← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Μάρκος Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 2929/19, 20/7/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Μάρκος Μιχαηλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 2929/19, 20/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2929/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Μάρκος Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.7.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Κουμπαρή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Χριστοφίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Σκιαγράφηση της Υπόθεσης Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, ήτοι της απειλής βιοπραγίας[1], της επίδειξης συμπεριφοράς με την οποία προκαλείται άμεσα ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας[2] και της αποστολής διά δημοσίου δικτύου επικοινωνιών, μηνύματος, με σκοπό την ενόχληση, κατά παράβαση των Άρθρων 3, 4 και 149

(6)(β) του Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμο του 2004 (Ν. 112(I)/2004). Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε μια μόνο μάρτυρα προς απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι την παραπονούμενη. Με το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έγινε εκ πρώτης όψεως εισήγηση από την υπεράσπιση για απαλλαγή του κατηγορούμενου σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 15.6.23, και για τους λόγους που καταγράφονται σε αυτήν, απάλλαξε αυτόν από τις κατηγορίες 2 και
  1. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από τη 2η κατηγορία καθότι δεν είχε αποδειχθεί η σωρευτική ύπαρξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ενώ σε ότι αφορά την 3η κατηγορία, η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο αριθμός τηλεφώνου που καταγράφεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος ως ο αριθμός στον οποίον, κατ΄ισχυρισμόν, της απέστελλε μηνύματα ο κατηγορούμενος με σκοπό την ενόχληση της, δεν της ανήκε. Το Δικαστήριο, σε αντίθεση με την κατάληξη του ως προς την έκβαση των κατηγοριών 2 και 3, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία αναφορικά με την 1η κατηγορία επεξηγώντας του τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Δεν αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός ότι τα μέρη, (παραπονούμενη και κατηγορούμενος) παντρεύτηκαν το
  2. Περί το Δεκέμβριο του 2018 επήλθε ρήξη, με τα μέρη να οδηγούνται τελικώς σε διάσταση. Η παραπονούμενη την 10.12.18 εξασφάλισε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου την τότε, προσωρινή αποκλειστική χρήση της μέχρι πρότινος οικογενειακής στέγης (Τεκμήριο 3). Παρά την υπέρ της έκδοσης τέτοιου Διατάγματος η ίδια εγκατέλειψε την οικία στις 3.2.
  3. Αυτό οδήγησε όπως στην οικία επιστρέψει, λόγω της ύπαρξης δύο παιδιών, ένα εκ των οποίων ανήλικο κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος, στον οποίο δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 27.1.20 (Τεκμήριο 5) ανατέθηκε η αποκλειστική επιμέλεια του ανήλικου (τότε), τέκνου. Τα όσα καταλογίζονται στον κατηγορούμενο ως γεγονότα, που εάν ευσταθούν, οδηγούν στην διενέργεια της ποινικά κολάσιμης πράξης της 1η κατηγορίας, εκτυλίχθηκαν τον τότε ουσιώδη και κρίσιμο χρόνο του Φεβρουαρίου 2019, χρόνο κατά τον οποίον η παραπονούμενη αποφάσισε όπως θέσει εαυτόν εκτός οικογενειακού πλαισίου. Αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, προσπαθούσε διακαώς όπως επικοινωνήσει μαζί της, δια την επίλυση τόσο των πρακτικών αλλά και ουσιαστικών προβλημάτων που προέκυψαν ως συνεπακόλουθο της απόφασης της, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Η παραπονούμενη, αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία την κατάθεση που έδωσε ανακρινόμενη στην αστυνομία την 5.2.
  4. Εν συντομία, εκεί αναφέρει τα εξής: Κατάγεται από τη Ρουμανία. Ήρθε στην Κύπρο το 1994 ενώ μιλά και διαβάζει πολύ καλά την ελληνική. Παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο το 1994 τον κατηγορούμενο, στον οποίον ανήκει ο αριθμός κινητού τηλεφώνου «99684697». Παντρεύτηκαν με θρησκευτικό γάμο το
  5. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους είχαν πολλά προβλήματα, με τον κατηγορούμενο να είναι επιθετικός ενώ, σε διάφορες περιπτώσεις, έτυχε να την κτυπήσει, ακόμη και μπροστά στα δύο τους παιδιά. Το 2019 το πρωτότοκο παιδί είχε μόλις ενηλικιωθεί
(18), ενώ το δεύτερο ήταν στην ηλικία των δεκατεσσάρων. Την 22.11.18 έλαβε χώρα ακόμη ένας τσακωμός με τον κατηγορούμενο να την κτυπά και στη συνέχεια να αποχωρεί από το σπίτι. Τα πιο πάνω έλαβαν χώρα παρουσία των παιδιών. Από τον Δεκέμβριο μέχρι την 2.2.19 έμενε στην οικογενειακή εστία μόνη της, με τα δύο τους παιδιά. Την 2.2.19 και περί τις 10:00 ο κατηγορούμενος επανήλθε στην οικία ούτως ώστε να συζητήσουν για την περαιτέρω πορεία του γάμου τους. Όταν η ίδια του είπε ότι είναι κάθετη σε ότι αφορά την απόφασή της περί οριστικού χωρισμού, ο κατηγορούμενος έφυγε, μόνο για να επανέλθει λίγη ώρα αργότερα, παραδίδοντας της τα κλειδιά της οικίας. Την ίδια μέρα όμως, και περί τις 17:00 το απόγευμα, και ενώ η ίδια βρισκόταν στην εργασία της, ο κατηγορούμενος της απέστειλε γραπτό μήνυμα στο κινητό της τηλέφωνο δηλώνοντας ότι, επέστρεψε στο σπίτι για να μείνει με την ίδια και τα παιδιά τους. Η ίδια φοβήθηκε να επιστρέψει σπίτι και έτσι μετέβηκε στο σπίτι της αδελφής της, όπου και «διαμένει μέχρι σήμερα» - (5.2.19 - ημερομηνία κατάθεσης). Από το Σάββατο το βράδυ ο κατηγορούμενος άρχισε να της τηλεφωνεί και να της στέλνει συνεχώς γραπτά μηνύματα ενώ την 4.2.19 και περί τις 11:30, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό της με κατεύθυνση, από την εκκλησία της Μητρόπολης προς τα φώτα τροχαίας της Υπεραγοράς Άλφα-Μέγα, λίγο πριν από τα φώτα, και ενώ ο κατηγορούμενος ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, αυτός, σταμάτησε απότομα μπροστά της με το αυτοκίνητο του λέγοντας της: «την επόμενη φορά που δεν θα μου απαντήσεις το τηλέφωνο θα σε σκοτώσω, θα σε τσιλλήσω». Συνεχίζει στην κατάθεσή της δηλώνοντας ότι, την περασμένη Πέμπτη ο κατηγορούμενος ήθελε να της δώσει €200 για τα παιδιά και τις υποχρεώσεις του σπιτιού. Η ίδια δεν ήθελε να τα παραλάβει αλλά αυτός επέμενε και έτσι, με τα χρήματα αυτά πλήρωσε το ρεύμα και τo λογαριασμό διαδικτύου της οικίας της. Τα λοιπά χρήματα, έδωσε στον γιο της. Ο κατηγορούμενος από την 5.2.19 το πρωί και εντεύθεν, της απέστελλε συνεχώς μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο, ζητώντας επίμονα πίσω, τα χρήματα που της έδωσε. Κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο επί του εδωλίου. Ήταν παντρεμένοι για περίοδο 24 ετών. Ο αριθμός «[ ]» αποτελούσε όλα αυτά τα χρόνια, τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου. Κλήθηκε η παραπονούμενη όπως περιγράψει όσα διαδραματίστηκαν την 4.2.
  1. Επαναλαμβάνοντας τις θέσεις που καταγράφονται στην κατάθεση της, ανέφερε ότι, στο δρόμο είχε κίνηση έτσι, η ίδια προχωρούσε αργά προς τα φώτα τροχαίας της υπεραγοράς Άλφα-Μέγα. Κάποια στιγμή είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση προς το μέρος της. Ο ίδιος «γύρισε στη μέση του δρόμου ακριβώς μπροστά της και σταμάτησε δίπλα της». Το παράθυρο του αυτοκινήτου της ήταν λίγο ανοικτό. Ο κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο του και άρχισε να της φωνάζει, απειλώντας την, «όπως του απαντήσει στα τηλέφωνα και στα μηνύματά του αλλιώς την επόμενη φορά, δεν θα σταματήσει και θα την τσιλλήσει». Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το γκρίζο αυτοκίνητο του, μάρκας «Suzuki», ενώ το όχημα του σταμάτησε εκατοστά από το δικό της. Η ίδια τρόμαξε πάρα πολύ, ενώ λόγω της κίνησης στο δρόμο δεν μπορούσε να αντιδράσει. Όταν η κίνηση στο δρόμο αραίωσε, οδήγησε μέχρι το σπίτι της αδελφής της, το οποίο βρισκόταν σε απόσταση 5 λεπτών από το σημείο όπου βρισκόταν και δη, κοντά στον κυκλικό κόμβο του ποδοσφαιρικού γηπέδου Σαλαμίνας. Ως δήλωσε στο Δικαστήριο, «δεν είναι βεβαία πώς έφθασε εκεί από το φόβο της». Παρά το ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε να την ακολουθεί, τα μηνύματα και τα τηλέφωνα συνέχιζαν. Ο λόγος που ο κατηγορούμενος θύμωσε τόσο πολύ όταν την εντόπισε ήταν γιατί η ίδια δεν απαντούσε στις κλήσεις του από το προηγούμενο βράδυ. Η παραπονούμενη παρέδωσε στο Δικαστήριο πολυσέλιδο έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 στην διαδικασία και στο οποίο καταγράφονται τα αλλεπάλληλα μηνύματα που απέστελλε την 5.2.19 ο κατηγορούμενος προς το κινητό τηλέφωνό της παραπονούμενης. Τα μηνύματα αυτά προήλθαν από τον αριθμό «[ ]», ήτοι από τον αριθμό κινητού τηλεφώνου του κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη αποτύπωσε φωτογραφικά τα μηνύματα που τις απέστειλε ο κατηγορούμενος, ενώ σε αυτές (τις φωτογραφίες) καταγράφεται η μέρα και η ώρα έκαστου μηνύματος. Ο κατηγορούμενος έστειλε το πρώτο μήνυμα η ώρα 11:01 το πρωί και το τελευταίο η ώρα 19:
  2. Υπήρξαν στιγμές όπου ο κατηγορούμενος έστελνε μέχρι και 5 μηνύματα το λεπτό, ενώ παράλληλα έστελνε επανειλημμένως το ίδιο μήνυμα συνεχόμενα στο οποίο καταγραφόταν η φράση «θέλω τα λεφτά μου πίσω». Η ίδια δεν απάντησε σε αυτά τα μηνύματα, όμως φοβήθηκε γιατί τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα είχαν αρχίσει από τη 3.2.
  3. Μετά δήλωσε, ακολούθησε το συμβάν με το αυτοκίνητο, όπου τρόμαξε ακόμα περισσότερο (4.2.19), ενώ την επομένη (5.2.19) έλαβε χώρα η αποστολή των πιο πάνω μηνυμάτων. Η αναστάτωση της ήταν τέτοια που αναγκάστηκε να τηλεφωνήσει στον δικηγόρο της ούτως ώστε να λάβει νομική συμβουλή. Ακολούθως, συνοδεία του, μετέβησαν στην αστυνομία για να υποβάλει παράπονο, αφού δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει, φοβούμενη μήπως την ακολουθήσει και πάλι ο κατηγορούμενος. Ερωτηθείσα μέχρι πότε επικοινωνούσαν με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη απάντησε ότι από τη στιγμή που χώρισαν δεν υπήρχε καμία ουσιαστική επικοινωνία ενώ μετά την 5.2.19 και εντεύθεν η ίδια ποτέ δεν επικοινώνησε μαζί του, είτε τηλεφωνικώς ή άλλως πως. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Χριστοφίδη αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, παραδέχθηκε ότι απάντησε μία φορά στα μηνύματα του κατηγορουμένου και αυτό, για να του πει ότι δεν είχε τα χρήματα που της έδωσε για να του τα επιστρέψει καθότι, δεν είχε ακόμη πληρωθεί από την εργασία της. Η μάρτυρας συμφώνησε περαιτέρω ότι τις εν λόγω φωτογραφίες, οι οποίες αποτυπώνουν την οθόνη του τηλεφώνου της ως είχε την 5.2.19, και δη όταν ο κατηγορούμενος της απέστελλε μηνύματα, έστειλε προς εκτύπωση σε ηλεκτρονική διεύθυνση που ανήκε στην αδελφή της, αφού η ίδια δεν έχει εκτυπωτή. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αποστολή και εκτύπωση τους. Παρά την πιο πάνω αδυναμία της, αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το περιεχόμενο τους δεν είναι αυθεντικό. Συμφώνησε ότι επί εν λόγω τεκμηρίου δεν αναγράφεται ο δικός της αριθμός τηλεφώνου. Ερωτηθείσα όπως αναφέρει αυτόν, απάντησε ότι είναι κάτοχος του αριθμού κινητού τηλεφώνου «[ ]», αριθμός ο οποίος συμφώνησε, δεν αντιστοιχεί με τον αριθμό που καταγράφεται ως δικός της στα πρωτογενή γεγονότα της 3ης κατηγορίας. Ως προς εκείνον τον αριθμό μάλιστα, ήτοι αυτόν που καταγράφεται στην 3η κατηγορία, απάντησε ότι δεν τον αναγνωρίζει αφού ποτέ δεν κατείχε τέτοιο αριθμό. Ρωτήθηκε η παραπονούμενη αν έχει επικοινωνία με τα παιδιά της, για να απαντήσει ότι, παρά τις προσπάθειες της να τα προσεγγίσει, αυτά δεν επιθυμούν όπως έχουν επαφές. Δήλωσε ότι η ίδια έκανε πολλές προσπάθειες, αφού καμία μητέρα δεν θέλει να είναι μακριά από τα παιδιά της, όμως αυτές δεν επέφεραν καρπούς. Υποβλήθηκε στην ΜΚ1 ότι ήταν επιλογή της να απομακρυνθεί από τα παιδιά της, με την μάρτυρα να απαντά κλαίγοντας ότι «δεν είναι δική της επιλογή και δεν είναι η ίδια που είχε ενοχλήσει, παρενοχλήσει ή απειλήσει τον πατέρα των παιδιών αλλά ο πατέρας των παιδιών την ίδια, εξ'ού και έφυγε από τον γάμο». Τον επίδικο χρόνο ανέφερε, εργαζόταν σε πρακτορείο στοιχημάτων. Οι ώρες εργασίας της ήταν επί καθημερινής βάσης, 14:00 - 22:
  4. Αποτέλεσε θέση του κ. Χριστοφίδη ότι λόγω της τροχαίας κίνησης που υπήρχε, δεν υπήρχε περίπτωση ο κατηγορούμενος να κατάφερε να τοποθετήσει το όχημα του δίπλα, και δη, ως το έθεσε η παραπονούμενη, εκατοστά από το δικό της, αφού ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, υποβάλλοντας της παράλληλα τη θέση ότι ψεύδεται ως προς το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Η ΜΚ1 απάντησε ότι, μόλις την είδε ο κατηγορούμενος ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση, πλησίασε το όχημα της τοποθετώντας το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου σχεδόν απέναντι από το δικό της, απειλώντας την με την φράση που καταγράφεται στην πρώτη κατηγορία. Ο κατηγορούμενος σταματώντας το όχημα του, ανέφερε η ΜΚ1, ανέκοψε και την οδική κυκλοφορία. Με την εκστόμιση της απειλής ο κατηγορούμενος έκανε επαναστροφή, ακολουθώντας την. Διατείνετο η υπεράσπιση ότι, η παραπονούμενη κάλεσε τον κατηγορούμενο όπως την ακολουθήσει μέχρι την οικία της αδελφής της ούτως ώστε να συνομιλήσουν, παραπέμποντας την προς τούτο στα όσα καταγράφονται επί του Τεκμηρίου 2, θέση την οποίαν η παραπονούμενη απέρριψε δηλώνοντας ότι: «στην κατάσταση στην οποία βρισκόμουν δεν ήμουν σε θέση ούτε να σταματήσω ούτε να συζητήσω με τον κατηγορούμενο». Στην υποβολή ότι όλα αυτά που αναφέρει περί «τρόμων και φόβων» δεν είναι τίποτα άλλο από ένα κατασκεύασμα, με σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας στον πατέρα των παιδιών της, η μάρτυρας απάντησε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο της έκανε όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο και την άφησε χωρίς παιδιά. Ρωτήθηκε η παραπονούμενη κατά πόσον επισκέφθηκε οποιοδήποτε ψυχολόγο ή άλλο ιατρό ούτως ώστε να επιλύσει τα όσα κατ΄ισχυρισμόν βίωσε, με την ίδια να απαντά αρνητικά. Τέλος, η παραπονούμενη συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι καθ΄όλους τους ουσιώδεις χρόνους διατηρούσε την επιλογή όπως απαντήσει στα τηλεφωνήματα του κατηγορούμενου, όπως αγνοήσει αυτά ή όπως μην απαντήσει. Μαρτυρία Υπεράσπισης Κληθείς σε απολογία, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως, παραδίδοντας στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση, η οποία φέρει τη σήμανση, Έγγραφο Χ. Μαζί με την παραπονούμενη παντρεύτηκαν αποκτώντας 2 παιδιά, τους Αντρέα και Αλέξανδρο Μιχαηλίδη. Την 10.12.18 η παραπονούμενη αποτάθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο εξασφαλίζοντας μονομερές Διάταγμα βάση για αποκλειστική (προσωρινή) χρήση της τότε κατοικίας τους, στην Οδό Σταυροδρομίου 25, στη Λάρνακα (Τεκμήριο 3). Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο του εξασφαλισθέντος υπό του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας Διατάγματος Διατροφής, με αριθμό 203/
  5. Τις δύο πιο πάνω αιτήσεις η παραπονούμενη απέσυρε αντίστοιχα την 30.1.19 και 30.2.19, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρονται σε ακύρωση τα δύο προαναφερθέντα Διατάγματα. Ο ίδιος αποτελεί πλέον τον αποκλεστικό φροντιστή και κηδεμόνα των τέκνων του - (Τεκμήριο 5- Αντίγραφο Διατάγματος Επιμέλειας και Επικοινωνίας - Αίτηση με αρ. 83/19, ημερομηνίας 27.1./20 του Ε.Δ. Λάρνακας). Εναντίον της παραπονούμενης εκδόθηκε Διάταγμα Διατροφής (Τεκμήριο 6- Αίτηση με αρ. 63/19 Ε.Δ.Λάρνακας). Τα γεγονότα που έχει αναφέρει η ΜΚ1, πόρρω απέχουν από την πραγματικότητα, δήλωσε ο κατηγορούμενος. Την 3.2.19 η παραπονούμενη εγκατέλειψε τη συζυγική εστία και δεν επικοινωνούσε με κανέναν. Εξαιτίας της ύπαρξης του ανήλικου τους υιού, Αλεξάνδρου, αναγκάστηκε όπως ο ίδιος επιστρέψει στο σπίτι. Ο ίδιος είναι αρτοποιός και λόγω της φύσης της εργασίας του, οφείλει να απουσιάζει κατά τις πολύ πρωινές ώρες από την οικία, λόγω παραδόσεων. Ο μικρότερος τους υιός αντιμετώπισε πολλά προβλήματα λόγω της απουσίας της μητέρας του, ενώ κατά τον ίδιον, (τον κατηγορούμενο) δεν ήταν ορθό όπως ο ανήλικος μένει μόνος του στο σπίτι κατά τις πρωινές ώρες, όταν ο ίδιος απουσίαζε. Επιχείρησε πολλές φορές όπως επικοινωνήσει με την παραπονούμενη την 3.2.19, χωρίς επιτυχία. Την επίδικη μέρα και ώρα είδε την παραπονούμενη στην Οδό Χαμίτ Μπέη, καθώς οδηγούσε από την αντίθετη κατεύθυνση. Η ίδια ήταν έξω από το σχολείο, κοντά στην Υπεραγορά Άλφα-Μέγα. Ο ίδιος οδηγούσε αντίθετα, με πορεία προς τη Μητρόπολη. Μόλις την είδε, «σταμάτησε στον δρόμο» λέγοντας της ότι πρέπει να μιλήσουν για τον Αλέξανδρο. Η παραπονούμενη ήταν αρνητική, όμως ο ίδιος επέμενε, τονίζοντας ότι επρόκειτο για ζήτημα που αφορούσε το παιδί τους. Η ίδια, αφού είχε πεισθεί του ζήτησε να την ακολουθήσει. Ο ίδιος έκανε δεξιά επαναστροφή στον δρόμο, απέναντι από την είσοδο του σχολείου, και ακολούθησε την παραπονούμενη μέχρι το «Στάδιο Αμμόχωστος». Εκεί η παραπονούμενη στάθμευσε. Ο ίδιος εισήλθε στο αυτοκίνητό της, κάθισε στη θέση του συνοδηγού και συζήτησαν το ενδεχόμενο όπως ο ίδιος φύγει από το σπίτι και επιστρέψει η ίδια, ούτως ώστε ο Αλέξανδρος να έχει κάποιον μαζί του, περισσότερες ώρες. Η παραπονούμενη ήταν αρνητική. Εξερχόμενος από το αυτοκίνητο, έπεσε ο καθρέφτης από το καθρεφτάκι της πόρτας του συνοδηγού. Ο ίδιος το επανατοποθέτησε. Δύο μέρες αργότερα, ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι υπάρχει εναντίον του καταγγελία για απειλή. Ο ίδιος ποτέ δεν την απείλησε. Η κυρίως εξέταση του κατηγορουμένου αποτέλεσε μια επανάληψη των όσων προέβαλε στη γραπτή του δήλωση. Αντεξετασθείς ανάφερε ότι με τη παραπονούμενη χώρισαν το
  6. Περί το Δεκέμβριο του 2018 είχε εκδοθεί εναντίον του Διάταγμα όπως παραδώσει το σπίτι για αποκλειστική χρήση από την παραπονούμενη. Ο ίδιος επέστρεψε στην οικία αφότου η παραπονούμενη απέσυρε την αίτηση, ήτοι περί τον Φεβρουάριο του
  7. Ερωτηθείς γιατί αποσύρθηκαν οι αιτήσεις, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν γνωρίζει τους λόγους και αυτές οι ερωτήσεις θα ήταν καλό να υποβάλλονταν στην παραπονούμενη και όχι, στον ίδιο. Την 3.2.19 ενημερώθηκε από τον μεγαλύτερο του υιό ότι η μητέρα τους αποχώρησε από την οικία και έτσι ο ίδιος αναγκάστηκε να επιστρέψει. Στο μεσοδιάστημα ο ίδιος διέμενε σε σπίτι φίλου του, ενώ με τα παιδιά του καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους είχε καθημερινή επαφή. Με την παραπονούμενη δεν διατηρούσαν σχέσεις ούτε είχαν επαφές ενώ στο τηλέφωνο μιλούσαν όποτε η πρώτη είχε ανάγκη από χρήματα. Όποτε ο ίδιος την καλούσε, δεν ανταποκρινόταν. Κάποια στιγμή, μετά την ακύρωση των Διαταγμάτων έτυχε να μιλήσουν στο τηλέφωνο, και αφότου η παραπονούμενη χρειάστηκε κάποια χρήματα. Εξ' όσων γνωρίζει, το ψυγείο ήταν άδειο και έτσι της έδωσε €200 νοουμένου, ότι θα του τα επέστρεφε πίσω. Τα χρήματα αυτά της τα έδωσε «στο χέρι» έξω από το σπίτι τους, μετά την 30.1.19 και αφότου είχε ακυρωθεί το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Όταν ενημερώθηκε από τον υιό τους την 3.2.19 ότι η μητέρα τους εγκατέλειψε την οικία, προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Θυμάται ότι της ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων που της έδωσε περί την 2.2.19 ή την 3.2.19 με την ίδια να απαντά ότι δεν είχε τα χρήματα για να του τα επιστρέψει. Ερωτηθείς γιατί το ζευγάρι οδηγήθηκε στο χωρισμό, ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να απαντήσει. Εναντίον του ανέφερε, εκδικάστηκε ήδη μια υπόθεση που αφορούσε σε καταγγελία της συζύγου του εναντίον του, ενώ πέραν από την παρούσα, εκκρεμεί ακόμη μια. Σε όλες ο ίδιος είναι κατηγορούμενος. Κληθείς να περιγράψει πώς εκτυλίχθηκε το περιστατικό την 4.2.19 ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εντόπισε την παραπονούμενη στην αντίθετη από τον ίδιο πορεία, και έτσι, την πλησίασε για να της αναφέρει ότι πρέπει να μιλήσουν για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο μικρότερος τους υιός. Η ίδια του ανέφερε όπως την ακολουθήσει. Στο κάλεσμα όπως επιστρέψει η παραπονούμενη στο σπίτι και φύγει ο ίδιος, η πρώτη ήταν ανένδοτη. Την επιστροφή των €200 δεν ζήτησε εκείνη τη μέρα αλλά τηλεφωνικώς. Μετά το περιστατικό δεν μίλησαν ποτέ ξανά στο τηλέφωνο, ούτε είχαν οποιανδήποτε άλλη συνάντηση. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα η γραπτή κατηγορία που του αποδόθηκε, Τεκμήριο 7 επί της οποίας αναγνώρισε την υπογραφή του. Παρά την απόδοση σε αυτόν γραπτής κατηγορίας από μέρους της αστυνομίας, ποτέ, μέχρι σήμερα, δεν συνειδητοποίησε ότι η υπόθεση θα «έφτανε μέχρι το Δικαστήριο», ενώ ούτε τότε, ήτοι όταν ερωτήθηκε σχετικά, ένιωσε την ανάγκη να αναφέρει την δική του εκδοχή ως προς το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Περιορίστηκε μόνο στην αναφορά του περί μη παραδοχής. Σε ερώτηση κατά πόσον ήταν ήρεμος την ώρα που μιλούσε με την παραπονούμενη στην οδό Χαμίτ Μπεή, αποδέχθηκε ότι ενδεχομένως να ήταν «πιεστικός» ή ακόμη και «καταπιεστικός» ως ανέφερε, αφού υπήρχε πραγματικό πρόβλημα με τον Αλέξανδρο. Ποτέ όμως, δεν απείλησε την παραπονούμενη. Επιδείχθηκε στον μάρτυρα το Τεκμήριο
  8. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι απέστειλε προς την παραπονούμενη το πρώτο στη σειρά μήνυμα, με ώρα αποστολής 11:01, με το οποίο απαιτούσε την επιστροφή των χρημάτων του. Το εν λόγω μήνυμα απέστειλε στον αριθμό που διατηρούσε η παραπονούμενη όλα τα χρόνια που ήσαν μαζί, και δη στο «99763710». Το αμέσως επόμενο μήνυμα στη σειρά αποτελεί την απάντηση της παραπονούμενης, όπου αναφέρει ότι δεν έχει τα χρήματα για να του τα επιστρέψει καθότι δεν είχε μέχρι τότε, πληρωθεί από την εργασία της. Πλην του τελευταίου μηνύματος (σελ. 26 -Τεκμήριο 2) με το οποίο την ρωτούσε πότε την απείλησε, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ο ίδιος ήταν ο αποστολέας των λοιπών μηνυμάτων που αποτυπώνονται στις σελίδες 2 μέχρι και 25 του εν λόγω Τεκμηρίου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Με δεδομένο ότι η όλη υπόθεση εδράζεται επί δύο διιστάμενων εκδοχών, το Δικαστήριο οφείλει, όπως πάντοτε άλλωστε, να παρακολουθεί τους ενώπιον του μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» - (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015). Το Δικαστήριο καλείται συνεπώς όπως αξιολογήσει την μαρτυρία στην ολότητα της και όχι αποσπασματικά, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψιν, ως προτάσσει και η νομολογία, τη γενική συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση και το λογικοφανές των θέσεων τους, σε συνάρτηση πάντοτε με τα όσα ανέφεραν αρχικώς, ανακρινόμενοι από τις Αστυνομικές Αρχές (βλ. Ζεβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ 1119, Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/07, ημερομηνίας 10/12/2018). Μέσω της αξιολόγησης ενός μάρτυρα το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά, να αναλύσει τα λεγόμενα έκαστου εξ' αυτών, τις αντιδράσεις και συμπεριφορά του επί του εδωλίου, και να αναδείξει υπό το πρίσμα της ανθρώπινης πείρας και φύσης το αξιόπιστο ή μη, της εκδοχής που παρουσιάζει. Σημειώνεται ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, αλλά αντίθετα ενδέχεται να ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια του, καταδεικνύοντας ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας). Η παραπονούμενη άφησε το Δικαστήριο με θετικές εντυπώσεις. Η ειλικρίνειαα της όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν διάχυτη με το Δικαστήριο να μην εντοπίζει καμία προσπάθεια εκ μέρους της όπως, είτε αποκρύψει γεγονότα είτε μεγεθύνει αυτά, είτε αλλοιώσει. Δεν διέλαθε της προσοχής μου η έντονη ομολογουμένως, συναισθηματική φόρτιση της κατά την ζώσα μαρτυρία της. Η ίδια ήταν περιγραφική στα όσα κατά την δική της εκδοχή συνέβησαν τις μέρες που προηγήθηκαν του υπό εκδίκαση περιστατικού, των όσων οδήγησαν στην διάσταση των παραγόντων της διαδικασίας, αλλά και των ολέθριων συνεπειών που επήλθαν από τις αποφάσεις της, με την ίδια να έχει πλέον απωλέσει κάθε επαφή με τα παιδιά της. Με τρεμάμενη φωνή περιέγραψε το πώς έλαβε χώρα το επίδικο, υπό του κατηγορητηρίου, συμβάν. Η στάση της στο εδώλιο καταδείκνυε τον φόβο που της είχε προκαλέσει η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της, και ειδικότερα η απειλή που αυτός εκστόμισε, θέση την οποίαν το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου επί του σημείου, επιβεβαιώνει τις θέσεις της παραπονούμενης και δη ότι (α) την εντόπισε στον Οδό Χαμίτ Μπέη στη Λάρνακα, (β) ότι αυτή οδηγούσε από την Εκκλησία της Μητρόπολης με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας της υπεραγοράς Αλφα-Μέγα, (γ) ότι ο ίδιος ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση και εντοπίζοντας αυτή αποφάσισε όπως, έστω και για λίγο (βλ. πρακτικά ημερ. 26.6.23 σελ.14) σταματήσει το όχημα του δίπλα της για να της απευθύνει το λόγο, (δ) ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως ο ίδιος ανέφερε, ήταν «έντονος, πιεστικός, ίσως ακόμη και καταπιεστικός» (βλ.πρακτικά ημερ. 26.6.23 σελ.18). Συνεπώς μέχρι τούτου του σημείου, ήτοι της συνάντησης τους στο δρόμο, τα γεγονότα είναι παραδεκτά. Η θέση του κατηγορούμενου ότι ποτέ δεν εκστόμισε την συγκεκριμένη απειλή δεν έπεισε, ως θα επεξηγήσει το Δικαστήριο κατωτέρω στην απόφαση του. Το γεγονός, το οποίο οδήγησε στην εκστόμιση της συγκεκριμένης απειλής, ήταν η κάθετη απόφαση της παραπονούμενης για τερματισμό ουσιαστικά του γάμου, απόφαση την οποίαν του ανακοίνωσε την 2.2.
  1. Ενώ ο ίδιος διέμενε εκτός οικίας από το Δεκέμβριο του 2018 αποφάσισε, αμέσως μετά την ανακοίνωση της παραπονούμενης όπως επιστρέψει στην οικία για να μείνει μόνιμα. Στο άκουσμα αυτού, η παραπονούμενη εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία. Από την 2.2.19, ημερομηνία που η παραπονούμενη εγκατέλειψε την πιο πάνω οικία, μέχρι και την επόμενη, δηλαδή την 3.2.19 ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να την εντοπίσει στα τηλέφωνα, χωρίς καμία απάντηση από την ίδια. Αυτήν εντόπισε στο δρόμο την επόμενη μέρα, τυχαία. Επόμενο ήταν, ως και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι, τελούσε υπό ένταση, αφού ως ο ίδιος ανέφερε στην μαρτυρία του, «μπορεί να γίνει κάποιος και καταπιεστικός για να μιλήσει για (ζητήματα που αφορούν) τα παιδιά του», ενώ εκείνη τη στιγμή, «ήταν πιεστικός στο πρόβλημα που υπήρχε με τον Αλέξανδρο» (βλ. πρακτικά ημερ. 23.6.23 σελ. 18-19). Την ώρα που την εντόπισε στο δρόμο, και με δεδομένο συνεπώς ότι η ίδια δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις του, αποφάσισε όπως της μιλήσει σε έντονο ύφος, ξεστομίζοντας την υπό του κατηγορητηρίου απειλή, το περιεχόμενο της οποίας συνάδει με τα όσα συνέβησαν τις προηγούμενες μέρες, απειλώντας την ότι «θα την σκοτώσει, θα τη τσιλλίσει, αν τολμήσει να μην του ξαναπαντήσει» στις κλήσεις του. Ως ο ίδιος το έθεσε χαρακτηριστικά στην μαρτυρία του: «όταν έχεις πρόβλημα με τα παιδιά σου θα κάνεις το παν να μιλήσεις για το πρόβλημα των παιδιών σου. Τα άλλα όλα, άσε τα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η αντεξέταση της παραπονούμενης από την υπεράσπιση ήταν επίπονη επί παντός επιστητού, με ιδιαίτερη έμφαση να δίδεται στο πώς την προσέγγισε ο κατηγορούμενος την 4.2.
  2. Διατείνεται η υπεράσπιση ότι επί του σημείου τούτου, η παραπονούμενη προώθησε δύο διαφορετικές εκδοχές και ως εκ τούτου, η μαρτυρία της δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με τη δέουσα προσοχή τη μαρτυρία της παραπονούμενης επί του σημείου, και αντιπαρέβαλε αυτήν με τις αρχικές της θέσεις, ως αυτές προώθησε στην αστυνομία, αλλά και αυτές που ανέπτυξε κατά την ακροατηρίω διαδικασία, μη εντοπίζοντας σε οιοδήποτε στάδιο αντιφάσεις τέτοιας φύσης, μεγέθους ή έκτασης που να εκθεμελιώνουν είτε την αξιοπιστία της είτε, την ουσία της μαρτυρίας της και συγκεκριμένα ότι αυτή απειλήθηκε από τον κατηγορούμενο την 4.2.19 στην Οδό Χαμίτ Μπέη στη Λάρνακα. Η παραπονούμενη στην κατάθεση της περιγράφει το συμβάν ως ακολούθως: «Χτες 4.2.19 και περίπου η ώρα εντεκάμιση ενώ οδηγούσα το αυτοκίνητο μου και πήγαινα από την Εκκλησία Μητρόπολης προς τα φώτα τροχαίας της υπεραγοράς «Αλφαμέγα, λίγο πριν τα φώτα, αυτός ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση σταμάτησε απότομα μπροστά μου και μου είπε «Την επόμενη φορά που δεν θα μου απαντήσεις το τηλέφωνο θα σε σκοτώσω, θα σε τσιλλίσω». Κατά την κυρίως εξέταση της, η παραπονούμενη περιέγραψε το συμβάν ως εξής: «Ε. Ακολούθως στη δεύτερη σελίδα της κατάθεσης σου, αναφέρεις ότι «4.2.19.κατεύθυνση» Αυτό το συμβάν, πες μας λίγο περισσότερες λεπτομέρειες. A. Ερχόμουν από τη Μητρόπολη να πάω προς τα φώτα του Αλφα-Μέγα. Είχε κίνηση και πηγαίναμε σιγά-σιγά. Σε μια φάση έτσι όπως πηγαίναμε, βλέπω ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά. Γύρισε στη μέση του δρόμου ακριβώς μπροστά μου, δίπλα και σταμάτησε ακριβώς δίπλα μου. Επειδή είχα λίγο το αυτοκίνητο ανοικτό, άνοιξα παράθυρο κα άρχισε να φωνάζει. Απάντα μου στα μηνύματα μου, απάντα στα τηλέφωνα αλλιώς την επόμενη φορά δεν θα σταματήσω. Θα σε τσιλλίσω. Ε. Μας είπες είδες ένα αυτοκίνητο. Α. Ναι Ε. Τι αυτοκίνητο ήταν; To αναγνώρισες; A. Ναι, ήταν το Suzuki που είχε, το γκρίζο το Suzuki. E. Και μέσα ποιος ήταν; A. Ήταν ο ίδιος. Ε. Και σου ανέφερε αυτό που λες εδώ στη κατάθεση σου; A. Ναι, άρχισε να φωνάζει απάντα μου στα τηλέφωνα, απάντα μου στα μηνύματα, αν όχι, την επόμενη φορά θα σε τσιλλίσω. Ε. Δηλαδή ήσασταν κοντά -κοντά; A. Ήταν μιλίμετρα να πω σταματημένος δίπλα στο αυτοκίνητο που οδηγούσα εγώ. Ε. Και μας είπες ήταν ανοιχτό το παράθυρο σας ή το παράθυρο του; A. Ήταν λίγο ανοιχτό το δικό μου και άνοιξε και το δικό σου και άρχισε να φωνάζει. Ε. Εσείς πώς νιώσατε εκείνη τη στιγμή; A. Σίγουρα τρόμαξα, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, γιατί είχε κίνηση. Έπρεπε να προχωρήσω σιγά σιγά, οδήγησα μέχρι το σπίτι της αδελφής μου. Ε. Δηλαδή τον αποφύγατε, συνεχίσατε; A. Ερχόταν από πίσω μου εκείνη τη στιγμή που γύρισε για να έρθει κοντά μου. Είναι λογικό ότι άρχισα να προχωράω και ερχόταν από πίσω. Ε. Και πήγατε στην αδελφή σας; A. Πήγα στην αδελφή μου σίγουρα τρομαγμένη, σίγουρα, δεν ξέρω πως οδήγησα μέχρι εκεί. Ε. Είναι μακριά από το σημείο, από το σημείο που έγινε; A. 5 λεπτά περίπου. Εκείνο τον καιρό έμενε στις προσφυγικές κατοικίες κοντά στο round about της Σαλαμίνας, άρα εντάξει. Ε. Και το αυτοκίνητο που σας ακολουθούσε ο Μάρκος βασικά τί είχε; A. Έρχονταν από πίσω μου, μέχρι κοντά στο σπίτι της αδελφής μου. Ε. Kαι μετά έφυγε σε κάποια φάση; A. Όταν έκανα σε μια φάση να στρίψεις δεξιά και είχε μονόδρομο, ήταν κλειστός ο δρόμος, έφυγε. Δεν με ακολουθούσε. Ε. Τον είδες ότι δεν ήταν πλέον πίσω σου; A. Ναι. Ε. Και είχε γίνει κάποιο άλλο περιστατικό ακολούθως; A. Εκείνη τη μέρα όχι. Συνέχιζαν όμως από το πρωί τα μηνύματα και τηλέφωνα. Δηλαδή τα μηνύματα είχαν αρχίσει από το πρωί πριν το συμβάν με το αυτοκίνητο. Γι' αυτό φώναζε απάντα μου στα τηλέφωνα, απάντα μου στα μηνύματα. Έστελνε μηνύματα και έπαιρνε τηλέφωνο από το πρωί συνέχεια και εγώ δεν απαντούσα». Αντεξεταζόμενη, η θέση της παραπονούμενης επί του σημείου ουδόλως κλονίστηκε. Η αντίφαση κατά την υπεράσπιση έγκειται στο γεγονός ότι, στην αντεξέταση της η παραπονούμενη ανέφερε ο κατηγορούμενος προσέγγισε και τοποθέτησε το όχημα του κατά τρόπο που το μπροστινό του μέρος ήταν απέναντι από το δικό της, αποκόπτοντας την τροχαία κίνηση. Όμως τη θέση αυτή προώθησε από την αρχή. Ανέκαθεν υπήρξε θέση της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το όχημα του «μπροστά της» και «δίπλα της» σε απόσταση εκατοστών, ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός δε ότι, ο κατηγορούμενος μετά που της μίλησε, έκανε επαναστροφή με σκοπό να την ακολουθήσει. Η εισήγηση συνεπώς της υπεράσπισης ότι, η παραπονούμενη δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, και αυτό γιατί, προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας φανερώνει ότι, η εκδοχή της ως προς πώς εκτυλίχθηκε το επίδικο συμβάν, ταυτίζεται και συμπορεύεται με τις θέσεις που προέβαλε ο κατηγορούμενος (βλ. σελ. 11 ανωτέρω, σημεία (α)-(δ)). Παρά τη συναισθηματική φόρτιση της, η παραπονούμενη απαντούσε άμεσα, χωρίς περιστροφές ενώ οι απαντήσεις της δίδονταν πηγαία, χωρίς ίχνος δισταγμού, μη φοβούμενη να φανερώσει ακόμη και πτυχές της ιστορίας που ενδεχομένως να έφεραν αρνητικό πρόσχημα, όπως παραδείγματος χάριν, η απόφαση να αφήσει πίσω τα δύο της παιδιά, ένα εκ των οποίων, τότε, ανήλικο, προκειμένου να απομακρυνθεί από τον κατηγορούμενο. Η ειλικρίνεια της μάρτυρος αντανακλάται και από το γεγονός ότι αποδέχθηκε ευθύς αμέσως αντεξεταζόμενη ότι, ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που καταγράφεται ως δικός της στην κατηγορία 3, δεν αντιστοιχεί στον αριθμό που κατείχε ή ίδια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενο στο εκ πρώτης όψεως στάδιο από τη συγκεκριμένη κατηγορία αφού, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν ταυτίζετο με τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Η εισήγηση της υπεράσπισης περί εμφανούς προσπάθειας από μέρους της παραπονούμενης όπως κατά τη ζώσα μαρτυρία της κτίσει μια ιδιαίτερη αντιπαθή εικόνα εναντίον της προσωπικότητας του κατηγορούμενου, δεν μπορεί να επιτύχει, ειδικότερα από την στιγμή που η ίδια παραδέχθηκε ότι σε αυτόν εναπόθεσε την αποκλειστική επιμέλεια των δύο της παιδιών. Ειλικρινή διαπιστώνω και τη θέση και τοποθέτηση της ότι ο λόγος που προέβη στην εν λόγω καταγγελία δεν ήταν εκδικητικός. Αντίθετα αυτή ήταν αποτέλεσμα του ότι η ίδια πραγματικά φοβήθηκε, με την συμπεριφορά του κατηγορούμενου την 4.2.19 να αποτελεί το απαύγασμα επί μιας ήδη υπάρχουσας τεταμένης κατάστασης, η οποία κορυφώθηκε μεταξύ των ημερομηνιών 2.2.19- 5.2.
  3. Ακόμη και μετά από 6 και πλέον χρόνια, ήτοι όταν κατέθετε, ήταν εμφανές ότι, η παρουσία του κατηγορούμενου στον ίδιο χώρο μαζί της, της προκαλούσε αναστάτωση. Στρέφομαι τώρα να αξιολογήσω τη σχετικότητα και βαρύτητα που φέρει το Τεκμήριο 2, ήτοι των μηνυμάτων που αποστάλθηκαν ή ανταλλάχθηκαν μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης. Από τη στιγμή που η ίδια η παραπονούμενη καταθέτοντας απάντησε ότι, ουδέποτε κατείχε ή της ανήκε ο αριθμός κινητού τηλεφώνου «[ ]» στον οποίο κατ΄ισχυρισμόν απεστάλησαν τα μηνύματα και ο οποίος, δυνάμει των Λεπτομερειών του Αδικήματος[3] ήταν δικός της κατά την 5.2.19, το Δικαστήριο καταλήγει ότι καμία βαρύτητα δεν μπορεί να αποδοθεί στο περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει το όλο ζήτημα, ενώ ενασχόληση του με τη θέση της υπεράσπισης ότι το περιεχόμενο αυτού αποτελεί κατασκεύασμα της παραπονούμενης θα παρέμενε μια άσκοπη άσκηση επί χάρτου. Αφ'ης στιγμής η κατηγορούσα αρχή δια της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν απέδειξε ότι ο συγκεκριμένος αριθμός (στον οποίον αποστέλλονταν τα συγκεκριμένα μηνύματα) ανήκε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην παραπονούμενη, τότε, οτιδήποτε έχει σχέση με το εν λόγω Τεκμήριο, έχει απωλέσει το υπόβαθρο του, συμπαρασύροντας έτσι και το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι, η παραπονούμενη «ποτέ δεν φοβήθηκε» αφού οικειοθελώς, την 5.2.19, και δη μια μέρα μετά το επίδικο συμβάν, απάντησε σε μήνυμα του κατηγορούμενου. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησε η παραπονούμενη, η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν έπεισε. Αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως συγκεχυμένη επί ουσιωδών σημείων ενώ κατά την αντεξέταση του υπέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του όπως υποβιβάσει το όλο συμβάν, παρουσιάζοντας το ως ένα ήπιο διάλογο, και μια ευγενική παράκληση από μέρους του, όταν την συνάντησε τυχαία όπως μιλήσουν για το υιό τους. Οι αντιφάσεις όμως στις οποίες υπέπεσε, σε συνδυασμό με τη γενικότερη παραδοχή του ότι δεν ήταν ψύχραιμος, αλλά αντίθετα «έγινε πιεστικός ή καταπιεστικός» και ότι όντως τελικά, πλησίασε τη παραπονούμενη για να λάβει το λόγο που δεν του απαντούσε στις κλήσεις του, τείνουν να καταδείξουν το μη φιλαλήθες των ισχυρισμών του. Επέμενε ο κατηγορούμενος ότι από το Δεκέμβριο του 2018 και μετά, δεν υπήρχε λόγος να μιλούν με την παραπονούμενη, ειδικότερα από τη στιγμή που η ίδια έλαβε σχετικό Διάταγμα για αποκλειστική χρήση της οικίας, θέση την οποία σύντομα αναίρεσε, δηλώνοντας ότι ανά διαστήματα μιλούσαν, ενώ τεχνηέντως σε έκαστη απάντηση του φρόντιζε όπως υπενθυμίσει το Δικαστήριο περί της απόσυρσης των σχετικών αιτήσεων από μέρους της παραπονούμενης. Προβληματισμό δημιουργεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ενώ παραδέχθηκε ότι αντιμετωπίζει 3 συνολικά υποθέσεις ενώπιον της Δικαιοσύνης με παραπονούμενη πάντοτε τη τέως σύζυγο του, και ενώ μία εξ' αυτών έχει τελεσφορήσει, απέφευγε τεχνηέντως όπως απαντήσει σε τι αφορούν αυτές ή τι ήταν το αποτέλεσμα της υπόθεσης που ολοκληρώθηκε, με κατηγορούμενο τον ίδιο. Διατείνετο ο κατηγορούμενος ότι από το Δεκέμβριο δεν είχαν επαφές με την παραπονούμενη και ότι ο ίδιος ποτέ δεν την ενοχλούσε, όμως κατά τα λοιπά παραδέχθηκε ότι, της τηλεφωνούσε τόσο πριν την άρση των Διαταγμάτων αλλά και μετά, και ότι αυτή, δεν του απαντούσε. Μάλιστα δήλωσε ότι δεν της μιλούσε γιατί «δεν είχε ανάγκη», όμως παραδέχθηκε ότι ο ίδιος ήταν πάντοτε διαθέσιμος όποτε τον χρειαζόταν, απαντώντας σε όλα τα τηλεφωνήματα της. Δήλωσε ότι ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων που έδωσε στην παραπονούμενη πριν την συνάντηση τους την 4.2.19, τηλεφωνικώς, θέση η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την θέση του ότι αυτά της έδωσε μόλις την 3.2.19 και ζήτησε πίσω, περί τις δύο μέρες αργότερα. Δήλωνε ότι ήταν ήρεμος όταν της μίλησε στο δρόμο «γιατί ήθελε να δει τα παιδιά του», ξεχνώντας ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που διέμενε μαζί τους το εν λόγω διάστημα. Τη θέση ότι ήταν ήρεμος δε, αμέσως αναίρεσε δια της επόμενης του απάντησης, αναφέροντας ότι ενδέχεται να έγινε καταπιεστικός και πιεστικός στην απαίτηση του να του μιλήσει. Το γεγονός δε ότι, όταν κατηγορήθηκε από την αστυνομία, δεν ένιωσε την ανάγκη να αναφέρει ή να δηλώσει την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα, αφότου του είχαν αποδοθεί οι γραπτές κατηγορίες, προβληματίζει, αφού οι θέσεις που προέβαλε στη ζώσα μαρτυρία κρίνονται ως εκ των υστέρων σκέψεις οι οποίες κατασκευάστηκαν με σκοπό την αποφυγή ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται ως αναξιόπιστη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 91(γ) του Κεφ. 154, «απειλή βιοπραγίας» διαπράττεται όταν, «όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλο ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών ετών». Η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που απείλησε την παραπονούμενη συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται στην 1η κατηγορία, ήτοι ότι, εκστόμισε εναντίον της την φράση «την επόμενη φορά που δεν θα μου απαντήσεις το τηλέφωνο θα σε σκοτώσω, θα σε τσιλλίσω». Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία, η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Το Δικαστήριο καταλήγει ότι την 4.2.19, ο κατηγορούμενος μη μπορώντας να αποδεχθεί την προηγουμένως εκφρασθείσα βούληση της παραπονούμενης όπως το μέχρι πρότινος ζεύγος τελέσει σε διάσταση, και επειδή η ίδια αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία μη απαντώντας στις κλήσεις του κατηγορούμενου, άδραξε την ευκαιρία όταν την εντόπισε τυχαία στο δρόμο, και την απείλησε με την φράση που καταγράφεται ανωτέρω. Το περιεχόμενο της απειλής δε, συνάδει και ταυτίζεται απόλυτα με τα όσα περιέγραψε η παραπονούμενη ότι έλαβαν χώρα τις προηγούμενες μέρες, ενώ επιβεβαιώνει το αληθές της μαρτυρίας της. Η καθ΄όλα αξιόπιστη επί του σημείου μαρτυρία της παραπονούμενης, αλλά και η όλη στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα, φανέρωσε ότι η ίδια ένιωσε πραγματικό φόβο από την εκστόμιση της συγκεκριμένης απειλής. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Λέχθηκε επίσης ότι, το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό, αλλά αντικειμενικό. Με παραπομοπή στην απόφαση Kallenos v Police
(1969)2 C.L.R. 210, το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν απαιτείται να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Περαιτέρω αποφασίστηκε ότι, η πρόθεση που απαιτείται κάτω από την πρόνοια του άρθρου 91(γ) του Νόμου, είναι όπως τα λόγια του κατηγορούμενου, σκοπό έχουν να εμποδίσουν τον παραπονούμενο από του να τελέσει πράξη, την οποία έχει νόμιμο δικαίωμα όπως τελέσει. Στην προκείμενη περίπτωση τα λόγια του κατηγορούμενου, σκοπό είχαν όπως οδηγήσουν την παραπονούμενη σε εκφοβισμό όπως κάθε επόμενη φορά που την καλεί, αυτή απαντά στις κλήσεις του. Η απειλή δε, παρά την υπερβολή που αυτή επέφερε, και δη ότι θα τη «τσιλλίσει» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κενή αφού όταν εκστομίσθηκε, παραπονούμενη και κατηγορούμενος ήταν στο δρόμο, εν κινήσει, ενώ αφορμή για την εκστόμιση της αποτέλεσε το κοινά αποδεκτό γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν απαντούσε στις κλήσεις του κατηγορούμενου. Στην παρούσα περίπτωση οι απειλές του κατηγορούμενου κρινόμενες αντικειμενικά ενείχαν την δυνατότητα εκφοβισμού της παραπονούμενης. Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώπιον του έχει τεθεί ικανή μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε εναντίον της παραπονούμενης την απειλητική φράση που καταγράφεται στα πρωτογενή γεγονότα της πρώτης κατηγορίας, με σκοπό τον εξαναγκασμό της για διενεργήσει πράξη που δεν είχε νομική υποχρέωση να τελέσει, ήτοι, να απαντά στα τηλεφωνήματα και κλήσεις του. Η απάντηση της παραπονούμενης στο κ. Χριστοφίδη ότι πάντοτε διατήρουσε την επιλογή όπως μην αποκριθεί στις τηλεφωνικές κλήσεις του κατηγορούμενου, δεν αφαιρεί ποσώς από την απόδειξη της κατηγορίας. Και αυτό επειδή είναι ακριβώς αυτή την επιλογή που διατηρούσε η παραπονούμενη που επιθυμούσε ο κατηγορούμενος μέσω απειλών, όπως ανατρέψει. Ως εκ τούτου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί σωρευτικά, όλα τα συστατικά στοιχεία της πρώτης κατηγορίας ως αυτή αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος κρίνεται συνεπώς ένοχος σε αυτήν, με την κατηγορούσα αρχή να έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [2] Κατά παράβαση των άρθρων 2,3
(1)και 4 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Αρ.119
(1)/2000 ως αυτός τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/2004 [3] Βλ. Κατηγορία 3 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.