← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. RIDI KALALA MEJI κ.α., Υπόθεση Αρ.: 20415/2022, 11/9/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. RIDI KALALA MEJI κ.α., Υπόθεση Αρ.: 20415/2022, 11/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 20415/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν

  1. RIDI KALALA MEJI
  2. CHICO MOKULU BAMBA
  3. CHANEL MAWENI Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Π. Χατζηπαναγιώτου. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Κ. Ταμπούρλας. Για την Κατηγορούμενη 3: Η κα Ε. Λαζαρίδου. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν σύμφωνα με το κατηγορητήριο δύο κατηγορίες για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 αντίστοιχα (κατηγορίες 1 και 2), μία κατηγορία για υποβοήθηση διέλευσης προσώπων υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (κατηγορία 3), μία κατηγορία για το αδίκημα υποβοήθησης παράνομης εισόδου προσώπων υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας κατά παράβαση του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105 (κατηγορία 4) και μία κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (κατηγορία 5). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι στις 20/10/2022 στην Επαρχία Λάρνακας συνωμότησαν μεταξύ τους για υποβοήθηση αλλοδαπού να διέλθει και να εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το ότι υποβοήθησαν υπήκοο τρίτης χώρας να διέλθει και να εισέλθει στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και ότι απέκτησαν το ποσό των €100 γνωρίζοντας ότι το εν λόγω ποσό ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της υποβοήθησης αλλοδαπού να διέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 συμφώνησαν μεταξύ τους έτσι ώστε να υποβοηθήσουν έναντι αμοιβής τη Kisolokele Landu Grady, MK1 στο κατηγορητήριο, να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δε ποσό που έλαβαν ανερχόταν σε €
  4. Η θέση της υπεράσπισης και των τριών κατηγορουμένων είναι ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους ή και συνεννόηση για να βοηθήσουν την ΜΚ1 την οποία δεν γνώριζαν και τη συνάντησαν τυχαία αλλά ούτε και έλαβαν το αναφερόμενο από την Κατηγορούσα Αρχή ποσό των €100 για να υποβοηθήσουν το εν λόγω πρόσωπο να διέλθει και να εισέλθει στη Δημοκρατία. Η κατηγορούσα αρχή για απόδειξη των κατηγοριών κάλεσε συνολικά 6 μάρτυρες. Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατέθεσαν ενόρκως, ενώ η κατηγορούμενη 3 ως ήταν απόλυτο δικαίωμα της, παρέμεινε σιωπηλή. Ουδείς εκ των τριών κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος και 35 συνολικά τεκμήρια ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και για την αλήθεια του περιεχομένου της η κατάθεση της διερμηνέως Δέσποινας Ζέιλα, Τεκμήριο 19, και η κατάθεση της Αστυφύλακας 4065 Μυροφόρας Παπανικολάου, Τεκμήριο
  5. Οι αναφορές όλων των μαρτύρων συμπεριλαμβανομένων και των κατηγορουμένων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο (Βλέπε κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά

(2001)1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου
(2001)1Γ ΑΑΔ 1924). Τυχόν αποσπάσματα που αναφέρονται στην απόφαση μεταφέρθηκαν αυτούσια από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η Αστυφύλακας 4667 Αναστασία Ανδρέου, ΜΚ1, ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης η οποία παρέθεσε και εξήγησε τις ενέργειες της ως προς τη διερεύνηση της υπόθεσης τις οποίες καταγράφει στη γραπτή κατάθεση της τεκμήριο
  1. Ο Αστυφύλακας 1231 Θανάσης Χαραλάμπους, ΜΚ2, ανέφερε και αυτός με τη σειρά του στις ενέργειες που προέβη σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης που ήταν η παράδοση στους κατηγορούμενους 1 και 2 των δικαιωμάτων τους ως επίσης και η λήψη κατάθεσης από τους τελευταίους. Η Αστυφύλακας 4065 Μυροφόρα Παπανικολάου κατέθεσε την κατάθεση της τεκμήριο
  2. Ο Χαράλαμπος Μαρκίδης, ΜΚ4, που κατά τον κρίσιμο χρόνο εργαζόταν ως ανακριτής στο ΤΑΕ Λάρνακας ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στη σύλληψη των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 αλλά και της Kisolokele αφού πρώτα εξασφάλισε Δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Ο Λοχίας 1079 Αντώνης Σαββίδης ΜΚ5, ήταν ένας από τους αστυνομικούς ο οποίος εντόπισε τους κατηγορούμενους και ανέκοψε το όχημα στο οποίο επέβαιναν και εντόπισε το ποσό των €93,
  3. Τους οδήγησε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας για εξακρίβωση των στοιχείων τους και διερεύνηση της υπόθεσης. Εξήγησε και στον ΜΚ4 τι ακριβώς προηγήθηκε. H Kisolokele Landu Grady, MK6, είναι το πρόσωπο που κατ΄ ισχυρισμό οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 υποβοήθησαν έναντι καταβολής χρηματικού ποσού να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε την εκδοχή της σε σχέση με το τι διαδραματίστηκε στις 20/10/
  4. Ο κατηγορούμενος 1 Ridi Kalala Meji, ΜΥ1, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 14 που έδωσε στην Αστυνομία όπου αναφέρει την εκδοχή του σε σχέση με την υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 2 Chico Mokulu Bamba, ΜΥ2, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 17 όπου και αυτός με τη σειρά του θέτει την εκδοχή του σε σχέση με τα συμβάντα και που αφορούν οι υπό εξέταση κατηγορίες. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών περιστράφηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους με τους κατηγορούμενους να προβάλλουν την μη εμπλοκή τους στα υπό κρίση αδικήματα με την κατηγορούσα αρχή να υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο εισηγούμενη ότι οι κατηγορούμενοι έχουν διαπράξει τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και αυτό έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είχαμε την ευκαιρία μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης κάτι που θέτει το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, να ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Μελή ν. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 2/13, ημερομηνίας 13/3/19), να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη ανάμεσα σε άλλα το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων. Ήμασταν προσεκτικοί να μην προσδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους συμπεριφοράς αφού κάτι τέτοιο εμπεριέχει εγγενή επικινδυνότητα (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1Γ ΑΑΔ 1797), δεδομένου ότι δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να παρουσιάζουν μία εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να εδράζονται σε μεγάλο αριθμό αιτών και όχι κατ΄ ανάγκη από διάθεση να πουν ψέματα ή να παραπλανήσουν ( βλ. κατ' αναλογίαν Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά
(2008)1Α ΑΑΔ 676). Αποτιμώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχετίσαμε και την αντιπαραβάλαμε με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τη μαρτυρία των αστυνομικών την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν τα όσα ανέφεραν εξέφραζαν πιστά και ορθά την πραγματικότητα (βλέπε, Volettos v. The Republic
(1960)CLR 169). Έχει σημασία, ως ζήτημα αρχής, να υπογραμμιστεί πως το γεγονός ότι κάποιοι μάρτυρες γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι, δεν εξυπακούει αδηρίτως πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ.Έφεση 66/13, ημ. 4/11/19, Ευσταθίου ν. Μιχαήλ και Άλλης, Πολ.Έφεση 269/12, ημ. 23/7/19, Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1Β ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Η Αστυφύλακας 4667 Αναστασία Ανδρέου, ΜΚ1, δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κρίνουμε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και δεν προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο οτιδήποτε ή να αναφέρει κάτι το οποίο θα βοηθούσε την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Σε κάθε περίπτωση ως αναφέρει και στην κατάθεση της τεκμήριο 1 η ίδια ανέλαβε καθήκοντα την επόμενη μέρα της σύλληψης των κατηγορουμένων. Δεν ήταν παρούσα στις 20/10/22 όταν ανακόπηκε το όχημα στο οποίο επέβαιναν και είχε παραλάβει το ποσό των €93,25 από τον ΜΚ
  1. Οι ενέργειες της περιορίστηκαν στη λήψη κατάθεσης από την Kisolokele και από την κατηγορούμενη
  2. Ανέφερε ότι δεν προέβηκε σε έλεγχο τηλεπικοινωνιακών δεδομένων ούτε έλαβε κατάθεση από κάποιο από το περίπτερο που κατ΄ ισχυρισμό της Kisolokele κατέβηκε κάποιος από τους κατηγορούμενους και αγόρασε κάτι χρησιμοποιώντας χαρτονόμισμα των €
  3. Ήταν η θέση της ότι η έρευνα έγινε αντικειμενικά και στη βάση των μαρτυριών που προέκυψαν για την υπόθεση. Θετική ήταν η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από τον Αστυφύλακα 1231 Θανάση Χαραλάμπους, ΜΚ
  4. Η εμπλοκή του στην υπόθεση αφορούσε τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 1 με τη βοήθεια διερμηνέως την οποία και κατέθεσε ως τεκμήριο
  5. Κατέθεσε επίσης και τη μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα, τεκμήριο
  6. Έλαβε επίσης κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 τη μητρική του γλώσσα με τη βοήθεια διερμηνέως, τεκμήριο 18, με τη μετάφραση της στα Ελληνικά να κατατίθεται ως τεκμήριο
  7. Δεν προέκυψε οτιδήποτε κατά την αντεξέταση του που θα κλόνιζε την αξιοπιστία του. Δέχθηκε ότι οι ενέργειες του ήταν με βάση το περιεχόμενο των καταθέσεων των κατηγορουμένων και τη μετάφραση τους από τη διερμηνέα. Η μαρτυρία της Αστυφύλακος 4065 Μυροφόρα Παπανικολάου ΜΚ3, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της αφού το περιεχόμενο της κατάθεσης της τεκμήριο 20 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχομένου της με συνεπακόλουθο να μην αντεξεταστεί από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Οι ενέργειες της αφορούν την εξακρίβωση των στοιχείων των κατηγορουμένων αλλά και της Kisolokele Landu Grady και το καθεστώς που βρίσκονται στη Δημοκρατία. Ο Χαράλαμπος Μαρκίδης, ΜΚ4, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν Αστυνομικός και εργαζόταν στο ΤΑΕ Λάρνακας ενώ τώρα είναι επιθεωρητής στο Τμήμα Γεωργίας, κατέθεσε με σαφή, άμεσο και ειλικρινή τρόπο χωρίς να υποπίπτει σε αντιφάσεις που θα αλλοίωναν την καλή εικόνα που δημιούργησε στο Δικαστήριο. Στην κατάθεση του τεκμήριο 21 αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε σε σχέση με τη διερεύνηση της υπό εξέταση υπόθεσης. Αφού παρέλαβε το χρηματικό ποσό των €93,25 από τον Λοχία 1079 Αντώνη Σαββίδη και το διαβατήριο της Kisolokele Landu Grady συνέλαβε δυνάμει Δικαστικού εντάλματος τόσο την Kisolokele Landu Grady όσο και τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 παραδίδοντας τους και τα δικαιώματα συλληφθέντων / κρατουμένων. Προέβηκε στην κατάθεση του όρκου τεκμήριο 22 και των ενταλμάτων σύλληψης, τεκμήρια 23, 25, 27 και
  8. Ανέφερε ότι πέραν των πιο πάνω ενεργειών δεν έκανε οτιδήποτε άλλο και τα γεγονότα τα πληροφορήθηκε από τον Λοχία 1079 Σαββίδη. Ο Λοχίας 1079 Αντώνης Σαββίδης, ΜΚ5, ήταν το πρόσωπο το οποίο ως αναφέρει και στην κατάθεση του Τεκμήριο 34 που μετέβηκε στην Πύλα μαζί με άλλο συνάδελφο του για συνήθη περιπολία και ελέγχους. Ενώ βρίσκονταν μαζί με συνάδελφο του σε υπηρεσιακό όχημα στη Λεωφόρο Μακαρίου στο χωριό Πύλα το οδήγησε εντός χώρου στάθμευσης απέναντι από καταστήματα και εκεί διέκρινε σε σκοτεινό μέρος να κάθονται κάτω στο έδαφος δίπλα από θάμνους δύο αλλοδαποί Αφρικανικής καταγωγής έχοντας μαζί τους τσάντες και αποσκευή. Εξήλθαν από το χώρο στάθμευσης έχοντας την υποψία ότι οι δύο αλλοδαποί πιθανόν να ήταν παράνομοι και παρέμειναν σε απόσταση 500 μέτρων παρακολουθώντας τις κινήσεις των δύο αλλοδαπών και αν θα ερχόταν κάποιος να τους παραλάβει. Το θέμα που υπήρξε αντικείμενο αμφισβήτησης στην μαρτυρία του ΜΚ5 ήταν η αναγνώριση του κατηγορούμενου 2 στο χώρο στάθμευσης στην Πύλα. Ως προς το υπόλοιπο της μαρτυρίας του που αφορούσε την ανακοπή του οχήματος KKQ337 και εντός του οποίου βρίσκονταν οι κατηγορούμενοι αλλά και η ΜΚ6 και στις ενέργειες στις οποίες πρόβηκε, δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση από πλευράς των κατηγορούμενων. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ένας εκ των αλλοδαπών ήταν ο κατηγορούμενος 2 τον οποίο αναγνώρισε και στο Δικαστήριο. Ήταν απόλυτα σίγουρος γι΄ αυτό λέγοντας μάλιστα ότι «είναι σαν να βλέπω εκείνη την ημέρα τον δεύτερο κατηγορούμενο με την παράνομη μέσα στους θάμνους». Προς επίρρωση μάλιστα της σιγουριάς του ανέφερε ότι δεν χρειάζεται πάνω από δύο με τρία δευτερόλεπτα για να αντιληφθεί και να θυμάται ένα πρόσωπο. Πρόσθεσε ότι το μόνο που άλλαξε σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ήταν ότι έβαλε λίγα κιλά. Η μαρτυρία του ΜΚ5 έχει βαρύνουσα σημασία αφού αποτελεί τη βάση για την προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης. Οι ενέργειες των ΜΚ1 και ΜΚ4 ήταν επακόλουθο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Θεωρούμε όμως ότι τα όσα ο ΜΚ5 προσπάθησε να πείσει όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά δεν μπορούν να αντέξουν και τη βάσανο της λογικής. Είχε δεχθεί ο μάρτυρας ότι η ώρα 8:10 το βράδυ μήνα Οκτώβριο είναι σκοτεινά. Δέχθηκε επίσης ότι στο χώρο στάθμευσης όπου ανέφερε ότι διέκρινε τον κατηγορούμενο 2 ήταν σκοτεινό μέρος και δεν μπορούσε να θεαθεί οποιοσδήποτε πίσω από τους θάμνους ή δέντρα. Παρά ταύτα όμως ο ίδιος ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο ένας εκ των δύο αλλοδαπών ήταν ο κατηγορούμενος
  9. Είναι απορίας άξιο πως ο μάρτυρας μπορούσε με απόλυτη σιγουριά να διακρίνει σε σκοτεινό μέρος άτομο το οποίο ήταν κρυμμένο δίπλα από τους θάμνους σε ώρα που ήταν σκοτάδι και ότι το άτομο το οποίο διέκρινε ήταν ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος έχει πολύ σκούρο χρώμα δέρματος δεδομένης της καταγωγής του αφού προέρχεται από Αφρικανική χώρα. Η θέση του μάρτυρα ότι δεν χρειάζεται περισσότερο από δύο με τρία δευτερόλεπτα για να διακρίνει τα χαρακτηριστικά κάποιου προσώπου δεν μπορεί να υποστηριχθεί κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες. Ούτε βέβαια ο ισχυρισμός του ότι διακρίνεται για την παρατηρητικότητα του και έχει λάβει επαίνους προς τούτο είναι δυνατόν να αποτελέσουν τη βάση για υποστήριξη της θέσης του. Να τεθεί επιπρόσθετα ότι ο μάρτυρας διέκρινε τον κατηγορούμενο 2 ενώ βρισκόταν μέσα στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο το οποίο ήταν εκ κινήσει και όταν, κατά τη θέση του, πέρασαν τα φώτα του αυτοκινήτου εκεί όπου καθόταν ο κατηγορούμενος 2, και έτσι μπορούσε να διαπιστώσει ότι ήταν ο κατηγορούμενος. Δεδομένων των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ5, ως προς αυτό το αμφισβητούμενο γεγονός, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη. Πέραν τούτου όμως η θέση του αυτή έρχεται και σε αντίθεση με την μαρτυρία της ΜΚ6 η οποία και αυτή κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της. Η ΜΚ6 τόσο στην κατάθεση της, τεκμήριο 7, όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της δεν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κρυμμένος μαζί τις δίπλα σε θάμνους σε χώρο στάθμευσης στον οποίο ο ΜΚ5 ανέφερε στη μαρτυρία του. Τελευταία μάρτυρας για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ήταν η Kisokele Landu Grady ΜΚ
  10. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν το πρόσωπο που κατά τη θέση που προώθησε η κατηγορούσα αρχή, εισήλθε παράνομα στην Κύπρο από τις κατεχόμενες περιοχές και ότι οι κατηγορούμενοι γνωρίζοντας το γεγονός αυτό συμφώνησαν να την βοηθήσουν να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας έναντι του ποσού των €
  11. Η ΜΚ6 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στη μητρική της γλώσσα που είναι τα Γαλλικά και η οποία μεταφράστηκε στα Ελληνικά, τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Στην κατάθεση της περιγράφει το πως κατέληξε στις 19/10/22 από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, από όπου κατάγεται, στις κατεχόμενες περιοχές μέσω Κωνσταντινούπολης. Περιγράφει στη συνέχεια ότι την μετέφερε στις ελεύθερες περιοχές ένας λευκός κύριος καταβάλλοντας του το ποσό των €
  12. Στο αυτοκίνητο ήταν ακόμα δύο άτομα που δεν γνωρίζει και ο οδηγός όταν τους άφησε τους είπε ότι θα περάσουν κάποια άτομα να τους παραλάβουν. Σε κάποια στιγμή είδε μια κοπέλα, που ήταν η κατηγορούμενη 3 και η οποία της ζήτησε €200 για να την βοηθήσει. Η ίδια της είπε ότι είχε μόνο €
  13. Η κατηγορούμενη 3 έφυγε και επέστρεψε μετά από λίγο με αυτοκίνητο και ο συνοδηγός μετέφερε τις αποσκευές της στο αυτοκίνητο. Ο οδηγός και συνοδηγός, όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, της ζήτησαν τα λεφτά και έδωσε στον συνοδηγό ένα χαρτονόμισμα των €100 ο οποίος τα έδωσε στην κατηγορούμενη
  14. Ο οδηγός σταμάτησε κάπου και η κατηγορούμενη 3 κατέβηκε σε ένα κατάστημα και αγόρασε κάτι. Λίγα λεπτά αργότερα τους σταμάτησε η αστυνομία. Αξιολογώντας την αξιοπιστία της και έχοντας επίγνωση του άγχους που δυνατόν να διακατέχει κάποιο μάρτυρα ιδιαίτερα όταν πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο σε ξένη χώρα, αυτό που διακρίναμε ήταν αντιφάσεις, αμφιταλαντεύσεις, διαφοροποιήσεις και έλλειψη αμεσότητας στις απαντήσεις που έδιδε. Κατά την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου κλήθηκε να αναγνώσει το τεκμήριο
  15. Ήταν τότε που παρουσιάστηκε μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που περιγράφει στην κατάθεση της. Προέβαλε αρχικά δυσκολία να καταλάβει τη γραφή αν και στην κατάθεση της τεκμήριο 6, δηλώνει ότι την διάβασε, είναι ορθή και την έκανε ελεύθερα και με τη βούληση της. Στη συνέχεια προέβαλε ότι είχε πρόβλημα όρασης. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 είπε ότι όταν έδιδε κατάθεση στην αστυνομία δεν είχε πρόβλημα όρασης. Στη συνέχεια και αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 2 είπε ότι είχε πρόβλημα και εκείνη την ημέρα. Όταν της τέθηκε η αντίφαση των δύο θέσεων είπε ότι το πρόβλημα όρασης το έχει εδώ και τέσσερα χρόνια. Προχώρησε μετά και ανάγνωσε μία προς μία τις απαντήσεις που έδωσε στις ερωτήσεις που τις τέθηκαν και που καταγράφονται στο τεκμήριο 6 οπόταν και αναίρεσε αρκετές από τις θέσεις της. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε με ποιες θέσεις της εξέφρασε διαφωνία έτσι ώστε να διαφανεί η έκταση της διαφοροποίησης της. Ενώ στο τεκμήριο 6 αναφέρει ότι «ενώ καθόμουν στο έδαφος όπου κρυβόμουν είδα μια κοπέλα που μιλούσε στο τηλέφωνο» καταθέτοντας ενόρκως δήλωσε ότι δεν συμφωνούσε. Διαφωνία εξέφρασε και σε σχέση με την κατάθεση της ότι η κοπέλα προσπαθούσε να τους βρει. Διαφώνησε επίσης με τη κατάθεση της στο ότι «Της είπα ότι δεν είχα 200 ευρώ αλλά μόνο 100 ευρώ». Δηλώνει στην κατάθεση της ότι «Η Chanel επικοινώνησε με κάποιον, στον οποίο ανέφερε ότι είχε μόνο 100 ευρώ αντί 200». Εξέφρασε τη διαφωνία της και ως προς αυτό όπως και το ότι «Λίγο αργότερα ήρθε ένα αυτοκίνητο, η Chanel κατέβηκε από το αυτοκίνητο, διασταύρωσε προς εμένα». Διαφώνησε περαιτέρω και με το ότι κατέθεσε «Όταν έδωσα τα 100 ευρώ στον συνοδηγό αυτός τα έδωσε στη Chanel». Αναφέρει επίσης στην κατάθεση της «Ο οδηγός σταμάτησε κάπου, η Chanel κατέβηκε από το αυτοκίνητο, αγόρασε κάτι από το κατάστημα και επέστρεψε στο αυτοκίνητο», αναφορά με την οποία και πάλι διαφώνησε. Δεν συμφώνησε τέλος ούτε και με την κατάθεση της ως προς το «Δεν ξέρω τι αγόρασε ούτε από ποιο κατάστημα». Είναι προφανές ότι η ΜΚ6 ενώ στην κατάθεση της δηλώνει το πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα έρχεται με την ένορκη μαρτυρία της και διαφοροποιείται. Οι διαφοροποιήσεις αυτές συνεχίστηκαν και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης αλλά και αντεξέτασης της. Να τεθεί εξαρχής ότι η εκδοχή της ως καταγράφεται στο τεκμήριο 6 είναι ότι η κατηγορούμενη 3 της ζήτησε λεφτά για να την βοηθήσει να πάει στην πόλη. Δηλώνει επίσης στην κατάθεση της ότι όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο ο οδηγός και συνοδηγός (κατηγορούμενοι 1 και 2), της ζήτησαν να τους δώσει τα λεφτά. Εξεταζόμενη είπε ότι πρώτη φορά χρήματα της ζήτησε ο κατηγορούμενος 2 συνοδηγός. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 1 οδηγού είπε ότι αυτός δεν της ζήτησε χρήματα. Αντεξετάστηκε επί του ζητήματος αυτού και από την πλευρά του κατηγορούμενου 2 με τη μάρτυρα να δηλώνει ότι τα χρήματα τα έδωσε στον τελευταίο για να τα κρατά για να μην τα βρει πάνω της η αστυνομία διότι, ως της είχαν πει, αν έβρισκε η αστυνομία πάνω της τα λεφτά θα την συλλάμβαναν. Αναφέρει επίσης στο τεκμήριο 6 ότι όταν κατάλαβε ότι η «κοπέλα» (εννοώντας την κατηγορούμενη 3) έψαχνε να τους βρει σηκώθηκε και της μίλησε. Ως τέθηκε και πιο πάνω καταθέτοντας ενόρκως διαφώνησε με την εν λόγω δήλωση της. Επιπρόσθετα όμως κατά το στάδιο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι την κατηγορούμενη 3 τη συνάντησε τυχαία. Σημαντικό στοιχείο είναι και κατά πόσο τελικά η κατηγορούμενη 3 σε κάποιο σημείο κατέβηκε από το αυτοκίνητο και εισήλθε εντός καταστήματος και αγόρασε οτιδήποτε. Στην κατάθεση της τεκμήριο 6 αναφέρει η ΜΚ6 ότι «Ο οδηγός σταμάτησε κάπου και κατέβηκε η Chanel από το αυτοκίνητο και αγόρασε κάτι από ένα κατάστημα και επέστρεψε». Αντεξεταζόμενη διαφοροποιήθηκε και ως προς αυτό το στοιχείο λέγοντας ότι δεν κατέβηκε για να αγοράσει κάτι. Αντιφατική ήταν τέλος και σε σχέση με την άφιξη της στις ελεύθερες περιοχές. Είπε ότι με την άφιξη της στα κατεχόμενα πήρε ταξί και μετέβηκε στην Πύλα. Στη συνέχεια είπε ότι πριν έρθει είχε μείνει στα κατεχόμενα για δύο μέρες. Είναι σαφές από τα πιο πάνω τεθέντα ότι η μαρτυρία της ΜΚ6 στερείται επί ουσιωδών στοιχείων της σταθερότητας και συνοχής που θα πρέπει να διακρίνει αξιόπιστη μαρτυρία. Οι αντιφάσεις, ανακολουθίες και μεταστροφές της την καθιστούν ως μη αξιόπιστη με αποτέλεσμα η μαρτυρία της ΜΚ6 να μην γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος 1 Ridi Kalala Meji ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του που έδωσε στην αστυνομία τεκμήριο
  16. Μετάφραση της στα Ελληνικά κατατέθηκε ως τεκμήριο
  17. Με την κατάθεση του ο ΜΥ1 δηλώνει την αθωότητα του και παραθέτει την εκδοχή του. Δεν γνώριζε την ΜΚ6, ούτε ότι αυτή εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία αλλά ούτε και της ζήτησε λεφτά για να την μεταφέρει στη Λάρνακα. Στις 20/10/2022 έλαβε τηλεφώνημα από την κατηγορούμενη 3 που του ανέφερε ότι δεν έβρισκε τη διαδρομή να επιστρέψει σπίτι της και πήγε στην Πύλα και την παρέλαβε. Μαζί της ήταν και ο κατηγορούμενος 2 τον οποίο δεν γνώριζε. Του ζήτησε η κατηγορούμενη 3 να σταματήσει σε ένα περίπτερο για να αγοράσει κάποια πράγματα. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 πήγαν απέναντι χωρίς όμως να εισέλθουν στο περίπτερο και επέστρεψαν με μία κοπέλα η οποία τους ζήτησε βοήθεια γιατί μετακομίζει και πρέπει να πάει στη Λάρνακα κάτι με το οποίο συμφώνησε. Ουδέποτε ζήτησε ή έλαβε χρήματα. Η εντύπωση που αποκομίσαμε από τον εν λόγω μάρτυρα ήταν θετική. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και δε προέκυψε κάτι από την αντεξέταση του που να αλλοιώνει τις θέσεις του ως αυτές καταγράφονται στην κατάθεση του τεκμήριο
  18. Ακόμα και κάποια στοιχεία όπως το ότι δέχθηκε να μεταφέρει μια άγνωστη κοπέλα ή και ότι είχε αποσκευές δεν οδηγούν χωρίς άλλο σε γνώση του ΜΥ1 ως προς το πραγματικό καθεστώς της ΜΚ
  19. Το μοναδικό στοιχείο που αφήνει μία σκιά στην μαρτυρία του, χωρίς πάλι να αποτελεί βάση για αναξιοπιστία του αφού δεν αντεξετάστηκε επί τούτου είναι η θέση του ότι τον κατηγορούμενο 2 δεν τον γνώριζε και η πρώτη φορά που τον έβλεπε ήταν το επίδικο βράδυ και αυτό διότι από τα λεχθέντα του κατηγορούμενου 2 φαίνεται ότι γνωρίζονταν αφού είπε ότι αν και δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις, ήταν παλιά γείτονες στην Ορόκλινη. Ο κατηγορούμενος 2 Chico Mokulu Bamba, ΜΥ2, υιοθέτησε και αυτός με τη σειρά του την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία τεκμήριο
  20. Παρατηρώντας τον ΜΥ2 στο εδώλιο του μάρτυρα θα πρέπει να πούμε ότι ήταν έντονη η προσπάθεια του να πείσει για την εκδοχή του. Συνόδευσε την κατηγορούμενη 3 στην Πύλα, ως ήταν η θέση του, για να αγοράσει κάτι. Ήταν το πρόσωπο που μαζί με την κατηγορούμενη 3, μετά που τους παρέλαβε ο ΜΥ1, κατέβηκαν στο περίπτερο, χωρίς τελικά να εισέλθουν σε αυτό, και επέστρεψαν στο αυτοκίνητο με την ΜΚ
  21. Καταρχάς να πούμε ότι, αν και ρωτήθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, δεν γνώριζε να πει τί θα αγόραζε η κατηγορούμενη 3 τη στιγμή που ήταν ο λόγος που την συνόδευσε στην Πύλα. Θεωρούμε τουλάχιστον περίεργο να συνόδευσε την κατηγορούμενη 3 για να πάνε στην Πύλα από την Ορόκλινη με τα πόδια και να μην ενδιαφέρθηκε να μάθει τί ήθελε η τελευταία να αγοράσει. Περαιτέρω ο ΜΥ2 στην κατάθεση του αναφέρει ότι όταν τους παρέλαβε ο ΜΥ1 με το αυτοκίνητο του έκαναν βόλτες στην Πύλα. Ουδείς εκ των ΜΥ1 και κατηγορούμενη 3 αναφέρει κάτι τέτοιο. Το αντίθετο μάλιστα. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είπε στην κατηγορούμενη 3 να κάνει γρήγορα διότι ήταν αργά και ήταν κουρασμένος. Εντύπωση επίσης δημιουργεί η άγνοια του για το αν την στιγμή που πήγε να τους παραλάβει ο ΜΥ1 να τους παραλάβει, η κατηγορούμενη 3 μιλούσε στο τηλέφωνο για αρκετή ώρα. Η δικαιολογία ότι ήταν συγκεντρωμένος στο τηλέφωνο του αφού έλεγχε τα τυχερά παιχνίδια που είχε παίξει δεν πείθει. Δεν είναι δυνατόν να είναι δύο άτομα μαζί και ο ένας να μιλά στο τηλέφωνο και ο άλλος να μην το ξέρει τη στιγμή μάλιστα που είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν αν μη τι άλλο ότι ο ΜΥ2 δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας και δεν παράθεσε τα συμβάντα ως αυτά διαδραματίστηκαν. Λαμβάνοντας υπόψιν την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και την αξιολόγηση της αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι αφίχθηκαν στην Κύπρο παράνομα μέσω κατεχομένων και υπέβαλαν αιτήσεις ασύλου η οποίες βρίσκονται υπό εξέταση. Για την ΜΚ6 δεν βρέθηκε οποιαδήποτε εγγραφή στο μηχανογραφημένο σύστημα του ΤΑΠΜ ούτε στο μηχανογραφημένο σύστημα του ασύλου. Στις 20/10/2022 ο ΜΚ5 στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΚQ337 στο οποίο επέβαιναν οι τρεις κατηγορούμενοι και η ΜΚ
  22. Οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος 1 με συνοδηγό τον κατηγορούμενο 2 ενώ στα πίσω καθίσματα βρίσκονταν η κατηγορούμενη 3 και η ΜΚ
  23. Στην κατοχή του κατηγορούμενου 2 βρέθηκε το ποσό των €93.
  24. Την 21/10/2022 εναντίον των εν λόγω προσώπων εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης και συνελήφθηκαν. Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε αν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι κατηγορούμενοι στις κατηγορίες 1 και 2 αντιμετωπίζουν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 αντίστοιχα. Το τι τους αποδίδεται είναι ότι συνωμότησαν μεταξύ τους για να υποβοηθήσουν την ΜΚ6 να διέλθει αλλά και να εισέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633 με παραπομπή και στην Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν τεθεί και εφαρμόζονται αναφορικά με την συνωμοσία. «Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1).» Το αδίκημα λοιπόν της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα και προς στοιχειοθέτηση της απαιτείται η απόδειξη συμπληρωμένης συμφωνίας που αποτελεί ζήτημα πραγματικό το οποίο εξαρτάται από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Απαιτείται περαιτέρω και η ένοχη διάνοια κάθε συνωμότη που συνίσταται στην πρόθεση εκτέλεσης του παράνομου σκοπού (βλ. Dejan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 205/2017 ημερομηνίας 11/5/2022). Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε άλλο πέραν από τη συμφωνία. Είναι δε αδιάφορο αν οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας. Ακόμα και σε περίπτωση που κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για διάπραξη ενός αδικήματος δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (βλ. Λαζάρου (ανωτέρω)). Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία είναι η κρίση μας ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν να εκτελέσουν τον παράνομο σκοπό που τους αποδίδεται που ήταν η υποβοήθηση της ΜΚ6 να διέλθει και να εισέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Η μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια σε αυτό το συμπέρασμα. Καταρχάς δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των κατηγορούμενων. Ακόμα όμως και τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση δεν συνιστούν, ως ζήτημα πραγματικό, ότι οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν. Η μαρτυρία της ΜΚ6 που ήταν και η βασική μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή και που θα μπορούσε να θέσει το υπόβαθρο όπως τυχόν προηγούμενη επικοινωνία της με κάποιον από τους κατηγορούμενους έχει κριθεί αναξιόπιστη για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της. Υπενθυμίζουμε την διαφοροποίηση της ως προς το αν έψαχνε να την βρει η κατηγορούμενη 3 λέγοντας ότι η συνάντηση τους ήταν τυχαία. Αυτό από μόνο του δημιουργεί ρήγμα ως προς το στοιχείο της ύπαρξης συμπληρωμένης συμφωνίας. Το ίδιο συνέβηκε και με την μαρτυρία του ΜΚ5 του οποίου η μαρτυρία δεν έγινε δεκτή ως προς το ότι είδε την ΜΚ6 να κρύβεται πίσω από τους θάμνους με τον ΜΥ2. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ2 δεν διαφοροποιεί την κατάσταση δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την απαρτίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Δεν έχει επίσης τεθεί μαρτυρία για τηλεφωνική επικοινωνία είτε μεταξύ των κατηγορούμενων είτε κάποιου εξ αυτών με άλλο πρόσωπο και που το περιεχόμενο της να σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Από τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2. Ερχόμενοι τώρα να εξετάσουμε τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 αυτά έχουν σαν βάση τους το άρθρο 19Α
(1)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 το οποίο έχει ως ακολούθως: «19Α.-
(1)Πρόσωπο το οποίο µε πρόθεση και µε σκοπό την αποκόµιση κέρδους βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας προκειµένου να εισέλθει ή να διέλθει το έδαφος της ∆ηµοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους µέλους, κατά παράβαση του παρόντος Νόµου ή της οικείας νοµοθεσίας του εν λόγω κράτους µέλους, αντίστοιχα, διαπράττει ποινικό αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιµωρείται µε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε
(15)έτη ή µε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και µε τις δύο αυτές ποινές.». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης δημιουργούνται δύο αδικήματα. Το ένα αφορά την υποβοήθηση υπηκόου τρίτης χώρας να εισέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας και το δεύτερο την υποβοήθηση υπηκόου τρίτης χώρας να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται πρόθεση υποβοήθησης και σκοπός αποκόμιση κέρδους. Η συμπερίληψη και των δύο αδικημάτων στο κατηγορητήριο, ως η παρούσα περίπτωση, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα αφού η στοιχειοθέτηση του ενός δεν αποκλείει και την στοιχειοθέτηση και του δεύτερου υπό την έννοια ότι πρόσωπο μπορεί να βοηθήσει υπήκοο τρίτης χώρας στο να εισέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας αλλά και να το διέλθει. Στην υπό κρίση περίπτωση και σε σχέση με την τρίτη κατηγορία, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι με πρόθεση βοήθησαν την ΜΚ6 να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας ενώ στην τέταρτη κατηγορία ότι βοήθησαν το ίδιο πρόσωπο να εισέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Το ότι η Kisokele Landu Grady ΜΚ6 είναι υπήκοος Τρίτης χώρας δεν έχει αμφισβητηθεί. Κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κόγκο, ως και η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της τεκμήριο
  1. Αυτά όμως που αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης είναι το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι από τη μια βοήθησαν το εν λόγω πρόσωπο να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας και από την άλλη ότι είχαν πρόθεση και σκοπό να αποκομίσουν κέρδος. Η μαρτυρία πού τέθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής προς απόδειξη των εν λόγω αδικημάτων προέρχεται από τους ΜΚ5 και ΜΚ6 αφού η μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας αφορούσε επιμέρους ζητήματα όπως το καθεστώς παραμονής των κατηγορούμενων και της ΜΚ6 στη Δημοκρατία είτε προερχόταν από ενημέρωση που έλαβαν από τον ΜΚ5 και στη συνέχεια προέβηκαν στις δικές τους ενέργειες. Κρίση μας είναι ότι με την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία δεν είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε ενοχή των κατηγορούμενων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν είναι τέτοιας υφής που θα οδηγούσε αναμφίβολα σε καταδίκη τους. Έχουμε εξηγήσει προηγουμένως τους λόγους για τους οποίους η μαρτυρία του ΜΚ5 δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Η θέση του ότι είδε την ΜΚ6 και τον ΜΥ2 να κρύβονται δίπλα από θάμνους σε χώρο στάθμευσης στην Πύλα έχει απορριφθεί στη βάση της αναγνώρισης του ΜΥ2 ως το πρόσωπο που κρυβόταν μαζί με την ΜΚ
  2. Είναι ορθό εδώ να επισημανθεί ότι στην υπόθεση R. v. Turnbull [1976] 3 All ER 549, τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τα κριτήρια αναγνώρισης κατηγορούμενου ως το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα και σε περίπτωση που αμφισβητείται η αναγνώριση αυτή τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους κινδύνους που υπάρχουν. Τέθηκε επίσης ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, την απόσταση, τις συνθήκες φωτισμού και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η αναγνώριση είναι φτωχή το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο (βλ. Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 242). Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ΜΚ5 αναγνώρισε τον ΜΥ2 να κρύβεται στους θάμνους είναι ιδιαίτερα φτωχές και ως εξηγήσαμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του δεν γίνονται αποδεκτές. Επιπρόσθετα δεν υπάρχει και ενισχυτική μαρτυρία προς τούτο αν και στο αστυνομικό όχημα επέβαινε, πέραν του ΜΚ5 και ακόμα ένας αστυνομικός ο οποίος όμως δεν έδωσε κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό έχει τη δική του ιδιαίτερη σημασία στην υπόθεση αφού από τη μια δημιουργεί ρήγμα σε προηγούμενη συνεννόηση μεταξύ τους και από την άλλη στη γνώση του ΜΥ2 για το κάτω από ποιες συνθήκες βρισκόταν στο σημείο η ΜΚ6 και αν οι κατηγορούμενοι την βοήθησαν να εισέλθει εν πρώτοις στη Δημοκρατία. Η αμφιβολία περί τούτου διευρύνεται και από την μη αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΚ6 η οποία διαφοροποιώντας τις θέσεις της από την γραπτή κατάθεση της τεκμήριο 6 δήλωσε καταθέτοντας ενόρκως ότι την κατηγορούμενη 3 τη συνάντησε τυχαία στο χώρο στάθμευσης. Δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία που να δημιουργεί την αλυσίδα σύνδεσης της εισόδου της ΜΚ6 στο έδαφος της Δημοκρατίας με την βοήθεια των κατηγορούμενων. Το ότι η ΜΚ6 εισήλθε από τη Δημοκρατία από τις κατεχόμενες περιοχές και συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους στην Πύλα και στη συνέχεια μπήκε στο όχημα μαζί τους με οδηγό τον ΜΥ1, οπόταν και ανακόπηκαν από την αστυνομία, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός. Δεν επαρκεί όμως για να αποδείξει όχι μόνο ότι οι κατηγορούμενοι είχαν σχέση με την είσοδο της στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά ότι την βοήθησαν για να εισέλθει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Ανεπαρκής, ως εκ του αποτελέσματος της μη αποδοχής της μαρτυρίας της ΜΚ6, κρίνεται και η μαρτυρία για απόδειξη της υποβοήθησης της ΜΚ6 να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας που αφορά η τρίτη κατηγορία. Για στοιχειοθέτηση της υπό εξέταση κατηγορίας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ενέργειες που αποσκοπούσαν στην παροχή βοήθειας που αφορά στη διακίνηση υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος παράνομα εισήλθε στη Δημοκρατία ανεξάρτητα αν η πρόθεση του είναι να παραμείνει στην Κύπρο μόνιμα ή προσωρινά (βλ. Hemze v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 594). Δεν υπάρχει εδώ αποδεκτή μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι η ΜΚ6 εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και στη συνέχεια ενήργησαν με τρόπο έτσι ώστε να την βοηθήσουν να διέλθει το έδαφος της. Η μοναδική μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο είναι αυτή του ΜΥ1 ο οποίος είπε ότι του αναφέρθηκε ότι η ΜΚ6 μετακόμιζε και έπρεπε να πάει στη Λάρνακα οπόταν και συμφώνησε να τη μεταφέρει. Πέραν των πιο πάνω όμως η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στο απαιτούμενο επίπεδο και σε σχέση με το ότι οι κατηγορούμενοι υποβοήθησαν την ΜΚ6 να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Αντικείμενο του κέρδους, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ήταν το ποσό των €100 που η ΜΚ6 έδωσε στον ΜΥ2 μετά που το ποσό αυτό της ζητήθηκε από τους ΜΥ1 και ΜΥ
  1. Αυτό αναφέρει στην κατάθεση της η ΜΚ
  2. Ο ΜΥ2 στη συνέχεια, σύμφωνα και πάλι με την κατάθεση της ΜΚ6, το έδωσε στην κατηγορούμενη
  3. Αυτό όμως που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του είναι διάφορες εκφάνσεις του ζητήματος και εν πολλοίς αντιφατικές. Γίνεται αρχικά λόγος για χαρτονόμισμα των €
  4. Τέτοιο χαρτονόμισμα δεν εντοπίστηκε στην κατοχή οποιουδήποτε των κατηγορούμενων. Εντοπίστηκε το ποσό των €93.
  5. Τέθηκε ότι η κατηγορούμενη 3 κατέβηκε σε κάποιο κατάστημα αγόρασε κάτι και απέμεινε ως υπόλοιπο του χαρτονομίσματος που εντοπίστηκε στην κατοχή του ΜΥ
  6. Δεν υπάρχει όμως αποδεκτή μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη 3 εισήλθε σε κατάστημα και αγόρασε οτιδήποτε. Ούτε και ο ΜΚ5 ανέφερε κάτι τέτοιο. Κατά την αντεξέταση της η ΜΚ6 είπε ότι έδωσε στον ΜΥ2 €100 αλλά με κέρματα. Στη συνέχεια δέχθηκε ότι έδωσε τα λεφτά στον ΜΥ2 για να τα κρατά για να μην τα βρει πάνω της η αστυνομία. Δεν είναι δυνατόν με βάση τα πιο πάνω να στηριχθούμε στη μαρτυρία της ΜΚ6 για να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα ότι όντως δόθηκε στους κατηγορούμενους το ποσό των €100, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, και έπειτα ότι δόθηκε σ' αυτούς για να βοηθήσουν την ΜΚ6 να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας. Συνεπώς ούτε και η διάπραξη των αδικημάτων στις κατηγορίες 3 και 4 έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεωρούμε ορθό εδώ να προβούμε σε μία επισήμανση για ζήτημα που εγέρθηκε από την υπεράσπιση των κατηγορούμενων 1 και
  7. Προβάλλουν ότι οι λεπτομέρειες των αδικημάτων των δύο κατηγοριών (κατηγορίες 3 και 4), είναι ελλιπείς αφού δεν περιλαμβάνουν την φράση «και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους», που αποτελεί και συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Θεωρούμε ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση με το εν λόγω θέμα θα είχε καθαρά ακαδημαϊκό ενδιαφέρον ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου σε σχέση με την απόδειξη των εν λόγω κατηγοριών. Σε κάθε περίπτωση δεν βλέπουμε πως επηρεάστηκε η υπεράσπιση των κατηγορούμενων οι οποίοι έθεσαν τις θέσεις τους και για το στοιχείο αυτό και οι οποίες εξετάστηκαν από το Δικαστήριο. Αναφορικά τέλος με το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, για απόδειξη του, σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, προϋποτίθεται η απόδειξη ότι οι κατηγορούμενοι απέκτησαν το ποσό των €100 γνωρίζοντας ότι ήταν έσοδο από τη διάπραξη του αδικήματος της υποβοήθησης αλλοδαπού να διέλθει από το έδαφος της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Περδίκη Ποιν.Έφεση 98/2020 ημερομηνίας 27/5/2021, ECLI:CY:AD:2021:B206 με αναφορά και στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1186, υποδείχθηκε ότι το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικά από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος και δεν απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(δ) προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για το γενεσιουργό αδίκημα που εδώ είναι η υποβοήθηση υπηκόου τρίτης χώρας να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας. Το δε συστατικό της γνώσης μπορεί να αποδειχθεί από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις δηλαδή με περιστατική μαρτυρία. Στην παρούσα περίπτωση και χωρίς θεωρούμε να επαναλάβουμε τα όσα έχουν τεθεί προηγουμένως σε σχέση με την κατοχή από τον κατηγορούμενο 2 του ποσού των €93.25, (υπόλοιπο των €100, ως η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής), κρίνουμε ότι ούτε και αυτή η κατηγορία έχει αποδειχθεί. Δεν υπάρχει αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι το ποσό αυτό ζητήθηκε από τους κατηγορούμενους και δόθηκε σ' αυτούς από την ΜΚ6 για να την βοηθήσουν να εισέλθει και να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνθέτει βαραίνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Στην Μαμαλικόπουλος κ.ά ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 29/2014 ημερομηνίας 20/9/2018, ECLI:CY:AD:2018:D411 τέθηκε ότι: «Η υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία (Ayres v. The Republic
(1971)2 CLR 40) ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt), χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή (Woolmington (ανωτ.), Attorney General v. Hassan
(1971)2 CLR 316, R. V Murtagh and Kennedy, 39, Cr. App. R. 72, 83, Koutras v The Republic
(1976)2 CLR 13, Fournaris v. The Republic
(1978)2 CLR 20). Η αποτυχία της υπεράσπισης είναι μοιραία μόνο στο βαθμό που η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ακλόνητη και επαρκώς ισχυρή στο τέλος ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη (Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).». Είναι συνεπώς κατάληξη μας ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο γεγονός που επιφέρει την απαλλαγή των κατηγορούμενων. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάττονται και στις πέντε κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.