Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Nazar Bonka, Αρ. Υπόθεσης: 9303/2023, 11/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9303/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν Nazar Bonka Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11.08.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ 1. Ο Κατηγορούμενος με δική του παραδοχή βρίσκεται ένοχος σε δύο κατηγορίες που αφορούν τα κατωτέρω αδικήματα: (α) υπέρβαση ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6
(2),
(3),
(5)και
(6)του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (1η κατηγορία), και (β) χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας η οποία να βρίσκεται εν ισχύι κατά παράβαση του Κανονισμού 17
(1)(α) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (2η κατηγορία).
- Σύμφωνα με τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Την 01/07/2023 και ώρα 00:05 η Αστυνομία διενεργούσε έλεγχο τροχαίας στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας-Κοφίνου παρά την έξοδο Αγγλισίδων στην Επαρχία Λάρνακας και ανέκοψε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με ταχύτητα 235 χιλιόμετρα ανά ώρα (ΧΑΩ) αντί 100ΧΑΩ που ήταν το όριο ταχύτητας. Επίσης, κατόπιν ελέγχου διαπιστώθηκε ότι για το επίδικο μηχανοκίνητο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας τελούσα εν ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο. Όταν κατηγορήθηκε απάντησε «εντάξει». Είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει προηγούμενες καταδίκες, ενώ η άδεια οδήγησης του βαρύνεται με 3 βαθμούς ποινής. Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων.
- Αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του ως μετριαστικούς παράγοντες, (α) την άμεση παραδοχή του (β) το λευκό του ποινικό μητρώο (γ) την απολογία και μεταμέλεια του (δ) τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από την [ ], είναι ηλικίας 42 ετών και πατέρας 3 ανήλικων παιδιών ηλικίας 16, 11 και 7 ετών, τα οποία φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο στην [ ]. Ήλθε στην Κύπρο και εγκαταστάθηκε μαζί με την σύζυγο του και τα 3 ανήλικα τέκνα του πριν 1½ έτος περίπου, λόγω του πολέμου που ξέσπασε στην [ ], ευελπιστώντας για ένα καλύτερο μέλλον.
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία βρίσκεται ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι πρόδηλη. Για το αδίκημα της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι €4.000 ή συνδυασμό αυτών των δύο ποινών, ενώ για το αδίκημα της οδήγησης ή και χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς εν ισχύι άδεια κυκλοφορίας, προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι €3.000 ή συνδυασμό αυτών των δύο ποινών. Το δε άρθρο 19
(1)του Ν.86/1972, ως έχει τροποποιηθεί, δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να επιβάλει στον Κατηγορούμενο στέρηση του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 3 μήνες. Όσον αφορά το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, το ύψος της υπέρβασης ορίου ταχύτητας αντανακλά στο μέγεθος της σοβαρότητας του αδικήματος, γεγονός που φαίνεται από το ίδιο το περιεχόμενο της κείμενης νομοθεσίας. Στην επιβολή βαθμών ποινής από το Δικαστήριο, ο νομοθέτης καθόρισε διάφορες βαθμίδες αναλόγως του ποσοστού υπέρβασης ορίου ταχύτητας, με υψηλότερη βαθμίδα την υπέρβαση άνω του 75% από το επιτρεπόμενο όριο (βλ. άρθρο 20Α του Ν.86/1972). Παρομοίως, ποινικές υποθέσεις με τέτοια υπέρβαση ορίου ταχύτητας (άνω του 75% από το επιτρεπόμενο όριο) μπορούν να καταχωρηθούν εκτάκτως και κατηγοριοποιηθούν ως υποθέσεις ταχείας εκδίκασης καταδεικνύοντας την σοβαρότητα τους (βλ. άρθρο 49Α του Ν.94(Ι)/2001). Στην παρούσα περίπτωση, η υπέρβαση είναι στο 135% του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, γεγονός που καταδεικνύει την έκταση της σοβαρότητας του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Η σοβαρότητα αυτής της φύσης των αδικημάτων δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές αλλά και από την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης αυτής της φύσης των αδικημάτων γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισης τους. Αντλώ δικαστική γνώση από τις αρκετές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Στην απόφαση Πολυκάρπου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 184/2018) ημερ. 09/07/2020, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά με την σοβαρότητα των τροχαίων παραβάσεων: «Καθορίζοντας τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς, το δικαστήριο αναφέρθηκε στην Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 όπου ελέχθη ότι «το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για την χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων.» [.] Η άνοδος στη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την χρήση μηχανοκινήτων οχημάτων που είχε τότε, πριν από 20 χρόνια, διαγνωσθεί, όχι μόνο δεν έγινε κατορθωτό να ανακοπεί, αλλά η έξαρση που παρατηρείται, με σοβαρές και πολλές φορές τραγικές συνέπειες, έχει καταστεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα στην Κύπρο. Η οδική συμπεριφορά πολλών, αντί να χαρακτηρίζεται από τη συμμόρφωση στο νόμο και το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και τα δικαιώματα των άλλων χρηστών του δρόμου, κυριαρχείται από το στοιχείο του ετσιθελισμού, του εγωισμού και της πλήρους αδιαφορίας και για το νόμο και για τον συνάνθρωπο.» Στην απόφαση Κυριακάκης ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 134, όπου ο εφεσείων οδηγούσε με ταχύτητα 202 ΧΑΩ καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας των 100 ΧΑΩ σε ώρα που υπήρχε αραιή κίνηση στον δρόμο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε σχέση με το είδος της ποινής: «Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, στην οποία ακολουθήθηκαν ουσιαστικά οι κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στη Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844, τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορούμενου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο. Στην παρούσα περίπτωση, θεωρούμε ότι η συμπεριφορά του εφεσείοντος δείχνει εγωϊστική αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο και δεν συνιστά απλά στιγμιαία απροσεξία.» 5. Πάρα τα πιο πάνω δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Από την άλλη, θα πρέπει, να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του εκάστοτε Κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, για σκοπούς επιβολής ποινής, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του και το λευκό ποινικό μητρώο του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις ως αυτές εκτέθηκαν από τον συνήγορο του. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε και εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στην Κύπρο λόγω του πολέμου που ξέσπασε στην χώρα του λαμβάνεται υπόψιν προς όφελος του Κατηγορούμενου, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται η υποχρέωση του για συμμόρφωση με τους Νόμους και Κανονισμούς της χώρας που τον φιλοξενεί και επιθυμεί ο ίδιος να ζήσει (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 243).
- Αναφορικά με τις ιδιαίτερες συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, λαμβάνω υπόψιν μου προς όφελος του Κατηγορούμενου ότι κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος υπέρβασης ορίου ταχύτητας (1η κατηγορία) η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο ήτο αραιή, χωρίς, όμως, να παραγνωρίζω το μέγεθος της υπέρβασης, ήτοι 135ΧΑΩ περισσότερα από το όριο ταχύτητας στον αυτοκινητόδρομο, και την συνολική ταχύτητα των 235ΧΑΩ που ανέπτυξε ο Κατηγορούμενος επί του αυτοκινητόδρομου. Επισημαίνω, επίσης, ότι δεν δόθηκε κανένας λόγος από τον Κατηγορούμενο γιατί οδηγούσε με τέτοια ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η ταχύτητα που ανάπτυξε ο Κατηγορούμενος στα 235 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στιγμιαία αβλεψία ή απερισκεψία. Ένα μηχανοκίνητο όχημα δεν αλλάζει ταχύτητα από 100 ΧΑΩ σε 235 ΧΑΩ μέσα σε μια στιγμή. Και οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται εντός οχήματος που αναπτύσσει τέτοια ιλιγγιώδη ταχύτητα μπορεί πολύ εύκολα να το αντιληφθεί όταν επιταχύνει από τα 100 ΧΑΩ στα 130 ΧΑΩ, μετά στα 150 ΧΑΩ, μετά στα 180 ΧΑΩ, μετά στα 200 ΧΑΩ, μετά στα 220 ΧΑΩ και τέλος στα 235 ΧΑΩ. Η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου σε σχέση με την 1η κατηγορία ήτο πρόδηλα εγωιστική και εμπεριείχε το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια ή την ζωή άλλων συνανθρώπων του. Επιβαρυντικό κρίνεται και το γεγονός ότι η άδεια οδήγησης του κατηγορούμενου βαρύνεται με 3 βαθμούς ποινής. Επισημαίνω, επίσης, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλα επιβαρυντικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα, τυχόν οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών. Έλαβα υπόψιν μου, όμως, προς όφελος του Κατηγορούμενου το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κίνηση στον δρόμο ήτο αραιή και ότι δεν υπήρξαν οποιοιδήποτε τραυματισμοί ή ζημιές από την διάπραξη των αδικημάτων. Στην Κυριακάκης ν Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου ο εφεσείων οδηγούσε με 202 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ούτε οι προσωπικοί παράγοντες ούτε και οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος θα πρέπει να εξουδετερώσουν μια ποινή η οποία, υπό τις περιστάσεις, θα πρέπει να είναι αυστηρή και αποτρεπτική. Στην προκειμένη περίπτωση η ποινή δικαιολογείτο να είναι αυστηρή και αποτρεπτική ένεκα του ύψους της ταχύτητας, που ήταν υπερδιπλάσια του επιτρεπομένου ορίου, του γεγονότος ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και έχουν καταστροφικές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές και του γεγονότος ότι ο εφεσείων πράγματι επέδειξε εγωιστική αδιαφορία για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνουμε πρόσθετα ότι ο εφεσείων είναι επαγγελματίας οδηγός, ο οποίος θα έπρεπε να ήταν, ως εκ τούτου, ιδιαίτερα προσεκτικός.»
- Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα ανωτέρω, ήτοι το σύνολο των γεγονότων, τις συνθήκες διάπραξης και σοβαρότητα των αδικημάτων και από την άλλη τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου που εστιάζονται, (α) στην άμεση παραδοχή του, (β) στο λευκό του ποινικού μητρώο, (γ) στην απολογία και μεταμέλεια του, (δ) στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις όπως εκτίθενται ανωτέρω, (ε) τις συνέπειες στην οικογένεια του και τα 3 ανήλικα τέκνα του στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενη ποινή για την 1η κατηγορία είναι αυτή της φυλάκισης, ενώ για την 2η κατηγορία είναι αυτή της χρηματικής ποινής. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου δεν είναι ικανά να μετατρέψουν το είδος της ποινής στην 1η κατηγορία, αλλά λαμβάνονται υπόψη ως προς το ύψος της ποινής, με αποτέλεσμα η ποινή να μειώνεται. Συνακόλουθα, επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: (α) Στην 1η κατηγορία: ποινή φυλάκισης 2 μηνών πλέον 8 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών. (β) Στην 2η κατηγορία: χρηματική ποινή ύψους €
- Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται δυνάμει του Ν.95/1972 η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του Κατηγορούμενου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, τα ακόλουθα κριτήρια λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, (β) το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος σε σχέση με τυχόν μεταμέλεια του. Στην απόφαση Ιωσήφ ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι βασικά ερωτήματα είναι «κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία» και «κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας» και κατέληξε ότι παρά τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα και την απουσία ενδείξεων για επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς «[τ]υχόν δε αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεδομένης της σοβαρότητας των περιστατικών της υπόθεσης και της φύσης του αδικήματος, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά». Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Νεοφύτου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 9/2021) ημερ. 29/07/2021, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Σε πλήρη συμφωνία με την Αριστοδήμου προσθέτουμε ότι ποινή φυλάκισης, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του εύρους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Το στοιχείο της γενικής αποτροπής γεννάται από την αντίδραση του κοινού, μέσα στο οποίο είναι και ο επίδοξος παραβάτης, στο άκουσμα της ποινής που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς, με τη δραματική όμως διαφορά ότι η εκτέλεση της αναστέλλεται υπό όρους. Την αποτροπή δημιουργεί η επίπτωση που είχε η συναφής καταδίκη, με έμφαση στο άμεσο αποτέλεσμα και εφόσον η ποινή φυλάκισης ανασταλεί, το στοιχείο της αποτροπής εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό.» Έχω θέσει υπόψη μου όλες τις περιστάσεις, όλους τους σχετικούς παράγοντες και έχω προβεί σε εκ νέου θεώρηση όλων των δεδομένων του Κατηγορούμενου που έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι στις 07.07.2023 που το Δικαστήριο άκουσε τον Κατηγορούμενο ως προς τον μετριασμό της ποινής του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ανέφερε ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου απουσίαζε προσωρινά στο εξωτερικό και θα επέστρεφε στις 29.07.2023, γεγονός που καθιστούσε τον Κατηγορούμενο ως μοναδικό προστάτη των 3 ανήλικων τέκνων του. Η περίοδος της προσωρινής απουσίας της συζύγου του Κατηγορούμενου, όμως, έχει ήδη παρέλθει και γι' αυτό έχει εκλείψει ως μετριαστικός παράγοντας και δεν έχει ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Η σύζυγος του Κατηγορούμενου δεν απουσιάζει πλέον και συνεπώς τα ανήλικα τέκνα του Κατηγορούμενου δεν θα μείνουν απροστάτευτα σε περίπτωση που δεν ανασταλεί η ποινή φυλάκισης του. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι παρά τις ανωτέρω προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το επίδικο όχημα είναι τέτοια που, δυστυχώς για τον Κατηγορούμενο, δεν αφήνει περιθώρια στο Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή φυλάκισης του. Οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και η σοβαρότητα αυτών είναι τέτοιες που αν ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου θα δοθούν λανθασμένα μηνύματα για τέτοιου είδους συμπεριφορά προς τα έξω και ιδιαίτερα στους οδηγούς που χρησιμοποιούν καθημερινά τον αυτοκινητόδρομο. Η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί ως προς το ύψος της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης 2 μηνών που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι άμεση, ενώ η στέρηση του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών αρχίζει αμέσως μετά την αποφυλάκιση του. [Επεξηγούνται στον Κατηγορούμενο οι συνέπειες της στέρησης του δικαιώματος να λαμβάνει ή κατέχει άδεια οδήγησης.] (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο