THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. NTINACO ESTATES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2132/2015, 19/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2132/2015 Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Εναγόντων -και-
- NTINACO ESTATES LTD (H.E.041680)
- .... ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ
- ..... ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ
- .... ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 01/11/2017 THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Εναγόντων -και-
- NTINACO ESTATES LTD (H.E.041680)
- ..... ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα .... Αναξαγόρου
- ... ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ
- .... ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Εναγόμενων ------------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Ιουλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μ. Κουσιάππα μαζί με κα Κ. Φελλά για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους 1, 2 και 4: κα Κ. Καρσού για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 3: κα Β. Χριστοφόρου για Λουκάς Π. Λουκά ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η αγωγή καταχωρίστηκε αρχικά εναντίον των εναγόμενων, από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα Κύπρου ή η Τράπεζα). Σύμφωνα όμως με ειδοποίηση που καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 10/8/2021, η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, αφορά πιστωτική/ές διευκόλυνση/εις ή/και εξ αποφάσεως χρέος/χρέη ή/και εξασφάλιση/εις, που έχει/έχουν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα Κύπρου στην εταιρεία THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED (με αρ. εγγραφής ΗΕ378131), (στο εξής η THEMIS ή οι ενάγοντες), κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και/ή δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 4/6/2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 08/06/
- Ένεκα των ανωτέρω, η εταιρεία THEMIS έχει υποκαταστήσει και ή αντικαταστήσει αυτόματα την Τράπεζα Κύπρου στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Επίσης, ο Σωφρονίου, ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας των εναγόντων, στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στην αντικατάσταση και ή υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την εταιρεία THEMIS στα δικαιώματα της που αφορούν την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και κατέθεσε τόσο το αναφερόμενο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.4/6/2021 (τεκμ.2), όσο και τις επιστολές ημερ.14/6/2021 με τις οποίες οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για τη μεταβίβαση της επίδικης διευκόλυνσης (βλ. τεκμ. 3 και 4). Ως εκ των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι καμία αμφισβήτηση δεν υπήρξε από τους εναγόμενους για τα πιο πάνω, ήδη από το σημείο αυτό αναφέρω πως η εταιρεία THEMIS έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει την παρούσα αγωγή και να αξιώσει απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγόμενων. Τα δικόγραφα Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Τράπεζα Κύπρου είναι τραπεζίτες και καθ' όλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο, με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Κατόπιν σχετικής αίτησης της εναγόμενης 1, την οποίαν ενέκρινε η Τράπεζα, την 20/11/2006 οι διάδικοι υπέγραψαν γραπτή συμφωνία με την οποία η Τράπεζα συμφώνησε να παρέχει στην εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας ή και πίστωση ή και άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €510.000.-. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, την 20/11/2006 εγγυήθηκαν γραπτώς τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 εταιρείας που προέκυπταν από την πιο πάνω συμφωνία. Προς περαιτέρω ή και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την Tράπεζα: (α) Η εναγόμενη 1 προσέφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν υποθήκη ημερομηνίας 21/11/2006, για το ποσό των €598.010,50.- (Λ.Κ.350.000.-), η οποία είχε δεόντως δηλωθεί και εγγραφεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας επί ακινήτου, στο οποίο η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια κατά 1/5 μερίδιο. Βάσει των όρων των εγγράφων υποθήκης, η Τράπεζα εδικαιούτο να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε δι' αγωγής μέσω Δικαστηρίου και το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση των εξασφαλισμένων υποχρεώσεων. (β) Η εναγόμενη 1, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 20/11/2006, εκχώρησε πλήρως και ανέκκλητα στους ενάγοντες τα δικαιώματα της επί του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/11/2006 για συγκεκριμένο ακίνητο στο χωριό Χοιροκιτία της επαρχίας Λάρνακας. Το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. (γ) Η εναγόμενη 1, κατά ή περί την 20/11/2006, εξέδωσε και ενέγραψε υπέρ των εναγόντων Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό των €85.430.-, το οποίο και εγγράφηκε στον Έφορο Εταιρειών κατά ή περί την 02/10/
- Σε σχέση μ' αυτό, οι ενάγοντες δηλώνουν ότι επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Στις 28/12/2009, 7/12/2010, 21/12/2011 και 28/12/2011, υπεγράφησαν μεταξύ των μερών τροποποιητικές συμφωνίες που αφορούσαν παράταση πληρωμής του δανείου. Εξαιτίας των αλλαγών στις συνθήκες της αγοράς και λόγω των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και βάσει των όρων της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/2006 ή και τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, οι ενάγοντες προέβησαν στην αύξηση του περιθωρίου από 3,5% σε 5% και έπειτα σε 6% έπειτα από σχετικές κοινοποιήσεις στους εναγόμενους. Ομοίως, οι ενάγοντες κατόπιν σχετικής δημοσίευσης στον ημερήσιο τύπο μείωσαν τον τόκο υπερημερίας σε 2%. Οι εναγόμενοι καθυστέρησαν ή και παρέλειψαν να καταβάλουν εγκαίρως τις δόσεις τους προς τους ενάγοντες και οι τελευταίοι με επιστολή τους προς όλους τους εναγόμενους ημερομηνίας 4/3/2015, τους κάλεσαν να εξοφλήσουν τα μέχρι τότε πληρωτέα ποσά και τους πληροφόρησαν ότι οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνονταν με επιπλέον τόκο υπερημερίας προς 2%, ως ίσχυε τότε, με κεφαλαιοποίηση τόκου ανά εξάμηνο καθώς και έξοδα. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο των ως άνω επιστολών και οι ενάγοντες με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 26/5/2015 προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν όλες τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες και τους πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός τους θα χρεωνόταν με επιπλέον τόκο υπερημερίας προς 2%. Οι ενάγοντες περαιτέρω, με την ίδια επιστολή τους, απαίτησαν σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας την άμεση πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου και παράλληλα τους πληροφόρησαν ότι εάν παραλείψουν να το εξοφλήσουν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Κατά ή περί την 7/10/2015 ο πιο πάνω επίδικος λογαριασμός δανείου παρουσίαζε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο €95.070,71.- πλέον τόκο προς 8,055%, ήτοι Euribor 6 μηνών προς 0,055% ως ίσχυε τότε, πλέον προσαύξηση προς 6% και πλέον τόκο υπερημερίας προς 2%. Οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα εξακολουθούν να παραλείπουν ή και να αμελούν ή και να αρνούνται να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά ή και χρεωστικά υπόλοιπα στους ενάγοντες. Ως εκ των ανωτέρω, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1, 2, 3 και 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το πιο πάνω ποσό, διάταγμα για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της εναγόμενης 1, ως επίσης διάφορα άλλα διατάγματα δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης ημερ.20/11/2006 ανωτέρω, ήτοι για αναγνώριση τους ως δικαιούχων των δικαιωμάτων της εναγόμενης 1 που απορρέουν από τη συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ της τελευταίας και τρίτης εταιρείας, για να δικαιούνται ν' αποσύρουν το πωλητήριο και να πωλήσουν ή αγοράσουν το ακίνητο, κ.α. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι 1-4, παραδέχονται την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου, είναι τραπεζίτες και καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο προς της παρούσα αγωγή, διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο, με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Επίσης, παραδέχονται τη σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερ. 20/11/
- Ισχυρίζονται όμως ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι παράνομοι και ή καταχρηστικοί και δεν έχουν καμιά νομική ισχύ και ή η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε κατά παράβαση του περί της Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(l)/1999) και ή κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν.93(Ι)/1996). Η παραχώρηση εγγύησης από μέρους των εναγόμενων 2, 3 και 4, είναι παραδεκτή. Όμως, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και μη εκτελεστή, με την έννοια της Περί Συμβάσεως Νομοθεσίας και των προνοιών του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (Ν.197(Ι)/2003). Πιο συγκεκριμένα, η Τράπεζα παρέλειψε να συμμορφωθεί, αφενός με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν. 197(Ι)/2003, διότι δεν παρέδωσε στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 επιστολή με το περιεχόμενο που προβλέπει το εν λόγω άρθρο και ειδικότερα με τους ουσιώδεις όρους της συμφωνίας δανείου και αφετέρου με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(2)του εν λόγω νόμου. Επίσης, η Τράπεζα δεν αποκάλυψε και ή επεξήγησε τους όρους της συμφωνίας εγγυήσεως πριν την υπογραφή αυτής, σύμφωνα με τις πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας, αλλά παρουσιάστηκε στους εναγόμενους 2, 3 και 4 ως τυπική συμφωνία, ούτε, δε, αποκαλύφθηκε στους τελευταίους η περιουσιακή κατάσταση των πρωτοφειλετών. Οι εναγόμενοι αρνούνται τόσο την παραχώρηση της υποθήκης, τη συμφωνία εκχώρησης και την έκδοση και εγγραφή του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, όσο και τις αναφερόμενες τροποποιητικές συμφωνίες. Περαιτέρω όμως: (α) Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η επίδικη υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και ή Δήλωση Υποθήκης είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και δέον όπως ακυρωθεί, καθότι το περιεχόμενο της αντίκειται με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65, ήτοι μεταξύ άλλων ο προβλεπόμενος τόκος και ή το επιτόκιο είναι ασαφές και ή αόριστο. (β) Η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπογράφηκαν η συμφωνία εκχώρησης και η συμφωνία για το ομόλογο, οι εν λόγω συμφωνίες είναι άκυρες και ή ανυπόστατες και ή παράνομες καθ' ότι υπογράφηκαν και ή καταρτίστηκαν χωρίς τη νόμιμη απόφαση της εταιρείας και ή την νόμιμη εξουσιοδότηση των προσώπων που την υπόγραψαν και ή υπογράφηκαν καθ' υπέρβαση των προνοιών του ιδρυτικού ή και του καταστατικού εγγράφου της εταιρείας ή και καταρτίστηκαν καθ' υπέρβαση των σκοπών της εν λόγω εταιρείας. (γ) Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με την τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερ. 20/11/2006, ούτε παρείχαν συγκατάθεση προς τούτο. Περαιτέρω σημειώνουν ότι οι μεταγενέστερες συμφωνίες, τροποποιητικές και ή συμπληρωματικές, μεταξύ της Τράπεζας και της εναγόμενης 1, χωρίς τη γνώση και ή πληροφόρηση των λοιπών εναγόμενων, αλλοίωσαν το περιεχόμενο της παραχωρηθείσας εγγύησης, ώστε οι ενάγοντες να κωλύονται να προβάλλουν ως οι αξιώσεις της έκθεσης απαίτησης εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και
- Από εκεί και πέρα, οι εναγόμενοι αρνούνται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται τα ακόλουθα: - Παράνομα και ή αντισυμβατικά και ή κατά παράβαση του περί της Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999), η Τράπεζα προχώρησε μονομερώς στην αύξηση του περιθωρίου από 3,5% σε 5% και έπειτα σε 6% και περί τούτου οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν από τους Ενάγοντες. - Το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας επαυξημένο σε ποσοστό 2% και ή μεγαλύτερο ποσοστό από το συμβατικό επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού, είναι όρος καταχρηστικός, παράνομος και άκυρος και αποτελεί όρο που συνιστά ποινική ρήτρα και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. - Αρνούνται ότι έλαβαν τις αναφερόμενες επιστολές και ή αποστάλθηκαν προς αυτούς οποιεσδήποτε επιστολές και ή άνευ βλάβης της ως άνω Υπεράσπισης, η Τράπεζα ουδέποτε τερμάτισε νόμιμα τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού δανείου και ή ουδέποτε κάλεσε νόμιμα και ή όχλησε τους εναγόμενους για την πληρωμή οποιουδήποτε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η παρούσα αγωγή εγέρθηκε πρόωρα και πρέπει ν' απορριφθεί. - Η Τράπεζα χρέωσε τον επίδικο λογαριασμό άμεσα και ή συγκεκαλυμμένα με παράνομους τόκους υπό μορφή δικαιωμάτων και ή άλλων χρεώσεων εις βάρος των εναγόμενων και ή παράβηκε τη νόμιμη τραπεζική πρακτική και Νομοθεσία, ώστε σήμερα να προβάλλει καταχρηστικά και ν' αξιώνει την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου ως αυτό παρουσιάζεται. Έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι εναγόμενοι από κοινού αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων και ζητούν απόρριψη της εναντίον τους αγωγής με έξοδα εις βάρος των εναγόντων. Στο απαντητικό τους δικόγραφο, οι ενάγοντες, πλην των παραδοχών των εναγόμενων, αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των τελευταίων και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, οι ενάγοντες κάλεσαν ένα μάρτυρα, ήτοι τον . Σωφρονίου (ΜΕ1). Οι εναγόμενοι δεν έδωσαν μαρτυρία, όμως κάλεσαν μία μάρτυρα και συγκεκριμένα την .... Ανδρέου (ΜΥ1). Ο Σωφρονίου (ΜΕ1), με την έναρξη της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε την γραπτή δήλωση που έχει ετοιμάσει, ως τεκμήριο
- Ως ανέφερε, από την 1/10/2021 είναι υπάλληλος της THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT LIMITED (στο εξής η ΤΡΜ), η οποία είναι 100% θυγατρική εταιρεία της ΤΗΕΜΙS και παρέχει υπηρεσίες στην τελευταία, δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών που υπογράφηκε μεταξύ της ΤΡΜ και της ΤΗΕΜΙS. Από το 1990 μέχρι τον Μάρτιο του 2013 εργοδοτείτο στην Λαική Τράπεζα, ενώ από τον Απρίλιο 2013 μέχρι και την 30/9/2021 βρισκόταν στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου. Αναφέρει δε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του, αλλά και κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι ο φάκελος ήταν κοντά του, όταν εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου και τώρα μεταφέρθηκε κοντά του στην ΤΗΕΜΙS. Σύμφωνα με το μάρτυρα, κατόπιν σχετικής αίτησης της εναγόμενης 1, την οποία ενέκριναν οι ενάγοντες την 20/11/2006, οι διάδικοι υπέγραψαν γραπτή συμφωνία με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να της παρέχουν δάνειο τακτής προθεσμίας ή και πίστωση ή και τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους €510.000.- (βλ. τα σχετικά πρακτικά της εναγόμενης 1 - τεκμ.5, την έγκριση των εναγόντων ημερομηνίας 20/11/2006 - τεκμ.6 και τη συμφωνία ημερομηνίας 20/11/2006 - τεκμ.7). Οι ενάγοντες με την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας δανείου, άνοιξαν λογαριασμό δανείου, στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι κινήσεις του λογαριασμού του δανείου (βλ. την κατάσταση του λογαριασμού - τεκμ.8 και το πιστοποιητικό/βεβαίωση δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ότι η κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του αρχείου των εναγόντων - τεκμ.9). Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, την 20/11/2006, εγγυήθηκαν γραπτώς τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 που προέκυπταν από την πιο πάνω συμφωνία, παρούσες ή και μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν ή που πιθανόν να καθίσταντο απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, για ολόκληρο το ποσό έκαστος και επιπλέον θα ευθύνονταν για τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα. Η εν λόγω εγγύηση είναι αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου ημερ. 20/11/2006 πιο πάνω (τεκμ.7). Ως ανέφερε δε, προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, η τελευταία: (α) Προσέφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την υποθήκη ημερομηνίας 21/11/2006, για το ποσό των €598.010,50.- (Α.Κ.350.000.-) [βλ. τα πρακτικά της εναγόμενης 1 σε σχέση με την ως άνω υποθήκευση και τα σχετικά έγγραφα υποθήκης - τεκμ.10]. (β) Με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 20/11/2006, εκχώρησε πλήρως και ανέκκλητα στους ενάγοντες τα δικαιώματα της επί του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/11/2006 για συγκεκριμένο ακίνητο στο χωριό Χοιροκιτία της επαρχίας Λάρνακας [βλ. τα πρακτικά της εναγόμενης σε σχέση με την ως άνω εκχώρηση-τεκμ.11 και τη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 20/11/2006, μαζί με το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 12/10/2006-τεκμ.12]. (γ) Κατά ή περί την 20/11/2006, εξέδωσε και ενέγραψε υπέρ των εναγόντων Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό των €85.430.-, το οποίο και εγγράφηκε στον Έφορο Εταιρειών κατά ή περί την 02/10/2009 [βλ. τα πρακτικά της εναγόμενης 1 σε σχέση με το ως άνω Ομόλογο- τεκμ.13 και το εν λόγω Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 20/11/2006-τεκμ.14]. Σε σχέση μ' αυτό, οι ενάγοντες δηλώνουν ότι επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Κατά την 12/03/2009 και την 13/03/2009, κοινοποιήθηκε σε όλους τους εναγόμενους ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων των εναγόντων, με τον οποίο ο τόκος υπερημερίας καθοριζόταν σε ποσοστό 5,25%. Όλοι οι εναγόμενοι ξεχωριστά υπέγραψαν τους εν λόγω Καταλόγους (βλ. τεκμ.15). Ο μάρτυρας, αναφέρθηκε περαιτέρω σε 3 τροποποιητικές συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων, ως ακολούθως: - Ημερ. 28/12/2009 - τροποποιήθηκε ο όρος της πιο πάνω συμφωνίας που προνοούσε τη λήξη της αποπληρωμής του επίδικου δανείου και συνακόλουθα παρατάθηκε η λήξη του για δώδεκα μήνες, με εφάπαξ αποπληρωμή στις 31/12/2010 (βλ. τα πρακτικά της εναγόμενης 1 σε σχέση με την ως άνω τροποποιητική συμφωνία-τεκμ.16 και την εν λόγω τροποποιητική συμφωνία ημερ. 28/12/2009, μαζί με τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων - τεκμ.17). - Ημερ. 7/12/2010 - τροποποιήθηκε ο όρος της πιο πάνω συμφωνίας που προνοούσε τη λήξη της αποπληρωμής του επίδικου δανείου και συνακόλουθα παρατάθηκε η λήξη του για δώδεκα μήνες, με εφάπαξ αποπληρωμή στις 31/12/2011 (βλ. τα πρακτικά της εναγόμενης 1 σε σχέση με την ως άνω τροποποιητική συμφωνία-τεκμ.18 και την εν λόγω τροποποιητική συμφωνία ημερ. 7/12/2010, μαζί με τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων - τεκμ.19). - Ημερ. 21/12/2011 και 28/12/2011 - τροποποιήθηκε ο όρος της πιο πάνω συμφωνίας που προνοούσε τη λήξη της αποπληρωμής του επίδικου δανείου και συνακόλουθα παρατάθηκε η λήξη του για δώδεκα μήνες, με εφάπαξ αποπληρωμή στις 31/12/2012 (βλ. τα πρακτικά της εναγόμενης 1 σε σχέση με την ως άνω τροποποιητική συμφωνία-τεκμ.20 και την εν λόγω τροποποιητική συμφωνία ημερ. 21/12/2011 και 28/12/2011 - τεκμ.21). Και στις 3 περιπτώσεις, οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/2006, καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτής, εξακολουθούσαν να ισχύουν ως είχαν. Εξαιτίας των αλλαγών στις συνθήκες της αγοράς και λόγω των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και βάσει των όρων της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/2006, καθώς και τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, οι ενάγοντες καθόρισαν το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού ως ακολούθως : (α) Με επιστολή τους προς την εναγόμενη 1, ημερομηνίας 26/1/2009, αυξήθηκε η προσαύξηση από 3,50% σε 5,00% (βλ. τεκμ.22). (β) Με επιστολή τους προς την εναγόμενη 1, ημερομηνίας 24/4/2009, αυξήθηκε η προσαύξηση από 5,00% σε 6,00% (βλ. τεκμ.23). (γ) Κατά την 22/5/2015, το επιτόκιο Euribor 6 μηνών ανερχόταν σε ποσοστό 0,055% (βλ. τη λίστα με τα σχετικά ποσοστά-τεκμ.24). Ομοίως, οι ενάγοντες κατόπιν σχετικής δημοσίευσης στον ημερήσιο τύπο μείωσαν τον τόκο υπερημερίας σε 2,00%. Οι εναγόμενοι καθυστέρησαν ή και παρέλειψαν να καταβάλουν εγκαίρως τις δόσεις τους προς τους ενάγοντες και οι τελευταίοι με επιστολή τους προς όλους τους εναγόμενους ημερομηνίας 4/3/2015, τους κάλεσαν να εξοφλήσουν τα μέχρι τότε πληρωτέα ποσά και τους πληροφόρησαν ότι οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνονταν με επιπλέον τόκο υπερημερίας προς 2,00%, ως ίσχυε τότε, με κεφαλαιοποίηση τόκου ανά εξάμηνο καθώς και έξοδα (βλ. τεκμ.25). Επειδή όμως οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο των ως άνω επιστολών, οι ενάγοντες με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 26/5/2015 προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν όλες τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες και τους πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός τους θα χρεωνόταν με επιπλέον τόκο υπερημερίας προς 2%. Οι ενάγοντες περαιτέρω, με την ίδια επιστολή τους, απαίτησαν σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας την άμεση πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου και παράλληλα τους πληροφόρησαν ότι εάν παραλείψουν να το εξοφλήσουν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους (βλ. τεκμ.26). Κατά ή περί την 7/10/2015, ο πιο πάνω επίδικος λογαριασμός δανείου παρουσίαζε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο €95.070,71.-, πλέον τόκο προς 8,055%, ήτοι Euribor 6 μηνών προς 0,055%, πλέον προσαύξηση προς 6,00%, πλέον τόκο υπερημερίας προς 2,00%. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ειδικότερα την 30/12/2020, ο επίδικος λογαριασμός πιστώθηκε με το χρηματικό ποσό των €80.866,46, το οποίο ουσιαστικά προήλθε από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, δυνάμει σχετικής αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, ανέρχεται στις €53.158,15, πλέον τόκο 8.055%, ήτοι Euribor 6 μηνών προς 0,055%, πλέον προσαύξηση προς 6,00%, πλέον τόκο υπερημερίας προς 2,00%, επί ποσού €52.032,83, από 6/10/2022, με κεφαλαιοποίηση 2 φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6 και 31/12 έκαστου έτους (βλ. την αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού - τεκμ.27 και το πιστοποιητικό/βεβαίωση δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του αρχείου των εναγόντων - τεκμ.28). Ως εκ των ανωτέρω, οι ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων για το εν λόγω χρηματικό ποσό, πλέον τα έξοδα της αγωγής. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι: - Η αναφορά στον όρο 3 του τεκμ.7 σε Libor, έγκειται σε λάθος. Αυτό που ισχύει και συνέχισε να ισχύει μέχρι σήμερα, είναι το επιτόκιο Euribor, ως αναφέρεται στην επιστολή κοινοποίησης, τεκμήριο
- Αυτό αποδεικνύεται και από την κατάσταση λογαριασμού, που αποτελείται από τις τιμές του συγκεκριμένου επιτοκίου του Euribor. Η κατάσταση λογαριασμού αποστέλλετο στον πελάτη σε μηνιαία βάση, όπου αναγράφονταν οι τιμές του επιτοκίου που χρεώνετο ο λογαριασμός και δεν έγινε καμία παρέμβαση από τους πρωτοφειλέτες για το εν λόγω θέμα. Επίσης, από τις τροποποιητικές συμφωνίες που έχουν γίνει, οι πελάτες γνωρίζουν ότι χρεώνονταν με Euribor και όχι Libor. - Ο τόκος στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, υπολογίζεται μέχρι τον Μάρτιο του 2015 με διαιρέτη 360 ημέρες. Από το 2015 και μετά, ο διαιρέτης ήταν 365 ημέρες. Όμως, στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, χρησιμοποιήθηκε διαιρέτης 365 ημέρες από την αρχή του δανείου. - Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ετοιμάστηκε από τον ίδιο βάση της αναλυτικής κατάστασης, με τη διαφορά ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, δεν υπάρχουν χρεώσεις προμηθειών και εξόδων. Η κατάσταση λογαριασμού σήμερα φυλάσσεται στις εγκαταστάσεις της THEMIS σε ηλεκτρονικό αρχείο. Το αρχείο της Τράπεζας μεταβιβάστηκε αυτούσιο στη THEMIS και υπάρχει σχετικό διάταγμα για τούτο. - Οι εγγυητές ενημερώθηκαν για τους όρους της συμφωνίας και το γνωρίζει από το φάκελο της υπόθεσης. Εξάλλου, ο εναγόμενος 4 ήταν και διευθυντής της εταιρείας και υπάρχουν και πρακτικά που υπογράφτηκαν πάμπολλες φορές από τον ίδιο. Δεν έχει μαζί του συγκεκριμένες επιστολές, από τις οποίες να φαίνεται ότι παραχωρήθηκαν στους εγγυητές έγγραφα που έδειχναν ποιο ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού, τα επιτόκια και όλες αυτές τις τροποποιήσεις που ακολούθησαν. Σε ότι αφορά την αύξηση του περιθωρίου του επιτοκίου υπάρχουν δύο επιστολές, τεκμήρια 22 και 23, προς την εναγόμενη 1 και αναφέρονται και στον εναγόμενο 4, που ήταν διευθυντής της εταιρείας. - Για το κατά πόσο ενημερώθηκαν οι εγγυητές αναφορικά με τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός, ανέφερε ότι υπήρξαν αρκετές τροποποιήσεις της συμφωνίας και σε κάθε περίπτωση υπήρχε και ενημέρωση για τις καθυστερήσεις που υπήρχαν και υπογράφονταν από τους Διευθυντές μετόχους της εταιρείας. Παρέπεμψε δε στο τεκμήριο
- - Οι επιστολές αύξησης του περιθωρίου, τεκμήρια 22 και 23, έχουν σταλεί πριν τις τροποποιητικές συμφωνίες τεκμήρια 17, 19 και 21 και άρα έχουν ενημερωθεί οι πελάτες γι' αυτή την αύξηση. Η Τράπεζα με βάση τη σύμβαση, είχε δικαίωμα να ενημερώσει τους πελάτες για αύξηση του επιτοκίου ή του περιθωρίου. Επίσης, οι πελάτες, πέραν της επιστολής, έπαιρναν κάθε μήνα μια κατάσταση λογαριασμού που αναγραφόταν ξεκάθαρα το επιτόκιο που χρεωνόταν η συγκεκριμένη διευκόλυνση και δεν είχαν καμία ένσταση ή παράπονο για το επιτόκιο που χρεωνόταν η διευκόλυνση. Αντίθετα έχουν υπογράψει τροποποιητικές συμφωνίες που αποδέχονταν επανειλημμένα τους όρους και τα υπόλοιπα της συγκεκριμένης διευκόλυνσης, που αναγράφονταν συγκεκριμένα σε κάθε τροποποίηση. Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι η Τράπεζα για ν' αυξήσει το περιθώριο, βασίζεται στα αποτελέσματα από την αύξηση του κόστους του χρήματος και στις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά σε σχέση με την οικονομία και με βάση αυτήν τη λογική, προχώρησε με αύξηση του περιθωρίου. Γίνεται σχετική αναφορά στις επιστολές. Με τις αυξήσεις που έχουν γίνει στο περιθώριο, δύο φορές (τεκμ.22 και 23), η Τράπεζα βασικά ήρθε και έφερε το επιτόκιο στο αρχικό περίπου ύψος που έχει υπογράψει o πελάτης στην αρχική συμφωνία. Το επιτόκιο δηλαδή με τις αυξήσεις του περιθωρίου, δεν διαφέρει κατά πολύ από το αρχικό επιτόκιο που έχει συμφωνηθεί με το τεκμήριο
- Το συνολικό επιτόκιο 7,2440 στο τελευταίο τεκμήριο είναι Euribor και όχι Libor, όπως έχει ήδη αναφέρει. Ο μάρτυρας δε, διαφώνησε ότι η χρέωση περιθωρίου 6% είναι παράνομη και ότι η αύξηση έγινε μονομερώς και καταχρηστικά. - Από τις 08/06/2021 που έχει μεταφερθεί ο λογαριασμός στην THEMIS, δεν χρεώνεται τόκος υπερημερίας και μάλιστα το επιτόκιο που χρεώνεται είναι χαμηλότερο από το επιτόκιο αναφοράς που δικαιούται να χρεώνει η εταιρεία THEMIS. Το επιτόκιο υπερημερίας χρεώνεται από την ημέρα του τερματισμού, μέχρι την ημέρα που (ο λογαριασμός) έχει μεταφερθεί στην εταιρεία THEMIS. Επίσης, ανέφερε ότι το επιτόκιο που αναφέρεται στις συμφωνίες ήταν 5,25% και η Τράπεζα Κύπρου χρέωσε μόνο 2%. - Οι επιστολές τεκμήρια 25 και 26 έχουν σταλεί στους εναγόμενους και δεν έχουν επιστραφεί, κάτι που αποδεικνύει ότι τις έχουν παραλάβει. Η επιστολή τεκμήριο 25 ήταν και συστημένη. - Είναι λογικό να παρουσιάζεται άλλο χρεωστικό υπόλοιπο στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού κατά την 7/10/2015 (βλ. παρ. 23 του τεκμ.1), και μάλιστα αρκετά μειωμένο, γιατί έχουν αφαιρεθεί χρεώσεις. Διαφώνησε δε ότι έχουν τερματίσει αυθαίρετα το λογαριασμό και ότι χρέωναν τόκους πέραν του κανονικού. Κατά την επανεξέταση του, ανέφερε ότι στις τροποποιητικές συμφωνίες τεκμ.17, 19 και 21, υπάρχουν υπογραφές των εναγόμενων 2, 3 και 4 που δίνουν τη συγκατάθεση τους. Επίσης, κατέθεσε την κατάσταση ενός
(1), τριών
(3)και έξι
(6)μηνών Euribor ως τεκμήριο
- Η Ανδρέου (ΜΥ1), στην γραπτή δήλωση που κατέθεσε (τεκμ.30), αναφέρει ότι είναι εγκεκριμένη ορκωτή λογίστρια (μέλος του ΣΕΛΚ στην Κύπρο και του ACCA στο Ηνωμένο Βασίλειο) και Χρηματοοικονομική Σύμβουλος/Διαμεσολαβήτρια Εμπορικών/Χρηματοοικονομικών Διαφορών (εγγεγραμμένη στο μητρώο του γραφείου του Χρηματοοικονομικού Επίτροπου, του ΚΕΒΕ και του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Από την 01/08/2022 και εντεύθεν, εργάζεται στην εταιρεία Ε.Μ. EXPERT MINDS CONSULTING LTD, με αριθμό εγγραφής ΗΕ436778, στην οποία τυγχάνει παράλληλα αποκλειστικός μέτοχος/διευθυντής και κύρια ασχολία της είναι η παροχή χρηματοοικονομικών συμβουλών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα. Η Εναγόμενη 1 αποτάθηκε κοντά της, μέσω των νομικών της συμβούλων, την 14/10/2022 και της ζήτησε να συγκρίνει τη διαφορά στις χρεώσεις της Τράπεζας, επί του επίδικου λογαριασμού δανείου τακτής προθεσμίας ύψους €510.000, που σύναψε στις 20/11/2006 με την Τράπεζα Κύπρου. Για το σκοπό αυτό, έχει διενεργήσει σχετική μελέτη ως ανεξάρτητη εξωτερική σύμβουλος για χρηματοοικονομικά θέματα. Πιστοποιεί ότι δεν είναι σε γνώση κάποιας σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία να την παρεμποδίζει να διενεργήσει και να υποβάλει μια ανεξάρτητη μελέτη. Η εν λόγω μελέτη που έχει ετοιμάσει ημερομηνίας 20/10/2022, κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Αναφέρει επίσης ότι για σκοπούς ετοιμασίας της εν λόγω μελέτης, έλαβε υπόψη της το συμβατικό επιτόκιο σε σχέση με το αυξημένο επιτόκιο που εφάρμοσε η Τράπεζα σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια του δανείου. Τον υπολογισμό του τόκου με διαιρέτη τις 365 ημέρες και 366 για δίσεκτο έτος σε σύγκριση με τις 360 ημέρες που εφάρμοσε στο παρελθόν η τράπεζα. Την κεφαλαιοποίηση των τόκων μέχρι δύο φορές ετησίως. Με βάση τα πιο πάνω, ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ως το Παράρτημα Α της έκθεσης τεκμ.
- Στον υπολογισμό του αναδομημένου ποσού δεν λήφθηκαν υπόψη οποιεσδήποτε τραπεζικές χρεώσεις πέραν της επιβολής του τόκου. Η μάρτυρας εξήγησε επίσης τι είναι βασικό επιτόκιο και τι είναι το περιθώριο, αλλά και τι ακριβώς εφαρμόστηκε από την Τράπεζα στην προκειμένη περίπτωση. Το συμπέρασμα της δε, με βάση τους υπολογισμούς της, είναι πως προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο και δεν οφείλεται οιονδήποτε ποσό. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε ουσιαστικά στο τι ακριβώς έλαβε υπόψη η ίδια για να προβεί στους υπολογισμούς της. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των εναγόντων και των εναγόμενων 1, 2 και 4, περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει βεβαίως ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Σε ότι αφορά τους συνηγόρους της εναγόμενης 3, σημειώνω ότι αυτοί υιοθέτησαν το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης που κατατέθηκε εκ μέρους των εναγόμενων 1, 2 και 4, χωρίς να προσθέσουν οτιδήποτε άλλο. Ό,τι άλλο θα προσθέσω εδώ, για να μην υπάρχει σύγχυση σε σχέση με κάποιες αναφορές κατωτέρω, είναι πως οι εναγόμενοι μέχρι τις 22/11/2022 εκπροσωπούνταν από κοινό δικηγόρο και η υπεράσπιση που καταχωρίστηκε από μέρους τους είναι κοινή. Η αλλαγή δικηγόρου για την εναγόμενη 3, έγινε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των εναγόντων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους, όπως η υπό εξέταση, και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829, τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά και εγγυητή, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες των εναγόντων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία, όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν, στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης, προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης, ότι ο ΜΕ1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου, ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των συμφωνιών. Όμως η υπόθεση, μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου δανείου, τέθηκε κοντά του για χειρισμό, ενόσω ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και συνέχισε να τη χειρίζεται αργότερα ως υπάλληλος της TPM, για λογαριασμό των εναγόντων. Από τα πιστοποιητικά τεκμήρια 9 και 28, τα οποία υπογράφει ο ίδιος και δεν έχουν αμφισβητηθεί, προκύπτει δε ότι πρόκειται για πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση και είναι ένας εκ των αρμόδιων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της TPM και με οδηγίες του παρήχθησαν οι καταστάσεις λογαριασμού, αναλυτική και αναδομημένη, που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται λοιπόν για πρόσωπο, του οποίου η μαρτυρία δεν ήταν τυπική αλλά που μπορούσε να καταθέσει για την υπόθεση και τα επίδικα θέματα (βλ. μεταξύ άλλων Εργατίδης κ.α. ν. Bank οf Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 111/2012, ημερ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:A450). Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εντύπωση που σχημάτισα για τον ΜΕ1, ήταν απόλυτα θετική. Μου έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα και ότι αυτός προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια ότι γνώριζε για την υπόθεση. Αυτός δε, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, αναφέρθηκε με επάρκεια και σαφήνεια στις περιστάσεις και τα δεδομένα της υπόθεσης, ήταν δε αρκούντως επεξηγηματικός και κατατοπιστικός σε σχέση με όσα του τέθηκαν, υποστηρίζοντας τις σχετικές θέσεις του, χωρίς υπερβολές, με παραπομπή στα διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης που τις υποστήριζαν και αποκαλύπτοντας πάντοτε την πηγή των γνώσεων του. Ήταν δε συνεπής και σταθερός και οι θέσεις του δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ως προς τη θέση του, ότι η αναφορά στον όρο 3 του τεκμηρίου 7 σε Libor έγκειται σε λάθος και ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν εξ' αρχής με Euribor 6 μηνών, ως αναφέρεται στην επιστολή έγκρισης της Τράπεζας τεκμήριο 6, δεν έχει μόνον αιτιολογηθεί πειστικά από μέρους του, αλλά στην ουσία, εν τέλει, αυτό γίνεται αποδεκτό από την υπεράσπιση. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων 1, 2 και 4, αναφέρει στην αγόρευση της ότι είναι παραδεκτό και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι οι ενάγοντες εφάρμοσαν βασικό επιτόκιο το Euribor 6 μηνών. Η δε ΜΥ1, ως ανέφερε στη μαρτυρία της, χρησιμοποίησε βασικό επιτόκιο 6 μηνών Euribor που ίσχυε από την ημερομηνία χορήγησης του δανείου. Από τη μαρτυρία του όμως, δεν γίνεται αποδεκτό ότι η THEMIS δεν χρέωνε τόκο υπερημερίας. Όπως προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, μετά τον Ιούνιο του 2021 συνέχισε η ίδια ακριβώς χρέωση τόκου με προηγουμένως, ήτοι 8,055%. Στο συγκεκριμένο ποσοστό περιλαμβανόταν και τόκος υπερημερίας 2%. Ας σημειωθεί δε ότι καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το επιτόκιο αναφοράς που δικαιούτο να χρεώνει η THEMIS. Επίσης, να προσθέσω εδώ ότι δεν έχει δοθεί καμία εξήγηση γιατί οι ενάγοντες, που υποτίθεται δεν χρέωναν τόκο υπερημερίας μετά τις 8/6/2021, ζητούν την επιδίκαση τέτοιου τόκου με την απόφαση. Κατά την κρίση μου, η μη αποδοχή του μέρους της μαρτυρίας του πιο πάνω, ουδόλως επηρεάζει την εικόνα που έχει αποκομίσει το Δικαστήριο για το μάρτυρα και την αξιοπιστία του. Συναφώς, η θέση των εναγόμενων περί κατασκευασμένης μαρτυρίας, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δεν πρέπει να της δοθεί βαρύτητα, απορρίπτεται. Θα επανέλθω στη μαρτυρία του κατωτέρω, με παραπομπή σε συγκεκριμένα σημεία της, κατά την εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που ηγέρθηκαν από την υπεράσπιση και τα οποία εν πάση περιπτώσει χρήζουν απόδειξης στα πλαίσια της παρούσας. Έρχομαι στην ΜΥ1. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μάρτυρας αυτή είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα των χρηματοοικονομικών. Καθώς έχει νομολογηθεί, οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Β' Έκδοση, σελ. 580-581, αναφέρεται ότι: « Το καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους, έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης. » Και λίγο πιο κάτω (σελ. 581-582): « . Στην R v. Harris
(2006)1 Cr App R 55, τονίστηκε σχετικώς και εν είδει καθοδήγησης επί του θέματος, ότι: (
- i)Η πραγματογνωμοσύνη που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο πρέπει να είναι το ανεξάρτητο προϊόν του πραγματογνώμονα, ανεπηρέαστο από τις ανάγκες της υπόθεσης. (
- ii)Ο πραγματογνώμονας πρέπει να παρουσιάζει στο Δικαστήριο ανεξάρτητη επικουρία με την αντικειμενική και ανεπηρέαστη γνώμη του και δεν πρέπει να αναλαμβάνει το ρόλο δικηγόρου. (iii) Ο πραγματογνώμονας θα πρέπει να αναφέρει τα γεγονότα και τα συμπεράσματα πάνω στα οποία βασίζει τη γνώμη του και δεν πρέπει να παραλείπει ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τη γνώμη του. (
- iv)Ο πραγματογνώμονας θα πρέπει να διευκρινίσει αν συγκεκριμένο ερώτημα δεν εμπίπτει στη σφαίρα της πραγματογνωμοσύνης του. (
- v)Αν ο πραγματογνώμονας κρίνει ότι δεν έχει στην κατοχή του ικανοποιητικά στοιχεία ώστε να διαμορφώσει ολοκληρωμένη άποψη για αυτά που ζητούνται, θα πρέπει να το δηλώσει στην έκθεση του (ή ακόμα και τη μαρτυρία του), με την επισήμανση ότι ένεκα τούτου η γνώμη του δεν μπορεί παρά να είναι προκαταρκτική (provisional). (
- vi)Αν μετά την ανταλλαγή των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, ο πραγματογνώμονας μεταβάλει τη γνώμη του είναι επιτατικό όπως κοινοποιεί τη μεταβολή (κυρίως αν αυτή αφορά σε ουσιώδη θέματα) τόσο στον αντίδικο και στο μέρος που τον καλεί, όσο και στο Δικαστήριο.» Εν προκειμένω, ευθέως αναφέρω ότι δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία της ΜΥ1. Η μάρτυρας, κατά την κρίση μου, όχι μόνον δεν ενήργησε όπως επιβάλλεται για έναν εμπειρογνώμονα, αλλά αντίθετα, ανέλαβε θα έλεγα ρόλο δικηγόρου των εναγόμενων. Εξηγώ. 1. Η μάρτυρας, αντεξεταζόμενη, ερωτήθηκε ποια εκ των εγγράφων που της έχουν παραδοθεί και αναφέρονται στη σελ. 5 της έκθεσης της, έχει λάβει υπόψη για σκοπούς της μελέτης της. Απάντησε ότι έχει λάβει υπόψη οτιδήποτε έφερε την υπογραφή των δανειοληπτών. Επίσης, ανέφερε ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα στα οποία υπάρχουν ρήτρες, οι οποίες είτε είναι καταχρηστικές, είτε αδιαφανείς, είτε έγιναν λόγω της δεσπόζουσας θέσης που είχε η τράπεζα, χωρίς να δίδει επί της ουσίας επεξήγηση στο δανειολήπτη, όπως π.χ. η μονομερής αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου που προέβηκε η τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό έδρασε εναντίον στα συμφέροντα του. Σε άλλο σημείο, συμφώνησε ότι στα τεκμήρια 6 και 7 υπάρχουν οι υπογραφές των εναγόμενων. Για το σημείο στο τεκμ.6, με τίτλο τροποποίηση τόκου, δικαιώματα κλπ., είπε ότι το έχει υπόψη της, όμως δεν έχει λάβει υπόψη καταχρηστικές ρήτρες. Επιπλέον, δεν έλαβε υπόψη τις επιστολές τεκμ.22 και 23, λόγω των όσων ανέφερε προηγουμένως, δηλαδή ότι δεν φέρουν την υπογραφή των πελατών και ότι έγιναν εκμεταλλευόμενης από πλευράς της τράπεζας της δεσπόζουσας της θέσης. 2. Κατ' αρχήν, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι η μάρτυρας, δεν αναφέρει πουθενά στη σελ.5 της έκθεσης της, όπου κάνει αναφορά στα έγγραφα που της έχουν παραδοθεί και τα οποία έχει χρησιμοποιήσει, ή σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της έκθεσης της, ότι δεν έλαβε υπόψη της έγγραφα που δεν φέρουν την υπογραφή των πελάτων ή καταχρηστικές ρήτρες. Τούτο προέκυψε κατά την αντεξέταση της. Εν πάση περιπτώσει, με βάση όσα αναφέρθηκαν προκύπτει, κατά την κρίση μου, ότι η μάρτυρας λειτούργησε κατά ένα απαράδεκτο τρόπο, έχοντας προαποφασίσει εντελώς αυθαίρετα τι είναι και τι δεν είναι καταχρηστική ρήτρα στα έγγραφα που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι η Τράπεζα απέστειλε τις επιστολές τεκμήρια 22 και 23 εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα της θέση. Παρεμβάλλω ότι η μάρτυρας δεν είναι νομικός και δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως ειδική για ζητήματα καταχρηστικών ρητρών. Το κατά πόσο είναι ή όχι καταχρηστική μια ρήτρα στην σύμβαση, αν υπάρχουν αδιαφανείς όροι ή ακόμα αν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της τράπεζας, είναι ζητήματα που ανάγονται αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου και είναι σαφές ότι η μάρτυρας έχει ξεφύγει εντελώς από το ρόλο της. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει θέμα με καταχρηστικές ρήτρες, κάτι που όμως έλαβε υπόψη η μάρτυρας για την ετοιμασία της έκθεσης της. 3. Επίσης, όπως η ίδια παραδέχτηκε στη μαρτυρία της, για τα περί καταχρηστικότητας συγκεκριμένων όρων, έχει πάρει νομική καθοδήγηση από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Της ανέφεραν δηλαδή οι δικηγόροι τι δεν πρέπει να λάβει υπόψη της και δεν το έλαβε υπόψη. Τούτο αποτελεί βεβαίως σημαντικό στοιχείο, που συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι η έκθεση της δεν ήταν μια ανεξάρτητη μελέτη, όπως η ίδια ήθελε να την παρουσιάσει. 4. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι όσον αφορά το επιτόκιο που ίσχυε μετά τον τερματισμό, συμφώνησε ότι ο λογαριασμός με τον τερματισμό ουσιαστικά «κλειδώνει» και συνεχίζει να χρεώνεται με το επιτόκιο που ίσχυε κατά την ημέρα του τερματισμού. Όπως ανέφερε, αυτό αποτελεί πρακτική της τράπεζας. Τώρα γιατί η ίδια στην αναδομημένη κατάσταση που ετοίμασε, συνέχισε να εφαρμόζει μετά τον τερματισμό το Euribor 6 μηνών, όπως συνέχισε ν' αλλάζει, δεν εξήγησε ποτέ. Όταν της υποβλήθηκε ότι με τον τερματισμό, η οφειλή αποκρυσταλλώθηκε / συγκεκριμενοποιήθηκε και δεν χωρούσε οποιαδήποτε μεταβολή σ'αυτήν, απάντησε «Με βάση και πάλι τους υπολογισμούς της τράπεζας». Εν πάση περιπτώσει, όπως θα διαφανεί σε άλλο σημείο κατωτέρω, το γεγονός ότι η ίδια συνέχισε μετά τον τερματισμό να μεταβάλλει το Euribor 6 μηνών, κάνοντας σχετικούς υπολογισμούς, ήταν λάθος. Γενικότερα, η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και καθόλου δεν έπεισε με τις γενικές και αυθαίρετες απαντήσεις της. Συναφώς, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Στο σημείο αυτό όμως, θα πρέπει να επισημανθούν και τα ακόλουθα για την υπεράσπιση γενικότερα. Ο ΜΕ1 ουσιαστικά αμφισβητήθηκε ως προς την αναφορά του ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν εξ' αρχής, με βάση τη συμφωνία των μερών, με επιτόκιο Euribor 6 μηνών και όχι με Libor, όπως λανθασμένα αναγράφηκε στο τεκμήριο 7. Μάλιστα, του τέθηκε, στο τέλος της αντεξέτασης του, ότι η συμφωνία δανείου δεν έχει διατυπωθεί με σαφήνεια, εφόσον στο τεκμήριο 6 γίνεται αναφορά σε Euribor, ενώ στο τεκμήριο 7 σε Libor. Την ίδια στιγμή, οι εναγόμενοι ακριβώς συμφωνούν ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν εξ' αρχής με Euribor 6 μηνών και αυτό χρησιμοποίησε η ΜΥ1 για να κάνει τους υπολογισμούς της. Επίσης, ήταν η θέση των εναγόμενων, ότι οι εγγυητές δεν ενημερώθηκαν για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός, για την αύξηση του επιτοκίου, αλλά ούτε για τις τροποποιητικές συμφωνίες. Την ίδια στιγμή που η πλευρά των εναγόμενων υπέβαλλε τη συγκεκριμένη θέση στον ΜΕ1, οι τροποποιητικές συμφωνίες ευρίσκονταν κατατεθειμένες ενώπιον του Δικαστηρίου. Ακριβώς δε, προκύπτει από τις συμφωνίες αυτές, καθώς και από τα σχετικά πρακτικά των συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 (βλ. τεκμ.16-21), ότι οι εν λόγω εναγόμενοι 2, 3 και 4 ήταν πλήρως ενήμεροι για τις παρατάσεις που δόθηκαν, τις καθυστερήσεις και το επιτόκιο, αφού υπέγραψαν και δήλωσαν ότι συμφωνούν. Ας σημειωθεί ότι με βάση τα πρακτικά τεκμήρια 16, 18 και 20, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι 2 και 4 υπέγραψαν ως σύμβουλοι της εναγόμενης 1 και η εναγόμενη 3 ως γραμματέας της. Με βάση τα πιο πάνω, προκύπτουν σαφώς μη καθαρές θέσεις από πλευράς υπεράσπισης και κατ' επέκταση αναξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής της. Προχωρώ τώρα στην εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που έχουν τεθεί από την Υπεράσπιση. Α. (α) Κατά πόσο υπήρχε δικαίωμα αύξησης του περιθωρίου από τους ενάγοντες (βλ. σελ.24-29 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων 1, 2 και 4-στο εξής η ΓΑ Εναγόμενων). Σύμφωνα με τα τεκμήρια 6 και 7, η Τράπεζα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει, κατά την κρίση της, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, μεταξύ άλλων και το περιθώριο. Η Τράπεζα δε, με τις επιστολές της ημερ. 26/1/2009 και 24/4/2009, τεκμήριο 22 και 23 αντίστοιχα, έχει προβεί ακριβώς σε αύξηση του περιθωρίου από 3,50% σε 6,00% (σε 5,00% με το τεκμ.22 και ακολούθως σε 6,00% με το τεκμ.23). Αποτελεί θέση των εναγόμενων με βάση το δικόγραφο τους, η οποία υποβλήθηκε και στον ΜΕ1, ότι η εν λόγω μονομερής αύξηση έγινε παράνομα και ή κατά παράβαση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999). Με βάση το άρθρο 2Β του Ν.160(Ι)/1999: « 2Β. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2014 και ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015, εφαρμόζονται σε συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών τους ως ακολούθως: (α) σε όλες τις εν ισχύι συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014· (β) σε όλες τις νέες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014· και (γ) σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες τερματίζονται και σε όλες τις συμβάσεις των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν καταστεί ή καθίστανται απαιτητές από πιστωτικό ίδρυμα. » Κατά την ημερομηνία έναρξης του Ν.141(Ι)/2014 (περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2014), ήτοι την 9/9/2014, καθώς επίσης κατά την έναρξη του Ν.66(Ι)/2015 (περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015), ήτοι την 7/5/2015, η επίδικη σύμβαση βρισκόταν σε ισχύ. Σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, με βάση το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, περιλαμβάνει και σύμβαση δανείου. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Νόμος εφαρμόζεται και σε σχέση με την επίδικη σύμβαση. Το άρθρο 3Α του Ν.160(Ι)/1999, προνοεί τα ακόλουθα: « Ρήτρα μονομερούς αύξησης περιθωρίου επιτοκίου 3Α.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου, συμβατική ρήτρα που παρέχει σε πιστωτικό ίδρυμα το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου επιτοκίου σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης που βρίσκεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 δεν εφαρμόζεται από την ως άνω ημερομηνία.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), απαγορεύεται σε πιστωτικό ίδρυμα να περιλάβει σε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία συνάπτεται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, ρήτρα που να του παρέχει το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου επιτοκίου κατά τη διάρκεια της ισχύος της εν λόγω σύμβασης. » Συνεπώς, από την ημερομηνία έναρξης του Ν.141(Ι)/2014, η ρήτρα στην σύμβαση που επέτρεπε στην Τράπεζα ν' αυξήσει το περιθώριο του επιτοκίου, δεν εφαρμόζεται και κατ' επέκταση εις ουδεμία μονομερή αύξηση του περιθωρίου θα μπορούσε να προβεί η Τράπεζα κατ' εφαρμογή της εν λόγω ρήτρας μετά την έναρξη του πιο πάνω Νόμου. Εν προκειμένω, κατά την κρίση μου, δεν τίθεται θέμα παράνομης αύξησης εφόσον η Τράπεζα, όταν προέβη στις αυξήσεις, πολύ πριν την έναρξη του εν λόγω νόμου, είχε τέτοιο δικαίωμα. (β) Κατά πόσο οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 έλαβαν γνώση των μονομερών αυξήσεων του περιθωρίου (βλ. σελ.8 της ΓΑ Εναγόμενων). Κατ' αρχήν, αναφέρεται πως οι επιστολές τεκμήρια 22 και 23 έχουν αποσταλεί προς την εναγόμενη 1, δια την προσοχή του εναγόμενου
- Οι επιστολές δεν έχουν επιστραφεί και συνάγεται ότι έχουν παραληφθεί (βλ. κατ' αναλογία όσα αναφέρονται στο σημείο Γ κατωτέρω). Από εκεί και πέρα, είναι θεωρώ σαφές με βάση τα τεκμήρια 16-21, ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ήταν συνεχώς ενήμεροι για τις εξελίξεις και για τα περί του δανείου. Σε κάθε περίπτωση όμως, από μελέτη των σχετικών όρων επί των τεκμηρίων 6 και 7, δεν προκύπτει από πουθενά ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση για ενημέρωση των εγγυητών (βλ. Alpha Bank v.
- Ζαλούμη κ.α., Πολ. Έφ.149/2013, ημερ. 14/4/2020), ECLI:CY:AD:2020:A
- Β. Τόκος υπερημερίας (βλ. σελ.29-34 της ΓΑ Εναγόμενων). Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται στην υπεράσπιση τους, ότι το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας 2% ή και μεγαλύτερο ποσοστό από το συμβατικό επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού, είναι όρος καταχρηστικός, παράνομος και άκυρος και αποτελεί όρο που συνιστά ποινική ρήτρα και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Σχετική θέση περί παράνομης χρέωσης τόκου υπερημερίας, υποβλήθηκε στον ΜΕ
- Ζήτημα καταχρηστικής ρήτρας, είτε με βάση τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996, αρ.93(Ι)/96, που ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της σύμβασης, είτε με βάση τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, αρ. 112(I)/2021, που κατάργησε τον πρώτο, ευθέως αναφέρω πως δεν τίθεται. Τούτο, διότι το επίδικο δάνειο χορηγήθηκε στην εναγόμενη 1 εταιρεία και όχι σε φυσικό πρόσωπο. Τόσο η προηγούμενη νομοθεσία όσο και αυτή που ισχύει σήμερα, σκοπεί σε προστασία του καταναλωτή, ο οποίος, με βάση τον ορισμό που δίνεται, σημαίνει φυσικό πρόσωπο. Βλ. και Arredos Style Furnishings Ltd v Τράπεζας Κύπρου, Πολ. Εφ. Ε119/2014, ημερ. 15/11/
- Με βάση το άρθρο 3 (1α) και (1β) του Ν.160(Ι)/1999): « (1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή. » Ως ήδη αναφέρθηκε σε άλλο σημείο ανωτέρω, κατά την έναρξη του Ν.66(Ι)/2015, η επίδικη σύμβαση βρισκόταν σε ισχύ. Έχω την άποψη, ότι οι εναγόμενοι έχουν δίκαιο να παραπονούνται ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας στην προκειμένη περίπτωση ήταν παράνομη, συμφωνώντας ουσιαστικά με όσα αναφέρθηκαν από τον Χ. Β. Χαραλάμπους, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε), στην απόφαση του ημερ. 22/5/2020, στην αγωγή 10027/2010 Ε. Δ. Λευκωσίας, Τραπέζης Κύπρου v Σιαμπτάνη. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: « Κατά τον τερματισμό στις 15.10.10 η Ενάγουσα είχε προσθέσει τόκο υπερημερίας ύψους 5,25% με το Τεκμήριο 11 στηριζόμενη στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων ο οποίος επισυνάπτετο στη συμφωνία δανείου (Τεκμήρια 2, 3) και στην Τροποποιητική Συμφωνία (Τεκμήριο 4). Είναι αυτό τον τόκο τον οποίο περιόρισε στην αναδομημένη κατάσταση Τεκμήριο 9 ο Μ.Ε.1 σε 2%. Το θέμα αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 3
(1)(β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/99 το οποίο έχει ως εξής: «(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («. αυξημένου τόκου από την υπερημερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες .»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος). Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Κατά συνέπειαν η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόμενο κεφάλαιο στις 24.8.10 με τόκο 5% και όχι με τον αυξημένο τόκο που επέβαλε λόγω της υπερημερίας. » Από τη στιγμή που δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία από τους ενάγοντες, ότι ο επιβληθείς ή ο αξιούμενος τόκος υπερημερίας 2% συνιστά πραγματική ζημιά, δεν μπορεί ν' αποδοθεί. Γ. Παράνομος τερματισμός (βλ. σελ.34-37 της ΓΑ Εναγόμενων). Αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι δεν έχει αποδειχθεί η αποστολή και παραλαβή της επιστολής τερματισμού, τεκμήριο 26, από τους εναγόμενους, ούτε το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία τερματισμού ζητείτο το νομίμως οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, αναφέρονται τα εξής. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". Σύμφωνα με τη Νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι, επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Βλ., μεταξύ άλλων, Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, Πολ. Έφ. 84/2009, Alpha Bank Cyprus Ltd v
- Arena Motor Show Ltd κ.α., ημερ.2/10/2015 και Πολ.Έφ.87/2013,
- Έλληνας κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ.3/12/
- Ως αναφέρθηκε από τον ΜΕ1, τόσο η επιστολή τεκμήριο 25, όσο και η επιστολή τεκμήριο 26, έχουν αποσταλεί στους εναγόμενους και δεν έχουν επιστραφεί, κάτι που δείχνει ότι έχουν παραληφθεί. Με βάση τον όρο 9 της συμφωνίας δανείου, τεκμήριο 7, της οποίας αναπόσπαστο μέρος αποτελεί και η σύμβαση εγγύησης, οποιαδήποτε ειδοποίηση θα αποστέλλεται γραπτώς στον πελάτη με σύνηθες ταχυδρομείο ή θα επιδίδεται δια χειρός, στη διεύθυνση που αναφέρεται στη συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση με την οποία θα πληροφορήσει την Τράπεζα ο πελάτης ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Επισημαίνεται ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ποτέ, ότι οι αναγραφόμενες στις επιστολές διευθύνσεις, στις οποίες αυτές αποστάλθηκαν, αντιστοιχούν στους εναγόμενους. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, υπέβαλε γενικά σ' αυτόν ότι οι επιστολές ουδέποτε παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Ο μάρτυρας διαφώνησε. Σημειώνω ότι με τον ίδιο γενικό τρόπο, τέθηκε το θέμα από τους εναγόμενους και στην υπεράσπιση τους. Εν προκειμένω, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκω ότι δημιουργήθηκε τουλάχιστον μαχητό τεκμήριο ότι οι συγκεκριμένες επιστολές απεστάλησαν με κοινό ταχυδρομείο και περιήλθαν σε γνώση των εναγόμενων, αφού αυτές δεν επιστράφηκαν. Οι εναγόμενοι, επαναλαμβάνεται, δεν αμφισβήτησαν ποτέ ότι οι αναφερόμενες στις επιστολές διευθύνσεις, συνδέονται μαζί τους, ενώ γενικότερα τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς υπεράσπισης, το οποίο να είναι ικανό να καταρρίψει το τεκμήριο. Με βάση λοιπόν όσα αναφέρονται ανωτέρω, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί κανονικά. Ανεξάρτητα όμως της πιο πάνω κατάληξης μου, θα πω εδώ και τα εξής, συμφωνώντας ουσιαστικά με σχετική θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόντων (βλ. σελ. 29 της γραπτής αγόρευσης των εναγόντων). Aκόμη και αν θεωρείτο ότι οι επιστολές δεν περιήλθαν σε γνώση των εναγόμενων, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής, τερμάτιζε τη συμφωνία. Σε αυτή την περίπτωση, θα διαφοροποιείτο μόνον η ημερομηνία του τερματισμού, που θα ήταν η 27/10/2015, αντί η 26/5/2015 (βλ. την Έλληνας ανωτέρω). Από εκεί και πέρα, αναφέρεται πως ο τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, ακολούθησε την προειδοποιητική επιστολή ημερ. 4/3/2015 (τεκμ.25). Με την τελευταία ζητείτο από τους εναγόμενους να διευθετήσουν τις εκκρεμότητες που παρουσιάζει ο λογαριασμός, εντός 21 ημερών και σε περίπτωση που αυτό δεν γινόταν, η Τράπεζα θα προχωρούσε, μεταξύ άλλων, σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και θα ζητούσε άμεση εξόφληση ολόκληρου του οφειλόμενου υπολοίπου. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι με βάση την τελευταία συμπληρωματική συμφωνία (τεκμ.21), συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του δανείου στις 31/12/2012, κάτι που όμως δεν έγινε (βλ. τις καταστάσεις λογαριασμού τεκμ. 8 και 27). Κατά την 26/5/2015, ουσιαστικά το σύνολο του χρεωστικού υπολοίπου, όπως προέκυπτε από την κατάσταση λογαριασμού, ήταν καθυστερημένο και δεν έχουν αποδειχθεί οιεσδήποτε παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις μέχρι τότε. Δ. Κατά πόσο οι ενάγοντες δύνανται να εγείρουν την αγωγή εναντίον των εναγόμενων (βλ. σελ.12-24 της ΓΑ Εναγόμενων). Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρων των εναγόμενων 1, 2 και 4, η οποία υιοθετήθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης 3 και αναφέρω τα ακόλουθα. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ................................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1 μέχρι τις 30/9/2021 εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου και ήταν ο λειτουργός που χειριζόταν την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τo πιστοποιητικό τεκμήριo 9, τo οποίo ετοίμασε ο μάρτυρας και δεν έχει αμφισβητηθεί, η Τράπεζα αποτελεί επιχείρηση που δυνάμει άδειας ημερομηνίας 1/1/1944 από τις αρμόδιες αρχές, ασκεί τραπεζικές εργασίες αδιάλειπτα και συστηματικά μέχρι σήμερα με σκοπό το κέρδος, διατηρώντας αρχείο και σε ηλεκτρονική μορφή, στο οποίο φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούσαν τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού. Όλες οι καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό, έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και μέχρι τις 08/06/2021 βρισκόταν φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της. Με την υποκατάσταση της Τράπεζας από τους ενάγοντες, που έλαβε χώρα στις 08/06/2021, το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρούν οι ενάγοντες, στο οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό, από το άνοιγμα του μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης, καθώς και όλες οι πράξεις από την ημερομηνία μεταβίβασης μέχρι και σήμερα. Το εν λόγω αρχείο των εναγόντων συνεχίζει να τηρείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που τηρείτο στην Τράπεζα και στην THEMIS. Ως εκ τούτου πιστοποιείται ότι από το εν λόγω αρχείο παρήχθησαν οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμ. 8, οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου και στις οποίες γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό των εναγόντων. Επίσης, ο μάρτυρας, ως κάτοχος υπεύθυνης θέσης και ως αρμόδιος λειτουργός καθώς και ως ένας εκ των αρμόδιων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της THEMIS, βεβαιώνει ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο κατόπιν εντολής του, ελέγχθηκαν από τον ίδιο και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι ίδιο περιεχόμενο με το τεκμήριο 9, έχει και το τεκμήριο 28, το οποίο όμως αφορά την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 27. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1, η αναδομημένη κατάσταση ετοιμάστηκε από τον ίδιο, με βάση την αναλυτική κατάσταση. Ως εκ των ανωτέρω, οι εν λόγω καταστάσεις, μέχρι τις 8/6/2021, που έγινε η μεταφορά στη THEMIS, αναμφίβολα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22. Tο άρθρο 22, δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου, είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, το έχει ο Εναγόμενος. Ή διαφορετικά, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι γεγονός πως η υπεράσπιση δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία με την οποία ν' αμφισβητεί συγκεκριμένες καταχωρήσεις στον λογαριασμό ή ότι υπήρξαν πιστώσεις που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν. Πέραν δε του τόκου υπερημερίας που δεν έπρεπε να χρεωθεί, δεν έχει αποδειχτεί από μέρους των εναγόμενων ότι οιεσδήποτε άλλες χρεώσεις επί του λογαριασμού ήταν λανθασμένες ή αντισυμβατικές ή παράνομες. Ας σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, η κατάσταση λογαριασμού αποστέλλετο σε μηνιαία βάση στον πελάτη και ουσιαστικά δεν υπήρξε από μέρους του κάποια ένσταση. Συναφώς, αποτελεί κατάληξη μου ότι η κατάσταση λογαριασμού τεκμ.8, αντικατοπτρίζει την ορθή και πραγματική κίνηση του επίδικου λογαριασμού, από τον οποίο θα πρέπει απλά ν' αφαιρεθεί ο τόκος υπερημερίας 2% από την ημερομηνία τερματισμού ήτοι 26/5/2015, και προσθέτω ότι τούτη θα ήταν και πάλιν η κατάληξη μου, ακόμη και στην περίπτωση που διαπίστωνα ότι δεν εφαρμοζόταν το άρθρο 22 πιο πάνω. Από εκεί και πέρα, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 27, μέχρι 8/6/2021, περιλαμβάνει τις καταχωρήσεις του τραπεζικού βιβλίου, με την αφαίρεση των εξόδων και χρεώσεων που εξήγησε ο ΜΕ1. Μετά τις 8/6/2021, ως προκύπτει από ανάγνωση του εν λόγω τεκμηρίου, ο λογαριασμός, ως μέρος πλέον του αρχείου της THEMIS, απλά χρεωνόταν με τους τόκους. Μετά τις 8/6/2021, δεν μιλούμε βεβαίως για τραπεζικό βιβλίο και δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 22, αφού η THEMIS δεν αποτελεί τράπεζα/πιστωτικό ίδρυμα. Ε. Παράβαση θέσμιου καθήκοντος των εναγόντων κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης και παράλειψη ενημέρωσης των εγγυητών (βλ. σελ.37-39 της ΓΑ Εναγόμενων). Από τη μελέτη της υπεράσπισης των εναγόμενων, προκύπτει ότι δεν έχει δικογραφηθεί οτιδήποτε περί συγκεκριμένων κινδύνων που δεν επεξηγήθηκαν στους εναγόμενους και ότι αυτοί δεν είχαν νομική συμβουλή, όπως τώρα ισχυρίζονται στην αγόρευση της συνηγόρου τους. Ό,τι αναφέρεται στο δικόγραφο τους, είναι μη αποκάλυψη ή επεξήγηση των όρων της συμφωνίας εγγύησης και επί τούτης της θέσης απάντησαν οι ενάγοντες. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη εισήγηση των εναγόμενων κρίνεται γενική και αόριστη. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι ουδείς εκ των εναγόμενων 2, 3 και 4 παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσει και δεν έχει τεθεί μαρτυρία από μέρους των εναγόμενων ότι δεν τους επεξηγήθηκαν οι όροι ή δεν αντιλήφθηκαν οποιοδήποτε όρο. Πάντως, η εναγόμενη 3 έχει προσκομίσει στην Τράπεζα επιστολή συγκεκριμένου δικηγόρου, ίδιας ημερομηνίας με την ημερομηνία που υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία, στην οποία αναφέρεται ότι της επεξήγησε τους όρους, τις νομικές συνέπειες της υπογραφής της και όλες τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τα έγγραφα, στην γλώσσα της δηλ. την Αγγλική και έχει αποφασίσει με δική της θέληση να υπογράψει τα έγγραφα (βλ. το τελευταίο έγγραφο στο τεκμ.5). Όσον αφορά τη θέση περί μη ενημέρωσης των εγγυητών, με βάση άρθρο 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(I)/2003), για καθυστέρηση 3 δόσεων, αναφέρονται τα ακόλουθα. Κατ' αρχήν, αναφέρεται ότι ο νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής στην έκταση που η σύμβαση εγγύησης αφορά τον εναγόμενο 4, ο οποίος κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης ήταν διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης 1 (βλ. την επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Ν.197(Ι)/2003). Η ιδιότητα του εναγόμενου 4 ως συμβούλου της εταιρείας κατά τον εν λόγω χρόνο, προκύπτει σαφώς από τα πρακτικά των συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ήτοι τα τεκμήρια 5, 10, 11 και 13 και τα έγγραφα που έχουν υπογραφεί μεταξύ της Τράπεζας και της εναγόμενης 1. Το άρθρο 12 του Ν.197(Ι)/2003, προνοεί τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. » Το άρθρο 97 δε του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί ότι: «
- Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» Είναι γεγονός πως δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από μέρους των εναγόντων, ότι η Τράπεζα απέστειλε γραπτώς, οιανδήποτε ειδοποίηση στους εναγόμενους 2 και 3 αναφορικά με την καθυστέρηση καταβολής τουλάχιστον 3 δόσεων από τον Πρωτοφειλέτη. Όταν ερωτήθηκε σχετικά ο ΜΕ1, αναφέρθηκε στις τροποποιητικές συμφωνίες και στην ενημέρωση που είχαν οι εναγόμενοι μέσω της αποδοχής των εν λόγω συμφωνιών. Επίσης, δεν διαφεύγει ότι από ένα σημείο και έπειτα, οι εναγόμενοι 2 και 3 ενεργούσαν ως διοικητικός σύμβουλος και γραμματέας της εταιρείας αντίστοιχα, ενώ υπενθυμίζω την διαπίστωση του Δικαστηρίου ανωτέρω περί συνεχούς ενημέρωσης των εναγόμενων 2, 3 και 4 για τις εξελίξεις και για τα περί του δανείου. Εν πάση περιπτώσει, γεγονός παραμένει ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για συμμόρφωση της Τράπεζας με την υποχρέωση της με βάση το άρθρο 12 ανωτέρω. Ούτως ή άλλως όμως, δεν έχει τεθεί οιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας ή που να καταδεικνύει ότι συνεπεία της παράβασης έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση των εγγυητών από την πρωτοφειλέτιδα και είναι σήμερα εκτεθειμένοι. Επιπλέον, οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν προβεί σε οιανδήποτε ενέργεια ή τερμάτισαν τη σύμβαση και ούτε ζήτησαν μέσω ανταπαίτησης κάποια θεραπεία ένεκα παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης από την Τράπεζα και ή τους ενάγοντες. Συναφώς, η εισήγηση της υπεράσπισης γι' απαλλαγή των εγγυητών γι' αυτό το λόγο, απορρίπτεται. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω και τα παραδεκτά γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα:
- Η Τράπεζα Κύπρου, καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, ήταν τράπεζα και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο, με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία.
- Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε αρχικά από την Τράπεζα Κύπρου εναντίον των εναγόμενων, έχει μεταβιβαστεί από την τελευταία στην εταιρεία THEMIS ή και στους ενάγοντες, δυνάμει του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/2015 και με βάση τις πρόνοιες του Σχεδίου Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε στις 4/6/2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο πλαίσιο της αίτησης αρ.320/2021, με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 8/6/
- Ένεκα των ανωτέρω, η εταιρεία THEMIS έχει υποκαταστήσει και ή αντικαταστήσει αυτόματα την Τράπεζα Κύπρου σε όλα τα δικαιώματα της στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει την παρούσα αγωγή και να αξιώσει απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγόμενων.
- Κατόπιν σχετικής αίτησης της εναγόμενης 1, την οποία ενέκρινε η Τράπεζα την 20/11/2006, υπεγράφη γραπτή συμφωνία με την οποία η Τράπεζα συμφώνησε να παρέχει στην εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας ή και πίστωση ή και τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους €510.000.-. Η Τράπεζα με την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας δανείου, άνοιξε λογαριασμό δανείου, στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι κινήσεις του λογαριασμού του δανείου.
- Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, την 20/11/2006, εγγυήθηκαν γραπτώς τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 που προέκυπταν από την πιο πάνω συμφωνία, παρούσες ή και μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν ή που πιθανόν να καθίσταντο απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, για ολόκληρο το ποσό έκαστος και επιπλέον θα ευθύνονταν για τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα.
- Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, η τελευταία: (α) Προσέφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την υποθήκη ημερομηνίας 21/11/2006, για το ποσό των €598.010,50.- (Α.Κ.350.000.-). Το ενυπόθηκο ακίνητο έχει πωληθεί και ποσό €80.866,46 πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό στις 30/12/
- (β) Με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 20/11/2006, εκχώρησε πλήρως και ανέκκλητα στους ενάγοντες τα δικαιώματα της επί του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/11/2006 για συγκεκριμένο ακίνητο στο χωριό Χοιροκιτία της επαρχίας Λάρνακας. (γ) Κατά ή περί την 20/11/2006, εξέδωσε και ενέγραψε υπέρ των εναγόντων Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό των €85.430.-, το οποίο και εγγράφηκε στον Έφορο Εταιρειών κατά ή περί την 02/10/
- Σε σχέση μ' αυτό οι ενάγοντες έχουν δηλώσει ότι επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους.
- Κατά την 12/03/2009 και την 13/03/2009, κοινοποιήθηκε σε όλους τους εναγόμενους ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων των εναγόντων, με τον οποίο ο τόκος υπερημερίας καθοριζόταν σε ποσοστό 5,25%.
- Με 3 τροποποιητικές συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ της Τράπεζας και της εναγόμενης 1, τροποποιήθηκε ο όρος της συμφωνίας που προνοούσε τη λήξη της αποπληρωμής του επίδικου δανείου και παρατάθηκε η λήξη του, με την τελευταία παράταση να είναι μέχρι 31/12/
- Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, οι υπόλοιποι όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/2006, καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτής, εξακολουθούσαν να ισχύουν ως είχαν.
- Εξαιτίας των αλλαγών στις συνθήκες της αγοράς και λόγω των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και βάσει των όρων της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/2006, καθώς και τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, οι ενάγοντες καθόρισαν το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού ως ακολούθως : (α) Με επιστολή τους προς την εναγόμενη 1, ημερομηνίας 26/1/2009, αυξήθηκε η προσαύξηση από 3,50% σε 5,00%. (β) Με επιστολή τους προς την εναγόμενη 1, ημερομηνίας 24/4/2009, αυξήθηκε η προσαύξηση από 5,00% σε 6,00%. Κατά την 22/5/2015, το επιτόκιο Euribor 6 μηνών ανερχόταν σε ποσοστό 0,055%.
- Οι ενάγοντες δε, κατόπιν σχετικής δημοσίευσης στον ημερήσιο τύπο, μείωσαν τον τόκο υπερημερίας σε 2,00%.
- Οι εναγόμενοι καθυστέρησαν ή και παρέλειψαν να καταβάλουν εγκαίρως τις δόσεις τους προς τους ενάγοντες και οι τελευταίοι με επιστολή τους προς όλους τους εναγόμενους ημερομηνίας 4/3/2015, τους κάλεσαν να εξοφλήσουν τα μέχρι τότε πληρωτέα ποσά και τους πληροφόρησαν ότι οι καθυστερήσεις θα επιβαρύνονταν με επιπλέον τόκο υπερημερίας. Επειδή όμως οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο των ως άνω επιστολών, οι ενάγοντες με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 26/5/2015 προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου δανείου και τους πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός τους θα χρεωνόταν με επιπλέον τόκο υπερημερίας προς 2%. Οι ενάγοντες περαιτέρω, με την ίδια επιστολή τους, απαίτησαν σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας την άμεση πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου και παράλληλα τους πληροφόρησαν ότι εάν παραλείψουν να το εξοφλήσουν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους.
- Με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η Τράπεζα ή και οι ενάγοντες χρεώνουν τόκο υπερημερίας 2%, από την ημερομηνία του τερματισμού ήτοι 26/5/2015, που όμως δεν δικαιούνται για το λόγο που έχει εξηγηθεί ανωτέρω.
- Θεωρώντας ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του δανείου στις 26/5/2015 αποκρυστάλλωσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ 2486) και με δεδομένο ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τόκο υπερημερίας, το Δικαστήριο βρίσκει ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το οφειλόμενο ποσό κατά την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι €81.692,75 (ως φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 27), πλέον το επιτόκιο που ίσχυε κατά τον τερματισμό, δηλαδή 6,055%, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται επιτόκιο υπερημερίας, με κεφαλαιοποίηση κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Παρενθετικά, αναφέρεται ότι ακριβώς, με βάση τα τεκμήρια 6 και 7, θα υπήρχε κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες και συγκεκριμένα την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Βεβαίως αυτό το ποσό θα πρέπει να μειωθεί με το ισόποσο του ποσού που λήφθηκε από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και το οποίο κατατέθηκε στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 την 30/12/2020, δηλαδή το ποσό των €80.866,46, καθώς επίσης με το ποσό των €1,46 που πιστώθηκε στο λογαριασμό, για άγνωστο λόγο, στις 19/3/
- Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος που ήταν στους ώμους τους και πέτυχαν ν' αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή τους εναντίον των εναγόμενων 1, 2, 3 και 4, η οποία επιτυγχάνει. Συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για ποσό €81.692,75, πλέον τόκο προς 6,055% από 26/5/2015 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές ετησίως ήτοι την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Κατά τον υπολογισμό του ποσού πιο πάνω, ν' αφαιρεθεί το ποσό των €80.866,46 που κατατέθηκε στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 την 30/12/2020 και το ποσό των €1,46 με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός στις 19/3/
- Ως προκύπτει τόσο από την κατάθεση του ΜΕ1 (βλ. παράγραφο 27 του τεκμ. 1) όσο και από την γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόντων (βλ. την κατάληξη στη σελίδα 34), οι ενάγοντες ζητούν απόφαση μόνον για το οφειλόμενο ποσό και οι αξιώσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό Γ - Θ έχουν εγκαταλειφθεί. Αυτό προφανώς, λόγω της πώλησης εν τω μεταξύ του ενυπόθηκου ακινήτου. Συνεπώς τα αιτητικά Γ - Θ, αλλά και το αιτητικό Ι (οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη), απορρίπτονται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €10.000-50.000.- και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο