ (
  2. ii)το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σ' αυτόν˙ (iii) ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών και ότι το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών˙ (
  3. iv)το βαθμό της εξάρτησης του κατηγορουμένου από ναρκωτικά˙ (
  4. v)την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του κατηγορουμένου η οποία μεταξύ άλλων μαρτυρείται από τη συνεργασία του με τις αρχές για τη δίωξη των προμηθευτών και την προθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία για απεξάρτηση˙ (
  5. vi)το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του˙ (vii) το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε από τα περιστατικά που αναφέρονται στο (α)(i)-(
  6. vi)πιο πάνω. Στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζουν οι επιβαρυντικοί παράγοντες που προβλέπονται στο άρθρο 30
(4)(α) του Ν. 29/77. Επίσης με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, η κατηγορούμενη δεν είναι μέλος εγκληματικής οργάνωσης ή οργανωμένου δικτύου εμπορίας ναρκωτικών ουσιών. Είναι άτομο σχετικά νεαρής ηλικίας, 30 ετών. Η κατηγορούμενη, σύμφωνα με τα λεχθέντα του συνηγόρου της, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, διέπραξε το αδίκημα λόγω της οικονομικής δυσπραγίας της και του φόβου της να αποσυρθεί από την υπόσχεση που έδωσε για να μεταφέρει τα ναρκωτικά. Ως εκ τούτου δεχόμαστε, σε συνάρτηση με την ψυχική της κατάσταση, όπως αυτή έχει περιγραφεί, ότι έδρασε παρασυρόμενη από πρόσωπα που δυνητικά θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή σ' αυτήν, αφού φοβόταν να αρνηθεί την μεταφορά. Από την άλλη, δεν μπορούμε να δεχθούμε ως μετριαστικό παράγοντα ότι δεν έλαβε οικονομικό όφελος, το οποίο χαρακτήρισε ευτελές, αλλά δεν ήταν έτσι αφού τα €1.500- είναι ένα σημαντικό ποσό, ως η εισήγηση του συνηγόρου της. Ο λόγος που δεν έλαβε όφελος ήταν γιατί συνελήφθη. Η μεταμέλεια της επιδείχθηκε έμπρακτα μέσω της συνεργασίας της με την αστυνομία και με την παραδοχή της (βλ. ανάμεσα σε άλλες τις υποθέσεις Μarco v The Republic
(1987)2 CLR 188, Gani v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 242, Κυριάκου v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 746, Φραγκίσκου v Δημοκρατίας
(2015)2Β ΑΑΔ 833 και Kema v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 284/18, 19.7.2019), όμως ήταν περιορισμένη αφού δεν κατονόμασε τον ιθύνοντα νου, του οποίου γνωρίζει το μικρό όνομα. Όπως αναφέρθηκε στην Φραγκίσκου v Δημοκρατίας
(2015)2Β ΑΑΔ 833, 843, το γεγονός αυτό (και ο κίνδυνος που αναλαμβάνει ο κατηγορούμενος) πρέπει να συνεκτιμάται με τους υπόλοιπους παράγοντες και να αντανακλάται στο ύψος της επιβληθείσας ποινής (βλ. επίσης Kema, ανωτέρω). Εν προκειμένω απουσιάζει τέτοια ανάληψη κινδύνου, οπότε μειώνεται το περιθώριο επιείκειας. Σε κάθε περίπτωση όμως, η παραδοχή, με βάση πάγια νομολογία, ακόμα και όταν η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω (βλ. Ghafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, 453 και Κατσαπάου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 318, 326), όπως στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, 36 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27.11.2019). Όπως υποδείχθηκε στην Χαραλάμπους κ.ά. ν Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 127/2019 και 130/2019, 10.3.2021, όπου υποδείχθηκε ότι «. η παραδοχή ενός κατηγορουμένου, ακόμη και σε περιπτώσεις αυτόφωρου αδικήματος, είναι πάντα καλοδεχούμενη και προσμετρά ως απτό στοιχείο μεταμέλειας.». Θεωρούμε χρήσιμο να παραπέμψουμε, ενδεικτικά, σε κάποιες υποθέσεις. Έχουμε βέβαια υπόψη ότι, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B88, με μνεία στη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1: «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αυτός δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη». (Βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις, Πόλεος ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 141/2016, ημερ. 2.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:B210, L.C.A. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ. 116/20, ημερ. 17.3.2015, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123 και Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577). Στην υπόθεση Redjep v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 217 κατόπιν παραδοχής των τριών κατηγορουμένων για κατοχή και για κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης βάρους 1358,10 γραμμαρίων, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών στον εφεσείοντα που ήταν ο ιθύνων νους. Στους άλλους δύο κατηγορούμενους, οι οποίοι δεν καταχώρησαν έφεση, επιβλήθηκαν μικρότερες ποινές, αφού θεωρήθηκε ότι αυτοί επιστρατεύτηκαν από τον εφεσείοντα, προφανώς ως άτομα ευάλωτα προερχόμενα από περιθωριακή και ασθενέστερη τάξη ανθρώπων. Συγκεκριμένα στον κατηγορούμενο 2 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών και στον κατηγορούμενο 3 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην υπόθεση Ahmet κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 801, στην οποία οι εφεσείοντες δεν ήταν ο ιθύνων νους αλλά χωρίς τη συνδρομή τους δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί η εγκληματική ενέργεια, κατόπιν παραδοχής για κατοχή ποσότητας κάνναβης βάρους 947 γραμμαρίων περίπου με σκοπό την προμήθεια, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών. Και σε αυτή ειπώθηκε ότι η προηγούμενη νομολογία είναι ενδεικτική του μέτρου τιμωρίας παρόμοιων εγκλημάτων και των παραμέτρων που καθορίζουν την ποινή, χωρίς βέβαια να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 746 κατόπιν παραδοχής για το ίδιο ως άνω αδίκημα, όπου η κάνναβης ήταν βάρους σχεδόν 700 γραμμαρίων η ποινή μειώθηκε από 6 σε 5 έτη. Στην υπόθεση Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 392, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για το αδίκημα της κατοχής σχεδόν 3 κιλών κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2016)2 ΑΑΔ 719 για το αδίκημα της κατοχής 996.8 γραμμαρίων κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η ποινή των 4½ ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα μειώθηκε σε 3½ έτη λόγω της σοβαρότατης ασθένειας από την οποία υπέφερε ο κατηγορούμενος, η οποία τον οδήγησε και στη χρήση των ναρκωτικών για τη μείωση των φρικτών πόνων που είχε, καθώς και λόγω της ευάλωτης ψυχοσύνθεσης του. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2016)2 ΑΑΔ 805 για κατοχή κάνναβης 993,4 γραμμαρίων, με μία προηγούμενη καταδίκη επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών. Στην υπόθεση Κλεομένης ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 350, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 7 ετών, η οποία επεβλήθη στον εφεσείοντα για εισαγωγή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, συγκεκριμένα ρητίνης κάνναβης, βάρους 2.307,5256 γραμμαρίων. Εκρίθη πως δεν επρόκειτο περί έκδηλα υπερβολικής ποινής. Στην υπόθεση Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 17/2016 ημερομηνίας 22.5.2017, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, 2 κιλών και 7,5 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε πως «προέχει ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής ώστε να μην εξουδετερώνεται ή να αποδυναμώνεται η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από την μάστιγα των ναρκωτικών». Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, συμπεριλαμβανομένων και των εισηγήσεων του συνηγόρου της κατηγορουμένης σε σχέση με μετριασμό της ποινής. Η παρούσα περίπτωση πρόδηλα κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο σοβαρές. Έχουμε υπόψη το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών, όπως και τον σκοπό για τον οποίο αυτά προορίζονταν. Πρόκειται για μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών Τάξεως Β΄, προορισμός της οποίας ήταν να διατεθεί, τελικά, στο κοινό, έστω και αν λειτούργησε ως μεταφορέας. Όλα αυτά αποβαίνουν καθοριστικά στο είδος και το ύψος της ποινής (βλ. Sikaf v Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 467, 469). Όπως επισημάνθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας v Sak
(2005)2 ΑΑΔ 377, το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών καθώς επίσης και ο σκοπός για τον οποίο αυτά κατέχονται, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας τότε η ποινή αναπόφευκτα καθίσταται πιο αυστηρή. Σε ό,τι αφορά τις περιστάσεις που οδήγησαν την κατηγορούμενη στη διάπραξη του αδικήματος, σημειώνουμε ότι αυτή ενήργησε ως μεταφορέας. Πάντως, όπως και να χαρακτηρίσει κανείς το ρόλο της, στην ουσία συνέβαλε κατά τρόπο κρίσιμο στη διακίνηση των ναρκωτικών ως μέρος της αλυσίδας γεγονότων με τα οποία θα επιτυγχανόταν ο τελικός στόχος που ήταν η προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Επομένως, υποχωρεί σε σημαντικό βαθμό η σημασία του ότι ήταν μεταφορέας, όπως άλλωστε σαφώς προκύπτει από την υπόθεση Μιχαήλ, ανωτέρω. Λάβαμε επίσης υπόψη μας την προθυμία της για απεξάρτηση με την ένταξη της σε σχετικό πρόγραμμα (βλ. άρθρο 30
(4)(β) (v) του Ν. 29/77, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148, Καρακάννας ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 463 και Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 82). Λάβαμε υπόψη και τις επιπτώσεις που θα έχει μια πολύχρονη ποινή φυλάκισης στην ίδια αλλά και στην οικογένεια της (βλ. R v Kayani and Solliman [2011] EWCA Crim 2871, παρ. 49 και R v Bishop [2011] EWCA Crim 1446, παρ. 12). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ξυδάς ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 817, 826 - 827, μια πολυετής φυλάκιση δεν ευνοεί την ομαλή επανένταξη του καταδικασθέντος και καθίσταται επώδυνη για την οικογένεια του. Ωστόσο, σε μια σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παρούσα με πρόδηλη την αναγκαιότητα αποτροπής δεν μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή πολυετούς ποινής φυλάκισης, όσο και να λάβει υπόψη κανείς τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας σχετικά με τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορουμένου (βλ. Chanine και Landau, ανωτέρω). Λάβαμε υπόψη την άμεση παραδοχή και μεταμέλεια της, τόσο προς τις αστυνομικές αρχές όσο και προς το Δικαστήριο. Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης σε συνάρτηση με το γεγονός της έλλειψης επαγγελματικής παραβατικής συμπεριφοράς, κάτι το οποίο προκύπτει και από τον τρόπο σύλληψης της. Τον περιορισμένο της ρόλο, μεταφορέας και το γεγονός ότι ακολουθούσε οδηγίες, κάτι το οποίο καθιστά την κατοχή των ναρκωτικών ως «περιορισμένης έκτασης». Το είδος των ναρκωτικών που ανευρέθηκαν, τα οποία συγκαταλέγονται στην Τάξη Β, καθιστώντας το αδίκημα λιγότερο σοβαρό. Το γεγονός ότι δεν είχε γνώση για το ακριβές παράνομο περιεχόμενο της ταξιδιωτικής βαλίτσας και συνεπώς δεν γνώριζε την ποσότητα των ναρκωτικών. Όλες τις προσωπικές της συνθήκες όπως αυτές έχουν τεθεί ενώπιον μας, μεταξύ των οποίων η ψυχολογική της κατάσταση, τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, τη διάλυση της οικογένειας της, το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν τοξικομανής, αλλά και την κακοποίηση που υπέστη στην πολύ τρυφερή ηλικία των 7 ετών. Επίσης το γεγονός ότι κατάγεται από την Ελλάδα, κάτι το οποίο δυσχεραίνει περισσότερο την προσαρμογή της και τη διαμονή της στο χώρο των Κεντρικών Φυλακών. Όμως έχει επανειλημμένα λεχθεί, μέσα από τη νομολογία, ότι δεν πρέπει να δίδεται υπέρμετρη βαρύτητα σε οικονομικές ή άλλες δυσκολίες οι οποίες ενδεχομένως να συνέτειναν στο να διαπράξει ο κατηγορούμενος αδίκημα. Είναι γεγονός ότι αφορά ζήτημα για τις διωκτικές αρχές αν θα προβούν σε περαιτέρω διερεύνηση ή σε ελεγχόμενη παράδοση. Δεν μπορεί κατά τρόπο θεωρητικό το Δικαστήριο να αξιολογήσει τον τρόπο που επιλέγει η Αστυνομία να ενεργήσει. Άλλωστε η κατηγορούμενη αν και γνώριζε το μικρό όνομα του προμηθευτή της, δεν το ανέφερε. Το είδος, την ποσότητα και τον σκοπό για τον οποίο κατέχονταν τα ναρκωτικά από την κατηγορούμενη, στοιχεία τα οποία είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής (βλ. SIKAF v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 467). Εν προκειμένω δεν πρόκειται για σκληρά ναρκωτικά, όπως η κοκαΐνη και η ηρωίνη, αλλά για κάνναβη, η ποσότητα της οποίας ήταν σχεδόν 6 κιλά, ενώ σκοπός της κατοχής ήταν η προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες, δείχνοντας κάθε δυνατή και μέγιστη επιείκεια επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην Κατηγορία 2 καμία ποινή αφού τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της τρίτης κατηγορίας. Στην Κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη βρίσκεται σε προφυλάκιση. Τα ναρκωτικά κατάσχονται και να καταστραφούν, εφόσον δεν καταχωρηθεί έφεση. Το τηλέφωνο της κατηγορουμένης να της επιστραφεί. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .......... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κχ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.