Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ευτέρπη Ορφανίδου, Αρ. Υπόθεσης: 23035/2022, 21/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23035/2022 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή ν Ευτέρπη Ορφανίδου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 21.09.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: Προσωπικά Κατηγορούμενη παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει κλείσει την υπόθεση της, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης ώστε να κληθεί σε απολογία και να υποχρεωθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο προβαίνει σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση της μαρτυρίας, χωρίς αξιολόγηση της αξιοπιστίας της, και είναι αρκετό αν αυτή δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής, έτσι ώστε αν η Κατηγορούμενη δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, η καταδίκη της από το Δικαστήριο να είναι μια λογική πραγματική δυνατότητα (βλ. Grant v Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 808, Police v Kallenos
(1980)JSC 145). Η απαλλαγή της Κατηγορούμενης σε αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει καταδίκη σ΄ αυτή (βλ. Azinas v Police
(1981)1 CLR 250). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα προς υποστήριξη της υπόθεσης της, ήτοι τον Αστ.2667 Κ.Κ. (ΜΚ1). Η μαρτυρία του είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν προτίθεμαι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας να την παραθέσω. Έχω θέσει ενώπιον μου την μαρτυρία που προσκομίστηκε με γνώμονα πάντα τις πιο πάνω νομικές αρχές. Είμαι τη γνώμης ότι η εισήγηση της Κατηγορούμενης ότι ο ΜΚ1 υπέπεσε σε ανακρίβειες είναι ζήτημα που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο τέλος της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Από την προσαχθείσα μαρτυρία διαπιστώνω ότι αυτή δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία, που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει ένα λογικό Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της (βλ. Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος και χρήσης τηλεφώνου «κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(14)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/84 όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/2008 και άρθρου 19 και άρθρο 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80(Ι)/2000 και Νόμο 243(Ι)/2004 και Κ.Δ.Π.444/2010 και του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεων Αδικημάτων Νόμου 47(Ι)/97 όπως έχει τροποποιηθεί». Οι Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί (Κ.Δ.Π.66/84) έτυχαν διάφορων τροποποιήσεων κατά καιρούς από το 1984 μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το παρόν κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη κατηγορείται στην βάση του Κανονισμού 58
(14)ως αυτός τροποποιήθηκε από τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2008 (Κ.Δ.Π.189/2008) με το εξής κείμενο: «
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Μετά το 2008, όμως, και συγκεκριμένα το 2020, ο Κανονισμός 58
(14)έχει στην ουσία καταργηθεί και αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου με νέο κείμενο από τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2020 (Κ.Δ.Π.363/2020), οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ την 01/10/2020. Συγκεκριμένα, το νέο κείμενο του Κανονισμού 58
(14), που ισχύει από 01/10/2020 μέχρι σήμερα έχει ως εξής: «
(14)(α) Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος: Νοείται ότι, ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Κανονισμού 72, σε περίπτωση που ο οδηγός είναι πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα των κατηγοριών Ν2, Ν3, Μ2 ή Μ3, όπως αυτές ορίζονται στο Μέρος Α του Παραρτήματος ΧΙΙΙ των περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (Κατηγορίες Μ, Ν και Ο), των Κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους Κανονισμών οδηγεί ταξί εν ώρα υπηρεσίας και το αντικείμενο το οποίο κρατά κατά το χρόνο της οδήγησης είναι κινητό τηλέφωνο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€60000): Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει στον καταδικασθέντα επιπρόσθετα με τις πιο πάνω ποινές, στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος. (β) Σε περίπτωση που πρόσωπο που καταδικάστηκε με βάση τις διατάξεις της υποπαραγράφου (α) διαπράξει, εντός τριών
(3)ετών από την καταδίκη του, οποιοδήποτε αδίκημα που τιμωρείται με βάση την εν λόγω υποπαράγραφο, το Δικαστήριο δύναται να του επιβάλει ποινές διπλάσιες από τις προβλεπόμενες στην εν λόγω υποπαράγραφο.» Στην απόφαση Σάββα ν Πάφου
(2011)2 ΑΑΔ 496 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής σχετικά: «(α) Η κατηγορία εναντίον του εφεσείοντα βασίστηκε σε καταργηθέντα νόμο και ήταν σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου, χωρίς τροποποίηση, να καταδικάσει τον εφεσείοντα για παρόμοιο αδίκημα που δημιουργήθηκε δυνάμει νεότερου νόμου ο οποίος δεν αναφερόταν στο κατηγορητήριο. (β) [.]Δεν είναι ορθή αυτή η θέση, καθότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ο εφεσείων ήταν αυτό της στάθμευσης άνευ τέλους κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν. 84/63 και όχι αυτό της στάθμευσης άνευ τέλους κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν. 47(Ι)/
- Θεωρούμε ότι ένας κατηγορούμενος που κατηγορείται δυνάμει καταργηθέντος νόμου δεν μπορεί να μην επηρεάζεται δυσμενώς στα δικαιώματα του αν θεωρηθεί ότι κατηγορείται δυνάμει άλλου νόμου ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. (γ) Όταν το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εις βάρος του κατηγορούμενου-εφεσείοντα δεν ανέφερε οτιδήποτε για το Ν. 47(Ι)/97 παρόλο που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπερασπίσεως είχε εγείρει το ζήτημα της κατάργησης του Ν. 84/
- Με βάση ποιά νομοθετική πρόνοια βρήκε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση; (δ) [.] Στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για απλό λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται. Πρόκειται για λάθος στον ίδιο το νόμο, με βάση τον οποίο κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος-εφεσείων, ο οποίος είχε καταργηθεί και αντικατασταθεί από άλλο νόμο, πριν τον ουσιώδη χρόνο. [.] (ε) [.] Το ελάττωμα του κατηγορητηρίου, στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν είναι τυπικό αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της κατηγορίας.» Επίσης, στην πιο πρόσφατη απόφαση του, Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Ζαντή κ.α. (Ποινική Έφεση 126/2018) ημερ. 16/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B429, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «.η εισήγηση του συνηγόρου ήταν ότι θα μπορούσε το πρωτόδικο δικαστήριο να στηριχτεί στον προηγούμενο Νόμο, ήτοι, το Νόμο 75(Ι)/97, ο οποίος καταργήθηκε από το Ν. 106(Ι)/12 και ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν περιλαμβανόταν στη νομική βάση του κατηγορητηρίου. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, αυτή είναι εισήγηση η οποία με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης. Το κατηγορητήριο θα έπρεπε με σαφήνεια να προσδιορίζει τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η κατηγορία, έτσι ώστε η Υπεράσπιση να μπορεί να έχει τη δυνατότητα να προβάλει οτιδήποτε προς υπεράσπιση των κατηγοριών.» Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορία αφορά αδίκημα που διαπράχθηκε την 08/09/2022, δηλαδή μετά που τέθηκε σε ισχύ η Κ.Δ.Π.363/
- Η Κατηγορούμενη, όμως, κατηγορήθηκε για το αδίκημα της οδήγησης και χρήσης τηλεφώνου κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(14)που θέσπισε η Κ.Δ.Π.189/2008 και όχι για το αδίκημα της οδήγησης και χρήσης τηλεφώνου κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(14)(α) που θέσπισε η Κ.Δ.Π.363/
- Συνεπώς, το αδίκημα που προσάπτεται στην Κατηγορούμενη με το παρόν κατηγορητήριο δεν υφίστατο κατά τον επίδικο χρόνο. Τούτο δε δεν μπορεί να διασωθεί από την απλή αναφορά στους αρχικούς Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς (Κ.Δ.Π.66/84). Το άρθρο 1 της Κ.Δ.Π.363/2020 προνοεί ότι «οι βασικοί κανονισμοί και οι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί του 1984 μέχρι του 2020». Δεν υπάρχει τέτοια αναφορά στο παρόν κατηγορητήριο που να παραπέμπει δηλαδή στο ενιαίο και τροποποιημένο κείμενο των Κανονισμών μέχρι και την Κ.Δ.Π.363/
- Ούτε και έχει οποιαδήποτε σημασία εάν τα λεκτικά των δύο κειμένων, δηλαδή το λεκτικό του Κανονισμού 58
(14)της Κ.Δ.Π.189/2008 και το λεκτικό του Κανονισμού 58
(14)(α) της Κ.Δ.Π.363/2020, έχουν οποιεσδήποτε ομοιότητες μεταξύ τους. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στις 08/09/2022 δεν υφίστατο το αδίκημα που καταγράφεται στο κατηγορητήριο και προσάπτεται στην Κατηγορούμενη, δηλαδή παραβίαση του Κανονισμού 58
(14)ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/2008. Όπως επιτάσσει και η αρχή nullum crimen sine lege, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 12.1 του Συντάγματος και το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος για πράξη ή παράλειψη που δεν συνιστά αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο κατά τον χρόνο τέλεσης της. Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Vol.10) 3rd edition
(1958)σελ.389 αναφέρεται ότι "Where a section under which an indictment is laid has been repealed, the indictment is bad although the offence charged has, in its essence, been preserved by a later statute" με παραπομπή στην αγγλική απόφαση R v Taylor
(1925)18 Cr. App. Rep. 105, 107 όπου το Αγγλικό Criminal Appeal Court ακύρωσε την καταδίκη του κατηγορούμενου καταλήγοντας ως εξής: "The indictment is clearly bad. It was not amended, and in the opinion of the Court this appeal succeeds. Conviction quashed." Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην παρούσα υπόθεση, με το παρόν κατηγορητήριο ως έχει το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για αδίκημα βάσει του Κανονισμού 58
(14)ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/
- Διότι πολύ απλά το κείμενο του εν λόγω κανονισμού ήταν ανύπαρκτο την 08/09/2022, αφού είχε καταργηθεί και αντικατασταθεί πλήρως από νέο κείμενο με μεταγενέστερους τροποποιητικούς κανονισμούς, οι οποίοι δεν αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει κλείσει την υπόθεση της και δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 83 του ΚΕΦ.
- Σημειώνεται, επίσης, ότι το Δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωσης αυτεπάγγελτης τροποποίησης του κατηγορητηρίου (βλ. Attorney General v Kyprianou
(1988)2 CLR 209). Άλλωστε, στις ανωτέρω αποφάσεις Σάββα και Ζαντή, κρίθηκε ότι επηρεάζονταν δυσμενώς τα δικαιώματα των κατηγορούμενων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες βάσει νομοθετικών προνοιών που δεν βρίσκονταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπρόσθετα, επισημαίνω ότι η Κ.Δ.Π.363/2020 τροποποίησε και τον Κανονισμό 72, ο οποίος επίσης αποτελεί μέρος της νομικής βάσης του παρόντος κατηγορητηρίου, αυξάνοντας την μέγιστη χρηματική ποινή από Λ.Κ.1000 σε €3000. Καταλήγω, λοιπόν, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης καθότι κατηγορείται για αδίκημα που την 08/09/2022 δεν υφίστατο σύμφωνα με την νομική βάση του κατηγορητηρίου. Γι' αυτό και η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο