← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Υπ. 10712/2019, 7/7/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Υπ. 10712/2019, 7/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπ. 10712/2019 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -και- ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7.7.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θεοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες πλαστογραφίας εγγράφου (1η κατηγορία, 3η κατηγορία, 5η κατηγορία), της χρήσης πλαστογραφημένου εγγράφου (2η κατηγορία, 4η κατηγορία, 6η κατηγορία), της κατοχής πιστοποιητικού εγγραφής οχήματος ώστε να δύναται να εξαπατήσει (7η κατηγορία) και της έκδοσης άδειας ή πιστοποιητικού παρέχοντας ψευδή στοιχεία (8η κατηγορία, 9η κατηγορία) Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος στις 7.11.2018 στην Αρχή Αδειών στην Λάρνακα, με δόλια πρόθεση πλαστογράφησε έντυπα του Τμήματος Οδικών Μεταφορών για να εξασφαλίσει πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος [ ], υπογράφοντας σαν ιδιοκτήτης και σαν πωλητής. Κατά τον ίδιο χρόνο, εξασφάλισε και χρησιμοποίησε με δόλια πρόθεση τα έντυπα και παρείχε ψευδή στοιχεία για να εξασφαλίσει πιστοποιητικό εγγραφής του πιο πάνω οχήματος. Η Μαρτυρία Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον ΜΚ1 Αστ. 149, τον ΜΚ2 πιστοποιούντα υπάλληλο και τον ΜΚ3 που είναι ο παραπονούμενος. Ο Κατηγορούμενος αφότου κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανωμοτί δήλωση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης.. Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Υιοθέτησε και κατάθεσε την κατάθεση του καθώς και τα σχετικά έντυπα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5). Ο μάρτυρας έλαβε καταθέσεις του Κατηγορούμενου και τον κατηγόρησε γραπτώς. Επίσης έλαβε 10 δείγματα υπογραφών του Κατηγορούμενου και του ΜΚ2 τα οποία παρέδωσε για γραφολογικές εξετάσεις. Η έκθεση με τα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 όπου καταγράφεται ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιο είναι το πρόσωπο που υπέγραψε. Δεν αποκλείει να υπήρχε τρίτο πρόσωπο πέραν του Κατηγορούμενου και του ΜΚ2 που να εμπλέκεται, με βάση την μαρτυρία που είχε όμως κατέληξε να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 στην αντεξέταση του ανάφερε περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι είχε ατύχημα, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και πως η κατάθεση του λήφθηκε στην παρουσία του πατέρα του. Ήταν επίσης ενήμερος ο ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος παρακολουθείτο από ιατρό. Υπήρχε μια σύγχυση όπως είπε ο μάρτυρας αλλά δεν είναι αρμοδιότητα του ιδίου να αποφασίσει αν ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση. Παραδόθηκε στον ΜΚ1 και σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 11) αναφορικά με τον Κατηγορούμενο. Δεν κατηγόρησε τον ΜΚ2 επειδή ως είπε δεν προέκυψε μαρτυρία εναντίον του. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ήταν ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι υπόγραψε ο ΜΚ

  1. Ακόμη, ο ΜΚ1 είπε ότι, είχε παραδεχθεί ο ΜΚ2 ότι έβαλε την υπογραφή του μετά που μίλησε με κάποια υπάλληλο από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, το όνομα της οποίας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Επέμεινε ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για να κατηγορήσει τον ΜΚ
  2. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι έλαβε υπόψη του κι άλλη μαρτυρία για να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο, όπως ήταν η ενέργεια του Κατηγορούμενου να μεταβεί στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, ότι η καταγγελία έγινε από τον ΜΚ3 και οι δυο διαφορετικές εκδοχές του Κατηγορούμενου στις καταθέσεις του. Κατά τον μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος πίστευε ότι το επίδικο όχημα ήταν δικό του. Είχε μαρτυρία και για αυτό τον κατηγόρησε. Έπειτα, του υποδείχθηκε ότι έλαβε τα Τεκμήρια 2,3 και 4 στις 31.3.2019 ενώ είχε κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο στις 21.3.2019, πριν λάβει και την κατάθεση του ΜΚ2 (Τεκμήριο 12) και πριν λάβει την γραφολογική έκθεση (Τεκμήριο 10) είπε ότι απάντησε λάθος προηγουμένως. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τις σφραγίδες του επί των Τεκμηρίων 13 και 14 που είναι τα αντίγραφα του έντυπου του 9Β και της εξουσιοδότησης αντίστοιχα. Δεν αναγνώρισε όμως τις υπογραφές. Πήγε κοντά του ο Κατηγορούμενος κρατώντας ένα άσπρο χαρτί πάνω στο οποίο είχε σημειωμένο ένα κυβερνητικό τηλέφωνο. Αν δεν μιλούσε με υπάλληλο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών δεν θα προχωρούσε σε πιστοποίηση. Του είπε για μια μοτοσυκλέτα «τουμπαρισμένη» μηδενικής αξίας και δεν έχει κάποιο πρόβλημα. Ο ίδιος δεν κατηγορήθηκε ούτε πήγε ποτέ Δικαστήριο. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τον Κατηγορούμενο. Έβαλε το όνομα του Κατηγορούμενου και είχε την εντύπωση πως δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα διότι η υπάλληλος του είπε ότι είναι εντάξει και να μην έχει έννοια. Αρνήθηκε ότι είναι εκείνος που υπόγραψε. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 15). Του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 13 και 14, και αφού τα επιθεώρησε αρνήθηκε ότι τα υπόγραψε. Η επίδικη μοτοσυκλέτα ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του από το
  3. Μίλησε με τον Κατηγορούμενο και του είπε αν του μεταβίβασε την μοτοσυκλέτα και αν υπόγραψε αυτός να του υπογράψει για να μεταβιβαστεί πίσω στο όνομα του. Αφού όμως δεν του είχε υπογράψει γιατί να του υπογράψει τώρα. Δεν τον είδε ποτέ προηγουμένως και δεν γνωρίζει αν είχε δοσοληψίες με τον υιό του. Δεν θυμάται αν έδωσε δείγματα υπογραφής στον ΜΚ
  4. Του τηλεφώνησε κάποιος Αστυνομικός από τις Βρετανικές Βάσεις να τον ρωτήσει αν πούλησε την μοτοσυκλέτα όταν πήγε ο Κατηγορούμενος να την παραλάβει από τις Βρετανικές Βάσεις. Ο Κατηγορούμενος στην ανωμοτί δήλωση του αναφέρει ότι υιοθετεί τις καταθέσεις του (Τεκμήρια 7 και 8) και ότι δεν υπόγραψε στην θέση του «πωλητή» ούτε παραδέχθηκε κάτι τέτοιο. Αναφέρει επίσης ότι αυτήν την αναφορά την είχε κάνει στο Τεκμήριο 7 και το διευκρίνισε στο Τεκμήριο 8 αφού ο ΜΚ1 του παρουσίασε τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και
  5. Τέλος, αναφέρει ότι δεν γνώριζε και δεν κατάλαβε να έγινε πλαστογραφία. Εάν έγινε κάποιο λάθος, να επιστραφεί η μοτοσυκλέτα στον ΜΚ
  6. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, έχοντας εξετάσει επίσης το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 816). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). O MK1 επιφορτίστηκε το καθήκον να διερευνήσει την καταγγελία του ΜΚ3. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με την διερεύνηση της υπόθεσης και το μαρτυρικό υλικό που συνέλεξε και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Όμως η διερεύνηση παρουσιάζει ελλείψεις οι οποίες είναι κατά την κρίση μου σημαντικές για την εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης και στις οποίες θα γίνει αναφορά σε κατοπινό στάδιο. Ο ΜΚ2 δεν μου άφησε θετική εντύπωση. Είμαι της γνώμης ότι δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική ο ισχυρισμός του ότι τηλεφώνησε σε υπάλληλο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και αποφάσισε να πιστοποιήσει υπογραφές σε επίσημα έγγραφα, χωρίς να γνωρίζει ποιο ήταν το πρόσωπο στην άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής. Ο ΜΚ2 μάλλον προσπάθησε να καλύψει τις οποιεσδήποτε πιθανές δικές του ευθύνες, παρά να βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Η θέση του ότι δεν είναι εκείνος που υπόγραψε δεν μπορεί να αξιολογηθεί εφόσον σύμφωνα με την γραφολογική έκθεση (Τεκμήριο 10) δεν μπορεί να εξακριβωθεί σε ποιον ανήκουν οι υπογραφές στα επίδικα έγγραφα. Εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι ενώ ο ΜΚ1 ανάφερε στην αντεξέταση του ότι ο ΜΚ2 κατηγορήθηκε για παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας αναφορικά με πιστοποιών υπαλλήλους, ο ΜΚ2 επέμεινε ότι ουδέποτε παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου για αυτό το περιστατικό. Από την μαρτυρία του ΜΚ2 αποδέχομαι μόνο ότι πιστοποίησε τις υπογραφές. Ο ΜΚ3 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Άλλωστε η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο Κατηγορούμενος ως αναφέρω ανωτέρω προέβη σε ανωμοτί δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην Α.Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερομηνίας 22.6.2016 τα εξής: «Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1090Ε). » Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα ως προς το πως θα προσεγγίσει το Δικαστήριο μια τέτοια δήλωση. Η αποδεικτική αξία μιας ανωμοτί δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων για να καταλήξει ποια βαρύτητα θα αποδώσει στην ανωμοτί δήλωση ενός κατηγορούμενου και για να αποφασίσει αν θα της αποδώσει βαρύτητα αφού την εξετάσει να έχει υπόψη και τα σημεία των γεγονότων τα οποία δε αμφισβητήθηκαν ή παράμειναν αναντίλεκτα και η εξέταση της να μην γίνει αποσπασματικά (βλ. Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354, Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερομηνίας 17.5.2018). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, αν πρέπει να σχολιαστεί κάτι είναι ότι ο ΜΚ1 δέχθηκε ότι παρουσίασε στον Κατηγορούμενο τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 μετά που του είχε λάβει αρχικά κατάθεση. Επιπρόσθετα, η θέση ότι ενδεχομένως να έχει γίνει κάποιο λάθος ήταν θέση η οποία προωθήθηκε ευθύς εξ' αρχής από την υπεράσπιση. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι καταθέσεις του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 7 και 8) κατατέθηκαν από μάρτυρα κατηγορίας, δύναται να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο ως μέρος του συνόλου της μαρτυρίας. Στο Τεκμήριο 7, ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι κατά λάθος που είχε γίνει εγγραφή στο όνομα του. Εξήγησε σχετικά ότι είχε υποστεί δυστύχημα το οποίο του άφησε κατάλοιπα αναφορικά με την ψυχική του υγεία και εγκεφαλικό πρόβλημα και παρακολουθείται από ιατρό. Ανάφερε ότι πίστευε πραγματικά ότι το όχημα ήταν δικό του και κάποιος τον ξεγέλασε για αυτό συμπλήρωσε έγγραφο μεταβίβασης και το υπόγραψε. Στο Τεκμήριο 8 που είναι η ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι υπόγραψε στην θέση του αγοραστή και αιτητή. Τις υπόλοιπες υπογραφές πήγε στον μουχτάρη της Αραδίππου και τις συμπλήρωσε εκείνος. Τα υπόλοιπα τα συμπλήρωσε κάποιο άτομο στην Αρχή Αδειών. Πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με το Τεκμήριο 11, παρουσιάζει σοβαρές αγχοκαταθλιπτικές διαταραχές και κάτω από ψυχοφθόρες και ψυχοπιεστικές συνθήκες παρουσιάζει συχνά υποτροπή της κλινικής του εικόνας. Το γεγονός αυτό έγινε αποδεκτό από τον ΜΚ1, εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος παραδέχθηκε ότι κατά την διαδικασία λήψης των καταθέσεων από τον Κατηγορούμενος υπήρχε σύγχυση. Νομική Πτυχή Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Το άρθρο 16 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ως τροποποιήθηκε προνοεί τα εξής: «Πας όστις, μετά δολίας προθέσεως- (α) πλαστογραφεί, παραποιεί ή αλλοιοί οιανδήποτε άδειαν, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον, εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών ή (β) χρησιμοποιεί ή επιτρέπει να χρησιμοποιηθή παρ' οιουδήποτε ετέρου προσώπου, άδεια, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον ούτω πλαστογραφηθέν, παραποιηθέν ή αλλοιωθέν ή (γ) παραχωρεί προς έτερον ή λαμβάνει παρ' ετέρου άδειαν, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον ούτω πλαστογραφηθέν, παραποιηθέν ή αλλοιωθέν ή (δ) κατασκευάζει ή έχει εν τη κατοχή αυτού οιονδήποτε έγγραφον τοσούτον προσομοιάζον προς άδειαν, πιστοποιητικόν ή έγγραφον εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, ώστε να δύναται να εξαπατήση περί της αληθούς αυτού φύσεως ή (ε) εκδίδει οιανδήποτε άδειαν, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον κατά νόμον εκδιδόμενον δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα τρία έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Το άρθρο 15 του ίδιου νόμου προνοεί ότι: «Πας όστις προβαίνει εις δήλωσιν, γραπτήν ή προφορικήν, ήτις είναι ψευδής ή παραπλανητική ή αποκρύπτει ουσιώδη στοιχεία, επί τω τέλει όπως επιτύχη την έκδοσιν αδείας ή πιστοποιητικού δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, εκτός εάν αποδειχθή επί Δικαστηρίω ότι ενήργησεν άνευ δολίας προθέσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα τρία έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, καθίσταται πρόδηλο από το λεκτικό των άρθρων 15 και 16 ανωτέρω ότι χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος πλαστογράφησε έγγραφο το οποίο ενόσω είχε στην κατοχή του, το χρησιμοποίησε ή το χρησιμοποίησε ενώ ήταν εις γνώση του ότι ήταν πλαστό. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι παρόλο που γνώριζε ο Κατηγορούμενος ότι το έγγραφο ήταν πλαστό, προέβη σε δήλωση ότι δεν είναι ή απέκρυψε στοιχεία και πέτυχε να εκδώσει πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος στο όνομα του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος σε σχέση με τις κατηγορίες 1-7 πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής ότι ενήργησε με δόλια πρόθεση ενώ για τις κατηγορίες 8 και 9 το βάρος απόδειξης αντιστρέφεται και εναπόκειται στον Κατηγορούμενο να αποδείξει ότι δεν ενήργησε με δόλια πρόθεση, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ένα έγγραφο είναι πλαστό όταν δεν λέει την αλήθεια για το περιεχόμενο του. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Ως αναφέρω ανωτέρω, η ανάγκη για απόδειξη δόλιας πρόθεσης καθιστά πρόδηλο ότι χρειάζεται να αποδειχθεί πρόθεση του Κατηγορούμενου. Το στοιχείο της δόλιας πρόθεσης συνδέεται άμεσα με τη γνώση του κατηγορουμένου περί ότι το έγγραφο είναι πλαστογραφημένο ή ψευδές ως προς το περιεχόμενο του. Η γνώση και ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν με άμεση μαρτυρία. Μπορεί να εξαχθούν ως συμπέρασμα από τα περιστατικά της υπόθεσης (βλέπε Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Φανιέρος v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104). Δηλαδή, στην περίπτωση, που δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η χρησιμοποίηση ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη δόλια πρόθεση, η εξακρίβωση της, μπορεί να επέλθει έπειτα από την αξιολόγηση όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, άρα είναι δυνατόν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Στο σύγγραμμα Archbold, 35η έκδοση, σελ. 775, γίνεται παραπομπή στην ερμηνεία που έχει δοθεί στην πρόθεση καταδολίευσης στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12: «intend to defraud means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss. » Αν από τα περιστατικά της υπόθεσης συνάγεται ότι υπήρχε πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Περαιτέρω, δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα πέραν της οικονομικής ή πιθανότητα βλάβης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670 και Georghiou (ανωτέρω). Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι, ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5, και ότι στα πιο πάνω τεκμήρια πιστοποιήθηκαν υπογραφές από τον ΜΚ2 χωρίς να είναι το εταίρο συμβαλλόμενο παρόν και παρουσιάστηκαν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Για να εξακριβωθεί κατά πόσο ένα έγγραφο είναι προϊόν πλαστογραφίας πρέπει να παρουσιάζει κάτι το οποίο δεν είναι αληθές (βλ. Georghiou ανωτέρω). Τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 παρουσιάζουν αγοραστή και πωλητή με πιστοποιημένες υπογραφές οι οποίες δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιον ανήκουν. Ακόμη κι αν δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου ο γραφολόγος που κατάρτησε το Τεκμήριο 10, το συμπέρασμα που καταγράφει είναι ξεκάθαρο και δεν επιδέχεται, κατά την κρίση μου, άλλης ερμηνείας. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) παραδέχεται πως υπόγραψε στα επίμαχα έγγραφα ως πωλητής και αιτητής. Ακόμη κι αν η γραφολογική έκθεση, παρά την παραχώρηση δειγμάτων υπογραφής από τον Κατηγορούμενο δεν επέφερε αποτέλεσμα, δεν είναι δυνατό κατά την κρίση μου ένα έγγραφο να είναι μερικώς πλαστογραφημένο. Άλλωστε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι υπέγραψε και σαν πωλητής. Τα πιο πάνω έγγραφα, χρησιμοποιήθηκαν εφόσον τόσο πριν όσο και μετά που πιστοποίησε τις υπογραφές επ' αυτών ο ΜΚ2, είχαν παρουσιαστεί στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών από τον Κατηγορούμενο. Τα εν λόγω έγγραφα δεν τα είδε ποτέ ο ΜΚ3 ως προκύπτει από την μαρτυρία. Ο ΜΚ3 επίσης όταν είχε συνομιλήσει με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν βέβαιος αν είχε πωληθεί στον Κατηγορούμενο το επίδικο όχημα ως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία του. Υπάρχει όμως κατά την κρίση μου ρήξη στην αλυσίδα των γεγονότων εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 είναι προϊόν πλαστογραφίας, κάτι το οποίο δεν καθιστά την χρήση τους από πλευράς Κατηγορούμενου παράνομη. Επιπρόσθετα, η ψυχική κατάσταση του Κατηγορούμενου τόσο κατά την κρίσιμη στιγμή που είχε διαμορφώσει την εικόνα στο μυαλό του ότι το όχημα ήταν το δικό του, καθώς και η ψυχική κατάσταση του όταν έδιδε καταθέσεις (Τεκμήριο 7 και 8) στον ΜΚ1 φαινόταν διαταραγμένη, γεγονός το οποίο δέχθηκε ο ΜΚ1, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου σε σχέση με την πρόθεση του Κατηγορούμενου να διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται, η οποία θα πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ήταν δόλια. Παραμένει ερωτηματικό γύρω από το γιατί να εμπλακεί σε τέτοια διαδικασία ο Κατηγορούμενος για ένα όχημα εντελώς κατεστραμμένο, γεγονός το οποίο ενισχύει το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι, ειλικρινώς ο Κατηγορούμενος πίστευε ότι το όχημα ήταν δικό του. Επιπρόσθετα, πλανάται αναπάντητο και το ερώτημα γιατί να εμπλακεί στην διαδικασία αυτή ο Κατηγορούμενος για ένα όχημα το οποίο ήδη του ανήκε. Ακόμη, αποτελεί ρήγμα στην υπόθεση και το γεγονός ότι υπάρχει κενό στην μαρτυρία όχι μόνο ως προς την πατρότητα των υπογραφών επί των Τεκμηρίων 2, 3, 4 και 5 αλλά και στο τι έλαβε χώρα από πριν από την παρουσίαση των εν λόγω εγγράφων στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών αναφορικά με την συμπλήρωση τους και κατά την παρουσίαση τους ενώπιον του ΜΚ2 ο οποίος δεν μπορούσε να θυμηθεί με ποιο άτομο μίλησε από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Σε κάθε περίπτωση μπορούσε με εύλογες προσπάθειες να εντοπιστεί από τον ΜΚ1. Επίσης, δεν φαίνεται να διερευνήθηκε ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι συμπλήρωσαν τα έγγραφα κάποιος εκεί στον μουχτάρη της Αραδίππου (προφανώς ο Κατηγορούμενος εννοούσε κάποιο άτομο στο Δημαρχείο) και κάποιο άτομο από την Αρχή Αδειών. Ποια ήταν αυτά τα άτομα και ποια ήταν η σχέση τους με τον Κατηγορούμενου ή τον ΜΚ2 ή τον ΜΚ3 παραμένει άγνωστο στοιχείο για την υπόθεση. Υπενθυμίζω, ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε προτού συνταχθεί η γραφολογική έκθεση (Τεκμήριο 10). Στην βάση των πιο πάνω δεν είναι δυνατόν για το Δικαστήριο να εξάξει εκ του ασφαλούς συμπεράσματα ως προς την πρόθεση αλλά και το κίνητρο του Κατηγορούμενου να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 3 και 5. Συνεπώς, θα πρέπει να αθωωθεί στις κατηγορίες αυτές. Η μη απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών συμπαρασύρει τις κατηγορίες 2, 4 και 6 όχι γιατί δεν χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος τα επίμαχα έγγραφα αλλά για τον λόγο ακριβώς ότι δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές εύρημα ως προς την νοητική στάση του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με την κατηγορία 7, έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του σχετικό πιστοποιητικό το οποίο όμως δεν έχω ικανοποιηθεί ότι προέκυψε από δήλωση του ψευδή ή παραπλανητική ή ότι ο Κατηγορούμενος εις γνώση του απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, για να αντιστραφεί το βάρος απόδειξης. Συνεπώς, θα πρέπει να αθωωθεί και στην κατηγορία 7. Την ίδια κατάληξη θεωρώ πρέπει να έχει και η κατηγορία 8, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι ήταν εις γνώση του Κατηγορούμενου όταν υπόγραφε σαν αγοραστής ότι το όχημα δεν του ανήκε. Σε σχέση με την κατηγορία 9, δεν έχει αποδειχθεί ότι η υπογραφή στην θέση του πωλητή ανήκει στον Κατηγορούμενο επομένως θα πρέπει να αθωωθεί στην κατηγορία αυτή. Κατάληξη Εν όψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο φάκελος της παρούσας, παραπέμπεται στον Γενικό Εισαγγελέα για τον, κατά της δικής του κρίσης, περαιτέρω χειρισμό. (Υπ.) ..................................... Λ. Χαβιαράς, Προσ Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.