← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Prabjot Singh Prabjot Singh κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5154/2023, 8/6/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Prabjot Singh Prabjot Singh κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5154/2023, 8/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2023:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Λουκά Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 5154/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Prabjot Singh Prabjot Singh Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 8/6/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιακουμεττή Για την Κατηγορούμενο: κα. Μικελλίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και δεν παραδέχθηκε μία κατηγορία παραμονής στη Δημοκρατία χωρίς άδεια του Διευθυντή, κατά παράβαση του άρθρου 19

(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφάλαιο
  1. Συγκεκριμένα στις λεπτομέρειες της κατηγορίας αναφέρεται ότι παρέμεινε στη Δημοκρατία όταν ακυρώθηκε η ιδιότητα του ως αιτητής πολιτικού Ασύλου την 15/3/2023, αφού απορρίφθηκε η αίτηση του από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων. Κατέθεσε ενώπιον μου μόνο ένας μάρτυρας. Ο Αστ. 3441 Χρ. Πέτρου, ο οποίος διενεργόντας εξετάσεις στο σύστημα της Αστυνομίας κατέγραψε στην κατάθεση του Τεκμήριο 1, τα του καθεστώτος του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι την 4/8/2020 υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Την 10/10/21 αυτή απορρίφθηκε. Ακολούθως καταχώρησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ), για να απορριφθεί την 4/8/
  2. Υπέβαλε στη συνέχεια νέα αίτηση ασύλου την 20/1/2023, αυτή απορρίφθηκε την 10/2/2023, όπως και η σχετική προσφυγή του στο ΔΔΔΠ την 15/3/
  3. Έκτοτε δεν αποτάθηκε για να διευθετήσει την παραμονή του υπό όποιοδήποτε καθεστώς. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε μόνο ως προς την έφεση του Κατηγορούμενου σε σχέση με την τελευταία απόφαση. Του υποδείχθηκε μάλιστα ως Τεκμήριο 2, η έφεση με αριθμό 22/23, ημερομηνίας 21/3/2023, όπου προκύπτει ο Κατηγορούμενος να εφεσιβάλλει την απόφαση του ΔΔΔΠ ημερομηνίας 15/3/
  4. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα στη σιωπή. Το μοναδικό επίδικο ζήτημα που τίθεται είναι νομικό και συγκεκριμένα το αν η έφεση σε απόφαση ΔΔΔΠ παρέχει στον Κατηγορούμενο δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία. Γι' αυτό άλλωστε και ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας δεν αντεξετάστηκε επί ουσιωδών ζητημάτων. Απλώς του υποδείχθηκε η έφεση που έγινε από τον Κατηγορούμενο, για να πει την θέση του, ότι δηλαδή αυτή δεν δίδει δικαίωμα παραμονής. Κατά τα άλλα έθεσε όλα τα απαραίτητα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασίσει το επίδικο ζήτημα και ως προς τούτο, το ανακριτικό του έργο δηλαδή, κρίνεται αξιόπιστος. Αρχικά θα πρέπει να αναφέρω ότι η Οδηγία στην οποία παρέπεμψε η κα. Μικελλίδου, η 2013/33/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, δεν αποφασίζει πότε παρέχεται δικαίωμα παραμονής σε αιτούντα. Τουναντίον ξεκάθαρα στο άρθρο 3, όπου καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής της, αναφέρεται στην τελευταία πρόταση του ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε όσους καλύπτονται από αυτήν την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Το Δικαστήριο είναι αυτό ακριβώς που καλείται να αποφασίσει, αν ο Κατηγορούμενος θεωρείται πρόσωπο που δικαιούται να παραμείνει στη Δημοκρατία και όχι τις προϋποθέσεις για υποδοχή ατόμων που απολαμβάνουν διεθνή προστασία. Η Οδηγία 2013/32/ΕΕ αποφασίζει ακριβώς το επίδικο, δηλαδή τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στην αιτιολογική σκέψη 25 της εν λόγω Οδηγίας, αναφέρεται ότι διασφαλίζεται το δικαίωμα παραμονής εν αναμονή της απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή. Στο άρθρο 9 αυτής της Οδηγίας αναφέρονται τα εξής: «Στους αιτούντες επιτρέπεται να παραμείνουν στο κράτος μέλος, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο III. Το εν λόγω δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.» Τα Κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ, παραπέμπουν σε αποφάσεις ουσίας ως προς την πρωτοβάθμια διαδικασία, όπως ορίζεται στο πιο πάνω άρθρο. Με την ως άνω διάταξη συνάδει και η σχετική πρόνοια του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000). Στο άρθρο 8 αυτού ορίζεται ότι: «8.-
(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1Α) του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου
(4)του άρθρου 16Δ, ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι- (
  1. i)την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου για άσκηση προσφυγής κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρησε ενώπιόν της, ή (
  2. ii)σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής.» Εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος έχει υποβάλει έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, του ΔΔΔΠ. Έχει δηλαδή, για δεύτερη φορά, εκδοθεί απορριπτική απόφαση από το ΔΔΔΠ, κάτι που του αποστερεί το δικαίωμα παραμονής και κατέθεσε έφεση. Όπως όμως αναφέρεται στο άρθρο 14 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (73(I)/2018), έφεση αποφάσεως του ΔΔΔΠ υπόκειται μόνο για νομικό σημείο. Όχι δηλαδή και επί της ουσίας. Άλλωστε και η Οδηγία 2013/32/ΕΕ στο ερμηνευτικό άρθρο 2 της, αναφέρει ότι η τελεσίδικη απόφαση, αποτελεί ένδικο μέσο από το οποίο δύναται να μην αποκτούν τη δυνατότητα να παραμένουν στα κράτη μέλη, όσοι το ασκούν. Συνεπώς ο περί Προσφύγων Νόμος, συνάδει με την οδηγία 2013/32/ΕΕ, δίδοντας δικαίωμα παραμονής σε αιτούντες άσυλο μέχρι την απόφαση του ΔΔΔΠ, του πρωτόδικου δικαστηρίου. Δεν παρέχεται δικαίωμα παραμονής κατά την υποβολή εφέσεως, έστω και αν αυτή θα αποτελέσει την τελεσίδικη απόφαση, αφού δεν αποφασίζει επί της ουσίας. Παρενθετικά, μεταγενέστερη αίτηση συνιστά αφ' εαυτής αίτηση διεθνούς προστασίας, όπως έχει κριθεί από το ΔΕΕ[1], αφού εξετάζει επί της ουσίας ισχυρισμούς του αιτούντα, σε αντίθεση με την έφεση, η οποία δεν ακουμπά την ουσία της αιτήσεως, αλλά νομικό ζήτημα. Επομένως η υποβολή εφέσεως από τον Κατηγορούμενο στην απόφαση του ΔΔΔΠ, δεν του παρέχει δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, δικαίωμα που είχε μέχρι την τελική απόφαση του ΔΔΔΠ την 15/3/2023. Το άρθρο 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφάλαιο 105 προβλέπει ότι πρόσωπο που αφoύ έχει εισέλθει στη Δημoκρατία ως πρoσωριvός κάτoικoς για περιoρισμέvη περίoδo παραμέvει στη Δημoκρατία μετά τηv εκπvoή της περιόδoυ αυτής χωρίς vα έχει εξασφαλίσει άδεια από τov Αvώτερo Διευθυντή είναι ένοχο του επίδικου αδικήματος. Στη βάση των ως άνω με την απόφαση του ΔΔΔΠ την 15/3/2023 έχει εκπνεύσει η περίοδος που ο Κατηγορούμενος δικαιούτο να παραμένει στη Δημοκρατία, ως το άρθρο 8 του Νόμου 6(I)/2000 και η Οδηγία 2013/32/ΕΕ προβλέπουν, και από τότε παραμένει παράνομα. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην εναντίον του Κατηγορία. (Υπ.).............. Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C‑921/19, LH ν. Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, 10/6/21 παρ. 31 και 32 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.