ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Γεώργιος Γεωργίου, Αρ.Υπόθεσης: 4428/20, 19/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B61 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 4428/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ εναντίον Γεώργιος Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19.5.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κουμπαρή Για τον Κατηγορούμενο: κ.Π. Χ''Παναγιώτου Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Μία είναι η κατηγορία που προσάπτεται στον κατηγορούμενο με το παρόν κατηγορητήριο για τα γεγονότα που επεσυνέβηκαν την 20 Σεπτεμβρίου 2019 στον Αστυνομικό Σταθμό εντός του Αερολιμένα Λάρνακας. Αυτή αφορά σε επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τα πρωτογενή γεγονότα, ο κατηγορούμενος κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και περί τις 13:10 στο Αεροδρόμιο Λάρνακας «επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή στον Αστυφύλακα με αριθμό 3112 Σ. Θεοφίλου φ/δι ΔΑΣΑ Αεροδρομίου Λάρνακας». Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής: Τρείς μάρτυρες κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Kατηγορούσας Aρχής, το Δικαστήριο με απόφαση του, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, εξηγώντας του ταυτοχρόνως τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως κατάθεσει ένορκως. ΜΚ1 ο Αστ. 3112 Σωκράτης Θεοφίλου. Κατέθεσε ως Tεκμήριο 1, την κατάθεση που ετοίμασε σε ό,τι αφορά τα επίδικα γεγονότα. Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί Αστυνομία Λάρνκας και είναι αποσπασμένος στο Γραφείο Εξυπηρέτησης του Κοινού στο Αεροδρόμιο της επαρχίας. Κατά την επίδικη ημερομηνία και ώρα 07:00 ανέλαβε καθήκον με πολιτική περιβολή για συνεχόμενο ωράριο μέχρι τις 19:00 της ίδιας μέρας. Περί την 13:05 o αστυφύλακας 2743 και η ειδική αστυφύλακας 5546 οδήγησαν στο γραφείο εξυπηρέτησης του κοινού δύο πρόσωπα που εντοπίστηκαν έξω από το κτίριο και συγκεκριμένα στον τομέα αναχωρήσεων του αερολιμένα να συζητούν έντονα. Ένας εξ'αυτών ήταν ο κατηγορούμενος, ενώ το άλλο πρόσωπο ήταν ο ΑΧΧΧ ΘΧΧΧΧ. Αφού τους ενημερώσε ότι ήταν αστυνομικός, υποδεικνύοντας τους την αστυνομική του ταυτότητα ρώτησε να μάθει τον λόγο του διαπληκτισμού ρωτώντας αν υπήρχε οποιοδήποτε παράπονο ή καταγγελία. Ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να κουνάει τα χέρια του δεξιά και αριστερά λέγοντας ότι είναι δικηγόρος, ότι γνωρίζει καλύτερα το νόμο, και ότι με τον ΘΧΧΧ είχαν μια παρεξήγηση σε σχέση με το σημείο που στάθμευσαν τα ιδιωτικά τους οχήματα έξω από το αεροδρόμιο. Ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο όπως ηρεμήσει, όμως ο ίδιος συνέχισε να φωνάζει κατά τρόπο που και οι άλλοι αστυνομικοί που βρίσκονταν σε παραπλήσιο γραφείο μεταβούν στην σκηνή για να δουν τι συνέβη. Καθώς πλησίαζε τον κατηγορούμενο ζητώντας του να ηρεμήσει, εκ νέου, ο κατηγορούμενος φωνάζοντας ότι είναι δικηγόρος, τον έσπρωξε με τα χέρια του, στο σημείο του στήθος. Άμεσα και δη η ώρα 13:10, συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της ανησυχίας και της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, επεξηγώντας του τους λόγους της σύλληψης του. Αφού του επέστησε την την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία απάντηση. Την ίδια μέρα και περί την 13:30 παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα κρατουμένου τόσο στην Ελληνική αλλά και στην Αραβική, τα οποία υπέγραψε στην παρουσία του. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο κατά την κυρίως εξέταση του στο εδώλιο. Δήλωσε ότι, αφού οι δύο συνάδελφοι του οδήγησαν τα εμπλεκόμενα μέρη στο γραφείο, όπου παρών ήταν ο ίδιος, προσπάθησε να μάθει από τους οδηγούς τι είχε συμβεί, και να εξετάσει κατά πόσον υπήρχε οποιοδήποτε παράπονο, αφού η πιο πάνω ενέργεια εμπίπτει εντός των εντεταλμένων καθηκόντων υπηρεσίας του. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε έντονα σε αυτή του την προσπάθεια, φωνάζοντας δυνατά και κατά τρόπο που τον εμπόδιζε από το να πράξει το καθήκον του, χρησιμοποιώντας την πρόφαση ότι είναι δικηγόρος και συνεπώς γνωρίζει καλύτερα το Νόμο από τον ίδιο. Οι φωνές ακούγονταν μέχρι έξω, ενώ η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν τέτοια, που συνάδελφοι του που βρίσκονταν σε διπλανό γραφείο έτρεξαν για να ρωτήσουν τι συμβαίνει. Αναγκάστηκε να σηκωθεί και να κλείσει την πόρτα, ενώ ζήτησε από τον δεύτερο οδηγό, ΘΧΧΧ όπως μεταφερθεί εκτός γραφείου αφού η κατάσταση μεταξύ τους ήταν αρκετά τεταμένη. Στην προσπάθειά του να πλησιάσει τον κατηγορούμενο για του εξηγήσει ο τελευταίος τι συνέβη, αυτός αντέδρασε, σπρώχνοντας τον στο στήθος με δύναμη κατά τρόπο που «απλά δεν έπεσε κάτω». Μετά απ' αυτό ο κατηγορούμενος συνελήφθη και του τοποθετήθηκαν χειροπέδες, αφού η συμπεριφορά του έτεινε να καταδείξει ότι ήταν ικανός όπως επιχειρήσει είτε όπως εκ νέου να χτυπήσει τον ίδιο, ή άλλο συνάδελφο του, ή όπως προκαλέσει ζημιά σε κυβερνητική περιουσία. Εντός του γραφείου δεν υπάρχει και κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Αντεξετασθείς δήλωσε ότι τα καθήκοντά του αφορούν στην εξέταση παραπόνων που μπορεί να υποβληθούν από τυχόν ταξιδιώτες ή επισκέπτες του αεροδρομίου, όπως συνοδεύσουν συγκεκριμένα άτομα εάν αυτό τους ζητηθεί ή όπως προβούν σε έλεγχο επί αποσκευών. Καθήκον του είναι να βοηθά στην επίλυση διαφωνιών κατά τρόπον που αυτές να μην έχουν έκταση. Στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι μόνο ο κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο της αστυνομίας, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά δηλώνοντας ότι και οι δύο οδηγοί είχαν εισέλθει στο γραφείο όμως αργότερα ο ΘΧΧΧ εξήλθε λόγω της όλης κατάστασης. Ερωτηθείς σχετικά με τον διάλογο που είχε με τον κατηγορούμενο απάντησε ότι οι ερωτήσεις που τέθηκαν ήταν σε πρώιμο στάδιο ενώ επί της ουσίας δεν κατάλαβε πώς ακριβώς προέκυψε το πρόβλημα αφού ο κατηγορούμενος δεν του επέτρεψε να εκτελέσει τα καθήκοντα του. Ρωτήθηκε από τον κ. Χ''Παναγιώτου γιατί επέλεξε να αναφέρει κατά την κυρίως του ότι «ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε δυνατά», και όχι στην κατάθεση του, με τον ΜΚ1 να απαντά ότι δεν το έκρινε αναγκαίο, αφού, «είτε δυνατά, είτε απαλά», το αδίκημα της κοινής επίθεσης συντελέστηκε. Ο ΜΚ1 δεν τραυματίστηκε. Εξ' όσων κατάλαβε και πληροφορήθηκε, ο κατηγορούμενος δεν επιτέθηκε στον οδηγό ΘΧΧΧ όταν έλαβε χώρα ο μεταξύ τους διαπληκτισμός. Στη θέση του συνηγόρου ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε τη σύζυγο και τις δύο ανήλικες θυγατέρες του στο αεροδρόμιο για να ταξιδέψουν, και ότι ζήτησε από τον ίδιο όπως του επιτρέψει τουλάχιστον όπως τις αποχαιρετήσει, ο μάρτυρας απάντησε ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε κάτι τέτοιο. Στην υποβολή ότι ο ΜΚ1 απάντησε στο αίτημα του κατηγορούμενου χρησιμοποιώντας τις φράσεις «στ' αρχίδια μου» και ότι, «εκείνος είναι ο αστυνομικός και θα κάνει ότι θέλει», ο μάρτυρας απάντησε ότι ποτέ δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Συμπλήρωσε ότι παρόντες στον χώρο ήταν ο αστυφύλακας 2743 και η ειδική αστυφύλακας 5546, όμως ενδεχομένως η τελευταία να βρισκόταν εκείνη την ώρα εκτός γραφείου, εκτελώντας καθήκοντα τροχονόμου. Ερωτήθηκε ο ΜΚ1 γιατί δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι ασκήθηκε η ανάλογη βία για τη σύλληψη του κατηγορούμενου, με τον μάρτυρα να απαντά ότι η κατάθεση του είναι περιεκτική και αναφέρεται μόνο στο αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος. ΜΚ2 ο Aστυφύλακας 2743, o οποίος εργάζεται στο Γραφείο Εξυπηρέτησης του Κοινού στον Αερολιμένα Λάρνακας από το 2015 Αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο
- Εκεί αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα ανέλαβε καθήκον για συνεχόμενο ωράριο, ομοίως με τον ΜΚ
- Περί την 12:50 αγνώστος τηλεφώνησε στο σταθμό αναφέροντας ότι έξω από τις αναχωρήσεις υπήρχαν δύο πρόσωπα που λογομαχούσαν. Μετέβηκε στο μέρος μαζί με την ειδική αστυφύλακα
- Εκεί συνάντησαν δύο πρόσωπα να λογομαχούν έντονα μπροστά από τα οχήματα τους αναφορικά με τη στάθμευση των οχημάτων τους. Ο ίδιος προέβη στις απαραίτητες συστάσεις ζητώντας τους όπως τον ακολουθήσουν εντός του σταθμού για επίλυση του ζητήματος, καθότι εκείνη την ώρα υπήρχε πυκνή επιβατική τροχιά κίνηση. Εντός του σταθμού διαπίστωσε ότι, επρόκειτο για τον κατηγορούμενο και τον κ. ΘΧΧΧ. Παρά τις συστάσεις που έγιναν στον κατηγορούμενο όπως ηρεμήσει και εξηγήσει τι συνέβη, συνέχισε να φωνάζει και επιτέθηκε στον ΜΚ1, σπρώχνοντας τον στο στήθος με τα χέρια του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν όπως ο αστυφύλακας 3112 προχωρήσει στην σύλληψη του για αυτόφωρο αδίκημα. Από τις εξετάσεις που είχαν γίνει φανερώθηκε ότι οι δύο οδηγοί είχαν έρθει σε φραστική αντιπαράθεση έξω από το χώρο των αναχωρήσεων όταν, ο κατηγορούμενος κορνάρε και φώναζε του ΘΧΧΧ να προχωρήσει, με τον δεύτερο να κατεβαίνει από το όχημα του και να υπεισέρχονται σε λογομαχία. Αναγνώρισε κατά την κυρίως εξέταση του τον κατηγορούμενος εντός του εδωλίου. 'Έδειξε παραστατικά στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον Αστυφύλακα 3112, λυγίζοντας και τεντώνοντας τα χέρια του προς τα εμπρός. Εντός του σταθμού εκείνη την ώρα ήταν παρόντες ο ίδιος και ο αστυφύλακας 3112 που δέχθηκε την επίθεση. Και οι δύο πολίτες εισήλθαν εντός του σταθμού, όμως γρήγορα διαχώρισαν τους δύο, τοποθετώντας τον δεύτερο οδηγό, σε άλλο χώρο. Ανάμεσα στα καθήκοντά τους είναι να βοηθούν τον κόσμο και να επιλύνουν οποιαδήποτε προβλήματα προκύπτουν στο αερολιμένα. Aντεξεταζόμενος συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι οι δύο οδηγοί δεν είχαν τραυματιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, παρά μόνο ήταν σε ένταση και φώναζαν. Συμφώνησε επίσης ότι αυτοβούλως τον ακολούθησε ο κατηγορούμενος εντός του σταθμού, προσθέτοντας όμως ότι δεν ήταν ήρεμος αλλά αντίθετα, τελούσε υπό ένταση. Σε ερώτηση κατά πόσον διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον ΜΚ1 εκτός ωρών εργασίας, ο ΜΚ2 απάντησε αρνητικά. Μέχρι του σημείου της παράδοσης των στοιχείων τους, ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος. Όταν ζητήθηκε από τους οδηγούς όπως αναφέρουν τα γεγονότα, και καθίσουν να ηρεμήσουν για να εξεύρουν μια λύση, ούτως ώστε «να μη φωνάζουν μέσα στον κόσμο», ο κατηγορούμενος αντέδρασε, φώναζε και ήταν έξαλλος, γεγονός που ανάγκασε την αστυνομία όπως βγάλει έξω από το γραφείο τον ΘΧΧΧ, με τον ΜΚ1 να κλείνει την πόρτα για να μην ακούγονται οι φωνές. Στην προσπάθεια του ΜΚ1 να πλησιάσει τον κατηγορούμενο για να εξηγηθούν και να υπάρξει ηρεμία, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε από την καρέκλα και τον έσπρωξε. Ακολούθησε η εξής στιχομυθία: «E. Γιατί σηκώθηκε και τον κούντησε; Έγινε κάτι; Πρέπει να είμαι πελλός να κάθομαι στη καρέκλα να σηκωθώ να σπρώξω κάποιον. Με τον άλλον έξω φώναζαν και δεν άγγιξε ο ένας τον άλλον, και ήρθε σαν καθόταν στην καρέκλα και σηκώθηκε να τον σπρώξει: A. Αφού προσπαθούσε ο Σωκράτης να του εξηγήσει να μας πει τα γεγονότα, τι έγινε, και ήταν έξαλλος ο κ. Γεωργίου. Ε. Και σηκώθηκε και τον έσπρωξε. Δυνατά; Σιγανά; Πώς το αντιλήφθηκες; A. Δεν μπορώ να πω πόσο δυνατά τον έσπρωξε. Δεν είναι εμένα που έσπρωξε. Ε. Δεν αντιλήφθηκες δηλαδή πόση δύναμη χρησιμοποίησε. Και μετά που τον έσπρωξε αντιστεκόταν στο να του βάλουν χειροπέδες; A. Όχι, είπε του ο συνάδελφος «είστε υπό σύλληψη για επίθεση σε αστυνομικό» και τον συνέλαβε. Ε. Αντιστάθηκε; Διαμαρτύρονταν; Τάρασσε τα χέρια του; Μεν μου βάλεις εμένα χειροπέδες; A. Ο κ. Γεωργίου είχε πάρα πολλή ένταση εκείνη τη μέρα, πάρα πολλή ένταση αναγκαστικά του έβαλε χειροπέδες για να μην κτυπήσει κάποιον ή να προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά τζιαμέ». Στις θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στο κατ΄ισχυρισμόν περιστατικό, και ότι η μαρτυρία του σκοπό έχει να ενισχύσει τις θέσεις του συναδέλφου του, ο μάρτυρας αρνήθηκε τις εν λόγω υποβολές επαναλαμβάνοντας την παρουσία του εντός του γραφείου. Αρνητικά απάντησε και στην τοποθέτηση του κ. Χ''Παναγιώτου ότι ο κατηγορούμενος είχε παρακαλέσει τον ΜΚ1 όπως τον συνοδεύσουν για να αποχαιρετήσει την οικογένεια του, δηλώνοντας ότι δεν κάτι τέτοιο δεν είχε λεχθεί από τον κατηγορούμενο. Δήλωσε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι ποτέ δεν άκουσε τον ΜΚ1 να λέει την φράση «στα αρχίδια μου» ή να λέει στον κατηγορούμενο ότι «δεν θα πάει πουθενά γιατί εκείνος είναι ο αστυνομικός και θα κάνει ότι θέλει», ως η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας, ο Λοχίας 3823 Παναγιώτης Κουμής -ΜΚ
- Τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Σταθμό Μικροπαραβάσεων Λάρνακας. Κατέθεσε στη διαδικασία ως Τεκμήριο 3 την γραπτή του κατάθεση. Την επίδικη ημερομηνία είχε ληφθεί πληροφορία από το Αεροδρόμιο Λάρνακας, ότι πολίτης επιτέθηκε σε αστυνομικό στο Γραφείο Εξυπηρέτησης του Κοινού με αποτέλεσμα να συλληφθεί. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 15:00-15:10 στο Αεροδρόμιο, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της ανησυχίας και της επίθεσης εναντίον αστυνομικού, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που διερευνούσε, και επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι αν υπάρχουν κάμερες να παρουσιαστούν». Την γραπτή κατηγορία που πρόσαψε στον κατηγορούμενο κατέθεσε στην διαδικασία ως Τεκμήριο
- Κατά τη ζώσα μαρτυρία του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, αναφέροντας ερωτηθείς ότι, εντός του χώρου του γραφείου που έλαβε χώρα το συμβάν, δεν υπάρχει εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Επιβεβαίωσε τη θέση αυτή, όταν συνομίλησε στο χώρο με τους λοιπούς αστυνομικούς. Ο κατηγορούμενος δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο, εναντίον οποιουδήποτε παρουσία του, ενώ απολύθηκε αφού δεν υπήρχε κάποιος λόγος να κρατηθεί περαιτέρω. Καμία ουσιαστική αντεξέταση δεν έλαβε χώρα. Στην θέση του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος ποτέ δεν επιτέθηκε στον αστυφύλακα 3112, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν ήταν παρών στη σκηνή, ενώ στην ερώτηση γιατί στο κατηγορητήριο δεν περιλαμβάνεται και το αδίκημα της ανησυχίας, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν έχει δει το κατηγορητήριο και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει. Μαρτυρία Κατηγορούμενου Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου ως προς την εξέλιξη των γεγονότων κατά την επίδικη ημερομηνία έχουν, σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Β, ως ακολούθως. Έχει γεννηθεί στη Συρία όπου και σπούδασε δικηγόρος. Εργάστηκε εκεί ως αστυνομικός για περίοδο 3 ετών, ενώ στην Κύπρο εγκαταστάθηκε το
- Έχει τέσσερα παιδιά, 2 ενήλικα και 2 ανήλικες, δίδυμες θυγατέρες. Εργάζεται από το 2007 ως υπάλληλος σε δικηγορικό γραφείο στη Λευκωσία. Η μητρική του γλώσσα είναι η Αραβική. Μιλά καλά την Ελληνική όμως δυσκολεύεται να διαβάσει Ελληνικά, εξ' ου και την δήλωση του, του την ανέγνωσε ο συνήγορος του πριν την παραδώσει στο Δικαστήριο. Ακούγοντας την κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, δεν προέβη σε καμία προσθήκη ή διόρθωση. Την επίδικη ημέρα, καταγράφει, μετέβηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταφέρει τη σύζυγο του και τις ανήλικες του θυγατέρες οι οποίες θα ταξίδευαν. Στο χώρο στάθμευσης οχημάτων είχε μια έντονη λεκτική αντιπαράθεση με ένα άλλο οδηγό αναφορικά με τον τρόπο ο τελευταίος είχε σταθμεύσει το όχημα του, όμως σε καμία περίπτωση δεν επιτέθηκε στον έτερο οδηγό. Μία αστυνομικός ήρθε στη σκηνή και δευτερόλεπτα μετά ακολούθησε η παρουσία ενός δεύτερου αστυνομικού, οι οποίοι τους είπαν να σταματήσουν να φωνάζουν και να περάσουν εντός του χώρου του αεροδρομίου, στο γραφείο της αστυνομίας. Αυτό έπραξε, χωρίς καμιά διαμαρτυρία και εκεί ήταν που έληξε η αντιπαράθεση που είχε με τον άλλο οδηγό. Τους δύο οδηγούς δεν έβαλαν στον ίδιο χώρο. Αφού πέρασε κάποια ώρα ζήτησε από τον ΜΚ1 ο οποίος ήταν με πολιτικά ρούχα όπως πάει δύο λεπτά να αποχαιρετήσει την οικογένεια του, και αν ήθελε να τον συνοδεύσει εκεί, κάποιος αρμόδιος. Ο ΜΚ1 του απάντησε σε πολύ έντονο ύφος «να κάτσει εκεί που είναι και ότι δεν τον νοιάζει». Ο κατηγορούμενος τον ρώτησε εκ νέου γιατί δεν τον αφήνει να πάει και να επιστρέψει, από την στιγμή που δεν έγινε κάτι σοβαρό, με τον ΜΚ1 να δηλώνει ότι «ο ίδιος είναι η αστυνομία και θα κάνει ότι θέλει». Σε αυτό ο κατηγορούμενος απάντησε ότι, «Ο νόμος δεν λέει ότι όποιος είναι αστυνομικός κάνει ότι θέλει» και ότι είναι και ο ίδιος διαβασμένος αφού έχει σπουδάσει δικηγόρος. Ο ΜΚ1 του απάντησε χαρακτηριστικά, «στα αρχίδια μου εμένα, εδώ εγώ κάνω ότι θέλω». Ο κατηγορούμενος ρώτησε αν αυτά είναι που τους μαθαίνουν στην Αστυνομική Ακαδημία, λέγοντας παράλληλα ότι θα καταγγείλει τον ΜΚ1 για την συμπεριφορά του. Αμέσως τέθηκε υπό σύλληψη και του πέρασαν χειροπέδες. Στο γραφείο εισήλθε και ένας Λοχίας ο οποίος άμεσα, του αφαίρεσε τις χειροπέδες, ζητώντας του όπως καθίσει ήσυχα στην καρέκλα και όπως μην τραβήξει οποιεσδήποτε φωτογραφίες ή βίντεο με το κινητό του τηλέφωνο. Η στάση του ΜΚ1 κατά τον κατηγορούμενο, οφείλετο στο γεγονός ότι ο τελευταίος δεν κατάγεται από την Κύπρο. Το γεγονός ότι ο ΜΚ1 προέβη σε καταγγελία ότι δήθεν τον έσπρωξε, το έμαθε όταν ήρθε ο εξεταστής της υπόθεσης, ΜΚ
- Τον ΜΚ1 σε σχέση με την χρήση της φράσης «στα αρχίδια μου», κατήγγειλε μέσω επιστολής, στο αρμόδιο τμήμα της Αστυνομίας αλλά και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Άντεξετασθείς δήλωσε ότι κανείς δεν τον είχε ρωτήσει καθ' όλο τον χρόνο που ήταν εκεί τι είχε γίνει με τον άλλο οδηγό, όμως το ζήτημα για τον ίδιο είχε ήδη επιλυθεί. Ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος από την κα. Κουμπαρή πώς ήταν δυνατόν να είχε επιλυθεί το ζήτημα μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων, όταν σύμφωνα με τα λεγόμενα του, η αστυνομία αναγκάστηκε να τους τοποθετήσει σε ξεχωριστά γραφεία, με τον μάρτυρα να συμφωνεί τελικώς ότι, με τον άλλο οδηγό εισήλθαν μαζί εντός του γραφείου, όμως ο δεύτερος τελικά απομακρύνθηκε, ενώ δεν συναντήθηκαν παρά μόνο μόνο μετά την λήξη του συμβάντος, όταν συναντήθηκαν στο διάδρομο του αεροδρομίου προς την έξοδο. Δήλωσε ότι στην αρχή καθόταν επί 20 λεπτά αμίλητος στην καρέκλα του γραφείου, μη γνωρίζοντας ποιος είναι ο ΜΚ1, και παρακολουθούσε αυτόν καθώς απασχολείτο, χωρίς να του μιλά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν τον συνέλαβε ο ΜΚ1 είπε, παρέμεινε εντός του γραφείου, φορώντας τις χειροπέδες πέραν της μίας ώρας, θέση η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα καταγράφει στην γραπτή του δήλωση ότι, «αυτές του αφαιρέθηκαν άμεσα» από τον Λοχία. Ρωτήθηκε επανειλημμένως από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής γιατί, δεν ανέφερε το παράπονο του σε σχέση με τον τρόπο που του μίλησε ο ΜΚ1 είτε στον ανακριτή της υπόθεσης όταν τον κατηγόρησε, ή στον Λοχία ο οποίος ήταν το πρόσωπο που του αφαίρεσε τις χειροπέδες, με τον κατηγορούμενο να μην προσφέρει ουσιαστικά κάποια απάντηση επί τούτου. Ο κατηγορούμενος διατείνετο κατά την μαρτυρία του ότι ουδέποτε επιτέθηκε στον ΜΚ1 και ότι συνελήφθη για την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη του αδικήματος επειδή ανέφερε στον ΜΚ1 ότι θα τον κατάγγειλε για την συμπεριφορά του. Σημειώνεται όμως στο στάδιο αυτό ότι, την περιβόητη επιστολή που απέστειλε προς τους καθ΄ύλην αρμόδιους αναφορικά με την συμπεριφορά του ΜΚ1 επέλεξε όπως μη παρουσιάσει στη διαδικασία. Από το έτος 2019 που υπέβαλε το παράπονο δεν έλαβε καμία απάντηση. Περιορίστηκε στο να αποστείλει, ως είπε, επιστολή υπενθύμισης περί τους 9 μήνες μετά την υποβολή του παραπόνου. Παρά ταύτα δε, καμία απάντηση δεν έλαβε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι κανείς δεν ήταν εντός του γραφείου όταν έγινε το κατ΄ισχυρισμόν περιστατικό, θέση την οποία σύντομα ανέτρεψε, παραδεχόμενος ότι ο αστυνομικός που τον συνόδευσε στο χώρο του γραφείου, ήτοι ο ΜΚ2, μπορεί τελικώς, και να ήταν ο Λοχίας που τον συνόδευσε. Νομική Πτυχή/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω ως γνώμονά μου τη νομολογία που αφορά στο ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγηση της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές, το Δικαστήριο παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015). Oι δύο βασικοί μάρτυρες κατηγορίας, ήτοι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 άφησαν το Δικαστήριο με άριστες εντυπώσεις. Η ειλικρίνειά τους όταν κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη με το Δικαστήριο να μην εντοπίζει καμία προσπάθεια εκ μέρους τους όπως, είτε αποκρύψουν γεγονότα είτε να αλλοιώσουν αυτά. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 περιέγραψε παραστατικά τα όσα κατά την δική του εκδοχή έλαβαν χώραν την επίδικη ημερομηνία, εξηγώντας και περιγράφοντας με πάσα λεπτομέρεια πώς έλαβε χώρα το επίδικο, υπό του κατηγορητηρίου, συμβάν. Παρά την αντεξέτασή του από τον κ. Χ''Παναγιώτου, ως προς τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, αυτός δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Αντιθέτως κάθε απάντηση του αντανακλούσε και ενίσχυε τις αρχικές του θέσεις, ως αυτές καταγράφησαν στην κατάθεση του, προ μίας πλέον, τετραετίας. Την μαρτυρία του συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητά της ως πλήρως αξιόπιστη. Θετική εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο και ο ΜΚ
- Ο ίδιος με τη σειρά του περιέγραψε παραστατικά τα όσα αντίκρυσε όταν εξήλθε του αεροδρομίου, ήτοι όταν συνάντησε τον κατηγορούμενο στον χώρο στάσης/ στάθμευσης, και την ένταση που τον διακατείχε όταν λογομαχούσε με τον ΘΧΧΧ. Αναφορά έκανε ο μάρτυρας και στην συμπεριφορά του κατηγορούμενου και την ένταση που αυτός είχε καθ' όλη τη διαδρομή προς το γραφείο της αστυνομίας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να παρθεί η απόφαση να τοποθετήσουν τους δύο οδηγούς σε ξεχωριστά δωμάτια. Επιβεβαίωσε περαιτέρω την αναφορά του ΜΚ1 (όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση) ότι ήταν ο ΜΚ1, και όχι ο ίδιος που έκλεισε την πόρτα του γραφείου, αφού οι φωνές του κατηγορούμενου ακούγονταν σε όλο το επιβατικό κοινό του αεροδρομίου. Την ύπαρξη του εντός του γραφείου, επιβεβαίωσε όχι μόνο δια της περιγραφής του ως προς το πώς έσπρωξε ο κατηγορούμενος τον ΜΚ1 αλλά επιβεβαιώνοντας και την θέση ότι, ποτέ ουσιαστικά δεν πρόλαβαν να υπεισέλθουν επί της ουσίας του διαπληκτισμού μεταξύ των δύο οδηγών αφού, παρά τις προσπάθειες του ΜΚ1 για να ηρεμήσει, ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος, τον ΜΚ
- Οι θέσεις του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία όπως μεταβεί είτε με συνοδεία, είτε μόνος του για να αποχαιρετήσει την οικογένεια του επιβεβαιώθηκαν και από τον ΜΚ2 ο οποίος ήταν παρών και εντός του χώρου του γραφείου. Την μαρτυρία του ΜΚ2 αποδέχομαι χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ως φανερώνεται από τα πρακτικά της διαδικασίας, η μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν τυπική στη φύση της και περιορίστηκε μόνο στην αναφορά ότι ο ίδιος κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Παρά το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του, η μαρτυρία του ΜΚ3 ουδόλως διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες κατηγορίας, οι θέσεις του κατηγορούμενου δεν έπεισαν. Η μαρτυρία του βρίθει από ανακρίβειες ενώ μπορεί να χαρακτηριστεί ως νεφελώδης επί ουσιαστικών σημείων σε ότι αφορά τα γεγονότα. Ποτέ τελικά, δεν κατάφερε όπως δώσει μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς τα γεγονότα αφού οι θέσεις του ήταν συνεχώς εναλλασσόμενες. Η θέση του ότι επί 20 λεπτά βρισκόταν καθισμένος στην καρέκλα χωρίς να έχει συνομιλήσει με τον ΜΚ1 επί 20 λεπτά ή τον οποιονδήποτε άλλο, χωρίς να ζητήσει την οποιαδήποτε εξήγηση, όχι μόνο δεν πείθει, αλλά καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 ότι η επίθεση στον ΜΚ1 έγινε σχεδόν άμεσα, με την είσοδο του στο γραφείο και στην προσπάθεια των αστυνομικών να τον ηρεμήσουν για να μπορέσουν να επιτελέσουν το καθήκον τους. Η θέση του του κατηγορούμενου ότι, «αν ήθελε να κτυπήσει κάποιον, θα μπορούσε κάλλιστα να κτυπήσει τον άλλο οδηγό, με τον οποίον τσακώθηκε», καμία βαρύτητα δεν φέρει, ενώ σίγουρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάσιμη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αθωότητας του. Περαιτέρω, η θέση του ότι ο ΜΚ1 τον συνέλαβε επειδή ένιωσε απειλούμενος από την καταγγελία που δήλωσε ότι θα του έκανε ο κατηγορούμενος, δεν πείθει και απορρίπτεται, ειδικότερα από την στιγμή που το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1 αλλά και ΜΚ2, αυτόπτη μάρτυρα, περί επίθεσης στο πρόσωπο του ΜΚ1 από τον κατηγορούμενο. Σημειώνεται ότι για λόγους που δεν επεξηγήθηκαν στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος επέλεξε να μην παρουσιάσει την εν λόγω επιστολή που απέστειλε, αφήνοντας τον εν λόγω ισχυρισμό του ουσιαστικά, απογυμνωμένο από οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία. Παράδοξο κρίνει το Δικαστήριο είναι και το γεγονός ότι παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν στον κατηγορούμενο για να αναφέρει το παράπονο του, και/ή αυτό που τον ενόχλησε περισσότερο, όσον αφορά τον ΜΚ1 και την συμπεριφορά του, αυτός, δεν άδραξε καμία, γεγονός που εγείρει έντονους προβληματισμούς ως προς την φιλαλήθεια του μάρτυρα. Ο ίδιος θα μπορούσε όχι μόνο υπό την ιδιότητα του ως πρώην υπαστυνόμος, αλλά και ως ένας άμεσα επηρεαζόμενος πολίτης, να δράξει της ευκαιρία που είχε, και να αναφέρει, ως μια πρώτη άμεση αντίδραση στη σύλληψη αλλά και στις κατηγορίες που του αποδόθηκαν, τα όσα κατ΄ισχυρισμόν του είπε ο ΜΚ1 στον ΜΚ2 που του αφαίρεσε τις χειροπέδες, ή ακόμη και στον ΜΚ3, εξεταστή της υπόθεσης. Η θέση του κατηγορούμενου ότι μόνο όταν ήρθε ο ΜΚ3 πληροφορήθηκε για την καταγγελία για επίθεση στο πρόσωπο του ΜΚ1 απορρίπτεται, αφού και ο ΜΚ1 αλλά και ο ΜΚ2 ανέφεραν ότι, ευθύς αμέσως, και δη, μετά την επίθεση, ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης έναντι αστυνομικού, ενημερώνοντας τον κατηγορούμενο πάραυτα για τον λόγο σύλληψης του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου, γενικότερα δεν έπεισε, και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 244(β) του Ποινικού Κώδικα, όποιος: (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεµµένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης· ... είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του, δηλαδή στον Αστυνομικό Σ. Θεοφίλου
- Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 244(β) είναι πρώτο, η επίθεση εναντίον οργάνου τηρήσεως της τάξης και δεύτερο, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται συναφώς με τις υπό κρίση κατηγορίες είναι κατά πόσο οι ενέργειες του ΜΚ1 στον ουσιώδη χρόνο ήταν νόμιμες, όπως είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής, ή παράνομες. Το Δικαστήριο αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία απαντά στο ερώτημα δηλώνοντας ότι, στο σύνολό τους, οι ενέργειες του ΜΚ1, από τη στιγμή που προσπάθησαν όπως ηρεμήσουν τον κατηγορούμενο, μέχρι τη στιγμή της ακινητοποίησής του, περιλαμβανομένης και της σύλληψης του, ήταν καθ' όλα νόμιμες. Αυτονόητο πως, η αστυνομία, για σκοπούς αποτελεσματικής άσκησης της επί του προκειμένου εξουσίας τους, για διατήρηση μεταξύ άλλων της τάξης, είχαν την αυτονόητη και παρεπόμενη εξουσία καθώς και το δικαίωμα να λάβουν και όλα τα δέοντα μέτρα καθώς και να προβούν και σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια θεωρούσαν κατάλληλη και αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Ο κατηγορούμενος, αφ' ης στιγμής ο Αστυφύλακας 3112 αλλά και ο ΜΚ2 ορθώς, χρησιμοποιώντας την αστυνομική τους ιδιότητα και ταυτότητα, είχε πληροφορηθεί, ή του είχε γίνει σύσταση όπως ηρεμήσει, όφειλε όπως συμμορφωθεί με τις οδηγίες αυτές ή όπως, τουλάχιστον, προσπαθήσει να ανακτήσει τον αυτοέλεγχο του, τον οποίο, ως η μαρτυρία φανερώνει, είχε απωλέσει. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι την 20.9.19, ο κατηγορούμενος καταφθάνοντας στον χώρο στάσης/ στάθμευσης και αναχωρήσεων στον αερολιμένα Λάρνακας ήρθε σε έντονο διαπληκτισμό με τον ΘΧΧΧ, γεγονός που οδήγησε στην παρέμβαση του ΜΚ
- Έγινε σύσταση στους δύο οδηγούς όπως μεταβούν στον Αστυνομικό Σταθμό/ Σημείο Εξυπηρέτησης Πολιτών που βρίσκεται εντός του Αερολιμένα για να μπορέσει η αστυνομική δύναμη να επιληφθεί της κατάστασης, σε μια προσπάθεια εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Police v. Janne Sundelin
(1973)JSC 722, «The test whether a police constable is acting in execution of his duty is objective in the sense that so long as the police constable is- acting in the execution of his duty, he will come within the compass of section 244(b) irrespective of whether the culprit appreciates that the police officer is then acting in the execution of his duty. (See the case of Fennell
(1971)1 Q. B. 428)» Όταν έγινε συνεπώς σύσταση στον κατηγορούμενο από τον Αστ. 3112, Σωκράτη Θεοφίλου όπως ηρεμήσει για να μπορέσουν οι αστυνομικοί του σταθμού, να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους, ήτοι να διερευνήσουν τι έγινε και να βοηθήσουν την κατάσταση, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ενεργούσαν εντός της πορείας των καθηκόντων τους. Η παρεμπόδιση του καθήκοντος τους έλαβε χώρα από την στιγμή που ο κατηγορούμενος αδυνατούσε να επιδείξει αυτοσυγκράτηση. Αυτό οδήγησε την αστυνομία όπως διαχωρίσει τους δύο οδηγούς και κλείσει την πόρτα του γραφείου λόγω της ανησυχίας που προκαλείτο στον χώρο. Εκεί, έλαβε χώρα συζήτηση μεταξύ του ιδίου και του ΜK1, με τον MK1 να προσπαθεί όπως πρώτα τον ηρεμήσει, προβαίνοντας σε υποδείξεις και παρατηρήσεις προς το πρόσωπο του. O κατηγορούμενος όντας έντονος και αδυνατώντας να ηρεμήσει, έσπρωξε με τα χέρια του τον ΜΚ1 στο στήθος. Οι θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, ως αυτές προωθήθηκαν στο τελικό στάδιο, ήτοι ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής προέρχεται από έμπειρους αστυνομικούς οι οποίοι γνωρίζουν τι να αναφέρουν στο Δικαστήριο προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα, δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο, ούτε έχει εντοπιστεί η οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους τους όπως υπερβάλουν σε ότι αφορά τα γεγονότα ή ότι αυτοί διακατέχονταν από οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Οι θέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ενισχύουν η μια την άλλη, ενώ, αντίθετα οι θέσεις του κατηγορούμενου ως αυτές προωθήθηκαν από τον ίδιο, καταρρίπτονται η μία μετά την άλλη, δυνάμει των δικών του επί του προκείμενου, αντιφάσεων. Παρέμεινε δε αδιαμφισβήτητο ως γεγονός, ότι ο ΜΚ1, εκτελούσε τα καθήκοντα του, νομίμως κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ η θέση του ότι επέδειξε με την είσοδο των δύο οδηγών την Αστυνομική του ταυτότητα, ουδόλως αμφισβητήθηκε. Εκείνο που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο όταν εισήλθε στον σταθμό ήταν όπως ηρεμήσει, αφού, ως ο ίδιος παραδέχθηκε στην μαρτυρία του, είχε προηγηθεί έντονος διαπληκτισμός με τον ΘΧΧΧ, γεγονός το οποίο δεν έπραξε, συνεχίζοντας τις φωνασκίες, με κορύφωση την επίθεση κατά του ΜΚ1. Σημειώνεται ότι το κατά πόσον, ο κατηγορούμενος έσπρωξε «δυνατά» ή όχι, τον ΜΚ1 είναι αδιάφορο για σκοπούς απόδειξης εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, της κατηγορίας. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, με την κατηγορούσα αρχή να έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο, πράξη η οποία ποινικοποιείται συμφώνως των προνοιών του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα. Ο κατηγορούμενος κρίνεται συνεπώς ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο