Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Σπύρος Λεβέντης, Αρ. Υπόθεσης: 6256/19, 26/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6256/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας v. Σπύρος Λεβέντης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26.6.23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κουμπαρή Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Καούλλας και κ. Δημητρίου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μια κατηγορία προσάπτεται στον κατηγορούμενο με το παρόν κατηγορητήριο, το οποίο καταχωρήθηκε την 5.7.19. Ως προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 10.6.2019 και περί ώρα 18:00, στην τοποθεσία Σούβλες στην Αναφωτία της επαρχίας Λάρνακας, εσκεμμένα και παράνομα προξένησε ζημιά στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], ιδιοκτησίας του Κώστα Βασιλέα. Η αξία της ζημιάς ανέρχεται στα €856.00. Η εν λόγω πράξη συνιστά, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, κακόβουλη βλάβη. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσης της. Μετά το πέρας παρουσίασης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο κατηγορούμενος με απόφαση του Δικαστηρίου κλήθηκε σε απολογία. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. ΜΚ1 ο Αστυφύλακας 2548, Χριστάκης Δημητρίου. Υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, ως Τεκμήριο
- Αναφέρει συνοπτικά εκεί τα ακόλουθα: Την 10.6.2019 και ώρα 18:05 καταγγέλθηκε στον σταθμό από τον Κώστα Βασιλέα ότι την ίδια μέρα και ώρα, ο κατηγορούμενος πέρασε δίπλα από το αυτοκίνητο του, με αριθμούς εγγραφής [ ], με το φορτηγό του με αριθμούς εγγραφής [ ], προκαλώντας σ' αυτό κακόβουλη ζημιά στο πλευρό του αυτοκινήτου του. Ο ίδιος μετέβηκε η ώρα 18:20 στην περιοχή Σούβλες, όπου βρήκε τον παραπονούμενο, ο οποίος στεκόταν δίπλα από το διπλοκάμπινο όχημα του. Το διπλοκάμπινο ήταν σταθμευμένο σε χωματόδρομο πλάτους 4,5 μέτρων, ο οποίος αποτελεί πάροδο του δρόμου Αλαμινού - Αναφωτίας. Ο δρόμος περνά μέσα από τη μάντρα του κατηγορούμενου και συνεχίζει προς το χωριό. Ο παραπονούμενος του έδειξε τη ζημιά στο αυτοκίνητο του η οποία συνίστατο σε γδαρσίματα σε όλο το αριστερό πλευρό του μονοκάμπινου, στη λυχνία του σηματοδότη κατεύθυνσης στο αριστερό μπροστινό πλευρό και στο αριστερό μπροστινό καθρεφτάκι, το οποίο ήταν στο έδαφος. Το καθρεφτάκι παρέλαβε και κατέθεσε, ως Τεκμήριο
- Στη συνέχεια μετέβηκε στη μάντρα του κατηγορούμενου, η οποία ήταν περί τα 500 μέτρα πιο κάτω. Σε συνομιλία που είχαν, ο τελευταίος του ανέφερε ότι προσπάθησε να περάσει δίπλα από το διπλοκάμπινο του παραπονούμενου, όμως δεν τον χώρεσε και χτύπησε το αυτοκίνητο του. Απολογήθηκε και ανέφερε ότι ήθελε να επιδιορθώσει τη ζημιά φτιάχνοντας το καθρεφτάκι, το οποίο ήταν και το μόνο που έσπασε. Την 12.6.2019 και ώρα 22:30 ο παραπονούμενος προσήλθε στον σταθμό και προέβη σε γραπτό παράπονο. Την ίδια μέρα και ώρα 23:40 επέδωσε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα υπόπτου/κατηγορούμενου. Την 13.6.2019 και μεταξύ των ωρών 00:05 και 00:45 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία, αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος ενοικίασε χωράφι δίπλα από το δικό του, το οποίο για χρόνια ενοικίαζε πρώτα ο ίδιος. Από την ημέρα που το ενοικίασε σταθμεύει το αυτοκίνητο του στον χωματόδρομο. Λόγω του ότι δεν το σταθμεύει στην άκρη του δρόμου προκαλείται συχνά, το συγκεκριμένο πρόβλημα. Την επίδικη μέρα στην προσπάθεια του να περάσει δίπλα από το μονοκάμπινο, το δεξί καθρεφτάκι του φορτηγού του χτύπησε σε αναθρήκα με τον ίδιο, ενστικτωδώς να κινείται προς τα αριστερά, χτυπώντας το μονοκάμπινο στο καθρεφτάκι, το οποίο και έσπασε. Η ζημιά δεν έγινε κακόβουλα ούτε φέρει την αξία που παρουσιάζει ο παραπονούμενος. Την 13.6.2019 και περί ώρα 00:01 με 00:10 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και απάντησε «δεν παραδέχομαι». Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρει ότι φτάνοντας στο μέρος «εντόπισε το όχημα του Βασιλέα, το οποίο ήταν σταθμευμένο στη δεξιά πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση τη μάντρα του κατηγορούμενου και ένα καθρεφτάκι στο έδαφος». Κατάθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 3 φωτογραφίες, τις οποίες έλαβε από τη σκηνή μέσω του κινητού του τηλεφώνου (5 φωτογραφίες). Οι 3 πρώτες φωτογραφίες δείχνουν τη ζημιά που υπέστη το όχημα του παραπονούμενου. Η τέταρτη φωτογραφία δείχνει το μπροστινό μέρος του φορτηγού του κατηγορούμενου, όπου φαίνεται να υπάρχει ζημιά στην κάσια του οχήματος. Τοποθέτησε ένα κύκλο ενώπιον του Δικαστηρίου στις ζημιές που υπέστησαν τα οχήματα επί των φωτογραφιών. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο τελευταίος δεν μετακίνησε το αυτοκίνητο του. Το πλάτος του δρόμου μέτρησε με κορδέλα και αυτό ανέρχεται στα 4,50μ. Ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση του κατά πόσον, το όχημα του κατηγορούμενου μπορούσε να περάσει από το μέρος που είδε στον δρόμο, ο μάρτυρας απάντησε: «Εξαρτάται από τον οδηγό. Αν είναι έμπειρος οδηγός και μπορούσε να κρατεί λωρίδα, αν όχι, εξαρτάται. Δεν μπορώ να πω αν μπορούσε να περάσει ο κύριος Λεβέντης. Που τζιαμέ εμένα μπορεί να με φορούσε, κάποιον άλλον να μην τον εφόρε». Κατάθεσε περαιτέρω ως Τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου. Σε ερώτηση με βάση ποια ευρήματα αποφάσισε να κατηγορήσει τον τελευταίο, ο ΜΚ1 απάντησε ότι αυτό αποφάσισε μετά την λήψη καταθέσεων από αμφότερους, ήτοι κατηγορούμενο και παραπονούμενο, και ενόψει της ζημιάς που προκλήθηκε. Το Δικαστήριο οφείλει στο σημείο αυτό όπως καταγράψει το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου. «Είμαι κάτοικος του χωριού Αναφωτία. Διατηρώ μάντρα με αιγοπρόβατα στην περιοχή Σούβλες, έδαφος Αναφωτίας. Κοντά στη μάντρα μου είχα ένα χωράφι το οποίο πέρσι το πήρε ο Κώστας Βασιλέας για να βάλει φθαρτά. Εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα που πήρε το χωράφι και το καθάρισα και του το άφησα. Δίπλα από το χωράφι περνά ο χωματόδρομος ο οποίος οδηγεί στη φάρμα μου. Τον δρόμο αυτόν τον χρησιμοποιώ καθημερινά εδώ και χρόνια. Φέτος τον Απρίλιο, ο Κώστας ξεκίνησε τη ρέντα του και πριν από περίπου 25 μέρες όταν άρχισαν οι ζέστες, ο Κώστας ξεκίνησε να προκαλεί να μην περνούμε από τον δρόμο δίπλα από το χωράφι του γιατί σκονίζουμε τα φυτά. Ο δρόμος όμως είναι τέτοιος που όσο σιγά και να πάεις σηκώνεται σκόνη. Το ίδιο πρόβλημα έχω και εγώ στον δρόμο δίπλα από τη μάντρα μου και έβαλα πέκκα και ραντίζω τον δρόμο. Πέρσι όταν ήταν ανομβρία και δεν είχα νερό να ραντίζω είχα μέχρι και θανάτους ζώων. Την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή ο Κώστας έβαλε το μονοκάμπινο του όλο και πιο μέσα στον δρόμο εσκεμμένα για να μην φορεί να περνώ. Εγώ κουβαλούσα πάλες στη φάρμα μου και το φορτηγό ήταν πολύ δύσκολο να περνά. Την 10.6.2019 και ώρα 17:30 πέρασα από το χωράφι του Κώστα με το φορτηγό αρ. [ ] με δυσκολία αφού το μονοκάμπινο του ήταν σταματημένο στον δρόμο και δεν με φορούσε και αυτός με σταμάτησε για να μου δείξει ότι το λάστιχο του που έχει για να ραντίζει τον δρόμο ήταν τσιλημένο. Όπως μου είπε κάποιος του το τσίλησε και επέμενε ότι αυτός ο κάποιος ήμουν εγώ. Εγώ του είπα να το μετακινήσει για να μην έχουμε πρόβλημα και αυτός είπε ότι δεν θα το τάρασσε και αν ήμουν άδρωπος να το τσιλήσω. Εμπήκα στο αυτοκίνητο μου και έφυγα και πήγα και φόρτωσα τις πάλες μου και επέστρεψα. Μπροστά μου ήταν ο γιος μου Νικόλας με digger και δυσκολεύτηκε να περάσει από το σημείο που ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο του Κώστα. Εγώ με το φορτηγό καθώς προχωρούσα δεν με φορούσε και σταμάτησα πριν το αυτοκίνητο του Κώστα. Ο Κώστας ήταν κοντά στο αυτοκίνητο μέσα στο χωράφι και του είπα να το μετακινήσει για να με φορέσει να περάσω. Αυτός αντί να το μετακινήσει, μου είπε να περάσω και αν είμαι άδρωπος να αγγίξω πάνω στο αυτοκίνητο του. Εγώ προχώρησα όσο πιο αριστερά μπορούσα και κάποια στιγμή όπως προχωρούσα το αριστερό καθρεφτάκι μου χτύπησε πάνω σε μια αναθρήκα και ενστικτωδώς κινήθηκα προς τα δεξιά και χτύπησα πάνω στο αριστερό καθρεφτάκι του μονοκάμπινου του Κώστα. Λόγω του ότι τσακωθήκαμε προχώρησα και σκοπός μου ήταν να ηρεμήσω και να πάω να του πω να του σάσω το καθρεφτάκι. Όταν πήγα στη μάντρα μου είδα ότι το αυτοκίνητο του Κώστα κάποιος το μετακίνησε πιο δεξιά προς το χωράφι. Μετά ήρθε η Αστυνομία και με ρώτησε τι έγινε και εγώ τους είπα ό, τι σου λέω και σήμερα. Εγώ δεν είχα πρόβλημα να του πληρώσω τη ζημιά στο καθρεφτάκι αλλά όχι τα λεφτά που θέλει για το αυτοκίνητο του να διορθωθεί αφού είναι ένα αυτοκίνητο το οποίο χρησιμοποιεί για τα χωράφια και είναι στα άθλια κατάσταση». Η αντεξέταση του μάρτυρα ήταν μακρά. Το Δικαστήριο θα αποτυπώσει αυτήν συνοπτικά. Ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι: (α) Ο ίδιος ήταν ο μόνος εμπλεκόμενος στη διερεύνηση της υπόθεσης και δεν υπήρχε άλλος αστυνομικός. (β) Στο συμπέρασμα περί κακόβουλης ζημιάς κατέληξε λόγω της ζημιάς που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. (γ) Συμφώνησε ότι τέτοιου είδους ζημιά μπορεί να προκληθεί και από ένα ατύχημα που επισυμβαίνει όταν δύο αυτοκίνητα συγκρουστούν. (δ) Συμφώνησε με τον κ. Καούλλα ότι ο λόγος που η παρούσα υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο ήταν η διαφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων ως προς το ύψος των ζημιών που ενδεχομένως να προκλήθηκαν εκείνην τη μέρα. (ε) Συμφώνησε περαιτέρω ότι αν ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €856 την 10.6.19 ή την 12.6.19, που λήφθηκαν οι ανακριτικές υποθέσεις των, πιθανότητα να μην υπήρχε παράπονο. Συμφώνησε περαιτέρω ότι ο παραπονούμενος ζήτησε να αποζημιωθεί. Ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ συμβάντος και υποβολής παραπόνου (2 μέρες) ήταν γιατί είχαν γίνει προσπάθειες, και μέσω του ΜΚ1 για επίλυση της διαφοράς. Πρόκειται για συγχωριανούς, ανέφερε, τους οποίους τα χωράφια γειτνίαζαν και έτσι αποφασίστηκε να δοθεί ο ανάλογος χρόνος ούτως ώστε ενδεχομένως να ευρίσκετο λύση στο πρόβλημα. Ανέμεναν από τον παραπονούμενο να αποφασίσει τελικώς, αν θα υπέβαλε παράπονο. (στ) Συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ευθύς αμέσως ότι είχε χτυπήσει πάνω στο καθρεφτάκι του παραπονούμενου και ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να τον αποζημιώσει γι' αυτό. (ζ) Συμφώνησε ότι, ο κατηγορούμενος του ανέφερε, ότι, πέρασε την πρώτη φορά από τον εν λόγω χώρο δίπλα από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου και είχε δηλώσει ότι στην επιστροφή του θα ήταν φορτωμένος με μπάλες σανού, ζητώντας από τον παραπονούμενο να μετακινήσει το όχημα του. Συμφώνησε περαιτέρω ότι, στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στην προσπάθεια του να περάσει «έπιασε όσο πιο αριστερά γινόταν». (η) Συμφώνησε ως αποδεικνύεται και από το Τεκμήριο 5 ότι, δεξιά και αριστερά του ο δρόμος έχει άγρια βλάστηση, αγκαθιές, σχινιές και αναθρήκες. (θ) Συμφώνησε με τον κ.Καούλλα περαιτέρω ότι, το όχημα του παραπονούμενου ήταν αρκετά παλιό με αρκετά χτυπήματα και η μπογιά του ήταν φθαρμένη. Στη σκηνή δεν εντόπισε γυαλιά στο χώμα από το καθρεφτάκι ή την σπασμένη λυχνία, αφού αν αυτά υπήρχαν, θα τα λάμβανε και θα περιελάβανε ως μέρος του Τεκμηρίου
- Συμφώνησε ότι με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν γυαλιά στο πάτωμα, ο εσωτερικός καθρέφτης του Τεκμηρίου 2 (καθρεφτάκι) ήταν σπασμένος από πριν. (ι) Δεν έκανε σχεδιάγραμμα του χώρου δηλώνοντας ότι αυτό, αποτέλεσε παράλειψη του. Δεν μέτρησε ούτε το πλάτος ούτε το ύψος έκαστου αυτοκινήτου. Ούτε την αναθρήκα που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος ότι χτύπησε μέτρησε ή εξέτασε, για να επιβεβαιώσει τυχόν ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, ήτοι, ότι λόγω αυτής, ήταν, που κινήθηκε αριστερότερα. Δεν φωτογράφισε επίσης τυχόν ίχνη τροχοπέδησης, ως αυτά ενδεχομένως αποτυπώθηκαν στον χωματόδρομο. Δεν έλαβε καταθέσεις από υπαλλήλους που βρίσκονταν στο χώρο, ούτε από τον υιό του κατηγορούμενο ο οποίος προπορευόταν μεν του οχήματος του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά ήταν παρών, στη σκηνή ως συνοδηγός του πατέρα του/ κατηγορούμενου όταν κατ΄ ισχυρισμόν εκστομίθηκε η απειλή. (κ) Το ποσό που καταγράφεται ως ζημιά στις λεπτομέρειες του αδικήματος παρέθεσε επί του κατηγορητηρίου δυνάμει εκτίμησης που του παρουσίασε ο παραπονούμενος. Δεν έλαβε καμία κατάθεση από τον μπογιατζή/ισιωτή του οχήματος προς επίρρωση των όσων εκεί καταγράφονται ως ζημιές. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 δήλωσε ότι, από την στιγμή που ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ενδεχομένως να υπήρχε πρόβλημα στην προσπέλαση του, όφειλε να σταματήσει και να τηλεφωνήσει της Αστυνομίας. Με δεδομένο ότι υπήρχαν αψιμαχίες μεταξύ των εμπλεκομένων, για τα χωράφια, ή ακόμη και για τη σκόνη που δημιουργείτο και επηρέαζε τις καλλιέργειες του παραπονούμενου όταν περνούσαν από τον χωματόδρομο τα όποια γεωργικά οχήματα, η πράξη του κατηγορούμενου όπως συνεχίσει την προσπάθεια του να περάσει, ήταν παράνομη και κακόβουλη, αφού γνώριζε ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να προκαλέσει ζημιά. Για τον ίδιο, το κατά πόσον η ζημιά προκλήθηκε επειδή ο κατηγορούμενος συγκρούστηκε με αναθρήκα, δεν είναι κάτι που οφείλει να απασχολεί αφού, από τη στιγμή που σταμάτησε αρχικά και συνειδητοποίησε ότι δεν τον χωρούσε να περάσει, μπορούσε να τηλεφωνήσει της Αστυνομίας για να έρθει να λύσει το πρόβλημα. Συμφώνησε ότι ο παραπονούμενος δεν κατηγορήθηκε για παρακώλυση της κυκλοφορίας, παρά το ότι, ο δρόμος εκεί είναι, δημόσιος. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο παραπονούμενος στην κατάθεση του, δηλώνει ότι, όταν είχε αρχικά περάσει ο κατηγορούμενος από δίπλα του, η ώρα 17:30 τον σταμάτησε και του είπε να «σταματήσουν να κάνουν ζημιές και να τα βρουν». Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι αυτό ήταν κάτι που του είχε δηλώσει ο παραπονούμενος εξ' ου και το κατέγραψε επ' ακριβώς στην κατάθεση του. Επανήλθε ο κ. Καούλλας ρωτώντας, αν του ανέφερε οτιδήποτε άλλο με τον μάρτυρα να απαντά: «οτιδήποτε μου είπε, έγραψα το αυτολεξεί και το διάβασα στο Δικαστήριο». Στη θέση της υπεράσπισης ότι τα κτυπήματα δεν συνάδουν, αφού δυνάμει της μαρτυρίας, η κάσια με την οποία τον χτύπησε ο κατηγορούμενος ήταν πιο ψηλή από το σημείο που κατ' ισχυρισμό αποτυπώνεται η ζημιά, ο μάρτυρας δεν απάντησε. ΜΚ2 ο παραπονούμενος. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 12.6.
- Στην αστυνομία ανέφερε ότι είναι κάτοικος Αναφωτίας. Τον Ιούνιο του 2018 ενοικίασε συγκεκριμένα τεμάχια χωραφιών στην περιοχή Σούβλες. Μερικά από αυτά, ενοικιάζονταν προηγουμένως από τον κατηγορούμενο. Από την ημέρα που ενοικίασε αυτά, ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρεί μάντρα με κατσίκες λίγο πιο κάτω, άρχισε να τον απειλεί και να του δημιουργεί προβλήματα, δηλαδή περνούσε από τον δρόμο δίπλα από το χωράφι με ταχύτητα και σηκωνόταν χώμα, το οποίο βλάπτει τις καλλιέργειες του. Ο ίδιος εξέφρασε παράπονο στον γιο του κατηγορούμενου, Νικόλα, ο οποίος του αποκρίθηκε «άρκεψες πόλεμο, θα έχεις πόλεμο». Για να αποφύγει τους καβγάδες και τη ζημιά στη φυτεία του, έβαλε πέκκα στο πλάι του δρόμου για να «βρέχει τον δρόμο» και να μην δημιουργείται σκόνη. Κάποιες μέρες προ του επίδικου συμβάντος είδε το λάστιχο που έβαλε στο πλάι του δρόμου για να προστατεύει τις φυτείες του «τσιλλιμένο». Ρώτησε τον κατηγορούμενο περί τούτου την επίδικη μέρα, με τον τελευταίο να απαντά, καθώς είχε σταματήσει δίπλα από το φορτηγό του, «μπορεί να είμαι εγώ, μπορεί να είναι κάποιος άλλος». Ο παραπονούμενος του είπε να «τα βρουν και να μην κάνουν ζημιές», όμως ο κατηγορούμενος του απάντησε «αν είναι εδώ το αυτοκίνητο σου όταν επιστρέψω, θα το τραβήσω» και έφυγε. Ο γιος του κατηγορούμενου, Νικόλας, ήταν συνοδηγός του κατηγορούμενου τη δεδομένη στιγμή. Ο κατηγορούμενος πέρασε από τον δρόμο χωρίς δυσκολία η ώρα 17:
- Μετά, και περί τις 18:00, όταν επέστρεφαν, ο γιος του κατηγορούμενου προπορευόταν και οδηγούσε το όχημα τύπου Digger. Πέρασε δίπλα από το μονοκάμπινο του παραπονούμενου. Ακολουθούσε ο κατηγορούμενος με το φορτηγό του ο οποίος ήταν φορτωμένος με μπάλες σανού. Όταν πλησίασε το όχημα του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος σταμάτησε και του είπε, «είπες μου ότι αν δεν είμαι άδρωπος να σου το τραβήσω», προχωρώντας και κτυπώντας στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του παραπονούμενου. Μετά έφυγε. Πίσω από το φορτηγό του κατηγορούμενου ήταν ο πατέρας του παραπονούμενου, ο οποίος είδε το όλο περιστατικό. Τηλεφώνησε της Αστυνομίας και ήρθε στη σκηνή. Το αυτοκίνητο του πήρε στον ισιωτή, ο οποίος του είπε ότι η ζημιά ανέρχεται στα €720 πλέον ΦΠΑ. Ο ίδιος έχει παράπονο από τον κατηγορούμενο και θέλει να αποζημιωθεί. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο παραπονούμενος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις θέσεις που περιέχονται στην κατάθεση του. Δήλωσε περαιτέρω ότι το κτύπημα ήταν επί σκοπού, με το αυτοκίνητο του να «τραντάζεται» και τον κατηγορούμενο να μην σταματά να δει τι είχε συμβεί. Ο παραπονούμενος υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 3 τις ζημιές που προκλήθηκαν, ήτοι, «όλη η αριστερή πλευρά του οχήματος». Αναγνώρισε και το καθρεφτάκι του οχήματος του, Τεκμήριο 2, ως αυτό που παρέλαβε η Αστυνομία. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την προσφορά που έλαβε από τον ΜΚ4 σε ότι αφορούσε το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος. Άντεξετασθείς ανέφερε ότι η αστυνομία παρέμεινε στο χώρο περί τα 45 λεπτά. Ερωτηθείς σε ποιες ενέργειες προέβη η αστυνομία κατά την παραμονή της στο χώρο, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ΜΚ1 τον ρώτησε τι συνέβη και έβγαλε φωτογραφίες. Δεν έγινε καμία μέτρηση ή σχεδιάγραμμα, με τον ΜΚ1 να αναφέρει ότι αν επιθυμούσε μπορούσε να μεταβεί στο σταθμό και να δώσει την κατάθεση. Ο ίδιος πήγε δύο μέρες αργότερα. Σε ερώτηση της υπεράσπισης κατά πόσον αν, λάμβανε το ποσό της αποζημίωσης θα προχωρούσε με καταγγελία, ο ΜΚ2 απάντησε ότι βεβαίως και θέλει να αποζημιωθεί αλλά και να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος για τη ζημιά που προκάλεσε. Ο ίδιος παρέδωσε στον ΜΚ1 όταν έδιδε την κατάθεση του το Τεκμήριο 7 για να το δείξει στον κατηγορούμενο, ούτως ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον ο τελευταίος θα τον αποζημίωνε. Συμφώνησε ο ΜΚ2 ότι αν του καταβάλλονταν τα €856 «θα τελείωνε εκεί η ιστορία» αφού, η ουσιαστική διαφορά τους με τον κατηγορούμενο ως δήλωσε ήταν, το ύψος της ζημιάς. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας αν, προ της καταχώρησης αστικής αγωγής για το ίδιο ζήτημα (Τεκμήριο 9), προέβη στη λήψη οποιονδήποτε άλλων μέτρων, απαντώντας αρνητικά. Την θέση αυτή σύντομα αναίρεσε όταν του υποδείχθηκε επιστολή ημερομηνίας 24.6.19 την οποία απέστειλε δικηγόρος εκ μέρους του προς τον κατηγορούμενο. Συμφώνησε με την υπεράσπιση ξανά ότι, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, αν ο κατηγορούμενος του κατέβαλε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, ο ίδιος δεν θα προωθούσε το παράπονο του. Ερωτηθείς αναφορικά με την συνομιλία που είχαν με τον κατηγορούμενο, απάντησε ότι, πέραν από την φράση «να σταματήσουν να κάνουν ζημιές» τίποτα άλλο δεν ανέφερε στον τελευταίο, θέση την οποία επίσης σύντομα αναίρεσε, δηλώνοντας ότι, όντως είπε στον κατηγορούμενο την φράση «αν είσαι άνθρωπος χτύπα μου». Ερωτηθείς γιατί κάτι τέτοιο δεν ανέφερε στην κατάθεση του, ο ΜΚ2 απάντησε ότι ο ΜΚ1 δεν κατέγραψε την αναφορά του, ενώ στην ερώτηση γιατί τότε, αφού η κατάθεση του ήταν ελλιπής, αποδέχθηκε και υπέγραψε αυτήν, ο ΜΚ2 απάντησε ότι, ο αστυνομικός του είχε πει ότι «η υπόθεση δεν θα πάει στο Δικαστήριο». Ο ΜΚ2 δεν αποδέχθηκε τις θέσεις της υπεράσπισης ότι, ο λόγος που του είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος να μετακινήσει το όχημα του ήταν γιατί, ο τελευταίος δήλωσε ότι θα επέστρεφε «φορτωμένος». Συμφώνησε ότι, όντως, ο κατηγορούμενος στην επιστροφή του είχε στο πίσω μέρος του φορτηγού του μπάλες με σανό οι οποίες ζυγίζουν, όμως, ως ανέφερε, «δεν ήταν υπερβολικά φορτωμένος ώστε να γέρνει το αυτοκίνητο». Συμφώνησε επίσης με την υπεράσπιση, ότι ο συγκεκριμένος χωματόδρομος αποτελεί δημόσιο δρόμο. Ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα του, είχε προχωρήσει δίπλα από το μονοκάμπινο του. Παρά το γεγονός ότι, το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου «είχε περάσει», έστριψε το τιμόνι αριστερόστροφα, ακουμπώντας κατά αυτό τον τρόπο την «κάσια» του οχήματος πάνω στο όχημα του, και όποιο σημείο του αυτοκινήτου εξείχε, υπέστη ζημιές, συμπεριλαμβανομένου και του καθρέφτη. Προέβη μάλιστα σε αναπαράσταση ο ΜΚ2, κατά την ζώσα μαρτυρία του, κρατώντας από την μία το Κοράνι και από την άλλη το Ευαγγέλιο, τοποθετώντας αυτά δίπλα δίπλα, στην προσπάθεια του να δείξει ότι τα δύο αυτοκίνητα ήταν παράλληλα. Στρίβοντας το τιμόνι του αριστερά είπε, απομάκρυνε το μπροστινό μέρος του οχήματος του, και πλησίασε το πίσω μέρος αυτού με το όχημα του, προκαλώντας τις ζημιές που φαίνονται στις φωτογραφίες 2 και 3 του Τεκμηρίου 5, προσκρούοντας στα εξογκώματα του μηχανοκίνητου οχήματος. Κατά την επίμονη αντεξέταση της υπεράσπισης επί του σημείου τούτου, ήτοι του πώς προκλήθηκε η ζημιά, ο ΜΚ2 απάντησε τελικά ότι, ο ίδιος δεν είδε πώς του κτύπησε ο κατηγορούμενος αλλά «υπολογίζει» αφού, εκείνη την ώρα ο ίδιος ήταν διαγώνια μέσα στο χωράφι, και δεν είχε οπτική επαφή. Ακολούθησε σειρά ερωτήσεων σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 και πώς, αν καθόλου, συνάδουν τα όσα εκεί καταγράφονται με τις κατ΄ισχυρισμόν ζημιές επί του οχήματος. Ο ΜΚ2 παρέπεμψε στον ΜΚ4, ισιωτή, δηλώνοντας ότι ο ίδιος δεν μπορεί να απαντήσει. Εξ' όσων θυμάται δήλωσε, το καθρεφτάκι αλλά και όλο το όχημα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Στην θέση ότι ο αστυνομικός δεν εντόπισε οποιοδήποτε καθρέφτη ή σπασμένα γυαλιά στο χώρο δίπλα από το καθρεφτάκι του οχήματος, ο ΜΚ2 δεν απάντησε. Στην υποβολή ότι η παρούσα καταγγελία δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά μοχλό πίεσης ούτως ώστε να αποζημιωθεί ακόμη και ζημιές που δεν προκάλεσε ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας απάντησε «Εγώ θέλω να αποζημιωθώ για την ζημιά. Ήδη προσπαθήσαμε και στον αστυνομικό σταθμό να τα βρούμε». ΜΚ3 ο πατέρας του παραπονούμενου. Αναγνώρισε την υπογραφή και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο
- Σε αυτή καταγράφονται τα ακόλουθα. Την επίδικη μέρα και περί της 17:30, του τηλεφώνησε ο υιός του αναφέροντας του ότι ήρθε σε αντιπαράθεση με τον κατηγορούμενο για το μονοκαμπίνο όχημα του που ήταν σταθμευμένο στο δρόμο δίπλα από το χωράφι του. Ο ίδιος μετέβηκε στο χώρο, ενώ την ώρα που κατέφθανε, μπροστά του ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν φορτωμένος μπάλες. Μπροστά από τον κατηγορούμενο ήταν ο υιός του τελευταίου, οδηγώντας όχημα τύπου «Digger». Όπως οδηγούσαν, το φορτηγό σταμάτησε πριν το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος κάτι είπε στον παραπονούμενο, το οποίο ο ίδιος δεν άκουσε. Μετά ο κατηγορούμενος προχώρησε με το φορτηγό του κτυπώντας με την «κάσια» πάνω το μονοκάμπινο. Ο κατηγορούμενος σκόπιμα τράβηξε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, αφού μπορεί το πέρασμα να ήταν στενό, αλλά το φορτηγό του κατηγορούμενου μπορούσε να περάσει. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι, ενώ το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου είχε περάσει, ο κατηγορούμενος έστριψε το τιμόνι του αριστερά επίτηδες, κτυπώντας στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Είδε δήλωσε, τον κατηγορούμενο να στρίβει το τιμόνι του αριστερά καθώς περνούσε, ενώ, άνετα, κατά την κρίση του, μπορούσε να περάσει, ανέπαφα. Αναγνώρισε το μονοκάμπινο του υιού του ως το όχημα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου
- Το καθρεφτάκι, η λυχνία, του σηματοδότη αλλά και η αριστερά πλευρά του οχήματος είχε κτυπηθεί. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι ο παραπονούμενος στο τηλεφώνημα, το μόνο που του είχε αναφέρει ήταν, ότι υπήρξε διαφωνία για την στάθμευση του οχήματος του. Δεν έκρινε σκόπιμο ανέφερε, να καταγράψει στην κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος είχε απειλήσει τον παραπονούμενο. Συμφώνησε με τον κ. Καούλλα ότι προ της μαρτυρίας του, συνομίλησε με τον υιό του ως προς τα γεγονότα και το τι είχε διαμειφθεί εντός της αίθουσας του Δικαστήριο στις μέρες που προηγήθηκαν, αναφορικά με την υπόθεση και τις θέσεις της υπεράσπισης. Στην κατάθεση του επίσης δεν κατέγραψε το γεγονός ότι στην σκηνή μετά το συμβάν μετέβησαν αρκετά πρόσωπα μεταξύ των οποίων και ο θείος του κατηγορούμενου, ο οποίος μάλιστα προθυμοποιήθηκε να πληρώσει για τη ζημιά, με τον ΜΚ3 να μη αποδέχεται την εν λόγω πρόταση. Ερωτηθείς γιατί δεν ανέφερε ούτε αυτό, δήλωσε ότι, «δεν το έκρινε σκόπιμο». Συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι αυτό που επιζητείτο ήταν ουσιαστικά η αποζημίωση, στην επίτευξη της οποίας προσπάθησε να βοηθήσει και ο ΜΚ1, δίδοντας μάλιστα χρόνο προς αυτή την κατεύθυνση, εξ' ου και η καθυστέρηση στην λήψη των καταθέσεων. Επανερχόμενη η υπεράσπιση ως προς τον τρόπο με τον οποίο έγινε η κατ' ισχυρισμόν κακόβουλη ζημιά, ο ΜΚ3 δήλωσε ότι, μετά που πέρασε το μπροστινό μέρος του οχήματος, ο κατηγορούμενος έστριψε το τιμόνι του ελαφρώς αριστερά, και έτσι το πίσω μέρος του αυτοκινήτου εφάπτετο με την αριστερή πλευρά του μονοκάμπινου καθώς προχωρούσε προκαλώντας ζημιές. Χαρακτηριστικά δήλωσε, θυμάται και τον θόρυβο που προκλήθηκε από το κτύπημα. Οι τροχοί του κατηγορουμένου πέρασαν ξυστά από το μονοκάμπινο. Ρώτησε ο κ. Καούλλας, παραπέμποντας στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3, πώς είναι δυνατόν να δηλώνει ότι, όλη η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου φέρει χτυπήματα, όμως οι πόρτες αυτού να είναι ανέπαφες από το κτύπημα, με τον ΜΚ3 να μην απαντά. Επανήλθε ο συνήγορος υπεράσπισης ρωτώντας γιατί δεν αποτυπώνονται ίχνη τροχοπέδησης κοντά στο μονοκάμπινο, με τον μάρτυρα να απαντά ότι «οι φωτογραφίες (Τεκμήριο 3) καμιά φορά απατούν». Σημειώνεται ότι τα μόνα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 3, είναι σε απόσταση από το μονοκάμπινο όχημα. Ερωτώμενος για το καθρεφτάκι και γιατί, αφού ήταν σε καλή κατάσταση, σήμερα παρουσιάζεται σπασμένο αφού δεν είχαν εντοπιστεί τα όποια γυαλιά στην σκηνή, ο ΜΚ3 αποκρίθηκε ότι δεν θυμάται, ενώ στην θέση του κ. Καούλλα ότι οι ζημίες επί του οχήματος προϋπήρχαν, ο μάρτυρας απάντησε ότι «το σπασμένο καθρεφτάκι δεν προϋπήρχε». Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας, ΜΚ4, ο κ. Γιώργος Παναγής, πογιατζής/ ισιωτής αυτοκινήτων. Λειτουργεί το δικό του γκαράζ τα τελευταία 30 χρόνια. Του υποδείχθηκε κατά την κυρίως εξέταση του το Τεκμήριο
- Αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα και την υπογραφή του. Το έγγραφο δήλωσε, αφορά σε προσφορά που έδωσε για την επιδιόρθωση του οχήματος του παραπονούμενου. Κλήθηκε ο ΜΚ4 όπως εξηγήσει έκαστη καταγραφή επί του τεκμηρίου αλλά και όπως εξηγήσει την κοστολόγηση των ζημιών, ερωτώμενος βασικά, όπως αναπτύξει την θέση ότι οι ζημιές που κλήθηκε να επιδιορθώσει ταυτίζοντο με τις καταγραφές του ιδίου, επί του εν λόγω τεκμηρίου. Ο ΜΚ4 αδυνατούσε να θυμηθεί, δηλώνοντας ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια, ενώ τέτοιες σημειώσεις «έδωσε πολλές, αφού δεν είναι λίγα τα οχήματα που έρχονται κτυπημένα». Άντεξετασθείς δήλωσε ότι δεν είναι εκτιμητής αυτοκινήτων. Δεν μπορεί να γνωρίζει από που προκλήθηκαν τα χτυπήματα, όμως το έγγραφο ετοίμασε κατόπιν υποδείξεων του πελάτη, δηλαδή, επί αυτού κατέγραψε ο,τι επιθυμούσε ο πελάτης. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 και ρωτήθηκε γιατί κοστολογεί τις πόρτες του οχήματος από την στιγμή που αυτές δεν φαίνεται να έχουν οποιαδήποτε ζημιά, με τον ΜΚ4 να απαντά ότι δεν θυμάται, και δεν μπορεί να απαντήσει αφού οι πόρτες ως αποτυπώνονται στις φωτογραφίες είναι τόσο σκονισμένες που δεν μπορεί να διαπιστώσει αν είχαν υποστεί την όποια ζημιά. Αγορεύσεις Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Η Κατηγορούσα Αρχή υπενθύμισε το Δικαστήριο ότι το ύψος της ζημιάς δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ενώ επιχειρηματολόγησε προς υποστήριξη της θέσης ότι η υπόθεση έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με παραπομπή σε αποσπάσματα της μαρτυρίας. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Κύριοι άξονες της όλης επιχειρηματολογίας της υπεράσπισης ήταν ότι: (α) υπήρξε πλημμελής διερεύνηση σε ότι αφορά την υπόθεση, (β) ότι ο παραπονούμενος σκοπό έχει την αποκόμιση οικονομικού οφέλους εξ' ου και η υποβολή παραπόνου, γεγονός που παραδέχθηκε κατά την ζώσα μαρτυρία του και (γ) ότι ο κατηγορούμενος οφείλει όπως απαλλαγεί καθότι υπήρχαν εγγενείς αντιφάσεις στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Ο συνήγορος υπεράσπισης ανέπτυξε το ζήτημα της ανακόλουθης μαρτυρίας στη γραπτή του αγόρευση, Έγγραφο Χ' και με παραπομπή σε Νομολογία κάλεσε το Δικαστήριο όπως αθωώσει τον κατηγορούμενο. Υπήρξε θέση του ότι υπάρχουν ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίες έχουν φανερώσει την διάθεση των όπως αποκρύψουν από το Δικαστήριο την αλήθεια. Είναι προφανές δήλωσε, ότι γίνεται προσπάθεια όπως αποδοθεί στον κατηγορούμενο η τέλεση μιας συγκεκριμένης πράξης, από την οποία όμως εκλείπει το εσκεμμένο αυτής, ως του καταλογίζεται. Στην γραπτή αγόρευση γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας των ΜΚ 1- 4, δηλώνοντας ότι η περιγραφή του όλου συμβάντος αλλά και οι ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο, έτυχαν τόσο διαφορετικής περιγραφής από έκαστο εκ των μαρτύρων κατηγορίας, που άφησαν αυτή ουσιαστικά απογυμνωμένη από οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία, και αλήθεια. Η αλληλοσυγκρουόμενη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να αποτελέσει, στέρεο έδαφος για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων δήλωσε ο συνήγορος, συμπεριλαμβανομένου και του εσκεμμένου της πράξης εκ μέρους του πελάτη του. Νομική Πτυχή Με γνώμονα ότι δεν υπάρχουν στεγανά στην συγγραφή Δικαστικών Αποφάσεων, το Δικαστήριο θεωρεί πρέπον όπως, πρώτα θέσει το νομικό πλαίσιο και παραμέτρους υπό τις οποίες οφείλει να εξεταστεί η παρούσα υπόθεση, πάντοτε βεβαίως συνδυαστικά, με την ενώπιον του Δικαστηρίου, παρουσιασθείσα μαρτυρία. Το αδίκημα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εδράζεται στο Άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως ακολούθως: «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση 2 χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ1.500 ή και στις 2 αυτές ποινές». Προκύπτει από την πιο πάνω Νομοθετική πρόνοια ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: α) Η πρόκληση ζημιάς, β) επί περιουσίας, γ) με την ζημιά να προκαλείτε εσκεμμένα και δ) παρανόμως. Σε ό, τι αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, είναι αρκετό όπως η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς, ανεξαρτήτως αξίας, μικρής ή μεγάλης, αφού η αξία, ως ορθά έχει επισημάνει η κα. Κουμπαρή, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ.431, όπου αναφορά γίνεται στο Άρθρο 1 του Αγγλικού Νομοθετήματος Malicious Damage Act 1971, ο όρος «ζημιά» έχει ερμηνευθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια με κάποια ευρύτητα, ούτως ώστε να μην περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσεως. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα που καταγράφεται στην παράγραφο Β8.1 του Συγγράμματος το οποίο μιλά από μόνο του: «'Damage' is left undefined in the Criminal Damage Act 1971. The Courts have construed the term liberally. Criminal damage is not limited to permanent damage, so smearing mud on the walls of a police cell may be criminal damage. See Roe v Kingerlee [1986] Crim. LR 735, where it was also said that: 'What constitutes criminal damage is a matter of fact and degree and it is for the justices, applying their common sense, to decide whether it was damage or not». Σε σχέση με το δεύτερο στη σειρά συστατικό, δηλαδή την πρόκληση ζημιάς επί περιουσίας, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι αυτή προξενήθηκε σε περιουσία. Η ιδιοκτησία επί της περιουσίας επίσης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (βλ.Θωμά ν Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ, 255). Ως προς το τρίτο και τέταρτο συστατικό στοιχείο, ήτοι την εκ προθέσεως πρόκληση της ζημιάς και το παράνομο αυτής, η Νομολογία είναι ευθυγραμμισμένη. Σημειώνεται ότι, το άρθρο 324 του Ποινικού μας Κώδικα, αποτελεί πιστή αντιγραφή του Αγγλικού άρθρου 50
(1)του Νομοθετήματος Malicious Damage Act 1861. Στην απόφαση Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρεται ότι: «Το έγκλημα της κακόβουλης ζημιάς όπως διατυπώνεται στο Άρθρο 324 του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (specific intend). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση της ζημιάς». (τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου). Στο Σύγγραμμα Archbold του 2000, παρ. 17.46 ο όρος «willfully» ερμηνεύεται ως το να πράττει κάποιος κάτι όχι μόνο οικειοθελώς αλλά και με επίγνωση του ενδεχόμενου ότι θα προκληθεί ζημιά. Στον όρο εμπερικλείονται και πράξεις ή συμπεριφορές οι οποίες γίνονται οικειοθελώς, χωρίς να υπάρχει ενδιαφέρον ως προς το κατά πόσον θα επέλθει ζημιά ή όχι, ως αποτέλεσμα της εν λόγω πράξης ή συμπεριφοράς. Το εκούσιο της πράξης, σημαίνει ουσιαστικά ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο ενεργεί με επίγνωση του τι διαπράττει, έχοντας την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα, για το οποίο κατηγορείται. Ακόμη δε και στις περιπτώσεις όπου οι εν λόγω πράξεις γίνονται με αδιαφορία, (recklessly), ως προς τις συνέπειες της ζημιάς και η ζημιά είναι η φυσική συνέπεια της πράξης (βλ. R v Welch 1 Q.B. 23 και R v Piche [1967[ 10 Crim. LQ 107). Τέλος, ως προς το τέταρτο συστατικό στοιχείο, σημειώνεται ότι είναι αρκετό όπως αποδειχθεί ότι, η πρόκληση της εν λόγω ζημιάς δεν ήταν νόμιμη, αλλά αντιθέτως, ότι αυτή προκλήθηκε χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία ( βλ. Μιχαήλ, ante). Σημειώνονται ευθύς αμέσως και τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, παραδέχεται, γεγονός που δεν μπορεί να λησμονηθεί ότι, το επίδικο συμβάν, ήτοι η πρόσκρουση του οχήματος του επί του μονοκάμπινου οχήματος του παραπονούμενου, επεσυνέβη. Το εκούσιο της ομολογίας του ως προς το κτύπημα επί του οχήματος του παραπονούμενου, δεν αμφισβητήθηκε, συνεπώς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, γίνεται αποδεκτό. Με δεδομένο το πιο πάνω, η πλήρωση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος υπό τα στοιχεία (α) και (β) ανωτέρω έχουν, στοιχειοθετεί. Αυτό που παραμένει να εξεταστεί, είναι αν η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου έχει φανερώσει την πλήρωση των στοιχείων (γ) και (δ), ήτοι του εσκεμμένου της πράξης και του παράνομου αυτής. Αυτό φυσικά οφείλει να γίνει δια της αξιολόγησης της παρουσιασθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσω ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, όπως παρακολουθήσω με προσοχή έκαστο εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω κατά νου τη Νομολογία που άπτεται και αφορά τα ζητήματα αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ αξιολογώ αυτήν στην ολότητά της και όχι αποσπασματικά. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν, τη γενική συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση και το λογικοφανές των απαντήσεων τους, σε συνάρτηση πάντοτε και αντιπαραβολή με τα όσα ανέφεραν αρχικώς ανακρινόμενοι από τες Αστυνομικές Αρχές (βλ. Ζεβρού ν Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Καρεκλά ν Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, 1119, Κυπριανού ν Αστυνομίας Ποιν.Εφ. 129/07 ημερ.10.12.2008). Μέσω της αξιολόγησης ενός μάρτυρα, το Δικαστήριο καλείται, εξυφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και την συμπεριφορά του, να αναδείξει, υπό το πρίσμα της πείρας και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής που παρουσιάζει, όμως χρειάζεται επί τούτου, ιδιαίτερη προσοχή εκ μέρους του Δικαστηρίου αφού, συμβαίνει όπως αναξιόπιστος μάρτυρας προκαλέσει ευμενή εντύπωση, και αντίστροφα (βλ. Χριστοφή Φώτης ν Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Η υπεράσπιση ως διαφαίνεται από τα πρακτικά της διαδικασίας, επικεντρώθηκε στην αμφισβήτηση της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα. Διατείνεται δε ότι αυτή είναι νεφελώδης, αλληλοσυγκρουόμενη και ανομοιογενής σε τέτοιο βαθμό, που το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στηριχθεί επί αυτής για την εξαγωγή στέρεων ευρημάτων. Στις σελίδες 15 -40 της αγόρευσης της υπεράσπισης γίνεται ενδελεχής σχολιασμός της μαρτυρίας, παραπέμποντας και αναδεικνύοντας τις κατά την υπεράσπιση αντιφατικές θέσεις που παρουσιάστηκαν εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Προσεκτική μελέτη της δε, φανερώνει την μη σωρευτική πλήρωση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, δήλωσε ο κ. Καούλλας, αφού ακόμη και αν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι υπήρξε εμπλοκή του κατηγορούμενου στο συμβάν, η ίδια η κατηγορούσα αρχή, τόσο στις Λεπτομέρειες Αδικήματος αλλά και δια μέσου της μαρτυρίας που παρουσίασε, προώθησε την θέση, ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και με πρόθεση προκάλεσε την ζημιά, αποκλείοντας κάθε ζήτημα περί ακούσιας πράξης ή αδιαφορίας (recklessness) εκ μέρους του. Η κατηγορούσα αρχή δήλωσε, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση όπως προωθεί διαζευκτικές θέσεις και/ή ισχυρισμούς, ενώ λόγω της πλημμελούς διερεύνησης που έτυχε το ζήτημα, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει το θεληματικό της όλης ζημιάς, το οποίο έχει καθήκον να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θα ξεκινήσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας από τον ΜΚ2, ήτοι τον βασικό μάρτυρα κατηγορίας, παραπονούμενο. Ομολογώ ότι αυτόν όπως και όλους τους μάρτυρες, παρακολούθησα επισταμένα όταν έδιδε την μαρτυρία του. Οι θέσεις του ως αυτές παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, δεν έπεισαν, με την μαρτυρία του να εναλλάσσεται συνεχώς. Ο μάρτυρας όχι μόνο παρουσίασε κατά την ζώσα μαρτυρία του διαφορετικές εκδοχές ως προς τον τρόπο με τον οποίον ο κατηγορούμενος κτύπησε το όχημα του, αλλά δήλωνε και σίγουρος ότι ήταν αυτός ο τρόπος που έλαβε χώρα το συμβάν, για να έρθει στο τέλος της μαρτυρίας του τελικώς, και να παραδεχθεί ότι, την επίδικη στιγμή, ο ίδιος δεν είχε ορατότητα γιατί ήταν «διαγώνια μέσα στο χωράφι και υπολογίζει ότι έτσι πρέπει να έγινε το περιστατικό». Σημειώνεται ότι στην κατάθεση του, καμία αναφορά ή λεπτομέρεια δεν παρέθεσε ως προς το πώς έλαβε χώρα το συμβάν. Η πιο πάνω τελική του παραδοχή, ανατρέπει την όλη μαρτυρία του, προκαλώντας αμφιβολίες ως προς την φιλαλήθεια του. Το γεγονός ότι ο ΜΚ2 δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει όλη την αλήθεια, ήταν κάτι το εμφανές, αφού δεν μπορεί παρά να προκαλεί εντύπωση ότι, τεχνηέντως δεν ανέφερε στην αστυνομία την δική του εμπλοκή στο όλο συμβάν, αποκρύπτοντας από το Δικαστήριο ότι ο ίδιος, στην έκκληση του κατηγορουμένου όπως μετακινήσει το όχημα του, όχι μόνο δεν μετακίνησε αυτό, αλλά προκάλεσε ουσιαστικά τον κατηγορούμενο, όπως «προχωρήσει και το τραβήσει», συντείνοντας και ο ίδιος με την συμπεριφορά του στο πώς εξελίχθηκε το όλο συμβάν. Την δική του συμμετοχή, δεν ανέφερε στην αστυνομία, όμως, ήταν κάτι το οποίο αναγκάστηκε ουσιαστικά να παραδεχθεί αντεξεταζόμενος, όταν αντιλήφθηκε ότι, στην δικογραφία της αστικής υπόθεσης που καταχώρησε (Τεκμήριο 9), δικογραφείται η χρήση αυτής της φράσης, ως φράση που ο ίδιος ανέφερε στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, καμία ουσιαστική εξήγηση δεν έδωσε ως προς το γιατί, αφού διαπίστωσε ότι από την κατάθεση του έλειπαν σημαντικά κατά τον ίδιο στοιχεία, αποφάσισε, όπως, χωρίς δισταγμό προχωρήσει και υπογράψει αυτήν, ενώ η θέση του ότι, είχε αναφέρει στον Αστυνομικό τα όσα σήμερα λέει, καταρρίφθηκε από τον ΜΚ1 ο οποίος δήλωσε ότι, «δεν του είχε αναφερθεί οτιδήποτε άλλο από τον παραπονούμενο» (βλ. πρακτικά ημερ. 16.2.23 σελ. 36). Ο ΜΚ2 μπορεί να αρνήθηκε πολλάκις ότι ο λόγος που προχώρησε τελικά με την υποβολή παραπόνου ήταν η λήψη αποζημίωσης, στο τέλος όμως, απερίφραστα, και πέραν της μίας φοράς αποδέχθηκε ότι, αν αποζημιώνετο, έστω και την υστάτη, δεν θα προωθούσε το παράπονο του, ενώ μοναδικός λόγος που «καθυστέρησε» στην υποβολή του παραπόνου στην αστυνομία, ήταν για να δει κατά πόσον ο κατηγορούμενος θα ήταν πρώτα, διατεθειμένος να τον αποζημιώσει. Περαιτέρω, ενώ δήλωνε ότι δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα για τη λήψη αποζημίωσης, παραδέχθηκε τελικώς προ της καταχώρησης αγωγής, απέστειλε δια δικηγόρου επιστολή, Τεκμήριο 8, με την οποία καλούσε τον κατηγορούμενο ξανά, να τον αποζημιώσει. Επέμενε ο μάρτυρας ότι το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του (Τεκμήριο 2) ήταν σε καλή κατάσταση, και ότι γενικότερα το όχημα του δεν ήταν ούτε παλιό, ούτε φθαρμένο. Αντίθετη όμως ήταν η μαρτυρία του ανακριτή της υπόθεσης ΜΚ1, η οποία και πάλι αναιρεί και διαψεύδει τον παραπονούμενο. Ο ΜΚ1 ανέφερε με βεβαιότητα ότι στη σκηνή δεν βρήκε ούτε γυαλιά σπασμένα στο χώμα δίπλα από το καθρεφτάκι, ούτε από το σηματοδότη (λυχνία), ενώ το αυτοκίνητο του παραπονούμενου χαρακτήρισε ως παλιό και φθαρμένο. Αν εντόπιζε δήλωσε ο ΜΚ1, γυαλιά στο χώμα, τότε σίγουρα αυτά θα περισυνέλλεγε και καταχωρούσε ως μέρος των Τεκμηρίων. Τα ως άνω, συντείνουν στο προβληματισμό του Δικαστηρίου ως προς τη φιλαλήθεια του μάρτυρα. Δεν μπορεί εδώ να μην μνημονευθεί και το γεγονός ότι παρά τις θέσεις του ότι, ο κατηγορούμενος «επίτηδες» και εσκεμμένα κτύπησε το όχημα του, αυτός τελικά, δεν είδε πώς τον κτύπησε, αλλά υπολόγιζε ως προς το πώς συντελέστηκε το κτύπημα, ενώ το Δικαστήριο διατηρεί τελικώς αμφιβολίες, δυνάμει της κακής ποιότητας μαρτυρίας του ΜΚ2, κατά πόσον ο κατηγορούμενος απείλησε αυτόν προ του συμβάντος. Αντίθετα, η θέση που προέβαλαν και ο ΜΚ2 αλλά και ο ΜΚ3 ότι, «το μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου είχε περάσει», και ότι ο τελευταίος σταμάτησε, ζητώντας του να μετακινήσει το όχημα του, αφήνει το Δικαστήριο με αμφιβολία στο κατά πόσον ο κατηγορούμενος τελικά, εσκεμμένα κτύπησε επί του μονοκάμπινου οχήματος του κατηγορούμενου. Στα ως άνω, συντείνει και η θέση του ΜΚ1 ότι «επρόκειτο για ζήτημα ικανότητας του οδηγού». Ερωτηθείς δε σε σχέση με τις ζημιές που καταγράφονται στο Τεκμηρίο 7, ο μάρτυρας, μη μπορώντας να αιτιολογήσει αυτές επαρκώς, παρέπεμψε τελικώς στον ΜΚ4, ισιωτή, ως κατάλληλος για να απαντήσει. Ο ΜΚ4 όμως, ερχόμενος στο Δικαστήριο, όχι μόνο δεν μπορούσε να θυμηθεί, ή να συνδέσει τις ζημιές με τις φωτογραφίες, τις οποίες ουδέποτε είχε δει, αλλά δήλωσε ευθαρσώς ότι, επί του Τεκμηρίου 7 κατέγραψε και κοστολόγησε, ότι του είπε ο ΜΚ2 ότι όφειλε να επιδιορθωθεί. Αντικρίζοντας συνεπώς την μαρτυρία του ΜΚ2 συνολικά, και όχι αποσπασματικά, και με γνώμονα τις νομολογιακές αρχές, φρονώ ότι αυτήν δεν μπορώ να αποδεχθώ. Ο βασικότερος μάρτυρας κατηγορίας απέκρυψε ή επέλεξε όπως τενχηέντως μην αναφέρει γεγονότα, τα οποία ενδεχομένως θα διαφώτιζαν το Δικαστήριο και θα επέτρεπαν σε αυτό όπως προβεί στην εξαγωγή στέρεων συμπερασμάτων. Αυτό δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Επιπλέον, δεν έχει διαλάθει της προσοχής μου το κίνητρο του συγκεκριμένου μάρτυρα. Είναι αυταπόδεικτο ως και ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την μαρτυρία του ότι, σκοπός του δεν είναι άλλος από την αποζημίωση του, αφού, παρά την αρχική του θέση ότι επιθυμεί την τιμωρία του κατηγορούμενου, αποκαλύφθηκε τελικώς ότι, η διαφορά του με τον κατηγορούμενο έγκειται στο ύψος της ζημιάς, αποδεχόμενος ότι αν ο τελευταίος τον αποζημίωνε, ο ίδιος δεν θα κατέθετε εναντίον του, καταδεικνύοντας ότι στο παράπονο προέβη, με σκοπό, αν την υπόθεση καταχωρούσε η αστυνομία, να ασκήσει πίεση στον κατηγορούμενο, ούτως ώστε ο τελευταίος να τον αποζημιώσει ( βλ. πρακτικά ημερ. 2.3.23 σελ. 10, 11, 14, 16). Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ3. Σημειώνω ότι τη μαρτυρία αυτή, το Δικαστήριο προσέγγισε με προσοχή, και προς τούτο έχει αυτοπροειδοποιηθεί, έχοντας ως γνώμονα το γεγονός ότι ενδεχομένως αυτή να ήταν εμποτισμένη από άλλα κίνητρα, ήτοι την υποβοήθηση του υιού του, παραπονούμενου (βλ.Κλεόβουλος Κουσουλίδης ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 10/2018, ημερ. 9.11.18). Όσο μεγαλύτερο το συμφέρον του μάρτυρα, τόσο μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται (βλ.Papachrysostomou v The Police
(1988)2 C.L.R. 55, Λαζάρου ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.633). Η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού διάχυτη κρίνεται, ήταν η προσπάθεια του όπως στηρίξει και επαληθεύσει τα όσα ανέφερε ο παραπονούμνεος στο Δικαστήριο. Επίρρωση των πιο πάνω, αποτέλεσε μεταξύ άλλων, η προσπάθεια του όπως καταθέσει φωτογραφικό υλικό από τον χώρο που εκτυλίχθηκε το περιστατικό, προβαίνοντας με δική του πρωτοβουλία σε αναπαράσταση της σκηνής, ως αυτήν σκηνοθέτησε, 2 μέρες πριν την κατάθεση του στο Δικαστήριο (βλ.πρακτικά ημερ. 30.3.23, σελ. 5) με αυτοκίνητα άλλα από τα εμπλεκόμενα και τοποθετώντας αυτά σε άγνωστες προς το Δικαστήριο αποστάσεις. Σκοπός της προσπάθειας του ήταν ξεκάθαρα, για να υποβοηθήσει τις θέσεις που προώθησε ο ΜΚ
- Επιπλέον, η προ συνεννόηση του με τον ΜΚ2 στο τι θα αφορούσε η μαρτυρία του, αποκαλύφθηκε, μέσω της εξής στοιχομυθίας (βλ. πρακτικά ημερ. 30.3.23, σελ. 12): «Ε. Ένας που θέλει να υποστηρίξει το δίκαιο μπαίνει σε διαδικασίες να πάει σε χώρο να κάνει αναπαραστάσεις, να μετρήσει ή έρχεται να πει εκείνα που ξέρει, που είδε; Α. Νόμιζα ότι ήταν πιο σωστό τούτο. Ε. Που μόνος σας; A. Ναι Ε. Χωρίς να μιλήσατε με τον γιο σας; A. Aφού μιλήσαμε με τον γιο μου. Αφού ήταν και ο γιός μου στις φωτογραφίες Ε. Άρα εξηγηθήκατε για τούτα ούλλα που θα πεις σήμερα Α. Ε, ναι ναι». Σημειώνεται για σκοπούς τάξης ότι, η μαρτυρία του ΜΚ3 δόθηκε 28 μέρες μετά την μαρτυρία του ΜΚ2, και αφού είχε καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ
- Συνεπώς η αναπαράσταση του συμβάντος και η προσπάθεια αυτή, έλαβε χώρα προ της κατάθεσης του ΜΚ3 και μετά την κατάθεση του ΜΚ
- Ακόμη και τη θέση του ότι η πράξη του κατηγορούμενου ήταν εσκεμμένη, προχώρησε και αναίρεσε κατά την πορεία της αντεξέτασης του. Από την μία δήλωσε ότι «είδε τον κατηγορούμενο να στρίβει το τιμόνι του αριστερά, επίτηδες», με τα δύο οχήματα να «τρίβονται» παράλληλα το ένα πάνω στο άλλο και ότι οι τροχοί των δύο οχημάτων εφάπτονταν, και από την άλλη, ότι, ο κατηγορούμενος είχε πρώτα σταματήσει δίπλα από το μονοκάμπινο του παραπονούμενου, με το μπροστινό μέρος του οχήματος να έχει περάσει από το δρόμο, και αργότερα, κατά την επανεκκίνηση του, να κτυπά πάνω στο όχημα. Ακόμη όμως και έτσι, το εσκεμμένο της πράξης που προσπαθούσε διακαώς να αποδώσει στον κατηγορούμενο δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει, και αυτό γιατί, υπέδειξε επί του οχήματος κτυπήματα και σημεία δήθεν πρόσκρουσης τελείως διαφορετικά από αυτά που υπέδειξε ο υιός του, παραπονούμενος (βλ. πρακτικά ημερ. 30.3.23, σελ. 17 και 21). Είναι τελικά άξιον απορίας πώς, και γιατί, αφού και οι δύο μάρτυρες ισχυρίζονται ότι είδαν ιδίοις όμμασι την πρόσκρουση, παρουσίασαν όχι μόνο διαφορετικές εκδοχές για το πώς εκτιλύχθηκε το όλο περιστατικό αλλά υπέδειξαν διαφορετικά κτυπήματα επί του οχήματος. Δήλωσε περαιτέρω στην κατάθεση του ο ΜΚ3 ότι, το «πέρασμα ήταν στενό» όμως στο Δικαστήριο είπε ότι ο δρόμος ήταν τελικά φαρδύς, και άνετα μπορούσε να περάσει ο κατηγορούμενος. Ερωτηθείς με παραπομπή στο φωτογραφικό υλικό γιατί, τα ίχνη τροχοπέδησης εντοπίζονται σε σημείο άλλο από αυτό που ανέφερε, ο μάρτυρας απάντησε ότι «καμία φορά οι φωτογραφίες, απατούν». Στην κατάθεση του καμία αναφορά δεν κάνει στο ότι ο υιός του, όταν του τηλεφώνησε, του ανέφερε ότι τον απείλησε ο κατηγορούμενος, και αυτό γιατί, «δεν το έκρινε σκόπιμο», όμως την θέση αυτή θυμήθηκε να προβάλει μετά βεβαιότητας ως γεγονός, 5 χρόνια μετά, γεγονός που προβληματίζει. Παρά τις θέσεις του ΜΚ3 ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν ότι θα έλεγε το οτιδήποτε προκειμένου να βοηθήσει και να ενισχύσει την μαρτυρία του ΜΚ
- Η μαρτυρία του στο σύνολό της δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη, και δεν γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του ΜΚ4 ήταν, ως διαφαίνεται από τα πρακτικά της διαδικασίας, τυπική στην φύσης της. Παρά το ότι δεν τέθηκε ζήτημα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του μάρτυρα, τα λεγόμενα και η ειλικρίνεια του, όταν κατέθετε, οδήγησαν ουσιαστικά στην αποδόμηση της μαρτυρίας του ΜΚ2 αφού, διέψευσε πλήρως τον παραπονούμενο και τις θέσεις που εκείνος προέβαλε, δηλώνοντας πέραν της μίας φοράς ότι «ότι του ζήτησε να κοστολογήσει, το έπραξε καθ' υπόδειξη του». Κατά συνέπεια, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να απαντήσει αν τα όσα του ζητήθηκαν να επιδιορθώσει ήταν αποτέλεσμα των πράξεων του κατηγορούμενου. Τέλος, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία του ΜΚ
- Αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά στις πράξεις και ενέργειες στις οποίες προέβη με την άφιξη του στη σκηνή. Όμως εδώ, οφείλουν να σημειωθούν τα ακόλουθα. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αλλά, και στην συνομιλία που είχε με τον ΜΚ1 την επίδικη μέρα και ώρα, προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι κτύπησε στο καθρεφτάκι του παραπονούμενου, πλην όμως, απέδωσε το περιστατικό σε ατύχημα, δηλώνοντας ευθύς αμέσως την πρόθεση του να το επιδιορθώσει. Προώθησε τη θέση ότι συνάντησε την άρνηση του παραπονούμενου να μετακινήσει το όχημα του, και έτσι, προχώρησε όσο πιο αριστερά στο δρόμο γινόταν για να καταφέρει να περάσει, όπως πέρασε άλλωστε μισή ώρα πριν από το χώρο. Αποτέλεσε επίσης θέση του ότι, στην προσπάθεια του, κτύπησε σε αναθρήκα και έτσι, ενστικτωδώς κινήθηκε δεξιότερα. Αρνήθηκε ότι απείλησε τον παραπονούμενο. Οι πιο πάνω θέσεις του, παρέμειναν εκεί, ίδιες και σταθερές από την στιγμή που τον επισκέφθηκε ο ΜΚ1 στο υποστατικό του, μέχρι τη διερεύνηση της υπόθεσης, και της ανάκρισης. Οι θέσεις όμως αυτές, ουδόλως διερευνήθηκαν από τους αρμόδιους. Θα ανέμενε κανείς, με γνώμονα πάντοτε το υψηλό βάρος απόδειξης που βαραίνει την Κατηγορούσα αρχή όπως προσκόμιζε στο Δικαστήριο προς απόδειξη του λόγου του αληθές, στοιχεία πραγματικά, ήτοι κάποιο σχεδιάγραμμα, ή μετρήσεις του χώρου και των οχημάτων. Θα μπορούσε να διερευνηθεί ούτως ώστε να γίνει αναφορά στο Δικαστήριο κατά πόσον υπήρχε εκεί που έγινε το ατύχημα αναθρήκα ή όχι, και κατά πόσον αυτή, αν υπήρχε, ήταν τέτοια μορφής ή έκτασης που όντως μπορεί να εμπόδισε τον κατηγορούμενο στην προσπέλαση. Αυτό γιατί ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι στον χώρο υπήρχε άγρια βλάστηση και αναθρήκες. Όφειλε δε η αστυνομία όπως προβεί στις κατάλληλες ενέργειες που θα την βοηθούσαν να διερευνήσει εις βάθος την παρούσα περίπτωση, ειδικότερα από την στιγμή που ως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, υπήρχε αριθμός μαρτύρων στο χώρο, όπως υπάλληλοι, και ο υιός του κατηγορούμενου ο οποίος ήταν παρών στην σκηνή, τόσο κατά την αρχική προσπέλαση του οχήματος του κατηγορούμενου, αλλά και μετέπειτα. Όλα αυτά, βεβαίως, για να εξακριβωθεί κατά πόσον η εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος ενδέχεται να ευσταθούσε ή μη, και αν όχι, παρουσιαστεί μαρτυρία ισχυρή που να μη άφηνε άλλη λογική εξήγηση εκτός από το εσκεμμένο της όλης πράξης, ως του καταλογίζεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Επιπλέον, παρά την τοποθέτηση του ΜΚ1 ότι η αστυνομία εξετάζει, και ορθώς, την πράξη, και κατά πόσον αυτή ενδέχετο να ήταν παράνομη εν τη γενέσει της, δεν μπορούν να διαλάθουν της προσοχής του Δικαστηρίου, οι τοποθετήσεις του το όλο ζήτημα, ήταν θέμα «οδικής ικανότητας». Η μαρτυρία του ΜΚ1, ομολογουμένως, δεν διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς την ουσία των γεγονότων, παρά την ειλικρίνεια του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη, και αυτό λόγω των διάχυτών παραδοχών του ως προς το ελλιπές των ενεργειών του, ενέργειες στις οποίες, αν και αναμένετο να προβεί, δεν προέβη τελικώς. Κρινόμενη στο σύνολο της, η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή, μπορεί να χαρακτηριστεί ως αλληλοσυγκρουόμενη και αντιφατική. Η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 αλληλοσυγκρούεται και σε καμία περίπτωση δεν αλληλοϋποστηρίζεται. Οι ΜΚ1-3, υπέδειξαν επί του οχήματος, διαφορετικές ζημιές και εντελώς διαφορετικά σημεία σύγκρουσης. Περαιτέρω, η όλη περιγραφή τους ως προς το πώς έλαβαν χώρα τα γεγονότα ήταν τελείως διαφορετική (βλ. σελ. 5-6 μαρτυρία ΜΚ1), (σελ. 27-28 ΜΚ2), (σελ. 8 ΜΚ3). Άμεσα συνυφασμένα με τα πιο πάνω είναι και το πώς οι μάρτυρες περιέγραψαν το πως διαδραματίστηκε το όλο περιστατικό. Οι δύο αυτόπτες μάρτυρες, ΜΚ2 και ΜΚ3, αυτοαναιρήθηκαν μεταβάλλοντας τις θέσεις τους, με αποκορύφωμα τον ΜΚ2 ο οποίος τελικά, ανέφερε ότι από το σημείο που ήταν, δεν έβλεπε. Αφού και οι δύο μάρτυρες ισχυρίζονται ότι έβλεπαν, διερωτάται το Δικαστήριο πώς είναι δυνατόν να δίδεται τόσο διαφορετική περιγραφή επί των διαδραματισθέντων. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεο έδαφος ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε ευρήματα ως προς την πλήρωση των συστατικών στοιχείων του παράνομου της πράξης και του εσκεμμένου αυτού. Είναι καλά γνωστό νομολογιακά ότι, όπου υπάρχουν ουσιώδεις αντιφάσεις στην μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, το Δικαστήριο οφείλει, νοουμένου ότι στο μυαλό του παραμένει μια υποβόσκουσα αμφιβολία, όπως αθωώσει τον κατηγορούμενο (βλ. Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172). Κατάληξη Η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία έφερε και το βάρος απόδειξης, στήριξε κυρίως την υπόθεση της στη μαρτυρία των MK2 και 3, η οποία για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και 4 δεν διαφωτίζει το θέμα περισσότερο. Είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και με πρόθεση, προκάλεσε τη ζημιά. Αυτό, στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ του κατηγορούμενου. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ούτε ως προς το ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε αδιάφορα (recklessly) - με δεδομένη πάντα την ευρεία έννοια που δόθηκε από την Νομολογία στον όρο εσκεμμένα ώστε αυτός να περιλαμβάνει και πράξεις που έγιναν με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες τους- και αυτό γιατί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι, στον ίδιο χώρο, και μισή ώρα πριν το επίδικο συμβάν, ο κατηγορούμενος με το ίδιο όχημα, πέρασε δίπλα από το μονοκάμπινο του παραπονούμενου, το οποίο κατά την εκδοχή του τελευταίου, δεν είχε μετακίνησε ποτέ, ούτε πριν το συμβάν, ούτε μετά. Η απόρριψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης, αφού είναι δεδομένη η αρχή ότι Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. (βλ. ΓΕ ν. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250). Ο κατηγορούμενος συνεπώς, αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο