ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. OUO OUO KPOGHOMOU, Αρ. Υπόθεσης: 19977/2022, 30/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19977/2022 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν OUO OUO KPOGHOMOU Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30.10.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Προξένου Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Το Κατηγορητήριο Στην παρούσα υπόθεση και σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 14/10/2022, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για την διάπραξη των κατωτέρω αδικημάτων: (α) αμελής οδήγηση και πρόκληση ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση των άρθρων 8
(1)(β)
(2), 19
(1)
(4)και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία), (β) χρήση μηχανοκίνητου οχήματος σε οδό χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(α), 3
(4)(α), 38 και 40 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Τρίτου) Νόμου (Ν.96(Ι)/2000) όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 69(Ι)/2007 και άρθρο 20Α του Ν.86/1972 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία), (γ) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 8, 15 και 49
(1)(α) του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου (Ν.94(Ι)/2001) όπως έχει τροποποιηθεί (3η κατηγορία), (δ) εγκατάλειψη σκηνής δυστυχήματος που προκάλεσε ζημιά σε περιουσία χωρίς παροχή βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 235Α
(3)
(5)του Ποινικού Κώδικα (ΚΕΦ.154) και άρθρο 20Α του Ν.86/1972 όπως έχει τροποποιηθεί (4η κατηγορία), και (ε) οδήγηση οχήματος, το οποίο δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5Β του Ν.86/1972 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο Ν.5(Ι)/2010 (5η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τους Αστυφύλακα 2161 Γ.Ν. (ΜΚ1) και τον Ζ.Φ. (ΜΚ2). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και να μην καλέσει μάρτυρες. Η ΜΚ1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στον κλάδο διερεύνησης οδικών τροχαίων συγκρούσεων της τροχαίας Λάρνακας. Παρουσίασε την κατάθεση της ημερ. 09/09/2022 (Τεκμήριο 1) και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με αυτήν, την 06/06/2022 και ώρα 13:00 ο ΜΚ2 προσήλθε στην Τροχαία Λάρνακας και κατάγγειλε ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 12:30 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του με αρ. εγγραφής [ ] επί της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου στην Λάρνακα κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος του το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] και ακολούθως ο οδηγός του εν λόγω οχήματος εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει τα στοιχεία του. Αφού έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ2, η ΜΚ1 μετέβηκε στην σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ2, ο οποίος της υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, και η ΜΚ1 ετοίμασε ένα πρόχειρο σχεδιαγράφημα του δυστυχήματος που κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην βάση αυτού ετοίμασε μετά και συμμετρικό σχεδιαγράφημα, το οποίο κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Από τον έλεγχο της σκηνής που διενήργησε η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι η Λεωφόρος Γρηγόρη Αυξεντίου είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας στην κάθε πορεία και ο δρόμος είναι ευθύς, επίπεδος και καλής επιφάνειας και το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα (ΧΑΩ). Όσον αφορά το μηχανοκίνητο όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2 είναι μάρκας Toyota και χρώματος άσπρου και είχε εκδορές στον πίσω προφυλακτήρα. Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν όντως ο ΜΚ
- Ακολούθως, η ΜΚ1 έκαμε έρευνα στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας και διαπίστωσε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του άλλου ενεχόμενου οχήματος με αρ. εγγραφής [ ] ήταν ο Κατηγορούμενος με ελλιπή στοιχεία διαμονής και επικοινωνίας. Προς τούτο παρουσίασε το Τεκμήριο 4 από το σύστημα της Αστυνομίας, όπου φαίνεται ότι το όχημα είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από την 01/06/
- Μετά από αρκετές προσπάθειες της, κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο και στις 06/09/2022 μεταξύ των ωρών 23:00-23:10 έλαβε γραπτή κατάθεση από αυτόν, όπου ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αυτός οδηγούσε το ανωτέρω όχημα στις 06/06/2022 και ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Μετά από έλεγχο των εγγράφων του Κατηγορούμενου, η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι αυτός δεν ήταν κάτοχος κυπριακής άδειας οδήγησης (βλ. Τεκμήριο 5) και ως εκ τούτου δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλειας. Κατά την κυρίως εξέταση της, η ΜΚ1 επεξήγησε το σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 3) και την πορεία των δύο οχημάτων διευκρινίζοντας ότι το ετοίμασε σύμφωνα με τα όσα της ανέφερε ο ΜΚ2 και ο λόγος που δεν φαίνονται τα οχήματα στο σχεδιαγράφημα είναι επειδή ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε την σκηνή, ενώ ο ΜΚ2 μετέβηκε με το όχημα του στην τροχαία για να υποβάλει το παράπονο του. Πρόσθεσε δε ότι με βάση την κατάθεση του ΜΚ2 κατέληξε στο εύρημα ότι το όχημα του ΜΚ2 προπορευόταν του οχήματος του Κατηγορούμενο και ο ΜΚ2 ελάττωσε για να κατεβάσει μια επιβάτιδα και ο Κατηγορούμενος προφανώς δεν πρόλαβε να ελαττώσει με αποτέλεσμα να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και να υποστούν υλικές ζημιές. Επίσης, αναγνώρισε και υπέδειξε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο από το οποίο έλαβε κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος δεν αντεξέτασε την ΜΚ1 και δεν της υπέβαλε οποιεσδήποτε ερωτήσεις. Ο ΜΚ2 παρουσίασε την κατάθεση του ημερ. 06/06/2022 που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 8) και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με αυτήν, την 06/06/2022 και περί ώρα 12:30 ο ΜΚ2 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του με αρ. εγγραφής [ ] επί της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου στην Λάρνακα και σε κάποιο σημείο του δρόμου σταμάτησε πλησίον της στάσης λεωφορείου για να κατεβάσει ένα επιβάτη και το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος του, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος του, χωρίς όμως να τραυματιστεί ο ίδιος. Ακολούθως, ο ΜΚ2 κατέβηκε από το όχημα του και είδε ότι ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν αλλοδαπός και του είπε να καλέσουν Αστυνομία και ασφάλειες, αλλά αυτός έφυγε από το μέρος. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΚ2 αναγνώρισε το σχεδιαγράφημα της σκηνής και συμφώνησε με αυτό. Πρόσθεσε δε ότι όταν κατέβηκε από το όχημα του αμέσως μετά την σύγκρουση, ο οδηγός του άλλου οχήματος του είπε «I'm sorry μάστρε εν έσιει τίποτε». Ήταν δύο πρόσωπα εντός του οχήματος και ο ΜΚ2 τους έβγαλε φωτογραφία, όπως και τις πινακίδες με τον αριθμό εγγραφής του οχήματος. Επειδή τα οχήματα παρακώλυαν την κυκλοφορία στον δρόμο, ο ΜΚ2 είπε στον οδηγό του άλλου οχήματος να μετακινήσουν τα οχήματα τους και να καλέσουν την Αστυνομία, αλλά αυτός του είπε «I'm sorry μάστρε, no Αστυνομία». Μέχρι να μπει στο όχημα του ο ΜΚ2 για να το μετακινήσει, τα δύο αυτά πρόσωπα μπήκαν στο όχημα τους και έφυγαν. Ακολούθως, ο ΜΚ2 πήγε στην Αστυνομία και έδωσε την ανωτέρω κατάθεση. Επίσης, αναγνώρισε και υπέδειξε τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του άλλου οχήματος. Κατά την αντεξέταση του από τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ2 κλήθηκε να παρουσιάσει τις φωτογραφίες που ανέφερε ότι έβγαλε μετά την σύγκρουση, αλλά απάντησε ότι τις έχει διαγράψει από το κινητό του. Του υποβλήθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί αλλά σε εργασία στην Λεμεσό και ότι πρώτη φορά στην ζωή του έβλεπε τον Κατηγορούμενο, αλλά ο ΜΚ2 επέμενε ότι αυτός ήταν ο οδηγός του άλλου οχήματος.
- Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες και η μαρτυρία τους είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Έχω προβεί στην αξιολόγηση της όλης μαρτυρίας και αξιοπιστίας των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτές της φύσεως υποθέσεις έχει βαρύνουσα σημασία (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160), αφού το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, αλλά και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307), καθότι τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν εύκολα να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων γεγονότων (βλ. Ιωαννίδου ν Γιαννή
(1990)2 ΑΑΔ 260). Τα συμπεράσματα, φυσικά, που μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, η οποία αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά και τις δυνατότητες και ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών (βλ. Θεοδώρου ν Σάββα
(2016)1 ΑΑΔ 202). Άλλωστε, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107). Η ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ήρεμη και επεξηγητική στις απαντήσεις της. Επεξήγησε με σαφήνεια τα τεκμήρια που κατέθεσε και ιδιαίτερα το σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος, Τεκμήριο 3, που ετοίμασε η ίδια με βάση τα όσα της ανέφερε ο ΜΚ2. Η ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε καθόλου από τον Κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της να παραμείνει ουσιαστικά αναμφισβήτητη και ακλόνητη (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας
(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002) και ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v Νικολαΐδη
(2006)1 ΑΑΔ 1057 και Γ.Α. ν Δημοκρατίας (Ποινική Έφεση 178/2017) ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457). Τονίζεται δε ότι η ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δεν έφερε ένσταση κατά την κατάθεση της στο Δικαστήριο, αλλά και ούτε αντεξέτασε οτιδήποτε την ΜΚ1 σε σχέση με την κατάθεση του. Ο ΜΚ2 μου έκαμε επίσης καλή εντύπωση. Ανέφερε με φυσικό τρόπο τα όσα διαδραματίσθηκαν την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος. Τα όσα ανέφερε δια ζώσης ταυτίζονται με την πραγματική μαρτυρία που έδωσε η ΜΚ1 (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160) και συνάδουν με την κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 8), προσθέτοντας κάποιες περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με την στιχομυθία που είχε με τον Κατηγορούμενο αμέσως μετά το δυστύχημα. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος επέβαινε ακόμα ένα πρόσωπο και ο ίδιος είχε βγάλει φωτογραφία τόσο τις πινακίδες με τον αριθμό εγγραφής του οχήματος του Κατηγορούμενου, όσο και τα ίδια τα πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα του. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 ρωτήθηκε από τον Κατηγορούμενο αν έχει στην κατοχή του τις φωτογραφίες που να δείχνουν το πρόσωπο του Κατηγορούμενου και ο ΜΚ2 απάντησε ότι τις διέγραψε από το κινητό του. Άλλωστε, την θέση αυτή την εξέφρασε και στην κυρίως εξέταση του, δηλαδή ότι έστειλε τις φωτογραφίες στην ασφαλιστική εταιρεία του και δεν τις είχε πλέον. Στις υποβολές του Κατηγορούμενου ότι δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που οδηγούσε καθώς ο ίδιος βρισκόταν σε εργασία στην Λεμεσό, ο ΜΚ2 παρέμεινε σταθερός και αμετακίνητος στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν όντως ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος. Εκτός του ότι οι ανωτέρω υποβολές του Κατηγορούμενου δεν στηρίχθηκαν από οποιαδήποτε μαρτυρία και συνεπώς παρέμειναν μετέωρες, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 6) αναφέρει ότι ήταν αυτός που οδηγούσε το όχημα του κατά το επίδικο δυστύχημα. Όπως είναι νομολογιακά γνωστό και καθιερωμένο, το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου και συνήθως μεγαλύτερη βαρύτητα αποδίδεται στο μέρος της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του Κατηγορούμενου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Γιώρκας ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 27/2021) ημερ. 16/03/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο αποδίδει βαρύτητα στο μέρος της κατάθεσης του Κατηγορούμενου που τον τοποθετεί στην θέση του οδηγού του οχήματος, που συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ
- Δεν θα αποδοθεί, όμως, οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος της κατάθεσης του Κατηγορούμενου ότι δεν προκλήθηκε ζημιά στο όχημα του ΜΚ2 και ότι εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος επειδή θεώρησε ότι δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά. Και τούτο επειδή οι εκδορές στον πίσω προφυλακτήρα του οχήματος του ΜΚ2 επιβεβαιώθηκαν και από την ΜΚ1, αλλά αποτελεί και απόρροια κοινής λογικής να προκληθεί υλική ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος λαμβάνοντας υπόψιν τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση στην βάση της πραγματικής μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την ΜΚ
- Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ2 αξιολογείται θετικά και κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο, το οποίο και αποδέχεται την μαρτυρία του.
- Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. 1η Κατηγορία Σχετικό είναι το άρθρο 8
(1)(β) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) ως έχει τροποποιηθεί που προνοεί τα εξής: «Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα, που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000).» Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο με διαφορά, βέβαια, το βάρος απόδειξης (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το καθήκον επιμέλειας (standard of care) οφείλεται έναντι οποιουδήποτε προσώπου που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού και το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό, ενώ η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Χαραλάμπους ν McGill (Πολ. Έφεση 38/2015) ημερ. 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Έστω και μικρού βαθμού αμέλεια, στις ποινικές υποθέσεις είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, καθώς και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1, 2, 3 και 8, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι την 06/06/2022 και ώρα 12:30 ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής [ ] επί της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου στην Λάρνακα και προπορευόταν του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ] που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και πλησίον στάσης λεωφορείου ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του για να κατεβάσει έναν επιβάτη και το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος του ΜΚ2. Η ΜΚ1 επιβεβαίωσε τις εκδορές στον πίσω προφυλακτήρα του οχήματος του ΜΚ2 και σημείωσε το σημείο σύγκρουσης επί του σχεδιαγραφήματος της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινούνταν τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα. Την σύγκρουση (αλλά όχι τις ζημιές) παραδέχθηκε και ο Κατηγορούμενος στην γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 6). Εφόσον το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος υπείχε καθήκον επιμέλειας προς τον οδηγό, ιδιοκτήτη και τυχόν επιβάτες του προπορευόμενου οχήματος. Βασικές παράμετροι του καθήκοντος επιμέλειας που είχε ο Κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση είναι η αντίληψη του προπορευόμενου οχήματος και η τήρηση απόστασης ασφάλειας από αυτό, λογικό όριο ταχύτητας και άσκηση της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας που θα του παρείχε τη δυνατότητα να σταματήσει έγκαιρα και με ασφάλεια αν οι συνθήκες το επιβάλλουν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μαυροφτή
(2001)2 ΑΑΔ 130 και Κωνσταντινίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190). Ο κίνδυνος να σταματήσει και ακινητοποιηθεί ένα προπορευόμενο όχημα, ιδιαίτερα σε δρόμο κατοικημένης περιοχής (βλ. Τεκμήριο 1), είναι λογικά προβλεπτός και αναμενόμενος από τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό (βλ. Κεζαρίδης ν Κωνσταντίνου
(2007)1 ΑΑΔ 1373). Σύμφωνα με την μαρτυρία που έκρινε ως αξιόπιστη το Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε το ανωτέρω καθήκον επιμέλειας του, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του ΜΚ2 και να του προκαλέσει τις ανωτέρω υλικές ζημιές. Παρά το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία για τα μέτρα που έλαβε ο ΜΚ2 προτού σταματήσει και ακινητοποιήσει το όχημα του επί της Λεωφόρου Γρηγόρης Αυξεντίου, πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του ΜΚ2 δεν απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο από το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 ως προς τον τρόπο που επήλθε το επίδικο δυστύχημα παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη και είναι αρκετή για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπεράσματα ενοχής του Κατηγορούμενου. Άλλωστε, είναι η μόνη εκδοχή που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού ο Κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και να μην προσφέρει μαρτυρία (βλ. Πόππου ν Αστυνομίας (Ποιν. Έφεση 142/2015) ημερ. 07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:B247). Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ένοχο τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. 2η και 3η Κατηγορία Σε σχέση με την 2η κατηγορία, σχετικό είναι το άρθρο 3
(1)(α) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου (Ν.96(I)/2000) ως έχει τροποποιηθεί που απαγορεύει σε οποιοδήποτε πρόσωπο να «χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού», ενώ για την 3η κατηγορία είναι το άρθρο 8
(1)του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου (Ν.94(I)/2001) ως έχει τροποποιηθεί που απαγορεύει την «οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, εκτός αν ο οδηγός κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης». Σε σχέση με την άδεια οδήγησης, η ΜΚ1 παρουσίασε ως Τεκμήριο 5 απόσπασμα από το ηλεκτρονικό σύστημα της Αστυνομίας σε σχέση με οποιεσδήποτε άδειες οδήγησης του Κατηγορούμενου, χωρίς οποιαδήποτε αποτελέσματα, και συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης (3η κατηγορία). Η οδήγηση χωρίς ασφάλεια (2η κατηγορία) είναι αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης και ο ιδιοκτήτης του οχήματος έχει υποχρέωση να το διατηρεί ασφαλισμένο. Αν και το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, είναι εύκολο, πρόσφορο και στη διάθεση του ιδιοκτήτη ή και του οδηγού να παρουσιάσει μαρτυρία για την ύπαρξη σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου ώστε να ικανοποιήσει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το αποδεικτικό βάρος που φέρει λόγω της φύσης του αδικήματος (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 119/2017) ημερ. 13/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:B289). Στην παρούσα υπόθεση, η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή, μέσω της ΜΚ1, παρουσίασε ως Τεκμήριο 4 απόσπασμα από το ηλεκτρονικό σύστημα της Αστυνομίας, όπου καταγράφονται στοιχεία ασφαλιστηρίου με ισχύ από 19/11/2021 μέχρι 18/11/2022, γεγονός που επιβεβαίωσε η ΜΚ1 και στην δια ζώσης μαρτυρία της. Άρα, λοιπόν, υφίστατο ασφαλιστήριο κατά τον επίδικο χρόνο του δυστυχήματος, ήτοι στις 06/06/2022. Η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι από έλεγχο των εγγράφων του Κατηγορούμενου, η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος «δεν ήταν κάτοχος κυπριακής άδειας οδηγού και ως εκ τούτου δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλειας» (βλ. Τεκμήριο 1). Στην δια ζώσης μαρτυρία της, η ΜΚ1 ανέφερε ότι «για να έχεις ασφάλεια εννοείται ότι πρέπει να είσαι κάτοχος άδειας οδηγού». Δεν προκύπτει πουθενά, όμως, από τις πρόνοιες του Ν.96(Ι)/2000 ότι μόνο κάτοχοι άδειας οδήγησης μπορούν να καλύπτονται από ασφαλιστήριο. Από την στιγμή που υφίστατο ασφαλιστήριο σε ισχύ για το όχημα του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 4), η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος δεν καλυπτόταν από τους όρους αυτού (βλ. Pyrilli v Police
(1963)1 CLR 96 και Παναγή ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 265/2015) ημερ. 01/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B458). Εφόσον υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο κατά τον επίδικο χρόνο και η Κατηγορούσα Αρχή βασίζει την υπόθεση της στην μη κάλυψη του Κατηγορούμενου λόγω μη ισχύουσας άδειας οδήγησης, όφειλε να προσκομίσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (βλ. Lecuvlad v Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 33/2020) ημερ. 28/01/2021). Εντούτοις, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Καταλήγω, λοιπόν, ότι παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 έχει κριθεί αξιόπιστη από το Δικαστήριο, ο ισχυρισμός της ότι ο Κατηγορούμενος δεν καλυπτόταν από το υφιστάμενο και σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο επειδή δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης δεν είναι αρκετή για να αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ενοχής του Κατηγορούμενου στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. 4η Κατηγορία Σχετικό είναι το άρθρο 235Α
(3)του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμου (ΚΕΦ154) ως έχει τροποποιηθεί που προνοεί τα εξής: «Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί ζημιά σε περιουσία, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000).» Η διάπραξη του ανωτέρω αδικήματος είναι άσχετη με το ποιος ευθύνεται για το δυστύχημα, ενώ η εγκατάλειψη της σκηνής λόγω φόβου του οδηγού δεν συνιστά υπεράσπιση (βλ. Sayed v Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 484). Στην παρούσα υπόθεση, στην βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο Κατηγορούμενος αρχικά σταμάτησε το όχημα του και κατέβηκε από αυτό, αλλά στην συνέχεια εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος όταν ο ΜΚ2 είπε στον Κατηγορούμενο να καλέσουν την Αστυνομία και τις ασφάλειες τους. Εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια. Στο άρθρο 235Α του ΚΕΦ.154 δεν επεξηγείται η φράση «παροχή βοήθειας». Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη (2η έκδοση, 2002), δίδονται οι ακόλουθες ερμηνείες στην έννοια «βοήθεια»: «
- η ενέργεια που έχει σκοπό να υποστηρίξει, να ενισχύσει, να προστατεύσει ή να ανακουφίσει (κάποιον/κάτι).
- ό,τι προσφέρεται προς ενίσχυση ή επικουρία, το ηθικό ή/και υλικό μέσο αρωγής ή συνδρομής.» Αν και οι ζημιές στο όχημα του ΜΚ2 ήταν μικρές, ήτοι εκδορές στον πίσω προφυλακτήρα, ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε τον τόπο του δυστυχήματος χωρίς να αποκαλύψει στον ΜΚ2 την ταυτότητα του και τα στοιχεία της ασφάλειας του οχήματος του, προκειμένου να αποζημιωθεί ο ΜΚ
- Ήταν η ελάχιστη βοήθεια και συνδρομή που θα μπορούσε να παράσχει ο Κατηγορούμενος αμέσως μετά το δυστύχημα, αλλά δεν το έπραξε. Μάλιστα, όταν ο ΜΚ2 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να καλέσουν και ενημερώσουν τις ασφάλειες τους, ο Κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή, πρόδηλα για να διαφύγει των ευθυνών του. Αν ο ΜΚ2 δεν κατέγραφε τον αριθμό εγγραφής του οχήματος του Κατηγορούμενου αμέσως μετά το δυστύχημα, ελλείψει βοήθειας από τον Κατηγορούμενο που εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, ο ΜΚ2 δεν θα εντόπιζε ποτέ τον Κατηγορούμενο ή τυχόν ασφαλιστική εταιρεία του. Συνεπώς, καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα και προκάλεσε υλικές ζημιές στο όχημα του ΜΚ2, εγκατέλειψε τον τόπο του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια και γι' αυτό κρίνεται ένοχος από το Δικαστήριο στην 4η κατηγορία. 5η Κατηγορία Σχετικό είναι το άρθρο 5Β
(4)του Ν.86/1972 που προνοεί ότι «Πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ή επιτρέπει τη χρήση οχήματος το οποίο δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο, καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 που παρουσίασε, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο μηχανοκίνητο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο στον Έφορο Οχημάτων από την 01/06/2022, ήτοι 6 ημέρες πριν από το επίδικο δυστύχημα. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην 5η κατηγορία. 5. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην 1η, 3η, 4η και 5η κατηγορία, ενώ ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο