← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Μαρία Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 4417/20, 20/7/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Μαρία Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 4417/20, 20/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4417/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Μαρία Ανδρέου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 20.7.23 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου Για την Κατηγορούμενη: κα. Μ. Μικελλίδου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Μία κατηγορία αποδίδεται στην ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορούμενη, η οποία αφορά σε διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων για 255, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο

  1. Σύμφωνα με τα πρωτογενή γεγονότα, η κατηγορούμενη την 5.10.19 και μεταξύ των ωρών 20:30-23:00 στην Οδό [ ] στην Αλαμινό της επαρχίας Λάρνακας, κατά τη διάρκεια της νύχτας, διέρρηξε και εισήλθε στην οικία της Κωνσταντίας Αριστοδήμου κλέβοντας διάφορα χρυσαφικά, ρολόγια, τάμπλετ, παπούτσια και μία τσάντα συνολικής αξίας περίπου €2.
  2. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά συνολικά μάρτυρες. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο κάλεσε την κατηγορούμενη σε απολογία. Αυτή επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως, καλώντας προς υπεράσπιση της ακόμη ένα μάρτυρα. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής ΜΚ1 η Αστυφύλακας 3050, η οποία υπηρετεί στον Αστυνομικό σταθμό Κοφίνου. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της το οποίο αναγνώρισε, Τεκμήριο
  3. Αναφέρει εκεί, συνοπτικά τα ακόλουθα. Την 6.10.19 και ώρα 10:50 ενώ βρισκόταν σε καθήκον στον περιφερειακό αστυνομικό σταθμό Κοφίνου, τηλεφώνησε η Κωνσταντίνα Αριστοδήμου από την Οδό [ ] 4 και κατήγγειλε ότι την Πέμπτη 5.10.19 και μεταξύ των ωρών 20:30-23:00 κάποιος διέρρηξε στην οικία της, στην προαναφερθείσα Οδό. Η ΜΚ1 μετέβηκε μαζί με τον Αστυφύλακα 3284 στη σκηνή για την διενέργεια εξετάσεων. Από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ο δράστης πέτυχε είσοδο από την αλουμινένια πόρτα του υπογείου η οποία ήταν κλειστή μεν, αλλά απασφάλιστη. Μαζί με την παραπονούμενη προέβηκε σε έλεγχο της οικίας όπου διαπίστωσε ότι κλάπηκαν από αυτήν ένα μονόπετρο χρυσό δαχτυλίδι με διαμάντι, τέσσερις χρυσοί ανδρικοί σταυροί με τέσσερις χρυσές αλυσίδες λαιμού, μία χρυσή βέρα που είχε μέσα χαραγμένο το όνομα «Κωνσταντίνα» και την ημερομηνία «17 Αυγούστου 2019», ένα ανδρικό χρυσό δαχτυλίδι τύπου αντίκα, ένα γυναικείο ρολόι μάρκας DKNY, ένα ανδρικό ρολόι άγνωστης μάρκας, ένα τάμπλετ μάρκας Apple σειρά 2, ένα τάμπλετ μάρκας Virgo, ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια μάρκας Adidas χρώματός γκρίζο, όλα, συνολικής αξίας €2.000 περίπου. Από αξιολόγηση κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που υπάρχει εγκατεστημένο σε κοντινή απόσταση από την διαρρηχθείσα οικία, φάνηκε να περιφέρεται την 5.10.19 και ώρα 21:37, ύποπτα, νεαρή κοπέλα την οποία η ΜΚ1 αναγνώρισε ως την κατηγορούμενη, καθότι η τελευταία είχε κατά καιρούς απασχολήσει την αστυνομία για παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Την 14.10.19 και μεταξύ των ωρών 13:00-13:20 κατόπιν εντάλματος έρευνας, ερεύνησε μαζί με τον Λοχία 3433 Μ. Σπέτσιο και του Υπευθύνου του ΠΑΣ Κοφίνου την οικία της κατηγορούμενης στην παρουσία της τελευταίας, στην Οδό Καντάρας 6 χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Την ίδια μέρα και ώρα στο σταθμό προσήλθε η παραπονούμενη συνοδευόμενη από το σύζυγο της, Άριστο Αριστοδήμου και την Άννα-Μαρία Χριστοδούλου. Στην κατάθεση του ο Αριστοδήμου ανέφερε ότι την ίδια μέρα και περί την 18:15 μετέβηκε στο καφενείο με την ονομασία «Αετός» όπου συχνάζει. Στο χέρι της Χριστοδούλου είδε και αναγνώρισε το μονόπετρο δαχτυλίδι που κλάπηκε από την οικία του την 5.10.
  4. Όταν ρώτησε τη Χριστοδούλου πού το βρήκε αυτή απάντησε ότι της το έδωσε η Ανδρέου, λέγοντας της όπως το κρατήσει μέχρι να αποφασίσει κατά πόσον επιθυμεί να το αγοράσει. Η ΜΚ1 ακολούθως, έλαβε κατάθεση από την Χριστοδούλου η οποία επιβεβαίωσε τα πιο πάνω. Η Χριστοδούλου πέραν από το μονόπετρο παρέδωσε στην ΜΚ1 και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που δεν ήταν ιδιοκτησίας της. Η ΜΚ1 υπέδειξε τα εν λόγω αντικείμενα στην παραπονούμενη η οποία τα αναγνώρισε ως μέρος των αντικειμένων που κλάπηκαν από την οικία της. Τα ως άνω κοσμήματα παραλήφθηκαν ως σφραγίστηκαν και τοποθετήθηκαν ως τεκμήρια εντός της αποθήκης τεκμηρίων του σταθμού. Ακολούθως, αναζητήθηκε η κατηγορούμενη στην οικία της, χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Την 22.10.19 και ώρα 15:44 παρέλαβε από τον Παναγιώτη Παναγιώτου ιδιοκτήτη συστημάτων συναγερμού και καμερών, ένα ψηφιακό δίσκο DVD-R μάρκας Sony τον οποίο παρέλαβε ο ίδιος από το εγκατεστημένο κύκλωμα παρακολούθησης του Κοινοτικού Συμβουλίου Αλαμινού το οποίο επίσης σφράγισαν και καταχώρησαν ως Τεκμήριο. Την 23.10.19 συνέλαβε δυνάμει Δικαστικού εντάλματος την κατηγορούμενη και αφού την πληροφόρησε για το διερευνώμενο αδίκημα και αφού της επίστησε την προσοχή στο Νόμο, η ίδια απάντησε «δεν παραδέχομαι την διάρρηξη. Παραδέχομαι για τα χρυσαφικά που ήβρετε πάστην Αννα». Παρέδωσε σε αυτήν γραπτώς τα δικαιώματα της, τα οποία η κατηγορούμενη παρέλαβε υπογράφοντας επί αυτών. Την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη και αφού την πληροφόρησε εκ νέου για την υπόθεση που διερευνά και της επίστησε την προσοχή στο Νόμο, η κατηγορούμενη παραδέχθηκε την διάρρηξη της οικίας και την κλοπή από αυτήν διαφόρων χρυσαφικών, 2 τάμπλετ και ένα ζευγάρι παπούτσια. Την επόμενη μέρα, 24.10.19 μετέφερε την Ανδρέου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας προς εξασφάλιση Διατάγματος προσωποκράτησης για περίοδο δύο ημερών η οποία εγκρίθηκε. Την ίδια μέρα και περί τις 11:50 μετέβηκε σε χρυσοχοείο στην οδό Ρίμηνης 10, στη Λάρνακα το οποίο υπέδειξε η Ανδρέου ως το χρυσοχοείο όπου πώλησε μέρος των κλοπιμαίων. Ο ιδιοκτήτης του χρυσοχοείου Μιχαλάκης Μιχαήλ, έδειξε φωτογραφία στην ΜΚ1 από το κινητό του τηλέφωνο, ως αυτή έλαβε σε σχέση με τα χρυσαφικά που παρέλαβε, τα οποία φωτογράφισε. Η κατηγορούμενη ανέφερε στην ΜΚ1 ότι την 7.10.19 επισκέφθηκε το εν λόγω χρυσοχοείο μαζί με τον Χρυσοβαλάντη Γεωργίου. Εκεί πώλησε τα χρυσαφικά που φαίνονται στην εν λόγω φωτογραφία για το ποσό των €
  5. Την 24.10.19, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου ανέκρινε εκ νέου την Ανδρέου, παρουσία του Λοχία 3433 όπου και της υπέδειξε το μονόπετρο και τα σκουλαρίκια. Η ίδια αναγνώρισε αυτά, δηλώνοντας ότι είναι αυτά τα οποία έκλεψε από την οικία της παραπονούμενης την 5.10.
  6. Την 28.10.19 και ώρα 19:00 παρέλαβε από τον Aστ. 2418 δύο τάμπλετ και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια τα οποία εντόπισε μετά από πληροφορία στις 24.10.19 έξω από την οικία της Ανδρέου. Στο σταθμό κλήθηκε η παραπονούμενη η οποία αναγνώρισε τα αντικείμενα. Ακολούθως, και μεταξύ των ωρών 21:30-22:00 ανέκρινε προφορικά του Χρυσοβαλάντη Γεωργίου o όποιος δεν παραδέχτηκε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση παρά μόνο, ότι συνόδευσε την κατηγορούμενη σε κατάστημα πώλησης χρυσού, μη γνωρίζοντας όμως ότι, τα χρυσαφικά αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Κατά την κυρίως εξέταση της, η ΜΚ1 κατέθεσε στην διαδικασία τα ακόλουθα τεκμήρια: · Τον όρκο βάση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης - Τεκμήριο
  7. · Αντίγραφο εγγράφου συλληφθέντων προσώπων/ κρατουμένων τα οποίο υπέγραψε η κατηγορούμενη - Τεκμήριο
  8. · Τις δύο ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε από την κατηγορούμενη ημερομηνίων 23.10.19 και 24.10.2019 - Τεκμήριο
  9. · Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών από τα ανευρεθέντα κλοπιμαία. · Ημερολόγιο Ενεργείας- Τεκμήριο
  10. · Ως Τεκμήριο 7 κατέθεσε τον ψηφιακό δίσκο (DVD-R) που παρέλαβε από το κλειστό κύκλωμα του Κοινοτικού Συμβουλίου Αλαμινού. · Ως Τεκμήριο 8 κατέθεσε φωτογραφίες οι οποίες αποτυπώνουν στιγμιότυπα από τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο
  11. · Τεκμήριο 9- Φωτογραφία που της έδωσε ο χρυσοχόος στην οποία αποτυπώνονται τα κλοπιμαία τα οποία αγόρασε. Εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου προβλήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  12. Το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης βρισκόταν επί του οικήματος του Κοινοτικού Συμβουλίου Αλαμινού. Σε αυτό αποτυπώνεται η κατηγορούμενη να παίρνει βόλτα το σκύλο της, και να περνά περί τις 21:10 έξω από το Κοινοτικό Συμβούλιο με κατεύθυνση προς το σπίτι της παραπονούμενης. Άντεξετασθείσα, ρωτήθηκε από την κα. Μικελλίδου όπως αναφέρει την απόσταση μεταξύ Κοινοτικού Συμβουλίου και οικίας της παραπονούμενης, με την ΜΚ1 να απαντά ότι η απόσταση είναι μικρή, αφού ενδιάμεσα μπορεί να υπάρχουν μόνο δύο σπίτια. Υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι, η κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να είχε διαρρήξει την οικία, αφού όχι μόνο είχε μαζί της ένα σκύλο, γεγονός που θα έκανε το έργο της δυσκολότερο, αλλά δεν είχε και κάποιο σακίδιο ή τσάντα για να τοποθετήσει εντός αυτής, τα κλοπιμαία. Η ΜΚ1 δήλωσε ότι δεν μπορεί να απαντά επί υποθετικών σεναρίων, όμως, υπήρχε η δυνατότητα όπως η κατηγορούμενη τοποθέτησε αυτά πάνω της, ενώ ενδέχεται να έκρυψε αυτά κάπου άλλου και να πήγε αργότερα να τα πιάσει, ή ακόμη και να είχε σακίδιο πάνω της, ως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο
  13. ΜΚ2 ο Λοχίας 3433, Μιχάλης Σπέτσιος ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 10, ημερομηνίας 18.1.2020, αναφέρει τα ακόλουθα. Την 23.10.2019 και ώρα 10:15, ανάλαβε καθήκον μετά από οδηγίες του Σταθμάρχη για να μετέχει στις εξετάσεις μαζί με τη ΜΚ1, σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση διάρρηξης κατοικίας και κλοπής στην Αλαμινό. Κατά την ανάληψη καθήκοντος, η συλληφθείσα για την υπόθεση, ήταν η κατηγορούμενη. Ανακρινόμενη, αρνήθηκε ανάμειξη με την υπόθεση. Ζήτησε και μίλησε ιδιαιτέρως στο τηλέφωνο με την τότε δικηγόρο της, και μεταξύ των ωρών 11:50 με 12:00, εξέφρασε την επιθυμία όπως οδηγήσει την Αστυνομία στη διαρρηχθείσα οικία, λέγοντας «άτε πάμε να σας δείξω». Περί τις 12:50, μαζί με την Αστυφύλακα 304, οδήγησε και υπέδειξε την οικία στην οδό Κλείτου Μαντρίτη 4 στην Αλαμινό. Αφού της επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, απάντησε: «εν τούτο το σπίτι που μπήκα. Η πόρτα του υπογείου ήταν ανοικτή». Την 24.10.2019 και μεταξύ των ωρών 22:50 με 22:56, αφού κατηγορήθηκε γραπτώς, η κατηγορούμενη απάντησε «παραδέχομαι». Ως Τεκμήριο 11, κατάθεσε έγγραφο αποτελούμενο από 4 σελίδες με τίτλο «Έντυπο Υπόδειξης Σκηνών Διάπραξης Ποινικών Αδικημάτων» ημερομηνίας 23.10.
  14. Σε κάθε σελίδα και σε έκαστη υπόδειξη σκηνής βρίσκεται η υπογραφή του ΜΚ2 και της κατηγορούμενης. Σε αυτό καταγράφονται ως σκηνές που υπέδειξε η κατηγορούμενη, (α) η οικία εντός της οποίας πέτυχε είσοδο, και (β) το χρυσοχοείο στο οποίο πώλησε τα κοσμήματα. Ως Τεκμήριο 12 στη διαδικασία κατατέθηκε η γραπτή κατηγορία που αποδόθηκε στην κατηγορούμενη. Η κλοπιμαία περιουσία που ανευρέθηκε, επιστράφηκε στους ιδιοκτήτες (Απόδειξη Παραλαβής -Τεκμήριο 13). Αντεξεταζόμενος απάντησε ότι δεν θυμάται λόγω του χρόνου που διέρρευσε αν ο ίδιος είχε μίλησε προσωπικά με την κατηγορούμενη, όμως με βεβαιότητα δήλωσε ότι, ποτέ δεν μεσολάβησε στην ανεύρεση των χρυσαφικών, αφού δεν ήταν εκείνος που παρέλαβε αυτά μετά την λήψη της πληροφορίας. Συμφώνησε με την συνήγορο υπεράσπισης ότι, μετά την ανεύρεση των χρυσαφικών έλαβε οδηγίες όπως αφού κατηγορήσει την κατηγορούμενη αυτή αφεθεί ελεύθερη. Σε ερώτηση κατά πόσον του κίνησε την περιέργεια το γεγονός ότι η κατηγορούμενη αφέθηκε ελεύθερη ευθύς μόλις εντοπίστηκαν τα κλοπιμαία, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είθισται να γίνεται. Ο Υπαστυνόμος Κυριάκος Κιμήτρης κατέθεσε στην διαδικασία ως ΜΚ
  15. Ο ίδιος είναι Σταθμάρχης του Περιφερειακού Σταθμού Κοφίνου τα τελευταία 12 χρόνια. Το Τεκμήριο 14 που κατάθεσε, αφορά στην κατάθεσή του, το περιεχόμενο της οποίας συνοπτικά έχει ως ακολούθως. Την 24.10.2019 και ώρα 19:50 έλαβε τηλεφωνική πληροφορία από άγνωστο πρόσωπο μέσω απόκρυψης αριθμού, ότι μέρος της κλαπείσας περιουσίας βρίσκεται σε ανοιχτό χωράφι, πλησίον της οικίας της κατηγορούμενης στην Οδό [ ] 6 στην Αλαμινό. Την ίδια μέρα και περί τις 20:10, τηλεφώνησε στον σταθμό Κοφίνου, δίνοντας οδηγίες στον Αστυφύλακα 2418, όπως μεταβεί στην περιοχή και αξιολογήσει την πληροφορία. Κλήθηκε όπως αν εντόπιζε οτιδήποτε σχετικό, παραλάβει και μεταφέρει αυτό στον σταθμό. Περί τις 21:00, ο Αστ. 2418 μετέβηκε στην οικία της κατηγορούμενης όπου εντόπισε μπροστά από την είσοδο σε νάιλον τσάντα, 2 τάμπλετ και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια τα οποία ομοίαζαν στην περιγραφή με τα κλοπιμαία. Ως ενημερώθηκε ο ΜΚ3, ο Αστ. 2418, παρέλαβε και μετέφερε αυτά στον Σταθμό Κοφίνου, σύμφωνα με τις οδηγίες του. Αναγνώρισε κατά την κυρίως εξέταση του με παραπομπή στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 (φωτογραφίες), ότι αυτή ήταν η κλαπείσα περιουσία που βρισκόταν εντός της νάιλον τσάντας που παραλήφθηκε από την Αστυνομία. Του υποδείχθηκε επίσης το Τεκμήριο 11 από τον κ. Σταύρου (υπόδειξη σκηνών) με τον μάρτυρα να απαντά ότι οι εν λόγω υποδείξεις έγιναν παρουσία του από την κατηγορούμενη. Αντεξετασθείς, ανέφερε ότι εξ' όσων θυμάται, το τηλεφώνημα που έλαβαν, ή αλλιώς η «πληροφορία», ήταν προς τον σταθμό ο οποίος συνέδεσε την κλήση στο προσωπικό του κινητό αριθμό τηλεφώνου. Η φωνή του πομπού ομοίαζε με αντρική. Δεν γνωρίζει ποιο πρόσωπο ήταν, ενώ στην θέση της κας. Μικελλίδου ότι το τηλεφώνημα ήταν από τον Iβάν, ή αλλιώς Ιβο, (ΜΥ2), ο ΜΚ3 απάντησε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι γνωστό στις αστυνομικές αρχές. Λόγω της καταγωγής του, ήτοι από τη Βουλγαρία, η φωνή του φέρει μια ιδιαίτερη χροιά, την οποίαν ο ίδιος έχει την πεποίθηση ότι θα αναγνώριζε αν όντως, το πρόσωπο που του τηλεφώνησε ήταν, το προαναφερόμενο. Συμφώνησε με την κα. Μικελλίδου ότι τη στιγμή της λήψης της πληροφορίας, η κατηγορούμενη ήταν υπό κράτηση, δυνάμει Διατάγματος προφυλάκισης. Στην θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη είχε δηλώσει ότι δεν παραδέχεται την διάπραξη του αδικήματος, ο ΜΚ3 απάντησε ότι, έκαστος ισχυρισμός, που πρόβαλε η κατηγορούμενη διερευνήθηκε δεόντως, εξ΄ου και ανέκριναν επίσης τον Χρυσοβαλάντη Γεωργίου, από τον οποίο μάλιστα έλαβαν παρειακά και δακτυλικά αποτυπώματα, τα οποία παρά το ότι στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις δεν επέφεραν κανένα θετικό αποτέλεσμα. Στη θέση της κας. Μικελλίδου ότι οι έρευνες της Αστυνομίας δεν έπρεπε να σταματήσουν εκεί εναντίον του Χρυσοβαλάντη, ο ΜΚ3 απάντησε ότι έκαστο ισχυρισμό που πρόβαλε η κατηγορούμενη, διερεύνησαν στο ακέραιο. Ένας από τους ισχυρισμούς που έδωσε, είπε ήταν, ότι αυτό το δεύτερο πρόσωπο που ήταν στη σκηνή της διάπραξης, διέφυγε από την αριστερή πλευρά της οικίας και η κατηγορούμενη από τη δεξιά. Τόσο από τη δεξιά πλευρά της οικίας όσο και από την αριστερή δήλωσε, υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Από τη δεξιά πλευρά της οικίας το κλειστό κύκλωμα, καταγράφει την κατηγορούμενη, ενώ στο αριστερό μέρος, δεν αποτυπώνεται κανένα πρόσωπο. Τόνισε ο μάρτυρας ότι η κατηγορούμενη προέβη σε θεληματική κατάθεση και παραδέχθηκε ότι εισήλθε στο σπίτι. Η ίδια οικειοθελώς υπέδειξε στην παρουσία του, την πόρτα του υπογείου από την οποία πέτυχε είσοδο. Υπέβαλε η κα. Μικελλίδου ότι η κατηγορούμενη δεν πήγε μόνη της στο σπίτι και ότι η παραδοχή της ήταν αποτέλεσμα επιμονής της Αστυνομίας, θέση με την οποία ο μάρτυρας διαφώνησε. Ο λόγος συνέχισε ο μάρτυρας που αφέθηκε ελεύθερη η κατηγορούμενη, ήταν γιατί υπήρχε συντριπτική μαρτυρία εναντίον της και έτσι αποφασίστηκε όπως αυτή κατηγορηθεί και απολυθεί. Συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι η απόλυση της ήταν μετά από την ανεύρεση και παράδοση της κλοπιμαίας περιουσίας. Υπέβαλε η κα. Μικελλίδου ότι υπήρχε προσυνεννόηση μεταξύ Αστυνομίας και προσώπου που παρέδωσε την πληροφορία ότι, νοουμένου ότι παραδοθεί η κλοπιμαία περιουσία, η κατηγορούμενη θα αφεθεί ελεύθερη, με τον μάρτυρα να απαντά ότι, «η Αστυνομία δεν κάνει συμφωνίες με κανέναν». ΜΚ 4, ο Μιχάλης Μιχαήλ, χρυσοχόος. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 24.10.19 - Τεκμήριο
  16. Ο ίδιος είναι χρυσοχόος τα τελευταία 50 χρόνια και έχει άδεια αγοράς πολύτιμων μετάλλων από το χημείο του κράτους με αύξων αριθμό Α-
  17. Την 7.10.2019 μπήκε στο κατάστημα του ένας νεαρός άνδρας συνοδευόμενος από μια ξανθή κοπέλα. Η κοπέλα είχε στο χέρι της μια βέρα και ένα δακτυλίδι χρυσό με μια μπλε πέτρα τα οποία έβγαλε από το δάκτυλο της και έδωσε στον ίδιο. Επίσης, μέσα από το πορτοφόλι της έβγαλε ένα χρυσό σταυρό τον οποίο του παρέδωσε. Το χρυσό 18 καρατίων εκείνη την ημέρα άξιζε €23 το γραμμάριο. Ο ίδιος κατέβαλε προς τα εν λόγω πρόσωπα το συνολικό ποσό των €260 ευρώ. Τα χρυσαφικά που του δώσαν, φωτογράφισε - Τεκμήριο
  18. Ο νεαρός του έδειξε την ταυτότητά του. Το όνομά επί αυτής ήταν Γιώργος Χρυσοβαλάντης. Ο ίδιος του είπε ότι τον φώναζαν Βαλεντίνο. Την ώρα που έβγαλε τη βέρα η κοπέλα και το δακτυλίδι από το χέρι της, του είπε ότι ήταν δικά της. Για τον σταυρό δεν ανέφερε κάτι, όμως τον έβγαλε από το πορτοφόλι της. Την κοπέλα πρώτη φορά έβλεπε, όμως το νεαρό δεν μπορεί να θυμηθεί αν τον είχε ξαναδεί πριν 2 χρόνια. Σε καμιά περίπτωση ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα χρυσαφικά ήταν κλοπιμαία. Από την συμπεριφορά των, αντιλήφθηκε ότι τα χρυσαφικά ήταν της κοπέλας και ότι ο νεαρός συνόδευσε αυτήν για να τα πωλήσει. Μετά την πάροδο 10 ημερών που προνοεί ο Νόμος, αυτά έλιωσε πωλώντας τον χρυσό σε εγκεκριμένο έμπορα. Κατάθεσε την άδεια του πιστοποιητικού εγγραφής στον Κυπριακό Οργανισμό Σήμανσης Αντικείμενων από Πολύτιμα Μέταλλα ως Τεκμήριο
  19. Αντεξετασθείς ρωτήθηκε από την υπεράσπιση γιατί έγραψε μόνο το όνομα του άνδρα και όχι της κοπέλας επί της φωτογραφίας- Τεκμήριο 9, με τον ΜΚ4 να απαντά ότι δεν μπορεί να θυμηθεί τον λόγο όμως, η κοπέλα συνοδευόταν από τον νεαρό. Ερωτηθείς πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από «τη συμπεριφορά τους αντιλήφθηκε ότι τα χρυσαφικά ήταν δικά τους», απάντησε ότι η κοπέλα έβγαλε από πάνω της τα χρυσαφικά, και σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν θα υπολόγιζε ότι αυτά ήταν κλοπιμαία. Ερωτηθείς αν του ανέφερε κάτι ο Βαλεντίνος εκείνη την ώρα, ο ΜΚ4 απάντησε ότι δεν μπορεί να θυμηθεί μετά την πάροδο τόσων ετών, επαναλαμβάνοντας τα όσα κατέγραψε στην κατάθεση του. Επέμενε η κα. Μικελλίδου ότι η κατηγορούμενη ποτέ δεν ανέφερε ότι τα κοσμήματα ήταν δικά της, με τον μάρτυρα να αρνείται αυτήν την τοποθέτηση και να δηλώνει ότι, του είπε ότι ήταν δικά της, είτε καθώς τα έβγαζε από πάνω της, είτε κατόπιν ερώτησης του ιδίου. ΜΚ5, ο Δήμος Αριστοδήμου, σύζυγος της παραπονούμενης. Μεταξύ των ετών 2013- 2017 υπήρξε Κοινοτάρχης του χωριού Αλαμινού. Την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  20. Την 14.10.2019 και γύρω στις 18:15 μετέβηκε στο καφενείο του χωριού με την ονομασία «Αετός» όπως συνηθίζει να κάνει, κάθε απόγευμα. Στο τραπέζι ήρθε η Χριστοδούλου για να σερβίρει τον καφέ. Στο αριστερό της χέρι, φορούσε το μονόπετρο της γυναίκας του. Το αναγνώρισε γιατί ο ίδιος της το έκανε δώρο όταν αρραβωνιάστηκαν και το είχε κάνει ειδική παραγγελία από τον χρυσοχόο κ. Λαζαρή στην περιοχή του Άγιου Λαζάρου στη Λάρνακα. Στη μέση το δακτυλίδι είχε λευκόχρυσο, όπως είχε ζητήσει. Ρωτώντας την Χριστοδούλου πού το βρήκε, αυτή αποκρίθηκε ότι του το έδωσε η κατηγορούμενη, ρωτώντας την αν ήθελε να το αγοράσει, αφήνοντας της το για να το σκεφτεί. Ο ΜΚ 5 της ανέφερε ότι είναι ιδιοκτησίας της συζύγου του, αφού αυτό κλάπηκε από την οικία τους την 5.10.
  21. Της ζήτησε να μεταβούν μαζί στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου για να το παραδώσουν, όπως και έπραξαν. Σε ό,τι αφορά την κατηγορούμενη, γνωρίζει τη διεύθυνση διαμονής της η οποία είναι η Οδός [ ] 6 στην Αλαμινό. Γνωρίζει επίσης ότι αυτή είναι πρόσωπο γνωστό στην Αστυνομία. Ο κ. Σταύρου υπέδειξε στον μάρτυρα τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 5, με τον τελευταίο να αναγνωρίζει τα αντικείμενα ως αυτά τους ανήκαν. Παρέθεσε μάλιστα λεπτομέρειες ως προς το πού τοποθετημένο τελευταία φορά, έκαστο αντικείμενο, εντός της οικίας. Αντίστοιχα αναγνώρισε και τα χρυσαφικά που απεικονίζονταν επί του Τεκμηρίου 9, αναγνωρίζοντας την αρραβώνα του, τον βαφτιστικό σταυρό του, και το δακτυλίδι δίπλα από αυτόν, ως αυτό του χάρισε η γιαγιά του μετά που αρραβωνιάστηκε. Αναγνώρισε και την κατηγορούμενη επί του εδωλίου. Ερωτήθηκε από την κα. Μικελλίδου αντεξετασθείς αν γνωρίζει, πόση απόσταση υπήρχε μεταξύ της δικής του οικίας και της οικίας της κατηγορούμενης, με τον μάρτυρα να απαντά περί τα 500 μέτρα. Ερωτηθείς όπως περιγράψει τι έγινε το επίδικο βράδυ ο ΜΚ5 απάντησε ότι το χωριό Αλαμινός, είναι ένα μικρό χωριό. Εκείνο το βράδυ υπήρχε ένας γάμος στο χωριό και έτσι όλοι πήγαν εκεί, εκτός από τον νεαρότερο του γιο, ο οποίος έμεινε στο σπίτι. Η πόρτα βρίσκεται στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η είσοδος της οδηγεί εντός του χώρου όπου σταθμεύουν τα οχήματα τους. ΜΚ6 η παραπονούμενη. Ως Τεκμήριο 18 (δέσμη), κατέθεσε τις 4 καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Ανέγνωσε και αναγνώρισε έκαστη εξ΄αυτών. Αυτές φέρουν ημερομηνίες 6.10.2019, 14.10.2019, 24.10.2019 και 28.10.
  22. Στην πρώτη ανακριτική κατάθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Η ίδια διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία μαζί με τον σύζυγο και τα 3 παιδιά τους. Την 5.10.2019 και ώρα 20:30 έφυγαν από το σπίτι, άφησαν όμως ξεκλείδωτη την πόρτα του υπογείου, γιατί ο μικρότερος τους γιος θα έμενε σπίτι. Η ώρα 11:00 επέστρεψε και ο μεγαλύτερος γιος της σπίτι όμως, δεν αντιλήφθηκε το οτιδήποτε. Οι ίδιοι επέστρεψαν η ώρα 12:30, όμως δεν αντιλήφθηκαν κάτι, αφού τίποτα δεν ήταν παραβιασμένο. Την 6.10.2019 και περί ώρα 09:30 το πρωί, ο γιος της έψαχνε τα αθλητικά του παπούτσια τα οποία είχε δίπλα από το κρεβάτι του, όμως αυτά, έλειπαν. Απουσίαζε επίσης από το χώρο η βαλίτσα που παίρνει συνήθως μαζί του, όντας φοιτητής, όταν ταξιδεύει μεταξύ πόλεων. Εκεί αντιλήφθηκαν ότι κάτι συνέβαινε. Η παραπονούμενη πήγε στο υπνοδωμάτιο της όπου και αντιλήφθηκε ότι έλειπαν τα χρυσαφικά της. Ο μεγαλύτερος της γιος της ανέφερε ότι, το βράδυ που επέστρεψε είδε ότι τα συρτάρια του δωματίου ήταν ανοικτά όταν επέστρεψε στο σπίτι, όμως δεν έδωσε σημασία. Από έρευνα που έκαναν στο σπίτι, διαπίστωσαν ότι κλάπηκε ένα τάμπλετ μάρκας «Apple» χρώματος γκρίζο με μαύρη θήκη, το παλιό τάμπλετ το οποίο ήταν αφόρτιστο μάρκας Virgo, το οποίο ήταν χαλασμένο, τα αθλητικά παπούτσια του γιου της μάρκας Adidas, ενώ παράλληλα, κλάπηκαν, ένα χρυσό δακτυλίδι 24 καρατίων με ένα διαμάντι επάνω το οποίο της είχε αγοράσει ο σύζυγός της πριν 25 χρόνια αξίας £500, 4 σταυροί 18 καρατίων με τις 4 χρυσές καδένες τους, επίσης 18 καρατίων. Κλάπηκε επίσης η βέρα του συζύγου της, μέσα στην οποία γράφει το όνομα της και την ημερομηνία 17.8.1991, ως και ένα χρυσό δακτυλίδι αντίκα 18 καρατίων που ήταν δώρο από τη γιαγιά του συζύγου της. Πάνω στο κομοδίνο της υπήρχε ένα ρολόι χρώματος χρυσού, μάρκας «DKNY», αξίας €200 το οποίο κλάπηκε, ενώ από το δωμάτιο του γιου της, κλάπηκε ρολόι άγνωστης μάρκας, αξίας €
  23. Η βαλίτσα η οποία κλάπηκε ήταν μαύρη και τετράγωνη, επίσης άγνωστης αξίας, ενώ πάνω στα χερούλια της, είχε διαφανές πλαστικό. Είναι σε θέση να αναγνωρίσει όλα τα κλοπιμαία και δεν μπορεί να υποψιαστεί ποιος ή ποιοι έκαναν αυτήν την πράξη. Δεν έχει ασφάλεια έναντι κλοπής, ούτε εγκατεστημένο συναγερμό ή κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Στην κατάθεση της ημερ. 14.10.2019 αναφέρει ότι την ίδια μέρα, στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου, παρουσία της Άννας Χριστοδούλου, αναγνώρισε το δακτυλίδι που της υποδείχθηκε ως αυτό που της έκλεψαν την 5.10.2019 από την οικία της, (μονόπετρο), ως επίσης και τα σκουλαρίκια της. Στην παρουσία της τα χρυσαφικά αυτά παραλήφθηκαν και σφραγίστηκαν ως τεκμήρια. Την 24.10.19 έδωσε συμπληρωματική κατάθεση. Εκεί δηλώνει ότι την ίδια μέρα, και ώρα 13:10, υποδείχθηκε σε αυτήν η φωτογραφία που έλαβε ο χρυσοχόος, Τεκμήριο
  24. Το δακτυλίδι που εκεί απεικονίζεται δήλωσε δεν είναι δικό της, ενώ σε ότι αφορά τη βέρα, ενδέχεται αυτή να είναι του συζύγου της, όμως από την φωτογραφία και με γνώμονα ότι όλες οι βέρες φωτογραφικά ομοιάζουν, αδυνατούσε να αναγνωρίσει αυτήν θετικά. Στην τελευταία κατάθεση της ημερ. 28.10.2019 στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου, παρουσία του Αστ.3050, αναγνώρισε τα αθλητικά παπούτσια που κλάπηκαν από το σπίτι της και τα 2 τάμπλετ που αναφέρει στην πρώτη της κατάθεση. Αναγνώρισε επί του εδωλίου τα εν λόγω αντικείμενα ως αυτά αποτυπώνονται στο Τεκμήριο
  25. Αντεξετασθείσα, ρωτήθηκε τι είδος και μέγεθος είχε η μαύρη τσάντα που κλάπηκε από την οικία της, με την ΜΚ6 να απαντά ότι ήταν μια τσάντα μαύρη, τύπου «Hand-Bag» την οποία χρησιμοποιεί ο γιός της, ως φοιτητής, για τα ρούχα του. Δεν είδε την αστυνομία να λαμβάνει δακτυλικά αποτυπώματα δήλωσε, όμως, αυτή αποκρίθηκε άμεσα στο κάλεσμα της, αφού εξ΄όσων θυμάται στην σκηνή μετέβηκαν εντός μισής ώρας. Την Άννα Χριστοδούλου είδε στον σταθμό όταν την κάλεσε η Αστυνομικός για να πάει να αναγνωρίσει το δακτυλίδι και τα σκουλαρίκια της. Δεν συνομίλησαν για το πώς κατέληξαν στην κατοχή της τα εν λόγω αντικείμενα. Τελευταία μάρτυρας κατηγορίας ΜΚ7, η Άννα-Μαρία Χριστοδούλου, η οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο 19 την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τη 14.10.
  26. Ο σύζυγος της έχει το καφενείο με την ονομασία «Αετός» στην Αλαμινό. Την 14.10.2019 και περί τις 09:30, συνάντησε την κατηγορούμενη, η οποία μένει δίπλα από τη μητέρα της, ρωτώντας την αν ήθελε να αγοράσει το δακτυλίδι και τα σκουλαρίκια που φορούσε. Επειδή της άρεσαν, η ΜΚ7 είπε ότι θα το σκεφτεί. Η Ανδρέου της τα άφησε λέγοντας της ότι, αν αποφάσιζε να τα αγοράσει, θα συζητούσαν για τα περαιτέρω. Η ίδια πριν αποφασίσει ήθελε να μιλήσει και να δείξει αυτά στο σύζυγο της. Γι' αυτό το λόγο, τα φόρεσε εκείνο το απόγευμα, για να τα δει ο σύζυγος της στο καφενείο. Η ώρα 18:20 περίπου, και ενώ παρέδιδε στο Άριστο Αριστοδήμου τον καφέ του, αυτός την ρώτησε πού βρήκε το δακτυλίδι που φορούσε στο χέρι. Η ίδια του απάντησε ότι της τα έδωσε η κατηγορούμενη. Ο Άριστος της ανέφερε ότι το δακτυλίδι ανήκει στη σύζυγο του και ότι είναι αυτό που της έκλεψαν μαζί με άλλα χρυσαφικά το Σάββατο, 5.10.
  27. Κατόπιν παράκλησης του ιδίου, μετέβηκαν μαζί στην Αστυνομία για να παραδώσουν το δακτυλίδι αφού, και η ίδια φοβήθηκε, και δεν γνώριζε ότι το δακτυλίδι ήταν κλεμμένο. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι γνωρίζει την κατηγορούμενη τα τελευταία 10 με 15 χρόνια, αφού είναι γείτονας της μητέρας της. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα το δακτυλίδι και τα σκουλαρίκια ως αυτά αποτυπώνονται επί του Τεκμηρίου 5, τα οποία αναγνώρισε ως αυτά που της έδωσε η κατηγορούμενη. Αντεξετασθείσα, ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα επισκέφθηκε τη μητέρα της που ήταν άρρωστη. Την ώρα που έφευγε συνάντησε την Μαρία. Εκεί ήταν που της έδειξε τα πράγματα. Δεν συζήτησαν για την τιμή. Ούτε της είπε ότι ήταν κλοπιμαία. Αντίθετα της είπε ότι ήταν δικά της και ότι « έκοψε μέσα» και χρειαζόταν λεφτά. Ποτέ στο παρελθόν δεν της πώλησε οτιδήποτε άλλο. Μαρτυρία Υπεράσπισης Η κατηγορούμενη επιλέγοντας όπως καταθέσει ενόρκως, ρωτήθηκε από την κα. Μικελλίδου όπως περιγράψει με δικά της λόγια πώς βρέθηκε να είναι κατηγορούμενο πρόσωπο στην παρούσα υπόθεση. Αποτέλεσε θέση της κατηγορούμενης ότι ο φίλος της ο Βαλεντίνος διέπραξε το αδίκημα και ο οποίος, της όφειλε χρήματα. Της είπε τι έκανε εκείνο το βράδυ, και ποιο σπίτι είχε διαρρήξει. Γι΄αυτό όταν κατέθετε η ίδια στην Αστυνομία, ήξερε τις σχετικές λεπτομέρειες που παρέθεσε και ήταν σε θέση να υποδείξει μάλιστα περί τούτου και σκηνές. Ρωτήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης γιατί, γνωρίζοντας τα πιο πάνω, παραδέχθηκε στη διάπραξη των αδικημάτων, με την κατηγορούμενη να απαντά ότι «ήθελε να τελειώνει με την Αστυνομία νωρίς και θα ξεκαθάριζε το θέμα στο Δικαστήριο». Εκείνο το βράδυ δήλωσε, πήρε βόλτα το σκύλο της όμως, ποτέ δεν πέρασε μπροστά από το σπίτι της παραπονούμενης. Το χωριό είπε, αποτελεί ουσιαστικά ένα κύκλο, τον οποίο και έκανε παίρνοντας τον σκύλο της βόλτα. Ποτέ δεν εισήλθε στο σπίτι της παραπονούμενης, ούτε ξέρει κατά πόσον εκείνο το βράδυ ήταν ανοικτή η πόρτα του υπογείου. Όντως εκείνο το βράδυ υπήρχε γάμος στο χωριό και η ίδια, λόγω του παρελθόντος της, και δη ότι υπήρχαν σε εκκρεμότητα διάφορες υποθέσεις εναντίον της, αποφάσισε να μην πάει. Ο κ. Κιμήτρης (ΜΚ3) υπέθεσε ότι, επειδή την είδε στις κάμερες του Κοινοτικού Συμβουλίου και δεν ήταν στο γάμο, η ίδια διέπραξε την διάρρηξη. Από το Βαλεντίνο έλαβε μέρος των κλοπιμαίων επειδή της χρωστούσε χρήματα. Αυτά τα κοσμήματα ήταν που «έδωσε και βρέθηκαν πάνω στην Χριστοδούλου». Αποφάσισε όπως παραδεχθεί ανέφερε, για να μη «μαρτυρήσει» τον φίλο της, ενώ ο ΜΚ3 της είπε ότι, αν έδιδε πίσω τα κλοπιμαία, αυτή θα αφηνόταν ελεύθερη. Ο τότε σύντροφος της Ιβάν, (ΜΥ2) την επισκέφθηκε όταν ήταν υπό κράτηση. Του είπε να επικοινωνήσει με το Βαλεντίνο ο οποίος και να τον παρακαλέσει όπως, επιστρέψει τα κλοπιμαία για να μπορέσει η ίδια να εξέλθει της κράτησης. Εξ΄όσων γνωρίζει, οι δύο άνδρες συνομίλησαν μεταξύ τους και σε συνεννόηση με την Αστυνομία τοποθέτησαν τα κλοπιμαία σε χώρο όπου θα τα παραλάμβανε η πρώτη. Παραδέχθηκε ότι μαζί με το Βαλεντίνο παρουσιάστηκαν ως ζευγάρι στον ΜΚ4, όπου και πώλησαν μέρος των κλοπιμαίων. Ποτέ δεν ανέφερε στον ΜΚ4 ότι τα κοσμήματα ήταν δικά της, ούτε την ρώτησε ο ίδιος οτιδήποτε σχετικό. Αν και γνώριζε ότι ήταν παράνομος ο τρόπος που έπιασε τα κλοπιμαία, ήταν ο μοναδικός τρόπος για λάβει τα χρήματα που της χρωστούσε ο Βαλεντίνος. Ποτέ δεν βοήθησε τον Βαλεντίνο να κλέψει, ούτε ήξερε πού ήταν το συγκεκριμένο σπίτι. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Σταύρου ανέφερε ότι γνωρίζει τη γειτονιά όπου έλαβε χώρα η διάρρηξη, αφού μένει στο ίδιο χωριό, ενώ δεν έχει διαφορές με κανέναν. Με την Χριστοδούλου που έχει το καφενείο «Αετός» είναι γειτόνισσες και έχουν πολύ καλές σχέσεις. Σε εκείνη όντως έδωσε το δακτυλίδι, τα σκουλαρίκια και μια χρυσή λίρα για να τα δει. Αν της άρεσαν θα τα αγόραζε. Σε ό,τι αφορά το επίδικο βράδυ, ανέφερε ότι γύρω στις 21:00 πήρε τον σκύλο της περίπατο. Στη θέση του κ. Σταύρου ότι «πρόκειται περί σύμπτωσης δηλαδή που η ίδια αποφάσισε να πάρει βόλτα στο σκύλο της την ίδια μέρα και ώρα που έγινε η διάρρηξη» απάντησε ότι την είχε επισκεφθεί νωρίτερα ο Βαλεντίνος στην οικία της, και έφυγε αφού η ίδια θα πήγαινε στο γάμο. Αναμένοντας τον Ιβάν να επιστρέψει, αποφάσισε να πάρει βόλτα το σκύλο της. Δεν ήξερε ότι η πόρτα της οικίας ήταν ανοικτή, αυτό ήταν κάτι που της είπε ο Βαλεντίνος. Θυμάται, ότι το χρυσοχοείο στο οποίο πούλησε μέρος των κοσμημάτων ήταν κοντά στην εκκλησία Φανερωμένης, δίπλα από ένα πρακτορείο στοιχημάτων και ένα σχολείο. Ερωτηθείσα περί των όσων καταγράφει στη ανακριτική της κατάθεση, ανέφερε ότι είχε δεν είχε συμβουλευθεί δικηγόρο, όμως ήξερε τα δικαιώματα της. Συμφώνησε με τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι δίπλα από κάθε απάντηση της, επί του Τεκμηρίου 4, (ανακριτική κατάθεση/ γραπτή κατηγορία) υπάρχει η μονογραφή της. Συμφώνησε ότι οι απαντήσεις της αφορούσαν σε παραδοχές του αδικήματος και υποδείξεις σκηνών. Ερωτήθηκε γιατί, καλεί το Δικαστήριο να πιστέψει ότι δεν διέπραξε το εν λόγω αδίκημα από την στιγμή που το παραδέχθηκε αυτοβούλως, με την κατηγορούμενη να απαντά ότι την πίεσε η Αστυνομία και «έτσι τους είπε ότι παραδέχεται για να τελειώνει». Επανήλθε ο κ. Σταύρου ρωτώντας την γιατί δεν ζήτησε από το Βαλεντίνο όπως πει την αλήθεια, για να την βοηθήσει, ως φίλοι που ήταν, ή έστω όπως επιβεβαιώσει τα όσα κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα μεταξύ του ιδίου και του Ιβάν, με την κατηγορούμενη να μην απαντά. Συμφώνησε ότι ο Βαλεντίνος τη συνόδευσε στο χρυσοχοείο, όπου η ίδια έβγαλε από τα χέρια της και το πορτοφόλι της τα χρυσαφικά που παρέδωσε. Θυμάται ότι τα χρυσαφικά της τα έδωσε ο Βαλεντίνος την ίδια μέρα που έκανε τη διάρρηξη, και δη, μετά που ολοκλήρωσε τη διάπραξη του αδικήματος. Μ.Υ.2, ο Ivan Ivanov, κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Κατόπιν κλήσης της υπεράσπισης ήρθε να μαρτυρήσει υπέρ της Κατηγορούμενης αφού με την κατηγορούμενη διατηρούσαν δεσμό για περίοδο 6 ετών, μέχρι το
  28. Η κα. Μικελλίδου ζήτησε από τον ΜΥ2 όπως παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτά που γνωρίζει σε σχέση με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Ο Μ.Υ.2 δήλωσε ότι με την κατηγορούμενη διατηρούσαν δεσμό για περίοδο έξι ετών. Ο δεσμός τους τελείωσε πέρσι. Γνωρίζει ότι η Μαρία είναι κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αφού τότε που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό ήταν ζευγάρι. Γνωρίζει ότι τότε, το 2019, την είχαν συλλάβει αναφορικά με μία κλοπή που έγινε από ένα σπίτι. Του είχε τηλεφωνήσει η Μαρία από τον Αστυνομικό Σταθμό λέγοντας του όπως μιλήσει με τον Βαλεντίνο, και παρακαλέσει αυτόν όπως παραδώσει τα υπόλοιπα πράγματα στην Αστυνομία ούτως ώστε να αφεθεί ελεύθερη. Αφού μίλησε με το Βαλεντίνο, τηλεφώνησε στο ΜΚ3 δίδοντας τη σχετική πληροφορία. Μόλις έβαλε το παιδί του να κοιμηθεί βρέθηκε με τον Βαλεντίνο για να πάρει τα πράγματα. Ο Βαλεντίνος του είπε οτι δεν υπήρχε πιθανότητα να παρουσιαστεί οπουδήποτε, λέγοντας του: «πιάσε τα πράγματα και κάνε ό,τι θέλεις, μόνο μην με μπερδέψετε εμένα, μην με νεκατώσετε». Γύρω στις 23:00 την 24.10.19 άφησε τα πράγματα δίπλα από το σπίτι τους, όπου συγκατοικούσαν με την Μαρία, στην Αλαμινό. Ακολούθως, η Μαρία αφέθηκε ελεύθερη. Δήλωσε ότι η Μαρία δεν φταίει. Γνωρίζει ότι ο Βαλεντίνος ήταν στο σπίτι τους νωρίτερα για επίσκεψη. Μετά δεν ξέρει τι έγινε. Ο ίδιος έχει ένα παιδί από τον πρώτο του γάμο, το οποίο μένει με τη μητέρα του στη Λευκωσία. Ο ίδιος μετέβαινε καθημερινά στη Λευκωσία για να σχολάσει το παιδί του από το νηπιαγωγείο και έμενε μαζί του μέχρι να κοιμηθεί. Ερωτηθείς ποια η σχέση του ιδίου με τον Βαλεντίνο, ο ΜΥ2 απάντησε ότι τον γνωρίζει μέσω της κατηγορούμενης, αφού οι τελευταίοι είναι φίλοι και βρίσκονται συχνά πυκνά. Συμφώνησε με τον κ.Σταύρου ότι δεν γνωρίζει που ήταν η Μαρία εκείνη την μέρα όταν έλειπε από το σπίτι, γιατί ο ίδιος επέστρεψε πίσω κατά τις 21:
  29. Όταν έφτασε στο σπίτι έπιασε τη Μαρία και πήγαν σε ένα γάμο κοντά στο χωριό. Ακολούθως, μετέβησαν σε καζίνο στη Πύλα, παραμένοντας εκεί όλο το βράδυ. Πιστεύει ότι ο Βαλεντίνος ήταν το πρόσωπο που προέβη στην κλοπή αφού εκείνος είχε και τα πράγματα στη κατοχή του και φοβόταν να παρουσιαστεί στην Αστυνομία. Σε γενικές γραμμές, η Αστυνομία δήλωσε, γνώριζε τα πάντα. Ο Σπέτσιος του είπε ότι γνωρίζουν ότι δεν είναι η Μαίρη, όμως θα την αφήσουν υπό κράτηση, εκτός αν δώσει κατάθεση και αναφέρει το όνομα του Βαλεντίνου. Υποστήριξε ότι τα όσα αναφέρει σήμερα αποτελούν την αλήθεια αφού δεν μπορεί να γνωρίζει, όντας στις Κεντρικές Φυλακές, τι ειπώθηκε στο Δικαστήριο, και αν η Μαρία τελικά ανέφερε το όνομα του Βαλεντίνου στη δίκη. Κατά τα λοιπά, οι δύο τους πλέον, ΜΥ2 και κατηγορούμενη δεν διατηρούν καλές σχέσεις. Σε ερώτηση του κ. Σταύρου γιατί δεν είπε οτιδήποτε σχετικό στον Βαλεντίνο και συγκεκριμένα ότι, εξαιτίας του θα μπερδέψει η Μαρία, για ένα αδίκημα, που δεν έκανε ποτέ, ο μάρτυρας είπε ότι γι' αυτό ήταν που του ζήτησε να του δώσει τα πράγματα, αφού η Μαρία δεν θα έμενε στη φυλακή εξαιτίας του. Ερωτηθείς γιατί δεν έδωσε μία κατάθεση στην Αστυνομία για να πει όλα αυτά, ο Μ.Υ.2 απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν του ζητήθηκε ποτέ. Στην υποβολή του κ. Σταυρού ότι ποτέ δεν μίλησε με τον Σπέτσιο, αλλά με τον Σταθμάρχη της Κοφίνου, τον κύριο Κιμήτρη, στον οποίο έδωσε και την πληροφορία που βρίσκονται τα πράγματα, ο ίδιος απάντησε ότι η Μαρία του είπε να μιλήσει με τον Σπέτσιο . Δεν γνωρίζει αν ανακρίθηκε ο Βαλεντίνος σχετικά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσω της ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή έκαστο εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Έχω κατά νου τη νομολογία που άπτεται και αφορά στα ζητήματα αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ καθηκόντως αξιολογώ αυτήν στην ολότητα της και όχι αποσπασματικά. Λαμβάνω περαιτέρω υπ' όψιν μου, ως προτάσσει και η νομολογία, τη γενική συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση και το λογικοφανές των θέσεων τους, σε συνάρτηση και αντιπαραβολή με τα όσα ανέφεραν αρχικώς ανακρινόμενοι από τις Αστυνομικές Αρχές. (βλ. Ζεβρού ν. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ 1119, Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/07, ημερομηνίας 10/12/2018). Μέσω της αξιολόγησης ενός μάρτυρα το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά, να αναλύσει τα λεγόμενα έκαστου εξ' αυτών, τις αντιδράσεις και συμπεριφορά του επί του εδωλίου, και να αναδείξει υπό το πρίσμα της ανθρώπινης πείρας και φύσης το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής που παρουσιάζεται. Σημειώνεται ότι οι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, αλλά αντίθετα ενδέχεται να ενδυναμώνουν την ειλικρίνεια του, καταδεικνύοντας ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας). Οι εντυπώσεις που άφησε η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας ήταν θετικές. Η ΜΚ1 απαντούσε άμεσα και χωρίς περιστροφές σε έκαστο συνήγορο, με την ειλικρίνεια της όταν κατέθετε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως διάχυτη. Η ίδια παρέθεσε με επάρκεια την εμπλοκή της στην υπόθεση, αναδιπλώνοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε ότι αφορά την διερεύνηση της υπόθεσης. Στην μαρτυρία της δεν εντόπισα καμία ανακολουθία ενώ έκαστη απάντηση της ενίσχυε και αντανακλούσε τις θέσεις και ενέργειες που κατέγραψε αρχικώς στην κατάθεση της ημερομηνίας 18.1.
  1. Η μαρτυρία της ΜΚ1 ήταν καθ΄όλα διαφωτιστική ως προς το πλέγμα γεγονότων που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση, ενώ οι ενέργειες της αναφορικά με την διερεύνηση της παρούσας, ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Την μαρτυρία της αποδέχομαι στην ολότητα της. Τη μαρτυρία του ΜΚ.2 Μιχάλη Σπέτσιου επίσης αποδέχομαι. Ο μάρτυρας απαντούσε με ειλικρίνεια και σαφήνεια, τόσο σε σχέση με τις ενέργειες που έκανε αναφορικά με τη διερευνώμενη υπόθεση, αλλά και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με την υπόδειξη σκηνών από την κατηγορούμενη. Παρουσία του ήταν που η Κατηγορούμενη κατηγορήθηκε, ενώ ενώπιον του ήταν που παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Καμία υποβολή δεν τέθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι, η παραδοχή της Κατηγορούμενης ήταν προϊόν πίεσης ή άλλων υποσχέσεων που έλαβε από την Αστυνομία. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν εντόπισα καμία αντίφαση ή προσπάθεια όπως ο ίδιος παραπλανήσει, διογκώσει ή μεγεθύνει τα γεγονότα. Αντίστοιχα αξιόπιστη κρίνω και τη μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που έλαβε την πληροφορία ότι πλησίον της οικίας της κατηγορούμενης βρίσκονταν τα κλοπιμαία. Ούτε σε αυτό τον μάρτυρα δεν υπέβαλε η υπεράσπιση οποιαδήποτε θέση περί πίεσης της κατηγορούμενης με σκοπό την παραδοχή της σε ό,τι αφορά τη διάπραξη του αδικήματος. Άμεσος και ειλικρινής ήταν ο μάρτυρας, ότι, μοναδικός λόγος που η κατηγορούμενη απολύθηκε, ήταν γιατί η ίδια αυτοβούλως όχι μόνο παραδέχθηκε αλλά συνεργάστηκε με τις αρχές ενώ παράλληλα, επέστρεψε μεγάλο μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας. Με πάσα ειλικρίνεια δε, αντέκρουσε κάθε θέση της Υπεράσπισης, επαναλαμβάνοντας ότι η αστυνομία διερεύνησε στο ακέραιο έκαστο ισχυρισμό που πρόβαλε η κατηγορούμενη, μεταξύ άλλων και την ανάμειξη του Βαλεντίνου, εναντίον του οποίου τίποτα δεν είχε προκύψει. Ο μάρτυρας τόνισε ότι η κατηγορούμενη αυτοβούλως ομολόγησε στη διάπραξη του αδικήματος, αφού πρώτα υπέδειξε παρουσία του, την πόρτα του υπογείου από την οποία είχε εξασφαλίσει είσοδο. Τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 αποδέχομαι στην ολότητά της. Το ίδιο αξιόπιστη κρίνω και τη μαρτυρία του ΜΚ4, οι θέσεις του οποίου ουδόλως κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του, ενώ δεν διαλάθει της προσοχής μου ότι τα όσα αυτός ανάφερε ανακρινόμενος επιβεβαιώνονται μέσω και των αναφορών της κατηγορούμενης επί του προκείμενου, και συγκεκριμένα ότι, η κατηγορούμενη με τον Βαλεντίνο μετέβησαν στο χρυσοχοείο του, όπου η Ανδρέου έβγαλε από το πορτοφόλι της και από τα δάχτυλα της αντίστοιχα, τα χρυσαφικά τα οποία του παρέδωσε. Τα χρυσαφικά τα οποία του παρέδωσαν αναγνωρίστηκαν δεόντως από τον σύζυγο της παραπονούμενης ως δικά του. Με πάσα ειλικρίνεια κατέθεσε ότι από την όλη τη συμπεριφορά της κατηγορούμενης έκρινε ότι αυτά ήταν ιδιοκτησίας της. Πάρα το γεγονός ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί επ' ακριβώς τη μεταξύ τους στιχομυθία, η αξιοπιστία του ουδόλως κλονίστηκε, αλλά αντίθετα η ειλικρίνεια του επί τούτου του σημείου αναδιπλώθηκε περαιτέρω. Τον ΜΚ.5, σύζυγο της παραπονούμενης, κρίνω ως φιλαλήθη και αξιόπιστο μάρτυρα. Ο ίδιος παράθεσε το ιστορικό των γεγονότων ως ο ίδιος το βίωσε περιγράφοντας επαρκώς στο Δικαστήριο πως οδηγήθηκε στην ανεύρεση των σκουλαρικιών και του δακτυλιδιού που είχε δωρίσει στη σύζυγό του. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν υπερέβαλε, ενώ η μαρτυρία του ουδόλως κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη. Η μαρτυρία του είχε συνοχή, ήταν συμπαγής ενώ αντανακλούσε πλήρως τις θέσεις που προέβαλε στην αστυνομία μέσω της καταθέσεως του, προ μιας πενταετίας. Τη μαρτυρία του αποδέχομαι στην ολότητά της χωρίς ενδοιασμό. Η παραπονούμενη ΜΚ6, ερχόμενη στο Δικαστήριο περιέγραψε με πλήρη λεπτομέρεια πώς εξελίχθηκαν τα περιστατικά, που βρίσκονταν το προηγούμενο βράδυ, πότε ανακάλυψε την απουσία της περιουσίας της και τις ενέργειες που έκανε μετά που αντιλήφθηκε τα καθέκαστα. Η ίδια ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες αναφορικά με έκαστο αντικείμενο που απουσίαζε και την αξία του, εκεί όπου αυτήν, γνώριζε. Αναγνώρισε όλες τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία μεταξύ των οποίων και εκείνες που αφορούσαν στην αναγνώριση των κλοπιμαίων. Σημειώνεται ότι η παραπονούμενη ουδόλως αντεξετάστηκε επί της ουσίας των θέσεων που προέβαλε. Η φιλαλήθεια της ήταν διάχυτη και ως τέτοια, αποδέχομαι τη μαρτυρία της χωρίς ενδοιασμό. Τέλος, η μαρτυρία της ΜΚ.7 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η όλη στάση της μάρτυρος επί του εδωλίου επιβεβαίωνε την αλήθεια των θέσεων της. Η μαρτυρία της συνάδει πλήρως με τα όσα περιέγραψε ο ΜΚ5 αναφορικά με το πώς η ίδια βρέθηκε να έχει στην κατοχή της μέρος της κλαπείσας περιουσίας. Αποδέχομαι περαιτέρω τη θέση της ότι η κατηγορούμενη της άφησε τα κλοπιμαία για να αποφασίσει κατά πόσο τα ήθελε ή όχι, θέση την οποία επιβεβαίωσε και η ίδια η κατηγορούμενη, αποκρύπτοντας από αυτήν παράλληλα την προέλευση τους. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης. Σε αντίθεση με την θετική εντύπωση που άφησαν οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, η μαρτυρία της κατηγορούμενης μπορεί να χαρακτηριστεί ως συγκεχυμένη, ενώ οι θέσεις της, συνεχώς εναλλασσόμενες. Την μαρτυρία της το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και απορρίπτει ως αναξιόπιστη. Οφείλει το Δικαστήριο καθηκόντως όπως πρώτα εξετάσει τη θέση της, ως αυτές προώθησε κατά τη ζώσα μαρτυρία της ότι, η ίδια δεν διέπραξε το αδίκημα. Πρόβαλε μάλιστα προς τούτο διάφορες εκδοχές. Από τη μία υποστήριξε ότι ο λόγος που παραδέχθηκε το αδίκημα ήταν για να προστατεύσει το φίλο της, Βαλεντίνο. Αργότερα, δήλωσε ότι ήταν γιατί έλαβε πιέσεις από την αστυνομία. Μετέπειτα ανέφερε ότι, ήθελε να τελειώνει με την αστυνομία μια ώρα νωρίτερα, και ότι, θα «ξεκαθάριζε το ζήτημα στο Δικαστήριο». Καμία εκ των τοποθετήσεων της κατηγορούμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κρίνεται κατάλληλο το παρόν στάδιο όπως γίνει μνεία σε ότι αφορά το περιεχόμενο και την ισχύ της κατάθεσης της, Τεκμήριο
  2. Όπως έχει νομολογηθεί, η ομολογία ενός εγκλήματος, εφόσον γίνεται δεκτή ως εκούσια, μπορεί, από μόνη της, να θεμελιώσει την καταδίκη του κατηγορούμενου. Η ομολογία ενοχής έχει χαρακτηριστεί και ως η κορωνίδα των μαρτυριών (βλ. Mάριου Ανδρέου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 182/2015, ημερ. 18.11.2016, Παναγή (Καυκαρής) v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). Το εκούσιο της ομολογίας, και δη της θεληματικής κατάθεσης της κατηγορούμενης δεν αμφισβητήθηκε, ούτε ζητήθηκε από την υπεράσπιση όπως διεξαχθεί επί του προκείμενου, δίκη εντός δίκης. Επιπλέον, σε κανένα από τους μάρτυρες κατηγορίας που παρουσιάστηκαν εκ μέρους της αστυνομίας δεν τέθηκε από την υπεράσπιση η θέση ότι πίεσαν με οποιοδήποτε τρόπο την κατηγορούμενη ή ότι απέσπασαν από αυτήν κατόπιν πιέσεων, υποσχέσεων ή άλλως πώς, την ενώπιον του Δικαστηρίου ομολογία. Το περιεχόμενο συνεπώς του Τεκμηρίου 4, γίνεται αποδεκτό. Οι θέσεις της κατηγορούμενης ότι τελικά παραδέχθηκε στη διάπραξη ενός τόσο σοβαρού αδικήματος για τους λόγους που παρέθεσε, οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, άλλαζαν με κάθε της απάντηση, όχι μόνο δεν πείθουν, αλλά αντίκεινται και στην κοινή λογική, αφού, κατά τεκμήριον κανείς δεν προβαίνει σε παραδοχή διάπραξης εγκλήματος εκτός και αν αυτό αποτελεί γεγονός (βλ. R v Hayter
(2005)2 All E.R 209). Στην Παναγή άλλως Καυκαρής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 203, το Εφετείο δια του 'Εντιμου Δικαστή Πική (ως ήταν τότε), σημείωσε τα ακόλουθα: «Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δεν διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι'αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία εγκλήματος αποτελεί μέσο για εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης». Στα ως άνω, προστίθενται και τα ακόλουθα. Το αδίκημα έλαβε χώραν την 5.10.
  1. Η κατηγορούμενη συνελήφθη και ανακρίθηκε σχετικά, περί τις 18 ημέρες αργότερα, ήτοι στις 23.10.19- Τεκμήριο
  2. Παρά την επί ακροατηρίω θέση της ότι καμία ανάμειξη δεν είχε στην διάρρηξη, η ίδια, οικειοθελώς, και αμέσως μετά τη σύλληψη της, και αφού ανέφερε ανακρινόμενη ότι «έχει αντιληφθεί την υπόθεση για την οποία ανακρίνεται, και τα δικαιώματα της» (βλ. Τεκμήριο 4), και αφού είχε μιλήσει με δικηγόρο, έδωσε πλήρη περιγραφή ως προς το πώς πέτυχε είσοδο στην οικία, τι πήρε από αυτήν και από ποιο χώρο παρέλαβε τα διάφορα αντικείμενα. Όχι μόνο θυμόταν με πάσα λεπτομέρεια τι απέσπασε από την οικία, (η περιγραφή των κλοπιμαίων ταυτίζεται άμεσα με τις αναφορές της παραπονούμενης ως προς τα απολεσθέντα) 18 ημέρες αργότερα, έδωσε και εξηγήσεις στο τι απέγινε μέρος αυτών. Δήλωσε ότι μέρος των πώλησε στα κατεχόμενα, άλλα σε χρυσοχοεία, ενώ τέλος, μερικά έδωσε και στην Χριστοδούλου. Ανέφερε μάλιστα ότι την πράξη αυτή έκανε πάνω στην απελπισία της και δεν είχε κανένα συνεργό στο αδίκημα. Την ίδια μέρα, οικειοθελώς (βλ. Τεκμήριο 11), προέβη σε υπόδειξη σκηνών, υποδεικνύοντας την οικία της παραπονούμενης. Έξω από αυτήν ανέφερε: «Εντούτο το σπίτι που εμπήκα. Η πόρτα ήταν ανοικτή του υπογείου», ενώ οδήγησε την Αστυνομία και στην γωνιά της Οδού Στάλιγκραντ όπου τους ανέφερε ότι «εν δαμέ σε ένα γέρο, που έδωκα τα χρυσαφικά». Δυνάμει όλων των ως άνω, ήτοι της άμεσης παραδοχής και αναλυτικής περιγραφής που έδωσε η κατηγορούμενη στην αστυνομία, απορρίπτεται η θέση της ότι όλα όσα ανέφερε και υπέδειξε γνώριζε, γιατί της τα είχε αναφέρει προηγουμένως ο Βαλεντίνος. Σημειώνεται στο στάδιο αυτό ότι, δυνάμει της αξιόπιστης μαρτυρίας της ΜΚ1, η οποία συνάδει πλήρως και με την έγγραφη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ.Τεκμήρια 1 και 2), η οικία της κατηγορούμενης είχε ερευνηθεί κατόπιν εξασφάλισης Δικαστικού Εντάλματος, 9 μέρες νωρίτερα, χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Εάν υπήρχε ίχνος αλήθειας στα λεγόμενα της κατηγορούμενης αναφορικά με την ανάμειξη του Βαλεντίνου, τότε, έχοντας υπόψιν της ότι η αστυνομία ήδη θεωρούσε αυτήν, κατόπιν εξασφάλισης μαρτυρίας πάντοτε, ως πρόσωπο που πιθανό να ενέχεται στην διάπραξη των αδικημάτων, θα αναμένετο από αυτήν όπως, αφού είχε όλο το χρόνο στη διάθεση της, μιλήσει με το Βαλεντίνο και ζητήσει από αυτόν να απαλλάξει αυτήν από τη δίνη στην οποίαν την έμπλεξε και δεν θα παραδεχόταν αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος. Αντίθετα όμως έπραξε η κατηγορούμενη όταν την συνέλαβαν και την ανέκριναν. Άμεσα και οικειοθελώς παραδέχθηκε το αδίκημα, υποδεικνύοντας μάλιστα και τις σχετικές με το αδίκημα και τα κλοπιμαία, σκηνές. Εάν υπήρχε ίχνος αλήθειας στα λεγόμενα της κατηγορούμενης, η ίδια όχι μόνο δεν θα παραδεχόταν ένα αδίκημα το οποίο δεν διέπραξε, αλλά αντίθετα θα φρόντιζε όπως παρουσιάσει την δική της εκδοχή ούτως ώστε να απαλλάξει εαυτόν από την δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν. Ούτε αυτό έκανε η κατηγορούμενη. Δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν ήθελε να μαρτυρήσει τον Βαλεντίνο, όμως υπέδειξε το κοσμηματοπωλείο στο οποίο πώλησε τα κοσμήματα μαζί με αυτόν, οδηγώντας την αστυνομία στον εντοπισμό του. Δήλωσε ότι αποφάσισε ανακρινόμενη να τον προστατεύσει όμως, στην ακροαματική διαδικασία έστρεψε τα πυρά εναντίον του, κατονομάζοντας τον ως τον διαρρήκτη, θέσεις τις οποίες το Δικαστήριο κρίνει ότι αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης, και μια απέλπιδα προσπάθεια όπως απαλλαγεί από τις συνέπειες των πράξεων της. Η κατηγορούμενη προσπαθούσε κατά την μαρτυρία της όπως υποβιβάσει τη βαρύτητα που φέρει η ομολογία της, παρουσιάζοντας την ως «μια διέξοδο» που έκρινε ότι είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, με σκοπό την απαλλαγή της από την περαιτέρω κράτηση της. Όμως, κατά τη δεδομένη στιγμή, είχε πλήρη διαύγεια και αντίληψη των πράξεων της, αφού όχι μόνο είχε μιλήσει με δικηγόρο της επιλογής της, αλλά είχε πλήρη γνώση και των δικαιωμάτων της, ως ανέφερε. Συνεπώς η θέση της ότι η ομολογία της δεν είναι γνήσια, απορρίπτεται, αφού, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν αμφισβήτησε αυτή, είτε δια της ορθής δικονομικής οδούς, είτε υποβάλλοντας ξεκάθαρα τη θέση της αυτή στους μάρτυρες κατηγορίας για να μπορεί το Δικαστήριο, αν και σπανίως συμβαίνει, όπως αυτοβούλως εξετάσει το οικειοθελώς ή όχι, της ομολογίας της (βλ. Ιωσηφίδης (Ππαίλα) ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 204, Χαραλαμπίδης ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, και κατ' αναλογία R v Dhorajiwala
(2010)2 Cr. App R 161). Επιπλέον, ανακρινόμενη το 2019, η κατηγορούμενη ανέφερε ότι διέμενε μόνη της στην Καντάρας 6 στην Αλαμινό, θέση την οποία διέψευσε ο ΜΥ2, τον οποίο κάλεσε προς υπεράσπιση της, και ο οποίος ανέφερε ότι αποτελούσαν αχώριστο ζευγάρι για περίοδο 6 ετών, διαμένοντας μαζί στην εν λόγω οικία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η κατηγορούμενη διατείνετο ότι η ίδια με τον ΜΥ2 δεν πήγαν στο γάμο του χωρίου, θέση την οποίαν επίσης αναίρεσε ο ΜΥ2 δηλώνοντας ότι με την επιστροφή του στο χωριό, πήρε την Μαρία, πήγαν στο γάμο και αργότερα μετέβηκαν στο καζίνο στην Πύλα όπου και παρέμειναν μέχρι τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας. Αποτέλεσε θέση της μάρτυρος ότι, τα κλοπιμαία της έφερε ο Βαλεντίνος αμέσως μόλις διέρρηξε την οικία. Η θέση αυτή καταρρίπτεται εφόσον σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΥ2 ο ίδιος και η κατηγορούμενη ήταν μαζί από τις 21:30 περίπου και μετά, πηγαίνοντας στο γάμο και μετά στο καζίνο. Καμία αναφορά δεν έκανε ο ΜΥ2 σε μετέπειτα συνάντηση τους με το Βαλεντίνο. Η προσπάθεια της κατηγορούμενης κατά τη ζώσα μαρτυρία της όπως πείσει για το αληθές των θέσεων της ήταν διάχυτη, όμως οι όποιες απαντήσεις της, αναιρούσαν η μια την άλλη, ή ήταν κενές περιεχομένου, ενώ οι ουσιώδεις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε, τείνουν να καταδείξουν το μη φιλαλήθες των ισχυρισμών της. Η μαρτυρία της κατηγορούμενης για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2. Σημειώνω ότι τη μαρτυρία αυτή, το Δικαστήριο προσέγγισε με προσοχή, και προς τούτο έχει αυτοπροειδοποιηθεί, έχοντας ως γνώμονα το γεγονός ότι ενδεχομένως αυτή να ήταν εμποτισμένη από άλλα κίνητρα, ήτοι την υποβοήθηση της κατηγορούμενης, ως μιας κοπέλας με την οποία ο ΜΥ2 διατηρούσε μακροχρόνιο δεσμό (βλ.Κλεόβουλος Κουσουλίδης ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 10/2018, ημερ. 9.11.18). Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν διαφώτισε το Δικαστήριο ιδιαίτερα ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το επίδικο βράδυ. Ο ΜΥ2 δεν ήταν παρών στο χωρίο κατά τον χρόνο της διάρρηξης, αφού απουσίαζε στη Λευκωσία για να δει το παιδί του, ως αυτό απέκτησε από τον πρώτο του γάμο. Πέραν της θέσης του ότι τηλεφώνησε κατόπιν παράκλησης της κατηγορούμενης στο Βαλεντίνο για να του παραδώσει τα λοιπά κλοπιμαία, με σκοπό να παραδώσει αυτά αντίστοιχα η κατηγορούμενη στην αστυνομία, καμία άλλη γνώση δεν είχε σε σχέση με το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα το επίδικο βράδυ. Αντίθετα, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του επικεντρώθηκε στο να παρουσιάσει και να τονίσει την αθωότητα της κατηγορούμενης, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει όμως πού ήταν η ίδια μεταξύ των ωρών της διάρρηξης, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο, όπως επίσης εντύπωση δημιουργεί η επιμελής προσπάθεια του όπως με κάθε ευκαιρία, τεχνηέντως, ρίξει το φταίξιμο στο Βαλεντίνο. Παρά το επιμελές της προσπάθειας του, ο μάρτυρας έκανε άθελα του αναφορά στην πρώτη δήλωση του Βαλεντίνου προς το πρόσωπο του, όταν αντιλήφθηκε ότι τα αντικείμενα ήταν κλοπιμαία, δηλώνοντας του όπως: «πιάσει τα πράγματα και κάνει με αυτά ότι θέλει αλλά να φροντίσει όπως μην τον μπερδέψουν, μην τον νεκατώσουν» στην υπόθεση. Η προσπάθεια του να κτίσει μια θετική εικόνα για την κατηγορούμενη, και αντιπαθή εικόνα για τον Βαλεντίνο, ήταν εμφανής. Η εντύπωση που άφησε ο ΜΥ2 στο Δικαστήριο ήταν ότι θα έλεγε το οτιδήποτε προκειμένου να βοηθήσει την κατηγορούμενη. Δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής το γεγονός ότι ο ΜΥ2 γνώριζε δήθεν, με βεβαιότητα, ότι ο Βαλεντίνος ήταν το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα, και μην κάνει καμία αναφορά προς τούτο στην αστυνομία, απαλλάσσοντας έτσι, ενδεχομένως, την κατηγορούμενη από τις σοβαρές κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε. Η μαρτυρία του στο σύνολό της δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη και δεν γίνεται αποδεκτή. Νομική Πτυχή: Νομική βάση των κατηγοριών αποτελούν τα άρθρα 255, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στο άρθρο 255 και όπως κωδικοποιείται, αποτελεί κακούργημα. Η ευρεία Νομολογία επί του αδικήματος έχει εύστοχα επαναληφθεί και συνοψισθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφαλαίου 154. Σύμφωνα με το άρθρο 255
(2)του Νόμου, ο όρος «αποκτά κατοχή» περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή, (
  1. i)με τέχνασμα, (
  2. ii)με εκφοβισμό, (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο, (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα, ενώ ο όρος «αποκομίζει» περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα άρθρα 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα: 291. « Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει µε ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή µε οποιοδήποτε άλλο µέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα µέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως όταν οποιοδήποτε µμέρος του σώµατός του ή οποιοδήποτε µμέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. 292(α). «Όποιος διαρρηχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, µε σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό· ... είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Αν το ποινικό αδίκημα διαπράττεται κατά τη διάρκεια νύχτας, αυτό καλείται διάρρηξη κατά τη διάρκεια νύχτας, ο δε υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων». Όπως προκύπτει από το λεκτικό των άρθρων 291 και 292(α) του Νόμου, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που οφείλουν όπως αποδειχθούν είναι: α) όπως η διάρρηξη κτιρίου διαπράττεται με κάποιον από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 291, β) όπως αποδειχθεί ότι έγινε είσοδος στο κτίριο, γ) ότι το κτίριο χρησιμοποιείται ως κατοικία και δ) ότι τα πιο πάνω έλαβαν χώρα με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος στο εν λόγω κτίριο. Όπως είναι καλά γνωστό στο νομικό κόσμο, σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία, η αθώωση είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459).Η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η κατηγορούσα αρχή έχει κριθεί από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη, ενώ δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως συμπαγής και ομοιογενής. Η εμπλοκή της κατηγορούμενης στο αδίκημα δεν έχει καταδειχθεί και αποδειχθεί μόνο δυνάμει της αξιόπιστης μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής αλλά, έχει τύχει επίρρωσης μέσω και της ομολογίας του αδικήματος από την ίδια, ως αυτή δόθηκε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Από όλη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, φρονώ ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτήν περιουσίας, ως αυτή καταγράφεται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος, αφού έχει καταφέρει στην απόδειξη έκαστου εκ των συστατικών στοιχείων που συνθέτουν το υπό κρίση αδίκημα. H σωρευτική πλήρωση των συστατικών στοιχείων, φανερώνεται από τα ακόλουθα: Την 5.10.19 έγινε διάρρηξη στην κατοικία που διαμένουν οι ΜΚ5 και ΜΚ
  1. Η εν λόγω οικία αποτελεί την μόνιμη τους κατοικία. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και από την ίδια την παραδοχή της κατηγορούμενης, η είσοδος στη συγκεκριμένη κατοικία επιτεύχθηκε μέσω της κλειστής αλλά απασφάλιστης πόρτας του υπογείου. · Με βάση τη μαρτυρία που εμπεριέχεται στα Τεκμήρια 7 και 8 προκύπτει ότι η κατηγορούμενη την 21:37 περπατούσε πλησίον της οικίας των παραπονούμενων, ήτοι σε πολύ κοντινή απόσταση από την Οδό Κλείτου Μανδρίτη
  2. Συνεπώς από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κατά την συγκεκριμένη ώρα, που εμπίπτει στο χρονικό πλαίσιο στο οποίο διαπράχθηκε η διάρρηξη, η κατηγορούμενη βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή όπου εμπίπτει η πιο πάνω οδός και εν πάση περιπτώσει, όχι μακριά από αυτήν. Από την οικία κλάπηκε αριθμός χρυσαφικών, δύο ρολόγια, δύο τάμπλετ, ένα ζευγάρι παπούτσια και μια τσάντα, ιδιοκτησίας των ΜΚ5 και ΜΚ6 και των παιδιών τους. Η αποκόμιση των πιο πάνω αντικειμένων από την οικία αποδεικνύει ότι η διάρρηξη και είσοδος σ' αυτή συνοδεύτηκε από σκοπό διάπραξης κακουργήματος που ήταν η διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Η υπάρχουσα μαρτυρία ακόμη τεκμηριώνει ότι η κατηγορούμενη δια μέσω των πιο πάνω πράξεων της, ενήργησε δολίως, αποκομίζοντας παράνομα τα προαναφερόμενα αντικείμενα, τα οποία εμπίπτουν στον ορισμό και έννοια της περιουσίας που το άρθρο 255
(3)του Κεφ.154, αποδίδει. Οι πράξεις της φανερώνουν ότι απέκτησε κατοχή της εν λόγω περιουσίας, με σκοπό, ως διαφάνηκε από την μετέπειτα χρήση και πώληση τους σε τρίτα πρόσωπα όπως, μόνιμα αποστερήσει αυτή από τους ιδιοκτήτες της. · Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η κατηγορούμενη αποτελεί το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής. Αυτό, παραδέχθηκε η ίδια η κατηγορούμενη. Επιπλέον, η ίδια προέβη σε υπόδειξη σχετικών σκηνών, δείχνοντας μάλιστα την πόρτα από την οποία πέτυχε είσοδο στην οικία. Η διάρρηξη της οικίας έγινε με την είσοδο της κατηγορούμενης από την απασφάλιστη πόρτα του υπογείου, γεγονός που παραδέχθηκε η κατηγορούμενη στην κατάθεση της υποδεικνύοντας μάλιστα προς τούτο και τη σχετική σκηνή στα μέλη της αστυνομικής δύναμης. Τα όσα δήλωσε η κατηγορούμενη συνάδουν πλήρως με την μαρτυρία των ΜΚ5 και ΜΚ
  1. Η μαρτυρία που επίσης σχετίζεται με την κατηγορούμενη αφορά μεταξύ άλλων στην κατοχή από την κατηγορούμενη των αντικειμένων μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και σχετίζονται με μέρος των κλοπιμαίων αντικειμένων που κλάπηκαν από την συγκεκριμένη οικία. Δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής μου ότι μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας παραδόθηκε στην αστυνομία κατόπιν οδηγιών και υποδείξεων της κατηγορούμενης. Άλλο μέρος αυτής πωλήθηκε δυνάμει δικών της ενεργειών στον ΜΚ
  2. Αντίστοιχα, μέρος αυτής δόθηκε στην Χριστοδούλου, πάλι από την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε όλες τις πιο πάνω ενέργειες, ενώ επιβεβαιωτικά τα ως άνω επενεργούν τα σχετικά επί του προκείμενου, μέρη της μαρτυρίας των ΜΚ4 και ΜΚ
  3. Στις Αγγλικές αποφάσεις R. v. Loughlin 35 Cr. App.R. 69 και R. v. Seymour 38 Cr. App. R.68, ο κανόνας της πρόσφατης απόκτησης κατοχής («doctrine of recent possession») διατυπώνεται ως εξής: «where it is proved that premises have been entered and property stolen therefrom and that soon after the entry the defendant was found in possession of the property, it is open to the jury to convict him of burglary, and the jury should be so directed ...». Το ζήτηµα απασχόλησε στην Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R.75 στην οποία παρατίθεται το εξής απόσπασµα από την D.P.P. V. Nieser
(1959)1 Q.B. 254: «The so-called «doctrine of recent possession» is not limited to cases of receiving nor to inferences as to the accused's knowledge or state of mind. The right inference from recent possession may be that the accused himself has stolen the property, as where he is found in the street near the scene of the house-breaking in possession of the property which has been taken from the house which has been entered». Η κατηγορούμενη κατονόμασε αυτοβούλως έκαστο αντικείμενο το οποίο έκλεψε από την διαρρηχθείσα οικία. Η περιγραφή των αντικειμένων συνάδει πλήρως με τα όσα ανέφερε η ΜΚ6 ότι κλάπηκαν από το σπίτι της. Η κατηγορούμενη ομολόγησε και περιέγραψε την διάπραξη του αδικήματος. Οι θέσεις της περί εμπλοκής του Βαλεντίνου, και ειδικότερα ότι αυτός ήταν που προέβη στην διάπραξη του αδικήματος και όχι η ίδια, δεν έγιναν δεκτές. Από τα όσα έχουν προαναφερθεί, προκύπτει ότι όλη η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, φανερώνει ένα αδιάσπαστο σύνολο γεγονότων, που οδηγεί στο εύρημα ότι το αδίκημα διέπραξε η κατηγορούμενη. Η παραδοχή της αποτελεί το επιστέγασμα των αστυνομικών ερευνών. Ως εκ των άνω, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί εναντίον της κατηγορούμενης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Κατάληξη Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη από μέρους της κατηγορούμενης του αδικήματος που περιγράφεται στην μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε αυτήν. (Υπ.) ................................. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.