Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Άννα Κεκετσίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12560/21, 24/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12560/21 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή και Άννα Κεκετσίδου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 24.6.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κουμπαρή Για Κατηγορούμενο: κ. Φελλάς ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις κατηγορίες οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος ενώ ισχύει αναστολή άδειας από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων (1η κατηγορία), οδήγησης οχήματος χωρίς ασφάλιση (2η κατηγορία), παράλειψης ακινητοποίησης του οχήματος της ενώ κλήθηκε να πράξει τούτο από ένστολο Αστυνομικό (3η κατηγορία), παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας (4η κατηγορία) και επικίνδυνσης οδήγησης (5η κατηγορία). Η Κατηγορούμενη αρχικά αντιμετώπιζε και 6η κατηγορία που αφορούσε σε αμελή οδήγηση, η οποία αναστάληκε σε προγενέστερο στάδιο και η Κατηγορούμενη έχει απαλλαχθεί σε αυτήν. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε ως μάρτυρες, την αστυφύλακα που διαπίστωσε τις παραβάσεις (ΜΚ1) και δυο λειτουργούς του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΜΚ2 και ΜΚ3). Η Κατηγορούμενη αφότου κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανωμοτί δήλωση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Η ΜΚ1 ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Κατάθεσε αφού υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 1). Η ΜΚ1 κατάθεσε επίσης έντυπο στοιχείων ιδιοκτησίας του οχήματος της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 2) και την γραπτή κατηγορία της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με την μαρτυρία της πιο πάνω μάρτυρος, στις 28.12.2021 λήφθηκε πληροφορία στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε το πιο πάνω αναφερόμενο όχημα στη Λεωφόρο Μενεού στο Κίτι ενώ η άδεια της, της είχε αποστερηθεί. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι γνώριζε πως η Κατηγορούμενη δεν είχε άδεια, δεν γνώριζε όμως τον λόγο. Μετάβηκε στο μέρος αμέσως με υπηρεσιακό όχημα και ενώ οδηγούσε επί της Λεωφόρου Μενεού εντόπισε το όχημα της Κατηγορούενης στο αλτ της οδού Δράμας. Της έκανε σήμα με τα φώτα του υπηρεσιακού οχήματος, την κάλεσε να σταματήσει το όχημα της φωνάζοντας της και έκανε χρήση επίσης της σειρήνας του οχήματος. Την είχε εντοπίσει από απόσταση 30 μέτρων περίπου και ακολούθως την πλησίασε στο ένα μέτρο. Γνωρίζει την Κατηγορούμενη και τις προσωπικές της καταστάσεις καθότι ο εν διαστάσει σύζυγος της Κατηγορούμενης είναι συνάδελφος της ΜΚ
- Η Κατηγορούμενη την αντιλήφθηκε και εισήλθε στην Λεωφ. Μενεού κατευθυνόμενη στο Γυμνάσιο Κιτίου. Ακολούθως, η Κατηγορούμενη έστριψε στην οδό Σπάρτης και οδηγούσε επικίνδυνα και αλόγιστα προσπερνόντας προπορευόμενο όχημα. Η ΜΚ1 δεν έχασε οπτική επαφή με την Κατηγορούμενη. Χωρίς να σταματήσει στο αλτ, συνέχισε να οδηγεί αμελώς, επικίνδυνα και ζιγκ - ζαγκ προσπερνόντας προπορευόμενα οχήματα. Δεν γνωρίζει αν η Κατηγορούμενη έκανε εσκεμμένα την κίνηση ζιγκ - ζαγκ ή έχασε τον έλεγχο του οχήματος της. Έπειτα εισήλθε στην ως ανάφερε στην Λεωφ. Μενεού όπου η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή προσπερνόντας οχήματα που έρχονταν εξ' αντιθέτου και έστριψε στην οδό Άργους προς το Δημοτικό Σχολείο Κιτίου. Στην προσπάθεια της να στρίψει μετά στην οδό Άρτας, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος της, κινήθηκε δεξιά και κτύπησε στο δεξί πεζοδρόμιο με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά στον δεξιό μπροστινό τροχό του οχήματος της και να ακινητοποιηθεί στη μέση της οδού Άρτας. Έπειτα, η Κατηγορούμενη εξήλθε του οχήματος της και τράπηκε σε φυγή. Η ΜΚ1, δεν την καταδίωξε. Ο ΜΚ2, είναι επόπτης στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 4, έντυπο κατάστασης της άδειας της Κατηγορούμενης με ημερομηνία εκτύπωσης την 9.5.
- Σύμφωνα με τον ΜΚ2, βάσει του Τεκμηρίου 4, η Κατηγορούμενη ήταν στερημένη της άδειας της για την περίοδο 23.6.2021 μέχρι 13.1.
- Ενημερώθηκε προσωπικά η Κατηγορούμενη και κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 έντυπο απόδειξης παραλαβής και αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 23.6.2021 ως Τεκμήριο
- Με το Τεκμήριο 6, είπε ο ΜΚ2, ο Έφορος ζητεί από την Κατηγορούμενη να παρουσιάσει πρόσφατα ιατρικά πιστοποιητικά που έχει για την ψυχική της υγεία κατά πόσο η κατάσταση υγείας της, της επιτρέπει να οδηγεί με ασφάλεια μηχανοκίνητο όχημα. Η Κατηγορούμενη συμμορφώθηκε με την επιστολή του Εφόρου παραδίδοντας ιατρικό πιστοποιητικό στις 15.7.
- Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε, ότι δεν θα αρθεί η στέρηση της άδειας με την προσκόμιση του πιστοποιητικού. Ακολουθούνται διοικητικές πράξεις. Στις 3.8.2021, ο Έφορος στέρησε την άδεια οδήγησης της Κατηγορούμενης για προβλήματα ψυχικής υγείας. Στις 8.12.2021 η Κατηγορούμενη παρευρέθηκε ενώπιον ιατροσυμβουλίου το οποίο την έκρινε ικανή να οδηγεί. Από την πείρα του, γνωρίζει ότι συνήθως το ιατροσυμβούλιο ενημερώνει προφορικά για την απόφαση του το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Στις 11.1.2022 ενημερώθηκε η Κατηγορούμενη σχετικά μέσω επιστολής του Εφόρου (Τεκμήριο 7). Δεν είχε γνωστοποιηθεί προηγουμένως στην Κατηγορούμενη ότι η στέρηση της δεν ισχύει. Ήταν σε ισχύ η στέρηση μέχρι την 13.1.
- Δυο ημέρες πριν λήξει η στέρηση της άδειας οδήγησης της Κατηγορούμενης, επιβλήθηκε εκ νέου στέρηση σε σχέση με την ικανότητα να κατέχει επαγγελματική άδεια οδήγησης μέχρι την 1.1.
- Ο ΜΚ2 ανάφερε, επιπρόσθετα, ότι το ιατροσυμβούλιο, δεν είναι αρμόδια αρχή. Μπορεί να κρίνει ότι κάποιος είναι ικανός να οδηγεί, όμως η αρμόδια αρχή να επαναφέρει σε ισχύ την άδεια οδήγησης της Κατηγορούμενης είναι ο Έφορος και στις 28.12.2021 ίσχυε η στέρηση της άδειας οδήγησης της Κατηγορούμενης. Υπάρχει αρμόδιος λειτουργός, ο οποίος αποφασίζει όταν κάποιος κρίνεται ικανός από ιατροσυμβούλιο για επιστροφή της άδειας οδήγησης του. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το Τεκμήριο 7 (ανωτέρω), ανάφερε ότι είναι λάθος γιατί δεν αποφασίζει το ιατροσυμβούλιο αν θα πάρει κάποιος πίσω την άδεια οδήγησης του αλλά ο Έφορος και είναι διοικητική πράξη. Είναι λάθος διατυπωμένο το λεκτικό στην επιστολή Τεκμήριο
- Σε σχέση με την άδεια οδήγησης της Κατηγορούμενης δεν παραλήφθηκε από τον Έφορο και δεν γνωρίζει αν παραλήφθηκε από την Αστυνομία. Ο ΜΚ3, επίσης επόπτης στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, παρουσίασε ως Τεκμήριο 9 απόδειξη παραλαβής της επιστολής Τεκμήριο
- Πάνω στο Τεκμήριο 7 καταγράφεται ο αριθμός φακέλου της υπηρεσίας ο οποίος αντιστοιχεί με τον αριθμό στο Τεκμήριο
- Στην αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν γνωρίζει αν μπορεί να σταλεί άλλη επιστολή που να φέρει τον ίδιο αριθμό και η επιστολή αυτή παραλήφθηκε στις 21.1.
- Η Κατηγορούμενη ως αναφέρω ανωτέρω προέβη σε ανωμοτί δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία προβάλλει την δική της εκδοχή γεγονότων. Θα ακολουθήσει εκτενέστερη αναφορά σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12
(4)του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218). Πρώτη Κατηγορία Αναφορικά με την 1η κατηγορία, δυνάμει του άρθρου 40
(1)του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94
(1)/2001, ο Έφορος Μηχανοκίνητων Οχημάτων έχει εξουσία να αναστείλει ή ακυρώσει άδεια οδήγησης σε κάποιες περιπτώσεις (άρθρο 40
(1)(α)-(δ)). Δυνάμει του εδάφιου
(2)του πιο πάνω άρθρου, σε περίπτωση που ο Έφορος λάβει τέτοια απόφαση, γνωστοποεί στον ενδιαφερόμενο, εγγράφως την αιτιολογημένη πρόθεση του στην οποία καταγράφονται οι λόγοι που συνηγορούν στην ακύρωση ή αναστολή της άδειας οδήγησης. Η γνωστοποίηση δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου του άρθρου 40 του Ν.94
(1)/2001 γίνεται είτε με προσωπική επίδοση, είτε ταχυδρομικώς στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του ενδιαφερόμενου. Αν μετά την πάροδο 14 ημερών έχει ή δεν έχει υποβληθεί ένσταση από τον ενδιαφερόμενο, ο Έφορος κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την απόφαση του για αναστολή ή ακύρωση της άδειας οδήγησης, δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 40 του πιο πάνω Νόμου. Επιπρόσθετα, στο εδάφιο
(5)του πιο πάνω άρθρου, προνοείται ότι: «Σε κάθε περίπτωση που ο Έφορος απαιτεί εξασφάλιση πιστοποιητικού ικανότητας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 30, ή υποβολή πιστοποιητικού υγείας δυνάμει των διατάξεων της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)ή των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 34, τούτος μπορεί να αναστείλει την ισχύ άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, μέχρι και την εξασφάλιση και υποβολή του πιστοποιητικού ικανότητας ή του πιστοποιητικού υγείας, ανάλογα με την περίπτωση». Στο άρθρο 41 του πιο πάνω Νόμου, προνοείται ότι: «Πρόσωπο, η ισχύς της άδειας οδήγησης ή της άδειας οδήγησης μαθητευομένου του οποίου έχει ακυρωθεί δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(1)ή
(6)του άρθρου 40, μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση για έκδοση άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου μετά από παρέλευση δώδεκα τουλάχιστο μηνών από την ημερομηνία της ακύρωσης: Νοείται ότι, σε περίπτωση που διαπιστώνεται, κατά την κρίση του Εφόρου, ότι συντρέχουν εξαιρετικές προσωπικές ή επαγγελματικές ή κοινωνικές περιστάσεις σε πρόσωπο του οποίου η άδεια έχει ακυρωθεί, εκ νέου αίτηση για έκδοση άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου μπορεί να υποβληθεί μετά από παρέλευση έξι τουλάχιστο μηνών από την ημερομηνία της ακύρωσης.» Το άρθρο 49
(2)του ίδιου Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, του οποίου ή άδεια οδήγησης ή η άδεια οδήγησης μαθητευομένου έχει ανασταλεί ή ακυρωθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000) ή/και στις δύο αυτές ποινές.» Συνεπώς, θα πρέπει βάσει του πιο πάνω άρθρου, η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι η Κατηγορούμενη την επίδικη ημέρα οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα, σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο και ότι η άδεια οδήγησης της είχε ανασταλεί ή ακυρωθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 40 ανωτέρω. Δοσμένου του πιο πάνω λεκτικού, είναι απαραίτητο κατά την κρίση μου να έχει αποδειχθεί επίσης ότι ήταν εις γνώση της Κατηγορούμενης ότι η άδεια οδήγησης της είχε ανασταλεί ή ακυρωθεί. Δεύτερη Κατηγορία Σχετικά με την 2η κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000: « 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού». Το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την χρήση του οχήματος σε οδό και αν αποδειχθεί, το βάρος απόδειξης αντιστέφεται και εναπόκειται στον Κατηγορούμενο να παρουσιάσει έγκυρο ασφαλιστικό έγγραφο. Η ερμηνεία του ασφαλιστήριου εγγράφου εναπόκειται στο Δικαστήριο και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Τρίτη Κατηγορία Σε σχέση με την 3η κατηγορία, σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(2)(στ) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84 ως τροποποιήθηκαν: «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο µηχανοκινήτου οχήµατος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνοµικό µε στολή, δηµοτικό τροχονόµο ή σχολικό τροχονόµο, να ακινητοποιεί το όχηµά του µέχρις ότου ο αστυνοµικός ή ο τροχονόµος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήµατος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόµο το επιβάλλουν: Νοείται ότι, ο δηµοτικός τροχονόµος ή ο σχολικός τροχονόµος εκτελεί καθήκοντα που καθορίζονται από τον περό Δήµων Νόµο». Χρειάζεται συνεπώς να αποδειχθεί πάλι ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε ή είχε τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος και ενώ της είχε γίνει σήμα από ένστολο αστυνομικό να ακινητοποιήσει το όχημα της δεν το έπραξε. Αναφέρομαι αναλυτικότερα σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης. Τέταρτη Κατηγορία Αναφορικά με την 4η κατηγορία, ο Κανονισμός 58
(1)(δ) των πιο πάνω Κανονισμών, προνοεί ότι κάθε οδηγός ή πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ή ευθύνη οχήματος πρέπει: «(δ) να συµµορφώνεται προς όλα τα σήµατα τροχαίας, συµπεριλαµβανοµένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόµο µε ή κατ' εντολή της Αστυνοµίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάµει οποιασδήποτε νοµοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθµιση της τροχαίας κυκλοφορίας...» Παρομοίως, πρέπει να αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε ή είχε τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος και δεν συμμορφώθηκε σε σήμα τροχαίας το οποίο τοποθετήθηκε από αρμόδια αρχή. Πέμπτη Κατηγορία Σχετικά με την 5η κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε προνοεί: «7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί με διάφορους τρόπους. Το λεκτικό του άρθρου 7
(1)ανωτέρω, προσομοιάζει με το λεκτικό του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, από τις αρχές του οποίου έχω αντλήσει καθοδήγηση. Για να αποδειχθεί το αδίκημα, πρέπει να αποδειχθεί το επικίνδυνο της οδήγησης. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233 αναφέρθηκαν τα εξής: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Ως κατέδειξε περαιτέρω η νομολογία, πρέπει να αποδειχθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση ήταν αποτέλεσμα κάποιου σφάλματος (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Gosney ανωτέρω). Δεν είναι όμως το ίδιο με την αμελή οδήγηση όπου εκεί κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος συνετός ενήργησε κατά τρόπου ήταν κάτω από το επίπεδο προσοχής και φροντίδας που έπρεπε να επιδείξει (βλ. Φιντανάκης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 98/2013 ημερομηνίας 30.9.2014). Η επικινδυνότητα αφορά στην πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία, αλλά δεν είναι απαραίτητο να έχει προκληθεί δυστύχημα για να κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος (βλ. Police v. Stephanou
(1973)JSC 1400). Ως επεξηγήθηκε στην Gosney ανωτέρω, το σφάλμα εμπεριέχει το στοιχείο της αποτυχίας. Δεν χρειάζεται η παράβαση να είναι εσκεμμένη ή απερίσκεπτη ή η πρόθεση οδήγησης να ήταν κάτω του αναμενόμενου επιπέδου. Είναι αρκετό να αποτελέσει την αιτία μιας επικίνδυνης κατάστασης και μπορεί να εξαχθεί και να αποφασιστεί ως λογικό συμπέρασμα από τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Σάββα ανωτέρω, Gosney ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Αξιολόγηση Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, έχοντας εξετάσει επίσης το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 816). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). Η ΜΚ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως η εξεταστής της υπόθεσης έδωσε στο Δικαστήριο καθαρή εικόνα όσων έλαβαν χώρα την επίδικη ημέρα τόσο σε σχέση με της ενέργειες της ίδιας όσο και σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης. Η μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα και ηρεμία στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, ήταν σταθερή στις θέσεις της και δεν κλονίστηκε στην αντεξέταση. Δεν έχω αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 επίσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρά του ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του ήταν κάπως νευρικός, κρίνω ότι αυτό οφειλόταν στην προσπάθεια του να είναι όσο πιο βοηθητικός μπορούσε για το Δικαστήριο. Κατά την μαρτυρία του ο ΜΚ2 αφού κατάθεσε το Τεκμήριο 4, αναγνώρισε και το Τεκμήριο 8 που είναι η προηγούμενη εκτύπωση του Τεκμηρίου
- Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι επί του Τεκμηρίου 8 αναγράφεται ότι η στέρηση της άδειας οδήγησης της Κατηγορούμενης είναι από 23.6.2021 μέχρι 1.1.2099 ενώ στο Τεκμήριο 4 είναι από 23.6.2021 μέχρι 13.1.
- Αποδέχομαι όμως την εξήγηση που έχει δώσει ο ΜΚ2, ότι είναι λόγω εκτύπωσης του συστήματος που φαίνεται ότι έπειτα προστέθηκε η στέρηση για την επαγγελματική άδεια. Είμαι της γνώμης, ότι πρόκειται για ανανεωμένη εκδοχή του Τεκμηρίου
- Για το ζήτημα του ποιος είναι ο αρμόδιος να άρει την στέρηση άδειας οδήγησης της Κατηγορούμενης, δεν είναι ζήτημα το οποίο θα ερμηνεύσει ο μάρτυρας, αλλά είναι ζήτημα της σχετικής Νομοθεσίας, στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω. Η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται επίσης αποδεκτή. Ο ΜΚ3 ήταν τυπικός μάρτυρας. Επί της ουσίας προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την απόδειξη παραλαβής του Τεκμηρίου
- Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του εφόσον οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν διευκρινιστικού περιεχομένου παρά αμφισβήτησης. Δεν έχω αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Η Κατηγορούμενη ως αναφέρω ανωτέρω προέβη σε ανωμοτί δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην Α.Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερομηνίας 22.6.2016 τα εξής: «Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1090Ε). » Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα ως προς το πως θα προσεγγίσει το Δικαστήριο μια τέτοια δήλωση. Η αποδεικτική αξία μιας ανωμοτί δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων για να καταλήξει ποια βαρύτητα θα αποδώσει στην ανωμοτί δήλωση ενός κατηγορούμενου και για να αποφασίσει αν θα της αποδώσει βαρύτητα αφού την εξετάσει να έχει υπόψη και τα σημεία των γεγονότων τα οποία δε αμφισβητήθηκαν ή παράμειναν αναντίλεκτα και η εξέταση της να μην γίνει αποσπασματικά (βλ. Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354, Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερομηνίας 17.5.2018). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, αν πρέπει να σχολιαστεί κάτι είναι ότι σε αυτήν περιλαμβάνονται θέσεις και ισχυρισμοί οι οποίοι ουδέποτε υποβλήθηκαν σε οποιοδήποτε μάρτυρα κατηγορίας για να τοποθετηθεί επομένως δεν θα τους αποδόσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Περιλαμβάνει όμως και θέσεις οι οποίες συνάδουν με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία. Παραδέχεται η Κατηγορούμενη μέσω της ανωμοτί δήλωσης της ότι στις 23.6.2021 της είχε σταλεί η επιστολή (Τεκμήριο 6) επί της οποίας αναγραφόταν ότι μέχρι να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό η άδεια της αναστέλλεται. Ήταν συνεπώς εις γνώση της ότι αναστάληκε η άδεια οδήγησης της, παρά την περί του αντιθέτου υποβολή του συνήγορου της στον ΜΚ2 ότι δεν ειδοποιήθηκε ποτέ η Κατηγορούμενη για την στέρηση της άδειας της. Παραδέχεται επίσης ότι συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκμήριο 6) παραδίδοντας σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη παραδέχεται επίσης ότι έλαβε και την επιστολή Τεκμήριο 7 με την οποία ενημερώνεται για τα αποτελέσματα της εξέτασης της από το ιατροσυμβούλιο. Ευρήματα - Κατάληξη Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της στις 28.12.2021, δεν αποτέλεσε αμφισβητούμενο γεγονός. Συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη στις 28.12.2021 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΧS 089 στη Λεωφ. Μενεού στο Κίτι της Επαρχίας Λάρνακας. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα, η Κατηγορούμενη οδηγούσε χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ η άδεια οδήγησης της εφόσον αυτή είχε ανασταλεί από τον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Οι διατάξεις του άρθρου 40 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου, ανωτέρω, αφορούν διοικητική λειτουργία του Εφόρου. Υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ αυτών και της εξουσίας του Δικαστηρίου να στερήσει ενός Κατηγορούμενου το δικαίωμα να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης. Όπως λειτουργεί ο Έφορος με τρόπο που να εκδίδει άδεια, λειτουργεί και με τρόπο που να αναστέλλει. Κατά συνέπεια, αρμόδια αρχή για να αποφασίσει κατά πόσο η Κατηγορούμενη θα λάβει πίσω την άδεια της ή όχι είναι μόνο ο Έφορος Μηχανοκίνητων Οχημάτων και όχι το ιατροσυμβούλιο που την εξέτασε. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης ότι εάν οποιοσδήποτε με την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού λάμβανε αυτομάτως πίσω την άδεια οδήγησης του, δεν θα εξυπηρετούσε σε κάτι η εξέταση του από ιατροσυμβούλιο. Καθίσταται σαφής κατά την κρίση μου ότι υπάρχουν στάδια που πρέπει να ακολουθηθούν προτού επιστραφεί η άδεια οδήγησης στον οδηγό. Στη βάση τούτων δεν μπορεί να δοθεί άλλη ερμηνεία στο Τεκμήριο 6. Η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να αναμένει την απόφαση του Εφόρου πριν αποφασίσει να οδηγήσει, δεδομένου του ότι γνώριζε ότι η άδεια της της είχε ανασταλεί. Το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν κατάσχεσε την άδεια οδήγησης της ή το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη δεν παράδωσε την άδεια οδήγησης της στον Έφορο δεν έχει σημασία εφόσον η ίδια παραδέχεται ότι γνώριζε πως αυτή είχε ανασταλεί. Έχοντας αποδεχθεί την μαρτυρία της ΜΚ1, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε επικίνδυνα για το κοινό. Ως περιέγραψε την οδήγηση της Κατηγορούμενης η ΜΚ1, η Κατηγορούμενη προσπερνούσε οχήματα, παραβίασε σήμα αλτ, κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος της, κτύπησε σε πεζοδρόμιο αντίθετης λωρίδας, ενώ η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή. Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη κινείτο ζιγκ-ζαγκ, δηλαδή ελικοειδή πορεία (βλ. Χριστίνα Ζίκκου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 18), γεγονός το οποίο κατατάσσει την οδήγησης της εντός των πλαισίων της επικίνδυνης, αλόγιστης ή απερίσκεπτης οδήγησης (βλ. Φερεκύδου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 184/2016, ημερομηνίας 11.10.2018). Έπειτα, η Κατηγορούμενη εγκατάλειψε την σκηνή αφού απομακρύνθηκε πεζή. Εύρημα του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη εξερχόμενη από την οδό Σπάρτης στην Λεωφ. Μενεού δεν σταμάτησε σε σήμα αλτ, δηλαδή δεν συμμορφώθηκε σε σήμα τροχαίας. Ότι το σήμα αλτ αποτελεί σήμα τροχαίας δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε αποτέλεσε αμφισβητούμενο γεγονός ότι τοποθετήθηκε από αρμόδια αρχή. Συνεπώς, κατά την κρίση μου εφαρμόζεται η αρχή της κανονικότητας (βλ. Γιωργαλλίδης ν Δήμος Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789). Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη δεν συμμορφώθηκε σε σήμα αστυνομικού να ακινητοποιήσει το όχημα της. Η ΜΚ1 έκανε χρήση σειρήνας και φάρων μέσα από το υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας. Επίσης φώναξε στην Κατηγορούμενη με το όνομα της, συνεπώς ήταν εμφανής τόσο η ΜΚ1 με το όχημα της όσο και το σήμα για να σταματήσει η Κατηγορούμενη να οδηγεί. Η Κατηγορούμενη ουδέποτε ανταποκρίθηκε Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι δεν αναφέρθηκε κατά πόσο η ΜΚ1 ήταν ένστολη, όμως, στην υπόθεση Keane v. McSkimming
(1983)S.C.C.R. 220, 223, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με το πανομοιότυπο με τον Κανονισμό 58
(2)(στ), άρθρο του Αγγλικού Road Traffic Act 1988 (s. 169): «It is not of course for the Crown in a case such as this to establish that a driver did see a signal to halt. It is quite sufficient that the Crown leads evidence that a signal was given at a time and in circumstances which ought to make it obvious to an approaching driver. If such evidence is led then in the absence of explanation the case for the Crown is made out upon a prima facie basis and if the driver in question fails to react to the signal and that is established the court is entitled to proceed to conviction, and the Crown prosecution of a motorist in these circumstances is entitled to succeed. » Το Δικαστήριο δηλαδή, δύναται να προβεί σε εύρημα ενοχής, εάν δεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή με την μαρτυρία που προσκόμισε, έχει καταδείξει ότι έγινα σήμα στον οδηγό, σε χρόνο και κάτω από περιστάσεις που θα έπρεπε ο οδηγός να το αντιληφθεί και αυτός χωρίς εξήγηση δεν ανταποκρίθηκε. Εκτός, εάν υπάρχει λόγος ο οποίος δεν αφορά σε παράλειψη του Κατηγορούμενου, για τον οποίο δεν έγινε αντιληπτό το σήμα (βλ. Harding v Price [1948] 1 All E.R.). Τέτοιος λόγος δεν καταδείχθηκε. Η Κατηγορούμενη επίσης, κατηγορείται ότι οδηγούσε χωρίς ασφάλεια. Στο Τεκμήριο 2 καταγράφονται στοιχεία ασφάλειας, με ημερομηνία λήξης την 26.5.2022. Στο άρθρο 2 του Ν.96(Ι)/2000, ανωτέρω, αναφέρεται ότι «άδεια οδήγησης» σημαίνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος η οποία χορηγείται με βάση τις διατάξεις του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. Επομένως η εξέταση ισχύς ασφαλιστηρίου εγγράφου γίνεται όπου αυτό υπάρχει με αναφορά στους όρους του εν λόγω ασφαλιστηρίου. Στην Skapoulos v The Police
(1963)1 CLR 96 παραμερίστηκε απόφαση ότι ο εφεσείων οδηγούσε ανασφάλιστος μοτοσυκλέτα. Η μαθητική άδεια του εφεσείοντα είχε λήξει. Κρίθηκε όμως, πως οι όροι του ασφαλιστηρίου εγγράφου κάλυπταν τέτοια οδήγηση ακόμη και αν η μαθητική άδεια δεν ενέπιπτε στον όρο «άδεια», ως «άλλη εξουσιοδότηση που εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανονισμούς χορήγησης αδειών». Για να καταλήξει λοιπόν το Δικαστήριο θα πρέπει να γίνει αναφορά στο ίδιο το ασφαλιστήριο έγγραφο. Η ερμηνεία του ασφαλιστήριου εγγράφου εναπόκειται στο Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences 25η έκδοση σελ. 365, αναφέρονται τα ακόλουθα: « The policy is the document which the court must consider and, where a policy clearly does not cover the risk, an offence is committed although the insurers may be willing, as an act of grace, to accept liability (Egan v. Bowler
(1939)63 Lloyd's Rep. 266, where it was also held that a letter from the insurers should be disregarded). » Στο ίδιο σύγγραμμα ανωτέρω, αναφέρεται επίσης ότι είναι επιθυμητό να εξετάζεται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκτός αν ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι οι απαραίτητες πληροφορίες μπορεί να περιληφθούν στο πιστοποιητικό ασφάλισης (σελ. 366). Πιο κάτω στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται τα ακόλουθα: «It will depend on the terms of the policy whether he is covered if his licence extends to certain classes of motor vehicle and the insured vehicle is not in one of those classes». Στην σελ. 362 αναφέρονται τα εξής: «A common form of policy allows driving, with the permission of the insured person, by any person, "who holds or has held a driving licence" and is not disqualified, or any person "who holds or has held a driving licence". The exact wording should always be checked. With that form of wording, if the driver has once held a driving licence, he will be covered even though it may have expired and even though it was only provisional. A driving licence would normally include a provisional driving licence (1988 Act s. 108) and in Rendlesham v. Dunne [1964] 1 Lloyd's Rep 192 it was held in a County Court that the policy still covered use by a learner driver even though he was driving in breach of the terms of his provisional licence. It will depend on the terms of the policy whether he is covered if his licence extends to certain classes of motor vehicle and the insured vehicle is not in one of those classes». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο η Κατηγορούμενη είχε σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο, έπρεπε να εξετάσει το συγκεκριμένο έγγραφο και τους όρους αυτού. Ως διαφαίνεται από το σύγγραμμα Wilkinson's ανωτέρω ένα συνηθισμένο ασφαλιστήριο έγγραφο θα επιτρέψει την οδήγηση σε κάποιον που κατέχει ή κατείχε στο παρελθόν άδεια οδήγησης και δεν του έχει στερηθεί. Ως έχω αναφέρει ήδη ανωτέρω, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούμενης να παρουσιάσει σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο και δεν το έπραξε. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τον ισχυρισμό της ότι βρισκόταν σε ισχύ το ασφαλιστήριο έγγραφο παρά του ότι η άδεια οδήγησης της είχε ανασταλεί. Κατάληξη Εν όψει όλων των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στο απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............. Λ. Χαβιαράς, Προσ. Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο