ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Ιωάννη Τσιανού, Αρ.Υπόθεσης: 7371/20, 19/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B65 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 7371/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ εναντίον Ιωάννη Τσιανού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19.6.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ''Κωστής με κ. Μάρκου Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέντε
(5)στην σειρά κατηγορίες, όλες αναφορικά με τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στον ανοικτό χώρο εντός του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου, στην Λάρνακα. Αυτές αφορούν τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης, (κατηγορίες 1-4)[1] και της επίδειξης συμπεριφοράς η οποία διασάλευσε την ειρήνη (κατηγορία 5)[2]. Σύμφωνα με τα πρωτογενή γεγονότα των κατηγοριών 1-4, ο κατηγορούμενος κατά την 11.10.20 και περί της 17:05 στο προαύλιο του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου και ενώ ήταν σε δημόσιο μέρος, εξύβρισε τη Λοχία 1839 με τη φράση «Σιώπα ρα μαλακισμένη» και τους Αστυφύλακες 1311, 3325 και 2484, με τις φράσεις «Είσαστε άχρηστοι, με εν τούτη η Αστυνομία που έχουμε, εν κάμνετε καλά τη δουλειά σας» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Με την πέμπτη στη σειρά κατηγορία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε προκάλεσε, διασάλευση της ειρήνης. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής: Τρείς μάρτυρες κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Kατηγορούσας Aρχής, το Δικαστήριο με απόφαση του, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, εξηγώντας του ταυτοχρόνως τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. ΜΚ1 η Αναπληρωτής Υπαστυνόμος Α', με διακριτικό αριθμό
- Την επίδικη μέρα επιτελούσε καθήκοντα Υπεύθυνης Βάρδιας στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεση που έδωσε την επίδικη ημέρα αναφορικά με τα γεγονότα. Αναγνώρισε περαιτέρω τον κατηγορούμενο επί του εδωλίου. Στην κατάθεση της αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα. Την επίδικη ημέρα ανέλαβε καθήκον για συνεχές ωράριο από τις 07:00 μέχρι την 19:
- Περί τις 16:25 προσήλθε στο σταθμό ο κατηγορούμενος, ο οποίος την 3.10.20 είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα στον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση από τη Ρίζοελία προς την Αγία Νάπα, παρά την έξοδο του Αβδελλερού. Την υπόθεση διερευνούσε ο Αστυφύλακας
- Ο τελευταίος βρισκόταν με τον κατηγορούμενο στο προαύλιο του σταθμού. Ο κατηγορούμενος καθόταν στο παγκάκι στην δεξιά πλευρά το σταθμού, ενώ ο Αστυφύλακας βρισκόταν όρθιος σε απόσταση 2 μέτρων. Η πόρτα του σταθμού που οδηγεί στο χώρο παραπόνων ήταν ανοικτή και η ίδια καθόταν στο δεύτερο στη σειρά, γραφείο παραπόνων. Περί τις 17:00 άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει και τον Aστυφύλακα 1311 που του ζητούσε να επικεντρωθεί στα γεγονότα εκείνης της ημέρας, με τον κατηγορούμενο να του φωνάζει για μία μοτοσυκλέτα τύπου «Landie» που είδε στον αυτοκινητόδρομο μία άλλη μέρα, και η «αστυνομία δεν έκανε τίποτα». Η ίδια κατευθύνθηκε προς το μέρος τους όπου είδε ότι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να φωνάζει στον Αστ.
- Στο μέρος πλησίασαν και οι Αστυφύλακες 3325 και
- Ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και εξύβρισε αυτούς με τις προαναφερόμενες φράσεις. Η ίδια του ζήτησε να σταματήσει να ηρεμήσει θυμίζοντας του ότι βρίσκεται εντός αστυνομικού σταθμού και ότι η βάρδια τους θα διερευνούσε όλες τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος του. Τότε ο ίδιος την εξύβρισε χρησιμοποιώντας την φράση «σώπα ρα μαλακισμένη». Αμέσως τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη. Ο κατηγορούμενος απάντησε «αν είμαι υπό σύλληψη να μου βάλεις χειροπέδες για να έρθω μέσα στο σταθμό». Έδωσε οδηγίες στον Αστ. 3484 όπως του τοποθετήσει χειροπέδες ενώ ακολούθως έδωσε οδηγίες στον Αστ.1311 όπως τον κατηγορήσει γραπτώς για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε το προαύλιο του σταθμού αλλά και ο σταθμός είναι δημόσιος χώρος αφού, ελεύθερα κατά την διάρκεια της ημέρας, πηγαίνουν εκεί πολίτες. Το πρώτο που συναντά κανείς στον χώρο είναι η σιδερένια καγκελόπορτα. Μετά είναι τα σκαλιά που οδηγούν προς τον σταθμό. Αντεξετασθείσα, συμφώνησε ότι ο λόγος που επισκέφτηκε ο κατηγορούμενος τον σταθμό ήταν λόγω ενός ατυχήματος που είχε, κάποιες μέρες προηγουμένως. Στις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποβασταζόμενός από πατερίτσες και είχε εμφανή τραύματα στο σώμα του η μάρτυρας απάντησε ότι, αν αυτό ίσχυε, θα το θυμόταν. Υπέβαλε η υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος είχε ένα ατύχημα το οποίο του στέρησε το φορτηγό του, το οποίο ήταν αξίας €50.000 και «είχε έρθει στο σταθμό για να βρει το δίκαιο του», θέση στην οποίαν η ΜΚ1 απάντησε η συμπεριφορά του ήταν απρεπής. Η ίδια συνέχισε, του ζήτησε με τον καλύτερο της τρόπο να ηρεμήσει για να συζητήσουν τις συνθήκες του δυστυχήματος, ενώ η συζήτηση που είχε με τον Αστ. 1311 δεν κινείτο σε κόσμια επίπεδα, εξ' ου και η ανάγκη να βγει έξω και η ίδια, για να δει τι συμβαίνει, ως υπεύθυνη βάρδιας. Ο κ. Χ''Κωστής υπέβαλε ότι ο κατηγορούμενος δεν απευθύνθηκε στο πρόσωπο της με την φράση «μαλακισμένη» αλλά, ότι «εν μαλακίες που κάμνετε», με την ΜΚ1 να αρνείται την εν λόγω υποβολή, προσθέτοντας ότι, είναι σίγουρη ότι η ύβρις απευθυνόταν στο πρόσωπο της αφού, τη δεδομένη στιγμή, δεν υπήρχε άλλη γυναίκα αστυνομικός στον χώρο. Ακολούθησε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με την διαμόρφωση του χώρου εντός του γραφείου του Αστυνομικού Σταθμού, η οποία σκοπό είχε να καταδείξει ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε η ΜΚ1 να ακούσει τι συζητούσαν, κατηγορούμενος και Αστ.
- Η ΜΚ1 απάντησε ότι ήταν οι φωνές του κατηγορούμενου που την οδήγησαν να μεταβεί στον εξωτερικό χώρο, ενώ τα υβριστικά σχόλια και φράσεις έλαβαν χώραν στην παρουσία της ίδιας, όσο και των λοιπών αστυνομικών. ΜΚ2 o Aστ.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση του, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον κατηγορούμενο. Την επίδικη μέρα και ώρα βρισκόταν εντός του αστυνομικού σταθμού, και συγκεκριμένα στην αίθουσα κρατουμένων, όταν άκουσε τον αστυφύλακα 1311 και την Λοχία 1839 να προσπαθούν να ηρεμήσουν ένα άτομο χωρίς να γνωρίζει το λόγο που εκείνος βρισκόταν στο σταθμό. Βγαίνοντας έξω στο προαύλιο μαζί με τον Αστ. 3325 είδε ότι ο Αστ. 1311 προσπαθούσε να μιλήσει σε αυτό το πρόσωπο με σκοπό να τον ηρεμήσει, όμως αυτός δεν ανταποκρινόταν, με αποτέλεσμα να φωνάζει πολύ δυνατά. Η Λοχίας επίσης προσπάθησε μάταια να τον ηρεμήσει, αφού εκείνος τους φώναξε ότι είναι «άχρηστοι» και ότι «δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους». Τέλος, απευθυνόμενος στην Λοχία, της είπε «σιώπα ρα μαλακισμένη». Την ίδια ώρα η Λοχίας τον ενημέρωσε για το αδίκημα που διέπραξε και διέταξε την σύλληψη του. Του ίδιου έδωσε οδηγίες να τον συλλάβει, αφού ο κατηγορούμενος δεν ήταν διατεθειμένος να εισέλθει του σταθμού αν δεν του τοποθετούσαν χειροπέδες. Η απόσταση μεταξύ του χώρου των κρατουμένων μέχρι το προαύλιο είναι περί τα 20 μέτρα ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση του, συνεπώς, για να τον ακούσει ο ίδιος μέσα στον σταθμό, δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος φώναζε δυνατά. Αντεξεταστείς ανέφερε ότι κατά το επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος δεν ήταν υποβασταζόμενός από πατερίτσες, ούτε ήταν δεμένα τα χέρια του με γάζες, ως η θέση της υπεράσπισης. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόβλημα στην ομιλία, ούτε εμφανή τραύματα, αλλά αντίθετα, φώναζε δυνατά. Στην θέση ότι το μόνο που μπορεί να είπε ο κατηγορούμενος ήταν ότι «εν μαλακίες που κάμνετε», ο ΜΚ2 απάντησε ότι ήταν παρών όταν εξύβρισε την Λοχία 1839 και δεν είναι αυτή τη φράση που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος. μόνο το προαύλιο το σταθμό είναι μεταξύ της εισόδου το σταθμό Για το προαύλιο καγκελόπορτας δηλαδή που μπαίνω μέσα αυτοκίνητα. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας, ΜΚ3, ο Αστ.
- Την κατάθεση του παρέδωσε στο Δικαστήριο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, ενώ ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα, κατατέθηκαν στην διαδικασία το έντυπο δικαιωμάτων κατηγορούμενου προσώπου, ως αυτό παραδόθηκε στον κατηγορούμενο, και η γραπτή κατηγορία που του αποδόθηκε. Στην κατάθεση να αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα προσήλθε στο σταθμό ο κατηγορούμενος για να δώσει κατάθεση σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ο ίδιος ενεπλάκη, με τον ΜΚ3 να ενεργεί ως ο ανακριτής της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος δεν είχε παρουσιάσει το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής της ρυμουλκούμενης καρότσας του αρθρωτού φορτηγού οχήματος που οδηγούσε, όπως επίσης δεν γνώριζε τα στοιχεία της. Αυτό δεν επέτρεπε στον ίδιο όπως επιβεβαιώσει και ελέγξει αυτά με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Συμφώνησαν όπως ο κατηγορούμενος επανέλθει για κατάθεση την 15.10.20 παρουσιάζοντας τα εν λόγω στοιχεία. Συνέχισαν την συζήτηση αναφορικά με την εξέλιξη της υπόθεσης, όταν σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος άρχισε να εκφράζει παράπονα αναφορικά με την διερεύνηση. Ο ΜΚ3 προσπάθησε να του εξηγήσει τι είδους εξετάσεις είχαν γίνει στο μεσοδιάστημα, και την πορεία που ακολούθησαν σε σχέση με την διερεύνηση των ισχυρισμών που προέβαλε. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν ικανοποιημένος ούτε από το γεγονός ότι θα έπρεπε να ξαναπάει για κατάθεση, ούτε από τις απαντήσεις που λάμβανε, ξεκινώντας έτσι, να φωνάζει. Σε κάποια στιγμή η Λοχίας 1839 και οι Αστυφύλακες 3325 και 3484 ήρθαν έξω στο προαύλιο, όπου όλοι μαζί προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν. Ο ίδιος τους έβρισε, προσβάλλοντας τους ίδιους και τη δουλειά τους. Όταν η Λοχίας του ζήτησε να μη φωνάζει, δηλώνοντας ότι η βάρδια της θα συνεχίζει να διερευνά την υπόθεση του, ο ίδιος της είπε «σώπα ρα μαλακισμένη». Η Λοχίας τον ενημέρωσε ότι είναι υπό σύλληψη, με τον κατηγορούμενο να δηλώνει ότι, χωρίς χειροπέδες δεν επρόκειτο να εισέλθει εντός του σταθμού, ως του είχε ζητηθεί. Η Λοχίας τότε, ζήτησε από τον Αστ. 3484 όπως του τοποθετήσει χειροπέδες. Ο ΜΚ3 ήταν αυτός που τον κατηγόρησε γραπτώς και του παρέδωσε τα δικαιώματα του, τα οποία αρνήθηκε να υπογράψει. Η κυρίως εξέταση του ΜΚ3 αποτέλεσε επανάληψη του περιεχομένου της κατάθεσης του. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι όταν συνελήφθη ο κατηγορούμενος, ήταν έξω, μπροστά από τα σκαλιά του σταθμού. Οι δύο τους στην αρχή, κάθονταν σε διπλανά παγάκια, έκαστος καταλαμβάνοντας από ένα εξ' αυτών. Ο κατηγορούμενος είπε, δεν θυμάται να είχε μαζί του πατερίτσες, όμως θυμάται ότι του παραπονέθηκε για πόνους στην δεξιά του πλευρά. Συμφώνησε ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που μετέβηκε στην σκηνή του ατυχήματος, όπου διαπίστωσε την ανατροπή του φορτηγού- νταλίκας, με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται εγκλωβισμένος εντός της. Ο κατηγορούμενος απεγκλωβίστηκε με την βοήθεια και παρέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Το ατύχημα συμφώνησε, ήταν σοβαρό. Στην θέση ότι ο κατηγορούμενος είχες συρραφές στη γλώσσα, και είχε σπάσει τα δόντια του, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο, αφού ο κατηγορούμενος, μιλούσε κανονικά. Στη θέση της υπεράσπισης ότι, στην Λοχία 1839 το μόνο που είπε ο κατηγορούμενος ήταν, «εν μαλακίες τούτα», ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, επαναλαμβάνοντας την φράση που καταγράφεται στην πρώτη κατηγορία, φράση την οποία άκουσε πολύ καλά αφού ο κατηγορούμενος στεκόταν, ακριβώς δίπλα του. Μαρτυρία Κατηγορούμενου Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ως προς την εξέλιξη των γεγονότων κατά την επίδικη ημερομηνία έχουν, σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση, Έγγραφο A, ως ακολούθως. Ο ίδιος είναι ηλικίας 52 ετών και ιδιοκτήτης και οδηγός φορτηγών. Την 3.10.20 οδηγούσε το φορτηγό του παρά την έξοδο για Αβδελλερό, με κατεύθυνση από την Ριζοελιά προς Αγία-Νάπα όπου, κατά την αναφερόμενη έξοδο, μία μοτοσικλέτα του ανέκοψε τον δρόμο. Στην προσπάθειά του να την αποφύγει και για να μην προκαλέσει άλλο ατύχημα οδήγησε το φορτηγό του προς το παγκέτο του αυτοκινητόδρομου, με αποτέλεσμα αυτό να ανατραπεί και να αναποδογυριστεί. Από το ατύχημα ο ίδιος τραυματίστηκε και το όχημα του υπέστηκε ζημιές ύψους περί των €50.
- Ο ίδιος μπορούσε να αναγνωρίσει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας. Για τον απεγκλωβισμό του χρειάστηκε βοήθεια, ενώ θυμάται τον Αστ.1311 ως το πρώτο πρόσωπο στη σκηνή. Λόγω των τραυματισμών του, οδηγήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου έλαβε τις Πρώτες Βοήθειες. Υπέστη πολλαπλές κακώσεις, εκδορές, κάταγμα πλευρών, κάκωση στον αστράγαλο και σπόνδυλο, ρήξη τένοντα στο δεξί του χέρι και κάκωση οδοντοστοιχίας. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν, μεταξύ άλλων, ότι δεν μπορούσε να μιλήσει κανονικά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της αίτησης που υπέβαλλε στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την λήψη Επιδόματος Σωματικής Βλάβης. Στην 6η σελίδα και δη, στην παράγραφο 4.4 γίνεται περιγραφή των τραυματισμών του. Λόγω της φύσης των προβλημάτων που είχε, του δόθηκε άδεια ασθενείας για περίοδο δύο μηνών, Τεκμήριο
- Την επίδικη μέρα κατόπιν συνεννόησης με τον Αστ. 1311, επισκέφθηκε τον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση. Εκεί μετέβηκε υποβασταζόμενός από πατερίτσες και έντονα τα σημάδια από το ατύχημα. Παρά το γεγονός ότι ζητούσε ενημέρωση για τις ενέργειες που έγιναν αναφορικά με την σύλληψη του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ο οποίος κατά την εκτίμηση του ήταν και ο μόνος υπαίτιος για το ατύχημα, ο Αστ. 1311 το μόνο που του έλεγε ήταν ότι οι προσπάθειες για εντοπισμό του, συνεχίζονταν. Ο ίδιος επέμενε ότι μπορούσε, και ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον οδηγό και ζητούσε όπως γίνει αναγνωριστική παράταξη. Η συζήτηση που είχαν ήταν ακριβώς έξω από την είσοδο του σταθμού με τον ίδιο να κάθεται σε παγκάκι λόγω του τραυματισμού του. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, και με δεδομένο ότι ο Αστ. 1311 δεν του έδιδε τις λεπτομέρειες που ήθελε για την πορεία της υπόθεσης του, «μπορεί να ανέβασε τον τόνο της φωνής του», καθότι ήταν τραυματισμένος και σε κακή ψυχολογική κατάσταση. Ένιωσε αγανάκτηση από τις απαντήσεις που λάμβανε και «μπορεί ο τόνος της φωνής του να ήταν υψηλότερος από τον κανονικό», όμως σε καμία περίπτωση ο τόνος του δεν ήταν τόσο έντονος που να μπορούσε να εκληφθεί ότι προκάλεσε την όποια διασάλευση της ειρήνης. Για να γίνει αναγνωριστική παράταξη θα έπρεπε, του δήλωσε ο Αστ. 1311, να μιλήσει με την Λοχία, την οποία κάλεσε όπως εξέλθει του κτιρίου για να της αναφέρει τα πιο πάνω. Η ίδια του είπε ότι δεν είναι «φόνο που εξετάζουν» και να έχει εμπιστοσύνη ότι η αστυνομία κάνει καλά τη δουλειά της. Η Λοχίας είχε εριστική συμπεριφορά και ο ίδιος της είπε ότι «λέει μαλακίες». Ποτέ δεν την εξύβρισε με την φράση που καταγράφεται στην πρώτη κατηγορία. Την ίδια ώρα, είδε δύο άλλους αστυνομικούς να έρχονται έξω από το κτίριο και να τον περιτριγυρίζουν. Η Λοχίας τον ενημέρωσε ότι ήταν υπό σύλληψη, και ο ίδιος της είπε να του περάσουν χειροπέδες. Διέταξε τότε η Λοχίας τους αστυνομικούς να του βάλουν χειροπέδες. Όταν ο αστυνομικός του πέρασε τις χειροπέδες του ανέφερε ότι «αυτά είναι μαλακίες και ότι δεν κάνουν τη δουλειά τους όπως πρέπει». Όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα μεταξύ της εισόδου του κτιρίου και των σκαλοπατιών της κύριας εισόδου. Αντεξετασθείς του ζητήθηκε να περιγράψει που ακριβώς βρισκόταν εντός του χώρου του σταθμού, με τον ίδιον να αναφέρει ότι είχε χτυπήσει το κουδούνι της εξωτερικής καγκελόπορτας. Αυτή άνοιξε αυτόματα. Κάθισε σε ένα παγκάκι εκτός του κτιρίου, αφού ανέβηκε 5-6 σκαλιά. Ο Αστ. 1311 του είπε ότι θα έπρεπε να περιμένουν να τελειώσουν άλλοι πολίτες που ήταν εντός του σταθμού πριν εισέλθουν γιατί, το 2020 τηρούνταν αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας του Κορονοϊού. Μέχρι να γίνει λήψη της κατάθεσης του εντός του σταθμού, ξεκίνησαν να συζητούν για τα περί του ατυχήματος. Στο σταθμό μετέφερε φίλος του, ο οποίος όμως, δεν τον βοήθησε, όντας τραυματίας, όπως εισέλθει εντός αυτού. Ο ίδιος κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να μεταβεί εκεί, ενώ ήταν υποβασταζόμενός από πατερίτσες, αφού διακυβεύετο η εργασία του και το βιός του. Η φόρτιση του σε σχέση με τις ζημιές και βλάβες που υπέστησαν ο ίδιος και το φορτηγό του, ήταν αυξημένη, αφού ως οικογενειάρχης όφειλε να φροντίσει για την οικογένεια του, και με δεδομένο ότι δεν είχε άλλα εισοδήματα, ήθελε πάση θυσία να δει πώς εξελισσόταν η κατάσταση με τον ηθικό αυτουργό του δυστυχήματος. Έλαβε αποζημίωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί το ύψος των. Ανεξετασθείς, επέμενε ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τον μοτοσικλετιστή, εξ' ου και ήθελε να λάβει χώρα αναγνωριστική παράταξη. Είπε χαρακτηριστικά ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο όφειλε να ενεργήσει η αστυνομία, με τη τελευταία να μην του το προτείνει καν, ως επιλογή. Σε ερώτηση κατά πόσον ήταν αγανακτισμένος, ως κατέγραψε την γραπτή του δήλωση, ανέφερε ότι αισθανόταν πληγωμένος και πονεμένος εφόσον, έχασε τη δουλειά του, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων. Στην υποβολή ότι ο ίδιος καταφέρθηκε εναντίον των αστυνομικών εξυβρίζοντας τους με τις φράσεις επί του κατηγορητηρίου, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι τους είπε ότι «είναι μαλακίες τούτα που κάμνετε και δεν κάμνετε τη δουλειά σας σωστά», όμως, εν πάση περιπτώσει, σε καμία περίπτωση δεν έγινε κάποια φασαρία που να δικαιολογεί την παρέμβαση τόσων αστυνομικών. Στην υποβολή του συνηγόρου κατηγορίας ότι είναι στους ίδιους αστυνομικούς που βγήκαν έξω που είπε ότι είναι άχρηστοι, και δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, ήτοι στους Αστ.3325, 3484 και 1311, ο κατηγορούμενος απάντησε, «μάλιστα μπορεί να το είπα τούτο». Στην υποβολή ότι η συμπεριφορά του ήταν τέτοια που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης, απάντησε αρνητικά, αφού τυχόν κόσμος που βρισκόταν στον χώρο ήταν, εντός του κτιρίου και όχι έξω από αυτόν. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω ως γνώμονα μου τη νομολογία που αφορά στο ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγηση της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015). Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας άφησαν το Δικαστήριο με άριστες εντυπώσεις. Η ειλικρίνεια τους όταν κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη με το Δικαστήριο να μην εντοπίζει καμία προσπάθεια εκ μέρους τους όπως, είτε αποκρύψουν γεγονότα είτε να αλλοιώσουν αυτά. Συγκεκριμένα, η ΜΚ1 περιέγραψε παραστατικά τα όσα κατά την δική της εκδοχή έλαβαν χώραν την επίδικη ημερομηνία, εξηγώντας και περιγράφοντας με πάσα λεπτομέρεια πώς έλαβε χώρα το επίδικο, υπό του κατηγορητηρίου, συμβάν. Παρά την αντεξέτασή της από τον κ. Χ''Κωστή, ως προς τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, αυτή δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Αντιθέτως κάθε απάντηση της αντανακλούσε και ενίσχυε τις αρχικές της θέσεις, ως αυτές καταγράφησαν στην κατάθεση της, προ μίας πλέον, σχεδόν τετραετίας. Την μαρτυρία της συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητά της, ως πλήρως αξιόπιστη. Θετική εντύπωση άφησαν στο Δικαστήριο και οι Αστυφύλακες 3484 και
- Ο Αστυφύλακας 3484 περιέγραψε παραστατικά τα όσα αντίκρυσε όταν εξήλθε του σταθμού, ήτοι τον κατηγορούμενο να φωνασκεί. Έκανε αναφορά στην ένταση που τον διακατείχε αφού κατά την εκτίμηση του τελευταίου, η Αστυνομία δεν επιτελούσε ορθά το καθήκον της στην ανεύρεση του μοτοσικλετιστή. Αποτέλεσμα της αγανάκτησης του ήταν να εκφραστεί και να εξυβρίσει αυτούς με την φράση που καταγράφεται στις κατηγορίες 2 μέχρι
- Επιβεβαίωσε την θέση της ΜΚ1 ότι ο ίδιος είχε ακούσει φωνές εξ΄ου και αποφάσισε να πάει έξω να δει τι συμβαίνει, αφού οι φωνές του κατηγορούμενου ακούγονταν σε όλο το σταθμό. Επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος εκείνη την ημέρα δεν ήταν ήρεμος, ότι μπορούσε να μιλήσει κανονικά χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία και δεν ήταν υποβασταζόμενος από πατερίτσες. Τις φράσεις που εκστόμισε ο κατηγορούμενος και προς τους ίδιους τους Αστυνομικούς αλλά και την υπεύθυνη Λοχία, άκουσε, όντας παρών στο συμβάν. Άριστες εντυπώσεις άφησε στο Δικαστήριο και ο ΜΚ3, ήτοι το πρόσωπο το οποίο αντίκρυσε και βοήθησε τον κατηγορούμενο όταν το όχημα αυτού ανατράπηκε, αλλά και ως ανακριτής της υπόθεσης που διερευνάτο σε σχέση με το εν λόγω τροχαίο ατύχημα. Ομοιογενής και συμπαγής ήταν η μαρτυρία του ΜΚ
- Είναι αποδεκτές οι θέσεις του, ως αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε στον σταθμό για να δώσει κατάθεση αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Αποδεκτή περαιτέρω είναι η θέση του ότι ο κατηγορούμενος είχε μεν υποστεί τραύματα από το ατύχημα, πλην όμως την συγκεκριμένη μέρα αυτός δεν υποβαστάζετο από πατετρίτσες ούτε είχε οποιοδήποτε πρόβλημα στην ομιλία του. Ουδέποτε τέθηκε στον μάρτυρα από την υπεράσπιση ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που φώναξε της Λοχίας να εξέλθει του σταθμού για να την ρωτήσει αναφορικά με την διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης. Συνεπώς η θέση αυτή, ως προωθήθηκε τελικώς από τον κατηγορούμενο όταν έδιδε την μαρτυρία του, παρέμεινε ουσιαστικά απογυμνωμένη. Αποδέχομαι περαιτέρω την θέση του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος μετά από κάποια ώρα, και αφού οι δύο άνδρες συζητούσαν για το ατύχημα και την διερεύνηση της αστυνομίας, δεν φαινόταν ικανοποιημένος από τις απαντήσεις που λάμβανε, γεγονός που τον οδήγησε στο να υψώσει τον τόνο της φωνής του, και να καταφεθρεί εναντίον των αστυνομικών που εξήλθαν του σταθμού για να τον ηρεμήσουν αλλά και στο πρόσωπο του ιδίου με τις φράσεις που καταγράφονται στις κατηγορίες 2-4, ενώ την Λοχία ΜΚ1, εξύβρισε χρησιμοποιώντας και την φράση «σώπα ρα μαλακισμένη» ως καταγράφεται στην πρώτη κατηγορία. Την μαρτυρία του ΜΚ3 αποδέχομαι χωρίς κανένα ενδοιασμό. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες κατηγορίας, οι θέσεις του κατηγορούμενου δεν έπεισαν. Η μαρτυρία του βρίθει από ανακρίβειες ενώ μπορεί να χαρακτηριστεί ως νεφελώδης επί ουσιαστικών σημείων σε ότι αφορά τα γεγονότα. Ποτέ τελικά, δεν κατάφερε όπως δώσει μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς τα γεγονότα αφού οι θέσεις του ήταν συνεχώς εναλλασσόμενες. Η θέση του ότι ποτέ δεν έχασε την ψυχραιμία του και ποτέ δεν καταφέρθηκε εναντίον των ΜΚ2 και ΜΚ3 με τη φράση «είσαστε άχρηστοι, μα εν τούτη η αστυνομία που έχουμε, εν κάμνετε καλά τη δουλειά σας», όχι μόνο δεν πείθει, αλλά καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας, ενώ δεν διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου και η παραδοχή του ως αυτή εντοπίζεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι την φράση τελικά, «την είπε» (βλ. πρακτικά ημερ. 17.5.23 σελ. 8). Επίσης, στην ίδια την γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι τον διακατείχε αγανάκτηση, επιμένοντας μέχρι τέλους ότι ο δικός του τρόπος ήταν και ο μόνος ορθός και ενδεδειγμένος, και όχι αυτός που πρότεινε η αστυνομία, απαιτώντας ουσιαστικά την διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης. Είναι λόγω τούτου που «μπορεί και να ύψωσε τον τόνο της φωνής του», αφού ως ρητά ανέφερε, πέραν της μίας φοράς, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων, λόγω του τροχαίου ατυχήματος, είχε χάσει το βιός του. Το Δικαστήριο δεν διατηρεί καμία αμφιβολία, εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά ότι, ο κατηγορούμενος έχασε την ψυχραιμία και αυτοέλεγχο του, εκφράζοντας τα παράπονα του για τον χειρισμό της υπόθεσης του, με φωνασκίες και εξυβρίσεις. Την θέση του ότι, ποτέ δεν εξύβρισε την ΜΚ1 με την χρήση της συγκεκριμένης φράσης, αλλά ίσως να ανέφερε ότι «εν μαλακίες που κάμνετε» δεν αποδέχομαι ως αληθή, ειδικότερα από την στιγμή που η χρήση της εν λόγω φράσης επιβεβαιώθηκε από δύο αυτόπτες στο περιστατικό μάρτυρες, ήτοι τους ΜΚ2 και ΜΚ
- Παράδοξο κρίνει το Δικαστήριο είναι και το γεγονός ότι παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν στον κατηγορούμενο για να ηρεμήσει, ως οι αξιόπιστες αναφορές των μαρτύρων κατηγορίας, αυτός, δεν άδραξε καμία, γεγονός που εγείρει έντονους προβληματισμούς ως προς την φιλαλήθεια του μάρτυρα. Το γεγονός ότι αυτός φωνασκούσε και προκάλεσε με την συμπεριφορά του διασάλευση και της ειρήνης, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 αποφάσισαν, ενώ ήταν εντός του σταθμού, όπως, αφού άκουσαν τις φωνές του εντός του σταθμού, εξέλθουν ένας - ένας έξω για να βοηθήσουν την κατάσταση. Τέλος, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενδέχετο να ήτο τραυματισμένος κατά τον επίδικο χρόνο, ουδόλως αλλάζει ή προσδίδει άλλη βαρύτητα στα γεγονότα και αυτό γιατί ως και ο ίδιος παραδέχθηκε, παρά τους όποιους τραυματισμούς του, ο ίδιος και ύψωσε τον τόνο της φωνής του και καταφέρθηκε κατά τρόπο υποτιμητικό και υβριστικό έναντι μελών της αστυνομίας. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου, γενικότερα δεν έπεισε, και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος, σε δηµόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δηµόσιος µε τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δηµόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόµενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός µήνα ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδοµήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Αντίστοιχα, «Ο συµπεριφερόµενος σε δηµόσιο χώρο κατά τρόπο που προκαλεί διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός µηνός ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδοµήντα πέντε λίρες ή και στις δύο ποινές» (άρθρο 186Α, Κεφ. 154). Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που εξύβρισε τους ΜΚ1 μέχρι ΜΚ3 σε δημόσιο χώρο, ότι οι φράσεις που χρησιμοποίησε ήταν αυτές που του καταλογίζονται, και ότι η χρήση αυτών θα μπορούσε να προκαλέσει το παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση. Παράλληλα, όφειλε η κατηγορούσε αρχή να αποδείξει ότι, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν τέτοια που προκάλεσε διασάλευση της ειρήνης. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν της δημόσιας εξύβρισης είναι: (α) η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση και (β) να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154, το οποίο ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
- Ο Αστυνομικός Σταθμός Αραδίππου βεβαίως και συνιστά δημόσιο χώρο, ειδικότερα από την στιγμή που ως η αναφορά του κατηγορούμενου, εντός των γραφείων αυτού, αλλά και ακριβώς έξω από τον χώρο, βρίσκονταν άλλοι πολίτες για τα παράπονα τους, και εκτός αυτού, ήτοι στην παρουσία του κατηγορούμενου, βρίσκονταν οι ΜΚ1-Μκ
- Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act, 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. 'Οπως χαρακτηριστικά καταγράφηκε στην πιο πάνω απόφαση, «An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it». Το κριτήριο λοιπόν για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε ήταν υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται. Επιπρόσθετα, στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος, σε επίθεση. Είναι αρκετό, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, να υπήρξε το ενδεχόμενο όπως, από την εξύβριση, αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το περιεχόμενο των φράσεων που χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο, μιλά από μόνο του, ενώ δεν πρέπει να λησμονείται ότι το περιεχόμενο αυτών πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση και με το ποιοι ήταν οι δέκτες των υβριστικών φράσεων, αφού σκοπός χρήσης των, δεν ήταν άλλος από την προσβολή των αστυνομικών, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, ως ήταν στην περίπτωση της ΜΚ1, αλλά γενικότερα και ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους, ως οι επί καθήκοντι αστυνομικοί που διερευνούσαν το παράπονο του. Η χρήση των εν λόγω φράσεων βεβαίως, είχαν την δυναμική ώστε να προκαλέσουν σε παριστάμενο πρόσωπο, επίθεση. Αντίστοιχα, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 186Α είναι: (α) η επίδειξη κάποιας συμπεριφοράς, (β) σε δημόσιο χώρο και (γ) κατά τρόπο που να προκαλεί διασάλευση. Το Δικαστήριο αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία φρονεί ότι, στο σύνολό τους, οι ενέργειες του κατηγορούμενου ήσαν τέτοιες που διασάλευσαν την ειρήνη κατά την επίδικη μέρα και ώρα. Αυτονόητο πως, η αστυνομία, για σκοπούς αποτελεσματικής άσκησης της επί του προκειμένου εξουσίας τους, για διατήρηση μεταξύ άλλων της τάξης, είχαν την αυτονόητη και παρεπόμενη εξουσία καθώς και δικαίωμα να λάβουν και όλα τα δέοντα μέτρα καθώς και να προβούν και σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια θεωρούσαν κατάλληλη και αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Ο κατηγορούμενος, αφ' ης στιγμής δεν μπορούσε να ηρεμήσει, αποφάσισε να καταφερθεί εναντίον των ΜΚ1- ΜΚ3 εξυβρίζοντας αυτούς και τον τρόπο εργασίας τους. Δυστυχώς, δεν προσπάθησε να ανακτήσει τον αυτοέλεγχο του, τον οποίο, ως η μαρτυρία φανερώνει, είχε απωλέσει. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι την επίδικη μέρα και ώρα ο κατηγορούμενος καταφθάνοντας στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και αφού είχε ξεκινήσει να συνομιλεί με τον ΜΚ3 αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος του και τις ενέργειες που γίνονταν για εντοπισμό της μοτοσυκλέτας που ενδεχομένως να του ανέκοψε την πορεία του την 3.10.20, και αφού δεν έμεινε ευχαριστημένος από τις απαντήσεις που λάμβανε, εξυμάνην, εξυβρίζοντας τους επί καθήκοντι αστυνομικούς, προκαλώντας παράλληλα διασάλευση της ειρήνης σε δημόσιο χώρο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία και των πέντε κατηγοριών, με την κατηγορούσα αρχή να έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος κρίνεται συνεπώς ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. [2] Κατά παράβαση των άρθρων 4 και 186Α του Κεφ. 154. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο