ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΩΥΣΗΣ ΜΠΡΙΣΤΟΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3273/2023, 31/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3273/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΩΥΣΗΣ ΜΠΡΙΣΤΟΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31.10.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει κλείσει την υπόθεση της, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να κληθεί σε απολογία και να υποχρεωθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο προβαίνει σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση της μαρτυρίας, χωρίς αξιολόγηση της αξιοπιστίας της, και είναι αρκετό αν αυτή δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής, έτσι ώστε αν ο Κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, η καταδίκη του από το Δικαστήριο να είναι μια λογική πραγματική δυνατότητα (βλ. Grant v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 808 και Police v Kallenos
(1980)JSC 145). Η απαλλαγή του Κατηγορούμενου σε αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει καταδίκη σ΄ αυτή (βλ. Azinas v Police
(1981)1 CLR 250). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Μόνο όταν η μαρτυρία εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία, που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει ένα λογικό Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της (βλ. Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία. Στην έκθεση του αδικήματος δεν διατυπώνεται ή περιγράφεται οποιοδήποτε αδίκημα, παρά μόνο παρατίθενται διάφορες πρόνοιες του Περί Ρύθμισης της Διακίνησης Ποδηλάτων Νόμου (Ν.19(I)/2018). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 14/10/2022 στην Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων στην Λάρνακα χρησιμοποιούσε Συσκευή Προσωπικής Κινητικότητας σε μη επιτρεπόμενο χώρο διακίνησης. Οι επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες του Ν.19(Ι)/2018 που καταγράφονται στην έκθεση της κατηγορίας και σχετίζονται με τις λεπτομέρειες, είναι οι ακόλουθες: 4Α.
(2)Η χρήση Συσκευής Προσωπικής Κινητικότητας επιτρέπεται μόνο σε οποιοδήποτε δρόμο στον οποίο βρίσκεται αναρτημένο σήμα τροχαίας το οποίο καθορίζει τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα στα τριάντα
(30)χιλιόμετρα ανά ώρα. 8Α.
(2)Συσκευή Προσωπικής Κινητικότητας δύναται να χρησιμοποιείται- (α) σε επιτρεπόμενους χώρους διακίνησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 4Α, όταν εκ κατασκευής ή ύστερα από πιστοποιημένη ρύθμιση από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του κατασκευαστή δύναται να αναπτύξει μέγιστη ταχύτητα είκοσι
(20)χιλιομέτρων ανά ώρα. 13Α.
(5)Ο χρήστης Συσκευής Προσωπικής Κινητικότητας απαγορεύεται να. (ζ) χρησιμοποιεί τη Συσκευή Προσωπικής Κινητικότητας στο οδόστρωμα δρόμου στον οποίο βρίσκεται αναρτημένο σήμα τροχαίας το οποίο καθορίζει μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα πέραν των τριάντα
(30)χιλιομέτρων ανά ώρα, εκτός εάν διασχίζει δρόμο ο οποίος ενώνει επιτρεπόμενους χώρους διακίνησης. 27.
(7)Πρόσωπο το οποίο. (γ) χρησιμοποιεί Συσκευή Προσωπικής Κινητικότητας σε μη επιτρεπόμενο χώρο διακίνησης κατά παράβαση των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 4Α ή χρησιμοποιεί Συσκευή Προσωπικής Κινητικότητας στο οδόστρωμα δρόμου στον οποίο βρίσκεται αναρτημένο σήμα τροχαίας το οποίο καθορίζει μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα πέραν των τριάντα
(30)χιλιομέτρων ανά ώρα, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία διασχίζει δρόμο ο οποίος ενώνει επιτρεπόμενους χώρους διακίνησης, κατά παράβαση της παραγράφου (ζ) του εδαφίου
(5)του άρθρου 13Α. διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) ή σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί αναφορικά με το ποιο είναι το συγκεκριμένο αδίκημα που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο. Και εξηγώ. Καταρχάς το άρθρο 8Α
(2)του Ν.19(Ι)/2018 τέθηκε σε ισχύ με τον Περί Ρύθμισης της Διακίνησης Ποδηλάτων και άλλων Συσκευών Προσωπικής Κινητικότητας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο (Ν.136(Ι)/2022). Το δε άρθρο 9
(2)του Ν.136(Ι)/2022 προνοεί ότι «Οι διατάξεις των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 8Α. τίθενται σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2023». Άρα, λοιπόν, το άρθρο 8Α
(2)του Ν.19(Ι)/2018 δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά τον επίδικο ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 14/10/2022. Οι άλλες δύο επίμαχες νομοθετικές διατάξεις, ήτοι τα άρθρα 4Α
(2)και 13Α
(5)(ζ) του Ν.19(Ι)/2018, αφορούν δύο ξεχωριστά αδικήματα, κάτι που προκύπτει και από το λεκτικό του άρθρου 27
(7)(γ) του Ν.19(Ι)/2018. Το πρώτο είναι η χρήση Συσκευής Προσωπικής Κινητικότητας σε μη επιτρεπόμενο χώρο διακίνησης και το δεύτερο είναι η χρήση Συσκευής Προσωπικής Κινητικότητας σε δρόμο στον οποίο βρίσκεται αναρτημένο σήμα τροχαίας το οποίο καθορίζει μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα πέραν των τριάντα
(30)χιλιομέτρων ανά ώρα. Όσον αφορά το αδίκημα του άρθρου 4Α
(2), το άρθρο 2 του Ν.19(Ι)/2018 ερμηνεύει τον «επιτρεπόμενο χώρο διακίνησης» ως τον «χώρο στον οποίο επιτρέπεται η χρήση Συσκευής Προσωπικής Κινητικότητας δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 4Α». Το άρθρο 4Α
(2)του Ν.19(Ι)/2018 καθορίζει, μεταξύ άλλων, ως επιτρεπόμενο χώρο διακίνησης «οποιοδήποτε δρόμο στον οποίο βρίσκεται αναρτημένο σήμα τροχαίας το οποίο καθορίζει τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα στα τριάντα
(30)χιλιόμετρα ανά ώρα». Άρα, αν ένας δρόμος δεν έχει αναρτημένο τέτοιο σήμα τροχαίας δεν είναι επιτρεπόμενος χώρος διακίνησης. Άλλωστε, η επιφύλαξη του άρθρου 6
(2)του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) καθορίζει ως μέγιστο όριο ταχύτητας τα 30 μίλια (ήτοι 48ΧΑΩ) στις οδούς των κατοικημένων περιοχών, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή δεν καθορίσει άλλο όριο ταχύτητας με τοποθέτηση σχετικής πινακίδας επί της οδού. Από την άλλη, το αδίκημα του άρθρου 13Α
(5)(ζ) είναι η χρήση Συσκευής Προσωπικής Κινητικότητας σε δρόμο που έχει αναρτημένο σήμα τροχαίας το οποίο καθορίζει μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα πέραν των τριάντα 30ΧΑΩ. Με πιο απλά λόγια, αν ένα πρόσωπο χρησιμοποιεί Συσκευή Προσωπικής Κινητικότητας σε δρόμο που δεν έχει αναρτημένο σήμα τροχαίας, τότε διαπράττει το αδίκημα του άρθρου 4Α
(2). Αν την χρησιμοποιεί σε δρόμο που έχει αναρτημένο σήμα τροχαίας για μέγιστο όριο ταχύτητας άνω των 30ΧΑΩ, τότε διαπράττει το αδίκημα του άρθρου 13Α
(5)(ζ). Από το περιεχόμενο της έκθεσης και των λεπτομερειών του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος δεν είναι ξεκάθαρο για ποιο από τα ανωτέρω δύο αδικήματα κατηγορείται. Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα των ανωτέρω, για οποιοδήποτε από τα ανωτέρω αδικήματα η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να παρουσιάσει μαρτυρία κατά πόσο το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου που ανακόπηκε ο Κατηγορούμενος είναι επιτρεπόμενος χώρος διακίνησης, ήτοι κατά πόσο υπάρχει αναρτημένο σήμα τροχαίας για καθορισμό ορίου ταχύτητας και αν ναι, ποιο είναι αυτό. Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μόνο ένα μάρτυρα, ήτοι τον Αστυφύλακα 2667 Κ.Κ. (ΜΚ1). Η μαρτυρία του ήταν σύντομη και είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου την ανωτέρω μαρτυρία με γνώμονα πάντα τις πιο πάνω νομικές αρχές που αφορούν το παρόν στάδιο της διαδικασίας. Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου αν είχε τοποθετηθεί οποιοδήποτε σήμα τροχαίας που να καθορίζει οποιοδήποτε όριο ταχύτητας στην Λεωφόρο Αγίων Αναργύρων, όπου είχε ανακοπεί ο Κατηγορούμενος από τον ΜΚ1. Η ύπαρξη ή μη τέτοιου σήματος τροχαίας συνιστά καθοριστικό παράγοντα στην κατηγοριοποίηση του δρόμου ως επιτρεπόμενο χώρο διακίνησης ή όχι και συνεπώς συστατικό στοιχείο τόσο του αδικήματος του άρθρου 4Α
(2)όσο και του αδικήματος του άρθρου 13Α
(5)(ζ). Ο ΜΚ1 ανέφερε απλά ότι «Τα συγκεκριμένα ηλεκτρικά σκούτερ δεν επιτρέπονται σε λεωφόρους». Τούτο δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Η έννοια «λεωφόρος» δεν συναντάται πουθενά στον Ν.19(Ι)/2018 ή σε άλλο σχετικό νομοθέτημα. Αντιθέτως, στο άρθρο 2 του Ν.19(Ι)/2018, η έννοια «δρόμος» ερμηνεύεται ως «οποιοδήποτε δημόσιο δρόμο επιστρωμένο με ασφαλτικό επίστρωμα ή οποιοδήποτε άλλο υλικό που προορίζεται κατά την εκάστοτε πρακτική οδοποιίας για την επίστρωση ή επικάλυψη δρόμου, στον οποίο επιτρέπεται η κυκλοφορία μηχανοκίνητων και μη οχημάτων και περιλαμβάνει γέφυρα, γεφύρι, σήραγγα ή άλλη κατασκευή που αποτελεί μέρος ή προέκταση τέτοιου δρόμου». Ο Νόμος δεν απαγορεύει γενικά την χρήση της Συσκευής Προσωπικής Κινητικότητας σε δρόμο. Την απαγορεύει και επιτρέπει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία για (α) την ύπαρξη ή μη σήματος τροχαίας για μέγιστο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο και (β) αν υπήρχε τέτοιο σήμα τροχαίας, το μέγιστο όριο ταχύτητας που καθόριζε το εν λόγω σήμα τροχαίας. Καταλήγω, λοιπόν, ότι δεν ετέθη ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία για το κατά πόσο ο επίδικος δρόμος συνιστά επιτρεπόμενο χώρο διακίνησης, απαραίτητο συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος. Για τούτο, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Ως εκ των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο