ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Υπόθεση Αρ.: 20360/2022, 27/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 20360/2022 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Χρ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από ακρόαση στο αδίκημα της 2ης κατηγορίας για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα και του Περί Βίας στην Οικογένεια, Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων Νόμου 119(Ι)/
- Εκτός από την πιο πάνω κατηγορία είχε δηλώσει παραδοχή και στις κατηγορίες 3, 6, 8 και 13 για τα αδικήματα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) (κατηγορίες 3 και 6), της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 (κατηγορία 8) και της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α (κατηγορία 13) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 αντίστοιχα. Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας αναφέρονται στην αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου που δόθηκε στις 2/10/
- Παραθέτοντας τα συνοπτικά να τεθεί ότι στις 24/7/2022 στο χωριό Μελίνη ο κατηγορούμενος επιτέθηκε παράνομα στην Μ. Χ. από τη Λεμεσό κτυπώντας την με τα χέρια του στο κεφάλι με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάταγμα στο ρινικό οστούν αριστερά με ήπια μετατόπιση. Αναφορικά με τα γεγονότα για τις κατηγορίες 3, 6, 8 και 13 αυτά έχουν τεθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και έχουν ως ακολούθως: «Στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελιών της Μ. Χ. από τη Λεμεσό αυτή προέβηκε σε σειρά καταθέσεων. Μέσα από αυτές προκύπτει ότι κατά το έτος 2022 ο κατηγορούμενος προκειμένου να την αναγκάσει να παρατείνει τη σχέση που είχε μαζί του και να παραμείνει στο χωριό Μελίνη στη Λεμεσό προέβηκε σε διάφορες περιπτώσεις σε απειλές εναντίον της ως φαίνεται στις κατηγορίες 3, 6, και 13 στο κατηγορητήριο. Επίσης σύμφωνα με αναφορά σε κατάθεση της Μ. Χ. στις 25/7/22 ενώ βρίσκονταν με τον κατηγορούμενο σε λεωφορείο στη Λεμεσό προερχόμενοι από τη Μελίνη ο κατηγορούμενος την χαστούκισε τρεις φορές στο πρόσωπο, αφού ήταν εκνευρισμένος για το ότι ήθελε να φύγει από τη Μελίνη. Ο κατηγορούμενος δεν είχε παραδεχθεί ενοχή σε καταθέσεις που του λήφθηκαν.» Τέθηκε περαιτέρω από πλευράς κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες οι οποίες είναι οι ακόλουθες: (α) Στην υπόθεση με αριθμό 9446/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με ημερομηνία καταδίκης 19/1/2022, σε δύο κατηγορίες για το αδίκημα της κλοπής του επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών με τρία χρόνια αναστολή εκτέλεσης της. (β) Στην υπόθεση με αριθμό 3131/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με ημερομηνία καταδίκης τις 28/3/2022, για τα αδικήματα της μεταφοράς επιθετικού όπλου και της μεταφοράς κλειστού μικρού μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής του του επιβλήθηκαν αντίστοιχα χρηματικές ποινές ύψους €150 και €100 ενώ για τη μεταφορά μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής του του επιβλήθηκε η ποινή της υπογραφής εγγύησης €500 για δύο χρόνια. Οι πιο πάνω προηγούμενες καταδίκες είναι παραδεκτές από τον κατηγορούμενο. Ο συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας όπου καταγράφονται οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Αναφέρεται ότι είναι ηλικίας 47 ετών, διαζευγμένος και είναι το δεύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν περίπου 7 ετών. Τη φύλαξη και τη φροντίδα του ίδιου και των δύο αδελφιών του ανέλαβε η μητέρα τους η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας και διαμένει σε οίκο ευγηρίας. Διέκοψε τη φοίτηση του στην Α΄ τάξη γυμνασίου και απαλλάχτηκε από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις μετά από ψυχιατρική αξιολόγηση. Προέβαινε σε χρήση κάνναβης από την ηλικία των 22 χρόνων και σε περιστασιακή χρήση κοκαΐνης. Κατά διαστήματα διατηρούσε συνεργασία με επαγγελματίες ψυχικής υγείας χωρίς όμως να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Στην ηλικία των 23 ετών και για πέντε χρόνια άρχισε να εργάζεται ως υλοτόμος. Στη συνέχεια παρέμεινε εκτός εργασίας λόγω της ψυχικής του κατάστασης και έκτοτε συντηρείται οικονομικά από κρατικά επιδόματα. Σε ηλικία 28 ετών τέλεσε γάμο με δεκαεξάχρονη η οποία και αυτή αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί το οποίο σκοτώθηκε το 2016 σε δυστύχημα. Κάλεσε περαιτέρω ο κ. Χριστοφόρου το Δικαστήριο, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, να λάβει υπόψιν του το ότι ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του παραδέχθηκε το ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη και την κτύπησε, παραδοχή που αφορά την κατηγορία 8, κάτι που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του. Αναφερόμενος στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, για το οποίο κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση, είπε ότι αποδέχεται το παράνομο και απαράδεκτο της συμπεριφοράς να κτυπήσει την παραπονούμενη αλλά δεν είχε πρόθεση να επιφέρει το αποτέλεσμα που ήταν το κάταγμα του ρινικού οστού. Πρόσθεσε η πλευρά της υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής θα πρέπει να συνεκτιμήσει ότι πέραν του κατάγματος δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ως προς τη μετάβαση της παραπονούμενης σε ειδικό γιατρό για να την εξετάσει και να λάβει την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή για αντιμετώπιση του προβλήματος της δυσκολίας στην αναπνοή και του πόνου που η ίδια ανέφερε ότι είχε. Αναγνώρισε ο κ. Χριστοφόρου τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος και ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, πλην όμως κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει τη ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου ιδιαίτερα μετά την απώλεια του παιδιού του που είχε σαν αποτέλεσμα να κάνει δύο φορές απόπειρα αυτοκτονίας ενώ έχει νοσηλευτεί και στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Περαιτέρω το επίπεδο μορφώσεως του και τα όσα βίωσε κατά την παιδική του ηλικία αφού και ο ίδιος ήταν δέκτης σωματικής βίας από τον πατέρα του, έχουν επηρεάσει δυσμενώς τη ψυχολογική συμπεριφορά του και ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόμενος το γεγονός αυτό καθ΄ όλη τη διάρκεια της κράτησης του παρακολουθείτο από ψυχολόγο και η συμπεριφορά του έχει βελτιωθεί σημαντικά. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει τον κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια και να επιβάλει ποινές οι οποίες να αρμόζουν στο πρόσωπο του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος είναι ιδιαίτερα σοβαρά με το πιο σοβαρό να είναι αυτό της δεύτερης κατηγορίας για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης που σύμφωνα με το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 7 χρονών ή χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές. Θα πρέπει να τονιστεί βέβαια εδώ ότι σε περίπτωση που η επίθεση έχει σαν δέκτη μέλος της οικογένειας, ως τίθεται στον Περί Βίας στην Οικογένεια, Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων Νόμο 119(Ι)/2000, τότε η ποινή αυξάνεται από 7 χρόνια σε 10 χρόνια. Το ίδιο συμβαίνει και για το αδίκημα της κοινής επίθεσης της 8ης κατηγορίας όπου ενώ η προβλεπόμενη ποινή στον Ποινικό Κώδικα είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον 1 χρόνο ή και σε χρηματική ποινή, με βάση τον Ν.119(Ι)/2000 η ποινή φυλάκισης αυξάνεται σε 2 χρόνια. Για τις υπόλοιπες κατηγορίες η προβλεπόμενη ποινή είναι ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Περαιτέρω, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι ενέχουν πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών αλλά και υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην Κυπριακή κοινωνία. Σίγουρα οι παλληκαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του πόσο μάλλον σε άλλο μέλος της οικογένειας του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αναστάσιου Α. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464: "Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος v. Κούλλουρου & Άλλου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια." Θεώρηση της νομολογίας που αφορά αδικήματα που εντάσσονται κάτω από το Ν.119(Ι)/2000 για πρόκληση βίας στην οικογένεια καθώς και ομοειδή αδικήματα καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλονται αυστηρές ποινές. Στην υπόθεση Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365 τονίστηκε πως η επιβολή ποινής φυλάκισης, ως θέμα αρχής, είναι ορθή σε υποθέσεις βίας στην οικογένεια. Θα πρέπει επίσης να τονίσουμε τη συχνότητα διάπραξης τέτοιας φύσης αδικημάτων και ιδιαίτερα αυτά της ενδοοικογενειακής βίας λαμβάνοντας γνώση και από τις πολλές υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον των Δικαστηρίων (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551 και Selmani v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις
(2016)2Β ΑΑΔ 854) με αποτέλεσμα η επιβολή αποτρεπτικών ποινών να καθίσταται όσο ποτέ άλλοτε επιτακτική. Στην υπόθεση Mehmet Urgan v. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 189 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια, ακόμα και στα σχολεία, είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά οφείλουν να μεριμνούν ώστε υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές στέλνοντας ένα μήνυμα μηδενικής ανοχής». Αναμφίβολα η συμπεριφορά του κατηγορούμενου πέραν από καταδικαστέα είναι και απαράδεκτη. Εκμεταλλευόμενος τη φυσική του δύναμη στράφηκε εναντίον μίας ανυπεράσπιστης γυναίκας με την οποία συμβίωνε και πέραν των απειλών που εκτόξευσε εναντίον της για τέλεση βιαιοπραγίας πραγματοποίησε τις απειλές του και της επιτέθηκε σε δύο περιπτώσεις, στην μία εκ των οποίων της προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη αφού υπέστη κάταγμα ρινικού οστού με ήπια μετατόπιση. Μάλιστα η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε από τον κατηγορούμενο επί ανύπαρκτου λόγου και χωρίς οποιαδήποτε πρόκληση από την παραπονούμενη. Βασίστηκε μόνο σε δικές του υποψίες και υποθέσεις ότι το θύμα έβλεπε άλλο πρόσωπο. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η επίθεση που αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 8 έλαβε χώρα εντός λεωφορείου και στην παρουσία τρίτων προσώπων καταρρακώνοντας την αξιοπρέπεια του θύματος, πέραν της προσβολής της σωματικής της ακεραιότητας. Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν μας την παραδοχή του στις τέσσερεις από τις πέντε κατηγορίες που αντιμετωπίζει, παράγοντας που ως είναι νομολογημένο επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28), τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις ως καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και τα όσα ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον μας, τα δύσκολα παιδικά χρόνια τα οποία βίωσε αφού ήταν και ο ίδιος θύμα οικογενειακής βίας, το γεγονός ότι εγκαταλείφθηκε από τον πατέρα του στην ηλικία των 7 χρόνων, τα ψυχικά τραύματα που το γεγονός αυτό του δημιούργησε μαζί με την απώλεια του γιου του, αλλά και τα ψυχολογικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει, ως επίσης και το ότι έχει αντιληφθεί το λάθος του. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν μας ότι το τραύμα το οποίο επέφερε στην παραπονούμενη δεν έχει τεθεί με ιατρική μαρτυρία και με την απαραίτητη επάρκεια ότι έχει αφήσει μόνιμα κατάλοιπα τα οποία να προέρχονται από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Το πρόβλημα αναπνοής που επικαλέστηκε η παραπονούμενη φαίνεται να παρέμεινε ως τέτοιο αφού και η ίδια παρέλειψε να λάβει ειδική ιατρική φροντίδα για αντιμετώπιση του. Θα πρέπει όμως εδώ να τεθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Αν και η φύση τους δεν είναι παρόμοια με τα υπό κρίση αδικήματα εντούτοις είναι παράγοντας ο οποίος περιορίζει το Δικαστήριο να επιδείξει στον κατηγορούμενο την επιείκεια που θα επιδείκνυε αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565 επαναλήφθηκαν τα εξής: «Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).» Το ίδιο πράττουμε και εμείς κατ' εφαρμογή των ως άνω νομολογιακών αρχών. Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις και προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση τού τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων (παραδείγματος χάριν σε σχέση προς την ύπαρξη ή όχι παραδοχής, την έκταση της βίας που ο δράστης επέδειξε και την έκταση της βλάβης με την οποία με τη συμπεριφορά του επέφερε) και έχοντας συγχρόνως κατά νουν πως «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1), αναδεικνύουμε ως καθοδηγητικές και ενδεικτικές και τις ακόλουθες αποφάσεις. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης δυνάμει του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, η ποινή φυλάκισης των 14 μηνών που επιβλήθηκε πρωτόδικα, κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε στα 2 έτη. O κατηγορούμενος επέφερε πολλαπλά κτυπήματα στον παραπονούμενο, με τη συμπεριφορά του να χαρακτηρίζεται ως «κτηνώδης αντίδραση», έστω και αν τούτος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Στην υπόθεση Constantin Loja ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 624, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών μειώθηκε κατ΄ έφεση σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για αδίκημα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης ενόψει της ισχυρότατης πρόκλησης την οποία δέχθηκε ο εφεσείων. Στην υπόθεση Σακαρίδης ν. Αστυνομίας κ.ά.
(2011)2 ΑΑΔ 272 οι εφεσείοντες παραδέχθηκαν πέντε κατηγορίες που αυτοί αντιμετώπιζαν από κοινού και τους επιβλήθηκαν πρωτόδικα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη εκείνη των 2 ½ ετών για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης ως επίσης επιβλήθηκαν σ΄ αυτούς και άλλες ποινές για άλλα αδικήματα. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες μειώθηκε σε 18 μήνες καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε ότι υπήρξε σχετική πρόκληση. Στην υπόθεση Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, οι εφεσείοντες μεταξύ άλλων αντιμετώπιζαν το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) και την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Οι τέσσερεις αστυνομικοί τραυματίστηκαν με ένα από αυτούς να έχει υποστεί τους σοβαρότερους τραυματισμούς με σοβαρής μορφής αστάθεια του αριστερού αγκώνα, με πλήρη ρήξη των έσω πλαγίων συνδέσμων και της έσω πλευράς του θύλακα αριστερού αγκώνα. Χρειαζόταν χειρουργική επέμβαση για σταθεροποίηση του αγκώνα. Οι ποινές φυλάκισης μειώθηκαν για μεν τον εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση αρ. 207/08 σε ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 1 χρόνου, για τον εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση 208/08 μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών και 3 ετών και για τον εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση με αρ. 209/08 μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Να τονίσουμε εδώ ότι οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν χρόνια πριν και παρά ταύτα αδικήματα βίας που στρέφονται κατά του προσώπου και της σωματικής ακεραιότητας του, όχι μόνο δεν δείχνουν να μειώνονται αλλά τουναντίον αυξάνονται με πολύ ανησυχητικούς ρυθμούς, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρότερων ποινών με σκοπό την αποτροπή. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Λαζαρή Ποιν.Έφεση 25/21 ημερ. 8/3/22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Να σημειώσουμε ακόμη ότι οι πιο πάνω υποθέσεις κρίθηκαν χρόνια πριν. Δυστυχώς, χρόνια μετά, αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, όχι μόνον δεν παρουσιάζουν κάμψη αλλά συνεχίζουν να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, κάτι που δικαιολογεί την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ, 577, Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ, 551 και Hamisi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, απόφαση ημερ. 5.10.2016).» Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω και συνεκτιμώντας τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν τεθεί ενώπιον μας και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή προδιαγράφεται από το νόμο, κρίση μας είναι ότι η ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί δεν είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι κάτωθι ποινές: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην 8η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην 13η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Μας έχει προβληματίσει το θέμα κατά πόσο οι ποινές θα είναι διαδοχικές με δεδομένο ότι το αδίκημα της κατηγορίας 8 για κοινή επίθεση διαπράχθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία (25/7/2022) από τα αδικήματα των κατηγοριών 2,3 και 6 (24/7/2022). Στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 196/20 ημερ. 20/9/22 επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν καθιερωθεί και διέπουν το εν λόγω ζήτημα ως ακολούθως: «Οι αρχές που εφαρμόζονται ως προς τις συντρέχουσες ή τις διαδοχικές ποινές είναι γνωστές. Βασική αρχή αποτελεί ότι δεν ενδείκνυται να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για αδικήματα που είναι όμοια ή που σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας ή συμπεριφοράς (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαγεωργίου
(2007)2 Α.Α.Δ. 514, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, Κερκής ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433 και Κατσιαρή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2019, ημερ. 20/12/2019). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26/6/2019: «Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. (Thomas: Principles of Sentencing σελ. 47 κ. επ.). Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.).» Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο, ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα τους και οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά, υπό την αίρεση, ωστόσο, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα καταντούσε υπερβολική με βάση την αρχή της αναλογικότητας της τιμωρίας προς το έγκλημα και της συνολικότητας της ποινής η οποία έχει ως επίκεντρο την αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου (Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Manga Ekole ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, ημερ. 15/2/2022).». Θεωρούμε ότι υπάρχει μια συνέχεια στα γεγονότα που απαρτίζουν τις εν λόγω κατηγορίες αφού τα διαδραματισθέντα ξεκίνησαν από τις 24/7/22 και εξελίχθηκαν και την επόμενη μέρα οπόταν και έλαβε χώρα και η επίθεση που η παραπονούμενη δέχθηκε εντός του λεωφορείου. Ως εκ τούτου κρίση μας είναι ότι ορθότερο οι ποινές να είναι συντρέχουσες. Συνεπώς οι ποινές θα συντρέχουν. Ερχόμενοι τώρα να εξετάσουμε κατά πόσο το Δικαστήριο εξασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του να ενεργοποιήσει μέρος ή ολόκληρη την ποινή η οποία επιβλήθηκε στην υπόθεση 9446/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και η οποία είχε ανασταλεί για περίοδο 3 χρόνων, χρονική περίοδος η οποία δεν έχει παρέλθει, αφού η ημερομηνία καταδίκης ήταν 19/1/2022, θα πρέπει να λεχθεί ότι διάταγμα αναστολής μίας ποινής φυλάκισης εκδίδεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για να αποφευχθεί η άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου. Θα πρέπει όμως όταν ο ίδιος κατηγορούμενος διαπράξει εκ νέου αδίκημα, η ποινή φυλάκισης με αναστολή να μην χάνει το νόημα της για να μην εξασθενίσει ή να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητα της ως σωφρονιστικό μέτρο (βλ. Πέτρος Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148). Φυσικά και σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να ενεργοποιήσει ανασταλείσα ποινή φυλάκισης θα πρέπει να λάβει υπόψη του συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 243 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R.519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed. P. 255).» Ερχόμενοι στην παρούσα περίπτωση να υπενθυμίσουμε ότι η ποινή η οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην υπόθεση 9446/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ήταν στις 19/1/2022. Ο κατηγορούμενος σε περίοδο εντός 6 μηνών και ενώ εκκρεμούσε η περίοδος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Αυτό καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε με την αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε αλλά παρανόμησε εκ νέου αδιαφορώντας πλήρως για το ευεργέτημα που έλαβε από την Πολιτεία (βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ. 11/2021 ημερ. 4/11/2022). Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι θα πρέπει να ενεργοποιηθεί και μέρος της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 9446/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως είναι ορθό μη ενεργοποιήσουμε ολόκληρη την ποινή των 2 μηνών που του επιβλήθηκε έχοντας κατά νουν την αρχή της συνολικότητας της ποινής (βλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 356). Συνεπώς ενεργοποιείται ποινή φυλάκισης ενός μηνός την οποία ο κατηγορούμενος θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα στην παρούσα υπόθεση ποινή. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση για την παρούσα υπόθεση (από 13/10/2022), να συνυπολογιστεί κατά το άρθρο 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο