← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. OMIROS LEONIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 2008/2022, 22/12/2023

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. OMIROS LEONIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 2008/2022, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2008/2022 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν OMIROS LEONIDIS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22.12.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Παπανικολάου με κα. Χρ. Προξένου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Λοΐζου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά διάφορα τροχαία αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε στις 11.10.2021 στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας.
  2. Το Κατηγορητήριο Στην παρούσα υπόθεση και σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 14.03.2022, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για την διάπραξη των κατωτέρω αδικημάτων: (α) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και χρήσης τηλεφώνου (1η κατηγορία), (β) υάλινα παράθυρα με περιορισμένη ορατότητα (2η κατηγορία), (γ) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψη ακινητοποιήσεως αυτού ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή (3η κατηγορία) και (δ) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψη να δώσει τα στοιχεία του σε αστυνομικό με στολή (4η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
  3. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τους Αστυφύλακα 2696 Π.Ε. (ΜΚ1) και Αστυφύλακα 2882 Π.Ν. (ΜΚ2), ενώ ο Κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και παραθέτω κατωτέρω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση του ημερ. 06.01.2022, Τεκμήριο
  4. Σύμφωνα με την δια ζώσης μαρτυρία του, ο ΜΚ1 ανέφερε τα εξής: (α) Την 11.10.2021 και ώρα 19:30 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό ο ΜΚ2 και προέβη σε καταγγελία κατά του οδηγού του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ]. Συγκεκριμένα, κατήγγειλε ότι ο ανωτέρω οδηγός οδηγούσε στην Λεωφόρο Μακαρίου στην Ορόκλινη με μη ελεύθερα χέρια, το παράθυρο του οδηγού ήταν χρώματος μαύρου με περιορισμένη ορατότητα, δεν σταμάτησε σε σήμα αστυνομικού και δεν έδωσε τα στοιχεία του. (β) Ο ΜΚ1 περιπόλησε την οδό [ ] στις 18.10.2021 και 19.10.2021, χωρίς, όμως, να εντοπίσει το ανωτέρω όχημα. (γ) Την 21.12.2021 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό ο Κατηγορούμενος μαζί με τον δικηγόρο του, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Κατηγορούμενος με τον Αστυφύλακα 4727 Μ.Χ.. Ακολούθως, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε για τα ανωτέρω αδικήματα (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). (δ) Ο λόγος που δεν εξέδωσε εξώδικο στον Κατηγορούμενο όταν έλαβε κατάθεση από αυτόν ήταν επειδή είχε παρέλθει ήδη η σχετική προθεσμία από την καταγγελία. Ο ΜΚ2 υπηρετεί στην Μονάδα Προεδρικής Φρουράς, ενώ κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι στις 11.10.2021, υπηρετούσε στην Τροχαία Αρχηγείου - Ουλαμό Πρόληψης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση του ημερ. 11.10.2021, Τεκμήριο 5, αναφέροντας τα κατωτέρω στην δια ζώσης μαρτυρία του: (α) Την 11.10.2021 και ώρα 19:15, ενώ βρισκόταν στην Λεωφόρο Μακαρίου στην Ορόκλινη μπροστά και απέναντι από τον φούρνο «Ζορπά» εντόπισε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] να κινείται και ο οδηγός του κρατούσε κινητό τηλέφωνο στο δεξί χέρι του. (β) Το παράθυρο του οδηγού ήταν κατεβασμένο μέχρι την μέση και ήταν χρώματος μαύρου φιμέ, όπως και όλα τα παράθυρα του επίδικου οχήματος ήταν μαύρα φιμέ, διευκρινίζοντας ότι βλέπεις μόνο σκιά μέσα. Ανέφερε, όμως, ότι ήταν απολύτως βέβαιος ότι δεν υπήρχαν άλλα πρόσωπα εντός του οχήματος. (γ) Ο ΜΚ2 μπήκε αμέσως στο περιπολικό όχημα της Αστυνομίας και ακολούθησε το ανωτέρω όχημα. Ο ανωτέρω οδηγός του οχήματος έστριψε αρχικά στην οδό [ ] και μετά στο τέλος του δρόμου εισήλθε στην οδό [ ]. Όταν έφτασε στο τέλος της οδού [ ] και το σήμα ΑΛΤ, ο ΜΚ2 έκαμε σήμα στον οδηγό να σταματήσει με τα φώτα του περιπολικού έχοντας τους φάρους αναμμένους. Όμως, ο ανωτέρω οδηγός συνέχισε να οδηγεί μέχρι που έστριψε στην οδό [ ] χωρίς να σταματήσει το όχημα του, με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να χρησιμοποιήσει τις σειρήνες του περιπολικού και την μικροφωνική με την οποία τον καλούσε να σταματήσει, φωνάζοντας «Σταμάτα το όχημα σου, Αστυνομία». Ο ανωτέρω οδηγός συνέχισε να οδηγεί και έστριψε δεξιά στην οδό [ ] και αμέσως μετά έστριψε αριστερά και εισήλθε σε συγκρότημα κατοικιών και σταμάτησε το όχημα του έξω από την οικία με αρ. [ ] και κατέβηκε από το όχημα. (δ) Όταν ο οδηγός του ανωτέρω οχήματος κατέβηκε από το όχημα, κατέβηκε και ο ΜΚ2 από το περιπολικό και αφού τον πλησίασε τον ρώτησε το όνομα του. Ο οδηγός του απάντησε ότι ονομάζεται «Όμηρος», αλλά όταν ο ΜΚ2 του ζήτησε να του δείξει την άδεια οδηγού και την ταυτότητα του, αυτός φώναξε και του είπε «τί έκαμα είμαι σπίτι μου, τι θέλεις;». Ο ΜΚ2 τον ενημέρωσε για τα αδικήματα που διέπραξε και του ξαναζήτησε τα στοιχεία του, αλλά αυτός ανέφερε φωνάζοντας «Εγώ δεν σου δίνω τίποτε» και εισήλθε εντός της οικίας του. (ε) Στην συνέχεια, ο ΜΚ2 ανέφερε το πιο πάνω περιστατικό στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης, το οποίο ανέλαβε ο ΜΚ
  5. (στ) Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. (ζ) Ο ΜΚ2 δεν προέβη σε σύλληψη του οδηγού όταν έφτασε και μπήκε στην οικία του επειδή δεν μπορούσε να εισέλθει στην οικία του χωρίς ένταλμα σύλληψης. Συμφώνησε δε ότι για τα επίδικα αδικήματα μπορεί να εκδοθεί και εξώδικο, αλλά δεν εξέδωσε στην παρούσα περίπτωση επειδή δεν γνώριζε τα στοιχεία του οδηγού.
  6. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη

(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Ο ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Άλλωστε, ο ΜΚ1 δεν ήταν παρών κατά το επίδικο περιστατικό. Απλά ήταν το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η καταγγελία από τον ΜΚ2 και αυτός που έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν ποιος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος ή κατά πόσο ο ίδιος έλεγξε το επίδικο όχημα αν είχε φιμέ γυαλιά δεν είναι σημεία που μπορούν να πλήξουν την γενικότερη αξιοπιστία του. Άλλωστε, η καταγγελία και οι κατηγορίες αφορούν συγκεκριμένο χρόνο, ήτοι την 11.10.2021, και όχι τον χρόνο κατά τον οποίο ο ΜΚ1 έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ1 και την αποδέχεται. Ο ΜΚ2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν σταθερός και ήρεμος στις απαντήσεις του και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Το γεγονός ότι δεν προέβη σε σύλληψη του Κατηγορούμενου δεν είναι στοιχείο που πλήττει το θεμέλιο της μαρτυρίας του. Άλλωστε, ο ΜΚ2 εξήγησε ότι δεν προχώρησε σε σύλληψη επειδή ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οικία του και τα αδικήματα που διέπραξε τιμωρούνται με εξώδικο, το οποίο, όμως, δεν μπορούσε να εκδώσει καθότι δεν είχε τα πλήρη στοιχεία του προσώπου που οδηγούσε το επίδικο όχημα. Οι ανωτέρω εξηγήσεις του ΜΚ2 είναι πειστικές για τον τρόπο που άσκησε την διακριτική εξουσία του να μην συλλάβει τον Κατηγορούμενο, λαμβάνοντας υπόψιν την σοβαρότητα των αδικημάτων. Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 κρίνεται γενικά ως αξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 ότι δεν μπορούσε να δει μέσα στο όχημα από τα παράθυρα επειδή αυτά ήταν μαύρα φιμέ. Ο ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι δεν επέβαινε άλλο πρόσωπο στο επίδικο όχημα και ήταν βέβαιος για τούτο, ενώ θέση του ήταν ότι όλα τα παράθυρα ήταν μαύρα φιμέ και μόνο σκιές μπορούσε να δει. Όταν δε ρωτήθηκε επανειλημμένα κατά την αντεξέταση περί τούτου, ο ΜΚ2 επέμενε ότι είδε πως δεν επέβαινε άλλο πρόσωπο στο επίδικο όχημα, θέση που αντιβαίνει την προηγούμενη θέση του ότι τα παράθυρα ήταν μαύρα φιμέ και δεν μπορούσε να δει από μέσα. Τα ανωτέρω, όμως, δεν κλονίζουν και ούτε μολύνουν το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2, την οποία το Δικαστήριο αποδέχεται εκτός από το ανωτέρω μέρος της μαρτυρίας του αναφορικά με το ότι τα παράθυρα ήταν μαύρα φιμέ και μόνο σκιά μπορούσε να δει κανείς από μέσα (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307). 5. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Όσον αφορά την αναγνώριση του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ2 εντός του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαία αδικήματα (βλ. Τουμάζου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 166/2016) ημερ 05/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432) και το γεγονός ότι ο ΜΚ2 κρίθηκε ως αξιόπιστος μάρτυρας και με βάση την μαρτυρία του είχε δει και μιλήσει στον Κατηγορούμενο κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, το Δικαστήριο αποδέχεται την αναγνώριση του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ2 ως το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα (βλ. επίσης Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 538). Συνεπώς, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ήτοι στις 11.10.2021 και περί ώρα 19:15 στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας. 1η Κατηγορία Η 1η κατηγορία αφορά οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και χρήση τηλεφώνου «κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(14)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/84 όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/2008 και άρθρου 19 και άρθρο 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80(Ι)/2000 και Νόμο 243(Ι)/2004 και Κ.Δ.Π.444/2010 και του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεων Αδικημάτων Νόμου 47(Ι)/97 όπως έχει τροποποιηθεί». Οι Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί (Κ.Δ.Π.66/84) έτυχαν διάφορων τροποποιήσεων κατά καιρούς από το 1984 μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το παρόν κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται στην βάση του Κανονισμού 58
(14)ως αυτός θεσπίστηκε από τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2008 (Κ.Δ.Π.189/2008) ως εξής: «
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Μετά το 2008, όμως, και συγκεκριμένα το 2020, ο Κανονισμός 58
(14)έχει στην ουσία καταργηθεί και αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου με νέο κείμενο από τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2020 (Κ.Δ.Π.363/2020), οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ την 01/10/2020. Συγκεκριμένα, το νέο κείμενο του Κανονισμού 58
(14), που ισχύει από 01/10/2020 μέχρι σήμερα έχει ως εξής: «
(14)(α) Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος: Νοείται ότι, ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Κανονισμού 72, σε περίπτωση που ο οδηγός είναι πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα των κατηγοριών Ν2, Ν3, Μ2 ή Μ3, όπως αυτές ορίζονται στο Μέρος Α του Παραρτήματος ΧΙΙΙ των περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (Κατηγορίες Μ, Ν και Ο), των Κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους Κανονισμών οδηγεί ταξί εν ώρα υπηρεσίας και το αντικείμενο το οποίο κρατά κατά το χρόνο της οδήγησης είναι κινητό τηλέφωνο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6000): Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει στον καταδικασθέντα επιπρόσθετα με τις πιο πάνω ποινές, στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος. (β) Σε περίπτωση που πρόσωπο που καταδικάστηκε με βάση τις διατάξεις της υποπαραγράφου (α) διαπράξει, εντός τριών
(3)ετών από την καταδίκη του, οποιοδήποτε αδίκημα που τιμωρείται με βάση την εν λόγω υποπαράγραφο, το Δικαστήριο δύναται να του επιβάλει ποινές διπλάσιες από τις προβλεπόμενες στην εν λόγω υποπαράγραφο.» Στην απόφαση Σάββα ν Πάφου
(2011)2 ΑΑΔ 496 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής σχετικά: «Η κατηγορία εναντίον του εφεσείοντα βασίστηκε σε καταργηθέντα νόμο και ήταν σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου, χωρίς τροποποίηση, να καταδικάσει τον εφεσείοντα για παρόμοιο αδίκημα που δημιουργήθηκε δυνάμει νεότερου νόμου ο οποίος δεν αναφερόταν στο κατηγορητήριο. [.]Δεν είναι ορθή αυτή η θέση, καθότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ο εφεσείων ήταν αυτό της στάθμευσης άνευ τέλους κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν. 84/63 και όχι αυτό της στάθμευσης άνευ τέλους κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν. 47(Ι)/
  1. Θεωρούμε ότι ένας κατηγορούμενος που κατηγορείται δυνάμει καταργηθέντος νόμου δεν μπορεί να μην επηρεάζεται δυσμενώς στα δικαιώματα του αν θεωρηθεί ότι κατηγορείται δυνάμει άλλου νόμου ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. [.] Στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για απλό λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται. Πρόκειται για λάθος στον ίδιο το νόμο, με βάση τον οποίο κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος-εφεσείων, ο οποίος είχε καταργηθεί και αντικατασταθεί από άλλο νόμο, πριν τον ουσιώδη χρόνο. [.] (ε) [.] Το ελάττωμα του κατηγορητηρίου, στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν είναι τυπικό αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της κατηγορίας.» Επίσης, στην πιο πρόσφατη απόφαση του, Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Ζαντή κ.α. (Ποινική Έφεση 126/2018) ημερ. 16/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B429, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «.η εισήγηση του συνηγόρου ήταν ότι θα μπορούσε το πρωτόδικο δικαστήριο να στηριχτεί στον προηγούμενο Νόμο, ήτοι, το Νόμο 75(Ι)/97, ο οποίος καταργήθηκε από το Ν. 106(Ι)/12 και ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν περιλαμβανόταν στη νομική βάση του κατηγορητηρίου. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, αυτή είναι εισήγηση η οποία με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης. Το κατηγορητήριο θα έπρεπε με σαφήνεια να προσδιορίζει τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η κατηγορία, έτσι ώστε η Υπεράσπιση να μπορεί να έχει τη δυνατότητα να προβάλει οτιδήποτε προς υπεράσπιση των κατηγοριών.» Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορία αφορά αδίκημα που διαπράχθηκε την 11.10.2021, δηλαδή μετά που τέθηκε σε ισχύ η Κ.Δ.Π.363/
  2. Ο Κατηγορούμενος, όμως, κατηγορήθηκε για το αδίκημα της οδήγησης και χρήσης τηλεφώνου κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(14)που θέσπισε η Κ.Δ.Π.189/2008 και όχι για το αδίκημα της οδήγησης και χρήσης τηλεφώνου κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(14)(α) που θέσπισε η Κ.Δ.Π.363/
  1. Συνεπώς, το αδίκημα που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο με το παρόν κατηγορητήριο δεν υφίστατο κατά τον επίδικο χρόνο. Τούτο δε δεν μπορεί να διασωθεί από την απλή αναφορά στους αρχικούς Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς (Κ.Δ.Π.66/84). Το άρθρο 1 της Κ.Δ.Π.363/2020 προνοεί ότι «οι βασικοί κανονισμοί και οι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί του 1984 μέχρι του 2020». Δεν υπάρχει τέτοια αναφορά στο παρόν κατηγορητήριο που να παραπέμπει δηλαδή στο ενιαίο και τροποποιημένο κείμενο των Κανονισμών μέχρι και την Κ.Δ.Π.363/
  2. Ούτε και έχει οποιαδήποτε σημασία εάν τα λεκτικά των δύο κειμένων, δηλαδή το λεκτικό του Κανονισμού 58
(14)της Κ.Δ.Π.189/2008 και το λεκτικό του Κανονισμού 58
(14)(α) της Κ.Δ.Π.363/2020, έχουν οποιεσδήποτε ομοιότητες μεταξύ τους. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στις 11.10.2021 δεν υφίστατο το αδίκημα που καταγράφεται στο κατηγορητήριο και προσάπτεται στον Κατηγορούμενο, δηλαδή παραβίαση του Κανονισμού 58
(14)ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/2008. Όπως επιτάσσει και η αρχή nullum crimen sine lege, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 12.1 του Συντάγματος και το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος για πράξη ή παράλειψη που δεν συνιστά αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο κατά τον χρόνο τέλεσης της. Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Vol.10) 3rd edition
(1958)σελ.389 αναφέρεται ότι "Where a section under which an indictment is laid has been repealed, the indictment is bad although the offence charged has, in its essence, been preserved by a later statute" με παραπομπή στην αγγλική απόφαση R v Taylor
(1925)18 Cr. App. Rep. 105, 107 όπου το Αγγλικό Criminal Appeal Court ακύρωσε την καταδίκη του κατηγορούμενου καταλήγοντας ως εξής: "The indictment is clearly bad. It was not amended, and in the opinion of the Court this appeal succeeds. Conviction quashed." Η Κατηγορούσα Αρχή δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 83 του ΚΕΦ.155. Ούτε το Δικαστήριο υπέχει υποχρέωσης αυτεπάγγελτης τροποποίησης του κατηγορητηρίου (βλ. Attorney General v Kyprianou
(1988)2 CLR 209). Άλλωστε, στις ανωτέρω αποφάσεις Σάββα και Ζαντή, κρίθηκε ότι επηρεάζονταν δυσμενώς τα δικαιώματα των κατηγορούμενων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες βάσει νομοθετικών προνοιών που δεν βρίσκονταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπρόσθετα, επισημαίνω ότι η Κ.Δ.Π.363/2020 τροποποίησε και τον Κανονισμό 72, ο οποίος επίσης αποτελεί μέρος της νομικής βάσης του παρόντος κατηγορητηρίου, αυξάνοντας την μέγιστη χρηματική ποινή από Λ.Κ.1000 σε €3000. Ως εκ τούτου, το κατηγορητήριο δεν μπορεί να τροποποιηθεί ούτε δυνάμει του άρθρου 85
(4)του ΚΕΦ.155, καθότι σε τέτοια περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα υπόκειται σε μεγαλύτερη ποινή. Ενόψει των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. 2η Κατηγορία Σχετικός με την 2η κατηγορία είναι ο Καν.50
(21)των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984 ως έχουν τροποποιηθεί: «Η χρησιμοποιουμένη δι' αλεξήνεμα παράθυρα και διαχωρίσματα μηχανοκινήτων οχημάτων ύαλος δέον όπως είναι τοιαύτης κατασκευής ώστε εις περίπτωσιν θραύσεως να μη καταλείπη αιχμηράς ή κοπτεράς σχίζας, διατηρήται δε εις τοιαύτην κατάστασιν ώστε να μη παρεμποδίζη την καλή ορατότητα του οδηγού, εν όσω ούτως οδηγεί το όχημα. Νοείται ότι δεν επιτρέπεται να επικολληθεί οτιδήποτε στο αλεξήνεµο ή στους υαλοπίνακες των θυρών των θέσεων του οδηγού και συνοδηγού του οχήµατος που να παρεµποδίζει την ορατότητα ή που να διαφοροποιεί την ορατότητα ή που να διαφοροποιεί την αρχική διαφάνεια, χρωµατισµό ή κατασκευαστική αντοχή τους, όπως αυτοί έχουν κατασκευαστεί ή λάβει έγκριση τύπου, εξαιρουµένης ειδικής µεµβράνης, εγκεκριµένης από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχηµάτων.» Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 αναφορικά με το χρώμα των παράθυρων του επίδικου οχήματος δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ούτως ή άλλως, όμως, ο ΜΚ2 δεν ανέφερε αν είχε επικολληθεί οτιδήποτε στα παράθυρα του οχήματος ή αν η κατάσταση του αλεξήνεμου περιόριζε την καλή ορατότητα του οδηγού, δηλαδή του προσώπου που βρίσκεται εντός του οχήματος. Ο δε ΜΚ1 δεν θυμόταν αν είχε ελέγξει ο ίδιος το επίδικο όχημα. Συνεπώς, δεν υπάρχει ενώπιον μου ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ανωτέρω αδίκημα. Ενόψει των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η κατηγορία. 3η και 4η Κατηγορία Σχετικός είναι ο Καν. 58
(2)(στ)(ζ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984 ως έχουν τροποποιηθεί: «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- . (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημά του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν. Νοείται ότι, ο δηµοτικός τροχονόµος ή ο σχολικός τροχονόµος εκτελεί καθήκοντα που καθορίζονται από τον περί ∆ήµων Νόµο· (ζ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνοµικό µε στολή, να δίνει σ'αυτόν τα ακριβή στοιχεία της ταυτότητας του και τη διεύθυνση του, καθώς και τα στοιχεία της ταυτότητας και τον τόπο διαµονής ή εργασίας του ιδιοκτήτη του µηχανοκινήτου οχήµατος.». Στην παρούσα υπόθεση, και σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2 που κρίθηκε ως αξιόπιστη, το Δικαστήριο προβαίνει στα κατωτέρω ευρήματα: (α) Ο ΜΚ2, οδηγώντας κατά τον επίδικο χρόνο το υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας, προς το τέλος της οδού [ ] στην Ορόκλινη, άναψε τους φάρους του οχήματος και έκαμε σήμα στον Κατηγορούμενο με τα φώτα του υπηρεσιακού οχήματος να σταματήσει το όχημα του, το οποίο προπορευόταν. Ο Κατηγορούμενος, όμως, συνέχισε να οδηγεί και όταν εισήλθε στην οδό [ ] της [ ], ο ΜΚ2 συνέχισε να τον ακολουθεί και χρησιμοποίησε τις σειρήνες του υπηρεσιακού οχήματος της Αστυνομίας και κάλεσε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει το όχημα του φωνάζοντας του από την μικροφωνική του οχήματος «Σταμάτα το όχημα σου, Αστυνομία». Ο Κατηγορούμενος, όμως, συνέχισε να οδηγεί και εισήλθε σε συγκρότημα κατοικιών και στάθμευσε το όχημα έξω από την οικία του. (β) Στην συνέχεια, και μετά που στάθμευσε το όχημα του ο Κατηγορούμενος έξω από την οικία του και κατέβηκε από το όχημα του, ο ΜΚ2 κατέβηκε επίσης από το υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας και ζήτησε τα στοιχεία του και ο Κατηγορούμενος απάντησε μόνο το μικρό όνομα του. Όταν δε του ζητήθηκε από τον ΜΚ2 να παρουσιάσει άδεια οδηγού και ταυτότητα, ο Κατηγορούμενος απάντησε «τί έκαμα είμαι σπίτι μου, τι θέλεις;» και μπήκε στην οικία του χωρίς να δώσει τα ακριβή στοιχεία της ταυτότητας του φωνάζοντας στον ΜΚ2 «Εγώ δεν σου δίνω τίποτε». Παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία κατά πόσο ο ΜΚ2 ήταν με την στολή του αστυνομικού κατά τον ανωτέρω επίδικο τόπο και χρόνο, τούτο δεν είναι απαραίτητο όταν ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν αστυνομικός (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences (23rd edition, 2007) παρα.6.17). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, ο ΜΚ2 βρισκόταν εντός του υπηρεσιακού οχήματος της Αστυνομίας, έθεσε σε λειτουργία τους φάρους και σειρήνες του οχήματος και φώναξε από την μικροφωνική «Σταμάτα το όχημα σου, Αστυνομία». Τα ανωτέρω δεδομένα ικανοποιούν το στοιχείο της «στολής», η οποία έχει ευρεία έννοια (βλ. Φερεκύδου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 184/2016) ημερ. 11/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B438). Συνεπώς, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι κλήθηκε από αστυνομικό να ακινητοποιήσει το όχημα του και μετέπειτα να δώσει τα στοιχεία του, αλλά παρέλειψε να το πράξει. Αντιθέτως, συνέχισε να οδηγεί το επίδικο όχημα μέχρι που έφτασε στο σπίτι του αγνοώντας όλα τα σήματα που του έκαμε ο ΜΚ2 από το τέλος της οδού [ ] και στην οδό [ ] μέχρι που έφτασε έξω από την οικία του και στην συνέχεια αρνήθηκε να δώσει τα πλήρη στοιχεία του στον ΜΚ2 και εισήλθε εντός της οικίας του. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου πρόβαλε, ως γραμμή υπεράσπισης, το γεγονός ότι ο ΜΚ2 δεν εξέδωσε εξώδικο στον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα τα οποία κατηγορείται. Παράπεμψε δε το Δικαστήριο στα άρθρα 5 και 9 του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμου (Ν.47(I)/1997). Οι ανωτέρω νομοθετικές πρόνοιες, όμως, δεν επιβάλλουν υποχρέωση στον αστυνομικό να εκδώσει εξώδικο, αλλά του δίδουν την δυνατότητα και διακριτική εξουσία να το πράξει. Σχετική είναι η φράση «δύναται» στις ανωτέρω πρόνοιες. Συνεπώς, δεν αποτελεί υπεράσπιση για τον Κατηγορούμενο το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε εξώδικο πρόστιμο, αφού ούτως ή άλλως αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Δημητρίου
(2003)2 ΑΑΔ 45). Ενόψει των ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων και το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην 3η και 4η κατηγορία. 6. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στις κατηγορίες 3 και 4, ενώ ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.