ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. SUKHJINDER SINGH SUKHJINDER SINGH, Αρ. Υπόθεσης: 3779/2022, 24/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3779/2022 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν SUKHJINDER SINGH SUKHJINDER SINGH Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24.11.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο δυστύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 02.02.2022 και ώρα 19:30 στην οδό Φάρου στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας. 2. Το Κατηγορητήριο Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 11/04/2022 της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για την διάπραξη του αδικήματος της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19
(1)
(4)και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) όπως έχει τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την διάπραξη του ανωτέρω αδικήματος και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι την Ε.Ε. (ΜΚ1) και τον Αρχιαστυφύλακα 2375 Α.Ε. (ΜΚ2). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε και έδωσε ο ίδιος ενόρκως μαρτυρία, ενώ δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο όσον αφορά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, η ΜΚ1 ήταν η οδηγός του ενός από τα ενεχόμενα οχήματα. Σύμφωνα με την κατάθεση της, Τεκμήριο 1, η ΜΚ1 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα της με αρ. εγγραφής [ ] επί της Λεωφόρου Φάρου με κατεύθυνση προς Περβόλια και ταχύτητα περίπου 45-50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Σύμφωνα με την μαρτυρία της, υπάρχει πάροδος επί της ανωτέρω λεωφόρου που οδηγεί στην οικία της και 25-30 μέτρα προηγουμένως έδειξε με τον σηματοδότη του οχήματος της την πρόθεση της να στρίψει δεξιά προκειμένου να εισέλθει εντός της ανωτέρω παρόδου. Όταν πλησίασε στο στρίψιμο ελάττωσε ταχύτητα και είδε φως στο πίσω μέρος του δρόμου σε απόσταση περίπου 40 μέτρων, αλλά χωρίς να διακρίνει αν επρόκειτο για μοτοσικλέτα ή αυτοκίνητο. Όταν δε άρχισε να στρίβει δεξιά άκουσε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω δεξιό μέρος του οχήματος της και μέχρι να αντιληφθεί τι έγινε οδήγησε κάποια ελάχιστα μέτρα και σταμάτησε. Είδε τον οδηγό μιας μοτοσικλέτας, ήτοι τον Κατηγορούμενο, να βρίσκεται στο έδαφος και κάλεσε αμέσως ασθενοφόρο. Η ΜΚ1 συμφώνησε με τον ΜΚ2 ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων είναι αυτό που σημειώθηκε με το γράμμα «Χ» επί του σχεδιαγραφήματος, Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι της έγινε έλεγχος αλκοόλης από την Αστυνομία μετά το δυστύχημα. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, η ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτό ήταν σχεδόν μέσα στο στρίψιμο της παρόδου. Όταν της ζητήθηκε από τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου να σημειώσει επί του Τεκμηρίου 3 που ήταν κατά την θέση της το σημείο σύγκρουσης, η ΜΚ1 δεν ήταν σίγουρη και γι' αυτό δεν σημείωσε οτιδήποτε. Ο ΜΚ2 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του, Τεκμήριο 2, ανέλαβε την εξέταση και διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και επισκέφθηκε την σκηνή αμέσως μετά το δυστύχημα, όπου βρήκε τους οδηγούς, ήτοι την ΜΚ1 και τον Κατηγορούμενο, και τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική θέση τους. Αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις, ετοίμασε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα του δυστυχήματος, Τεκμήριο 3, τοποθέτησε με το γράμμα «Χ» το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων και έλαβε φωτογραφίες από την σκηνή του δυστυχήματος (βλ. Τεκμήρια 7 και 8). Αναφέρει δε ότι έκαμε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης στους δύο οδηγούς με μηδενική ένδειξη. Υπήρξαν εκτεταμένες υλικές ζημιές στα δύο οχήματα, ενώ ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας με ασθενοφόρο. Από τον έλεγχο που διενήργησε ο ΜΚ2, διαπίστωσε ότι το δυστύχημα έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας και περί ώρα 19:30, η δε άσφαλτος ήταν στεγνή και ο καιρός καθαρός. Ο επίδικος δρόμος που συνέβη το δυστύχημα είναι ευθύς, επίπεδος και διπλής κατεύθυνσης, που διαχωρίζεται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή, ενώ το όριο ταχύτητας είναι τα 65ΧΑΩ. Η ορατότητα δε των δύο οδηγών ήταν περίπου 300 μέτρα. Ο ΜΚ2 εντόπισε ελαφρώς εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας ίχνη τροχοπέδησης μήκους 9 μέτρων της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, καθώς και ίχνος μαυρίσματος επί της τσιμεντένιας λίνιας πεζοδρομίου που βρίσκεται στην άκρη του δρόμου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, η ΜΚ1 συμφώνησε με το γράμμα «Χ» επί του Τεκμηρίου 3 ως το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ενώ ο Κατηγορούμενος υπέδειξε άλλο σημείο σύγκρουσης, το οποίο ο ΜΚ2 σημείωσε ως «Χ1» επί του σχεδιαγραφήματος. Το όχημα της ΜΚ1 υπέστη ζημιές στην δεξιά πλευρά και η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου στην αριστερή πλευρά και το τιμόνι της. Ο ΜΚ2 ετοίμασε αργότερα το συμμετρικό σχεδιάγραφημα της σκηνής, Τεκμήριο 4, ενώ επίσης έλαβε καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς, ΜΚ1 και Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήρια 1, 5, 5Α, 6, 6Α). Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι το πλάτος του επίδικου δρόμου είναι περί τα 7 μέτρα και της κάθε λωρίδας περί τα 3,50 μέτρα και ότι το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα «Χ» απέχει 6,55 (3,70 συν 2,85) μέτρα περίπου από την είσοδο της παρόδου. Ανέφερε ότι όταν η ΜΚ1 προσπάθησε να στρίψει δεξιά το όχημα της κινήθηκε και ο Κατηγορούμενος με την μοτοσικλέτα του δεξιά και τα οχήματα συγκρούστηκαν παράλληλα. Πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έπρεπε να επιχειρήσει προσπέρασμα λόγω της συμβολής που υπήρχε με την πάροδο, αλλά δεν γνώριζε αν υπήρχε σχετική πινακίδα με ένδειξη της συμβολής. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε και συμφώνησε με την κατάθεση του, Τεκμήριο 5, που έδωσε στην Αστυνομία. Σύμφωνα με αυτό, καθώς και την μετάφραση του στην αγγλική γλώσσα, Τεκμήριο 5Α, ο Κατηγορούμενος είδε το όχημα της ΜΚ1 σε απόσταση 10 μέτρων από την μοτοσικλέτα του, να στρίβει ξαφνικά δεξιά και χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη με τον σηματοδότη της. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσικλέτας και συγκρούστηκε με την πίσω δεξιά πλευρά του οχήματος της ΜΚ1, ενώ ο ίδιος έπεσε στο έδαφος και έμεινε εκεί επειδή τραυματίστηκε. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεση του ότι είδε την οδηγό του οχήματος μετά το ατύχημα να θέτει σε λειτουργία τον σηματοδότη της. Στην κυρίως εξέταση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν πολύ σκοτεινά και είδε ένα κόκκινο φως σε απόσταση 15-20 μέτρων, χωρίς να γνωρίζει τι ήταν μπροστά του, δηλαδή αν ήταν αυτοκίνητο ή κάτι άλλο. Μετά θυμάται ότι είχε ατύχημα και έπεσε κάτω και ήταν σε αναισθησία. Ήταν, όμως, βέβαιος ότι δεν είδε κάποιο σηματοδότη, παρά μόνο ένα κόκκινο φως και μετά το δυστύχημα ανακάλυψε ότι ήταν αυτοκίνητο. Στην αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν είδε το αυτοκίνητο να κινείται στον επίδικο δρόμο, ενώ δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει το σημείο σύγκρουσης που είχε υποδείξει στην Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος δε επέμενε ότι δεν είδε κανένα σηματοδότη, εκτός από το κόκκινο φως.
- Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες και η μαρτυρία τους είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Έχω προβεί στην αξιολόγηση της όλης μαρτυρίας και αξιοπιστίας των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτές της φύσεως υποθέσεις έχει βαρύνουσα σημασία (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160), αφού το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, αλλά και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307), καθότι τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν εύκολα να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων γεγονότων (βλ. Ιωαννίδου ν Γιαννή
(1990)2 ΑΑΔ 260). Τα συμπεράσματα, φυσικά, που μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, η οποία αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά και τις δυνατότητες και ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών (βλ. Θεοδώρου ν Σάββα
(2016)1 ΑΑΔ 202). Άλλωστε, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107). Για σκοπούς συνοχής, θα αρχίσω με την αξιολόγηση του ΜΚ2 που πρόσφερε την πραγματική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ2 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και επεξήγησε με σαφήνεια τα ευρήματα του όταν επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος. Έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και τις κατέγραψε στο σχεδιάγραφημα που ετοίμασε (βλ. Τεκμήρια 3 και 4), όπως και τις τελικές θέσεις των οχημάτων όπως τις βρήκε ο ίδιος στην σκηνή. Κατέγραψε επίσης και τις ζημιές που υπέστηκαν τα δύο οχήματα και έλαβε καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς. Κατά την αντεξέταση του έδωσε απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν στηριζόμενος στα ευρήματα του και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, ο ΜΚ2 επεξήγησε ότι κατέληξε σε αυτό με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας που εντόπισε στην σκηνή και τις ζημιές που υπέστηκαν τα δύο οχήματα. Εξήγησε δε ότι όταν η ΜΚ1 άρχισε να στρίβει δεξιά το όχημα της, η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου μετακινήθηκε προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να κινηθούν και συγκρουστούν παράλληλα. Αναφορικά με τον σηματοδότη του οχήματος της ΜΚ1, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι όταν πήγε στην σκηνή του δυστυχήματος, ο σηματοδότης ήταν όντως σε λειτουργία. Γενικά, τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 ήταν αιτιολογημένα και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Γι' αυτό και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του. Η ΜΚ1, από την άλλη, δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ενώ στην κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι «Όταν ξεκίνησα να στρίψω προς τα δεξιά, την στιγμή εκείνη άκουσα ένα δυνατό κτύπημα στο πισινό δεξιό μέρος του οχήματος μου» και συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης στο οποίο κατέληξε ο ΜΚ2 επί του σχεδιαγραφήματος, στην δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι «το σημείο που πραγματικά συγκρούστηκε η μοτοσικλέτα ήταν μέσα στο στρίψιμο» και όχι το σημείο «Χ» επί του σχεδιαγραφήματος. Δηλαδή, έδωσε μια διαφορετική εκδοχή στο Δικαστήριο σε σχέση με αυτή στην κατάθεση της. Όταν δε της ζητήθηκε κατά την αντεξέταση να προσδιορίσει και σημειώσει επί του σχεδιαγραφήματος ποιο είναι αυτό το σημείο σύγκρουσης, η ΜΚ1 αρνήθηκε να το πράξει καθώς δεν ήταν απολύτως σίγουρη. Σε αντίθεση με την αρχική εκδοχή που έδωσε στην Αστυνομία, η νέα εκδοχή της ΜΚ1 ως προς το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν στον επίδικο δρόμο και την φύση των ζημιών που εντοπίστηκαν στα πλαϊνά των ενεχόμενων οχημάτων. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ1 αρνήθηκε ότι της έγινε έλεγχος αλκοόλης από την Αστυνομία μετά το ατύχημα, ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε ότι έκαμε τέτοιο έλεγχο στους ενεχόμενους οδηγούς με μηδενική ένδειξη, αντίφαση που επίσης πλήττει την γενικότερη αξιοπιστία της μαρτυρίας της ως προς τα επίδικα γεγονότα. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει αναξιόπιστη την μαρτυρία της ΜΚ1 και δεν την αποδέχεται. Ούτε ο Κατηγορούμενος έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη μαρτυρία του έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήρια 5 και 5Α), αλλά και με την πραγματική μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόδηλα, στην δια ζώσης μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να αποφύγει των ευθυνών του και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην κατάθεση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε τα εξής: ".while I was driving, one car front of me turn right suddenly without showing the indicator. My distance before that car turn right was around 10 meters. When I reached near to the car then I saw the car trying to turn in right side I used my brake to stop. I crashed with that car. As I remember I crashed at the back right side of the car. I felt down I stayed there because I was injured. One lady came from the car I mean the driver and came to me. I saw that she put the indicator to turn right." Σε ελεύθερη μετάφραση: «.ενώ οδηγούσα, ένα αυτοκίνητο μπροστά μου έστριψε ξαφνικά δεξιά χωρίς να δείξει με τον σηματοδότη. Η απόσταση μου πριν από το αυτοκίνητο αυτό ήταν 10 μέτρα περίπου. Όταν έφτασα κοντά στο αυτοκίνητο, τότε είδα το αυτοκίνητο να στρίβει δεξιά και χρησιμοποίησα τα φρένα μου για να σταματήσω. Συγκρούστηκα με το αυτοκίνητο. Όπως θυμάμαι συγκρούστηκα στην πίσω δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου. Έπεσα κάτω και έμεινα εκεί επειδή ήμουν τραυματισμένος. Μια κυρία εξήλθε από το αυτοκίνητο, εννοώ την οδηγό, και ήρθε σε εμένα. Είδα ότι έβαλε τον σηματοδότη να δείχνει δεξιά.» Στην δια ζώσης μαρτυρία του, όμως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν πολύ σκοτεινά και είδε απλά ένα κόκκινο φως σε απόσταση 15-20 μέτρων και δεν ήξερε τι ήταν μπροστά του, αν ήταν αυτοκίνητο ή κάτι άλλο. Ανέφερε δε ότι «Μετά το δυστύχημα ήταν που ανακάλυψα ότι έγινε δυστύχημα με ένα αυτοκίνητο», θέση παντελώς αντίθετη με τα όσα ανέφερε ανωτέρω στην κατάθεση του. Αναφορικά δε με την θέση του στην κατάθεση του ότι είδε την ΜΚ1 να θέτει σε λειτουργία τον σηματοδότη αμέσως μετά το δυστύχημα, κατά την αντεξέταση έγινε σχετική ρητή υποβολή στον Κατηγορούμενο για την ανωτέρω δήλωση στην κατάθεση του και απάντησε ότι: «Όταν εγώ έπεσα κάτω για μερικά δευτερόλεπτα ήμουν αναίσθητος, ήμουν κάτω στο έδαφος, είχα πόνους εις το χέρι μου και στο πόδι μου και είδα μια κυρία. Το τι θυμάμαι επ' ακριβώς είναι ότι κάποιος ήρθε κοντά μου. Μόνο αυτά θυμάμαι, μετά σε κάποια στιγμή ήρθε και η Αστυνομία.» Πρόδηλα, ο Κατηγορούμενος ανασκεύασε τα όσα είπε στην κατάθεση του στην Αστυνομία, δηλαδή ότι είδε την ΜΚ1 να θέτει σε λειτουργία τον σηματοδότη της μετά το δυστύχημα. Επίσης, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στον ΜΚ2 μετά το δυστύχημα ως σημείο σύγκρουσης το σημείο που σημειώθηκε ως «Χ1» στο επίδικο σχεδιαγράφημα. Κατά την αντεξέταση του, όμως, δεν θυμόταν αν ήταν το «Χ1» που υπέδειξε στην Αστυνομία, και ούτε ήταν σε θέση να υποδείξει στο Δικαστήριο ποιο σημείο θεωρεί στο σχεδιαγράφημα ως το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή. 5. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης. Σχετικό είναι το άρθρο 8
(1)(α) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) ως έχει τροποποιηθεί που προνοεί τα εξής: «Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500).» Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο με διαφορά, βέβαια, το βάρος απόδειξης (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το καθήκον επιμέλειας (standard of care) οφείλεται έναντι οποιουδήποτε προσώπου που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού και το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό, ενώ η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Χαραλάμπους ν McGill (Πολ. Έφεση 38/2015) ημερ. 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Έστω και μικρού βαθμού αμέλεια, στις ποινικές υποθέσεις είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την μόνη αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2, καθώς και το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι: (α) Την 02/02/2022 και περί ώρα 19:30 η ΜΚ1 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] επί της Λεωφόρου Φάρου στα Περβόλια της Επαρχίας Λάρνακας με κατεύθυνση από Μενεού προς Περβολιά και προπορευόταν της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής [ ] που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος προς την ίδια κατεύθυνση. (β) Ο ανωτέρω δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης και διαχωρίζεται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή, είναι ευθύς και επίπεδος και κατά τον ανωτέρω χρόνο η άσφαλτος ήταν καθαρή και στεγνή. Ο καιρός ήταν αίθριος και η ορατότητα των δύο ενεχόμενων οδηγών ήταν περί τα 300 μέτρα. (γ) Σε κάποιο σημείο του ανωτέρω δρόμου, η ΜΚ1 επιχείρησε να στρίψει το όχημα δεξιά σε πάροδο που οδηγεί και καταλήγει σε συγκρότημα κατοικιών και στην οικία της. Τα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 9 μέτρων της μοτοσικλέτας που εντοπίστηκαν στην σκηνή βρίσκονται ελαφρώς εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, γεγονός που επιμαρτυρεί την θέση του Κατηγορούμενου αμέσως πριν το δυστύχημα και την προσπάθεια του να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ1 κατά τον ανωτέρω χρόνο. Όταν το όχημα της ΜΚ1 άρχισε να κινείται δεξιότερα, ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσικλέτας, διανύοντας απόσταση 9 μέτρων πατώντας τα φρένα, και ακολούθως κινήθηκε δεξιότερα για να αποφύγει την σύγκρουση με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να κινηθούν σχεδόν παράλληλα και να συγκρουστούν και τριφτούν παράλληλα με πρώτο σημείο επαφής τους το γράμμα «Χ» επί του σχεδιαγραφήματος. Το πρώτο σημείο επαφής ήταν στην πίσω δεξιά πλευρά του οχήματος της ΜΚ1 και τα οχήματα συνέχισαν την σύγκρουση και τρίψιμο στην δεξιά πλευρά του οχήματος της ΜΚ1 και αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας μέχρι το δεξιό καθρεφτάκι του οχήματος της ΜΚ1, το οποίο έσπασε. (δ) Μετά την ανωτέρω σύγκρουση, η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου κτύπησε σε τσιμεντένια λίνια πεζοδρομίου που οριοθετεί την άκρη του επίδικου δρόμου κατά μήκος της αντίθετης προς τα δύο οχήματα κατεύθυνσης και ο Κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος. Τούτο επιβεβαιώνεται από το ίχνος τριψίματος και μαυρίσματος επί της ανωτέρω λίνιας που εντόπισε ο ΜΚ2 στην τελική θέση της μοτοσικλέτας. Από την άλλη, το όχημα της ΜΚ1 προχώρησε μερικά ελάχιστα μέτρα μετά την ανωτέρω σύγκρουση προς την είσοδο της παρόδου, όπου είναι και η τελική θέση του οχήματος επί του σχεδιαγραφήματος. Η όλη πραγματική μαρτυρία και κοινή λογική για τον τρόπο που επήλθε το επίδικο τροχαίο δυστύχημα επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω. (ε) Από την ανωτέρω σύγκρουση, το όχημα της ΜΚ1 υπέστη ζημιές στην δεξιά πλευρά του και έσπασε το δεξί καθρεφτάκι του, ενώ η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιές στην αριστερά πλευρά της και στο τιμόνι της. (στ) Οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί, ΜΚ1 και Κατηγορούμενος, δεν οδηγούσαν υπό την επήρεια αλκοόλ, καθώς τους έγινε σχετικός έλεγχος από τον ΜΚ2 με μηδενική ένδειξη. (ζ) Η πορεία του οχήματος της ΜΚ1 προς την πάροδο δεν ήταν κάθετη, αλλά διαγώνια. Τούτο προκύπτει από την απόσταση 6,55 («3,70 συν 2,85») μέτρων που απέχει το σημείο σύγκρουσης από την είσοδο της παρόδου. Αποτελεί, επίσης, εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η ΜΚ1 δεν έλεγξε τον δρόμο προτού αρχίσει να στρίβει το όχημα της προς την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Αναφορικά με το κατά πόσο η ΜΚ1 έδειξε με τον σηματοδότη του οχήματος της την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, η μοναδική αξιόπιστη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο είναι η μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος ανέφερε ότι όταν πήγε στην σκηνή του δυστυχήματος ο σηματοδότης του οχήματος της ΜΚ1 βρισκόταν σε λειτουργία. Τούτη η μαρτυρία, όμως, δεν αποδεικνύει από μόνη της και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ΜΚ1 όντως έθεσε σε λειτουργία τον σηματοδότη της πριν το δυστύχημα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι η ΜΚ1 έκανε όντως χρήση του σηματοδότη του οχήματος της προτού στρίψει δεξιά και εισέλθει στην πάροδο. Τα ανωτέρω ευρήματα, όμως, του Δικαστηρίου σε σχέση με την οδική συμπεριφορά της ΜΚ1 δεν απαλλάσσουν αυτόματα τον Κατηγορούμενο από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια, στις ποινικές υποθέσεις είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Εφόσον η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το όχημα που οδηγούσε η ΜΚ1 και είχε ορατότητα 300 μέτρων, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος υπείχε καθήκον επιμέλειας προς τον οδηγό, ιδιοκτήτη και τυχόν επιβάτες του προπορευόμενου οχήματος. Βασικές παράμετροι του καθήκοντος επιμέλειας που είχε ο Κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση είναι η αντίληψη του προπορευόμενου οχήματος και η τήρηση απόστασης ασφάλειας από αυτό, λογικό όριο ταχύτητας και άσκηση της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας που θα του παρείχε τη δυνατότητα να σταματήσει έγκαιρα και με ασφάλεια αν οι συνθήκες το επιβάλλουν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μαυροφτή
(2001)2 ΑΑΔ 130 και Κωνσταντινίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190). Επιπρόσθετα, εφόσον ο Κατηγορούμενος επιθυμούσε να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ1, όφειλε να το πράξει με ασφάλεια και αφού λάβει όλα τα δέοντα μέτρα, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν ότι ο ίδιος είχε ορατότητα 300 μέτρων. Δεδομένης της ορατότητας των δύο οδηγών, ο Κατηγορούμενος όφειλε να αντιληφθεί την συμβολή δρόμου που υπήρχε μπροστά του και τον κίνδυνο να στρίψει το προπορευόμενο όχημα εντός του δρόμου αυτού. Άλλωστε, το προσπέρασμα σε συμβολή δρόμων απαγορεύεται (βλ. Καν. 58
(4)(α) και (ε) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών). Επιπρόσθετα, η είσοδος στην πάροδο απέχει 6,55 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, το οποίο βρίσκεται ελαφρώς εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι το όχημα της ΜΚ1 άρχισε να κινείται προς το κέντρο του δρόμου με ελαφρά διαγώνια πορεία προς τα δεξιά. Παρά τούτο, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ1 - διατηρώντας μάλιστα πολύ μικρή απόσταση από το όχημα της - αγνοώντας τον προφανή και ευλόγως αντιληπτό κίνδυνο να στρίψει δεξιά το όχημα της η ΜΚ1 για να εισέλθει εντός της παρόδου. Τα ανωτέρω γεγονότα προσομοιάζουν με την απόφαση Polycarpou v Adamou
(1988)1 CLR 727, όπου το προπορευόμενο όχημα έστριψε δεξιά σε πάροδο με διαγώνια δεξιά πορεία χωρίς ένδειξη της πρόθεσης του αυτής και η μοτοσικλέτα που το ακολουθούσε επιχείρησε να το προσπεράσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά με την (συντρέχουσα) αμέλεια του μοτοσικλετιστή: "The motor cyclist too was found liable for contributory negligence stemming from failure on his part to foresee the likelihood of the car ahead swerving into the side road. The motorist should have taken stock of this possibility in view of the direction of the car ahead, especially the movement of the car nearer to the centre of the road, a fact that ordinarily betrays inclination to get in position to turn right. His attempt to overtake the car ahead in those circumstances constituted failure on his part to take necessary precautions for his safety and guard against a foreseeable risk. And as it turned out, failure to take those precautions exposed his safety to grave consequences that will be discussed later in this judgment. [.] Equally sustainable is the finding that respondent drove his motorcycle in a manner exposing his safety to foreseeable risks. Having regard to the change made in the course followed by the car of the appellant, it was folly on his part to attempt to overtake the vehicle of the appellant given the existence of a side road a short way ahead. As often said, contributory negligence consists of failure to take foreseeable precautions for one's safety. The risks inherent in the course followed by the respondent should have been obvious to a motorist properly concerned with his safety. A little patience on his part would have avoided the risk." Με πιο απλά λόγια, δεδομένης της ορατότητας 300 μέτρων του Κατηγορούμενου, της επικείμενης παρόδου και της ήδη ελαφριάς δεξιάς κλίσης του οχήματος της ΜΚ1 πριν την πάροδο, ο Κατηγορούμενος όφειλε να ελαττώσει ταχύτητα και να παραμείνει στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και όχι να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ1 (βλ. επίσης Στυλιανού ν Νικηφόρου
(2001)1 ΑΑΔ 1602). Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος όφειλε, επίσης, να κρατήσει ασφαλή απόσταση από το όχημα της ΜΚ1 κατά το προσπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν Μιχαήλ
(2002)1 ΑΑΔ 1595). Στην απόφαση Δημητρίου ν Χαραλάμπους
(1998)1 ΑΑΔ 2004, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Ευθύνεται όμως και ο εφεσίβλητος. Ως έχει η πραγματική μαρτυρία, η απόσταση που τήρησε από το μοτοποδήλατο ενώ το προσπερνούσε είναι ζήτημα αν εκυμαίνετο γύρω στο 1 μέτρο. Αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος του βυτιοφόρου και το γεγονός ότι είναι λογικό να αναμένεται ότι ένα δίκυκλο όχημα, όπως το μοτοποδήλατο, είναι εύκολο να έχει σε κάποια στιγμή απόκλιση από την ευθεία πορεία σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε τη δυνατότητα να κινηθεί πολύ δεξιότερα, αφού μεταξύ της δεξιάς πλευράς του και του δεξιού άκρου της ασφάλτου μεσολαβούσαν 2.70 μέτρα, το συμπέρασμα είναι ότι, υπό τις περιστάσεις, ο εφεσίβλητος οδηγούσε πολύ πλησίον του εφεσείοντα ενώ τον προσπερνούσε. Το κατά πόσο το δυστύχημα δεν θα απεφεύγετο έστω και αν το βυτιοφόρο εκινείτο ακόμα δεξιότερα, όπως υπεστήριξε η συνήγορος του εφεσίβλητου, είναι καθαρά ζήτημα πιθανολόγησης πάνω στο οποίο δεν θα εκφράσουμε άποψη.» Στην παρούσα υπόθεση, η απόσταση που είχε η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου από το όχημα της ΜΚ1 κατά το προσπέρασμα ήταν πάρα πολύ μικρή, αφού με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης και το σημείο σύγκρουσης η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου βρισκόταν ελαφρώς εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας (βλ. Τεκμήρια 2, 3, 7 (σελ.2) και 8 (σελ.3)). Λαμβάνοντας δε υπόψιν ότι σύμφωνα με τον ΜΚ2 το πλάτος κάθε λωρίδας είναι 3,50 μέτρα, ο Κατηγορούμενος είχε μεγάλο διαθέσιμο χώρο στα δεξιά του προκειμένου να κρατήσει ασφαλή απόσταση από το όχημα της ΜΚ1 κατά το προσπέρασμα, αλλά δεν το έπραξε. Ενόψει όλων των ανωτέρω, με βάση τα ανωτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος: (α) εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με σκοπό να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ1 πλησίον επικείμενης παρόδου, ενώ το όχημα αυτό ήδη κινείτο διαγώνια δεξιά προς την εν λόγω πάροδο, και (β) δεν κράτησε απόσταση ασφαλείας από το όχημα της ΜΚ1 κατά το προσπέρασμα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ότι δεν εκπλήρωσε το καθήκον επιμέλειας του και υπήρξε αμελής κατά την οδήγηση της ανωτέρω μοτοσικλέτας του κατά τον ανωτέρω επίδικο τόπο και χρόνο, με αποτέλεσμα να διαπράξει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8
(1)του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972). 6. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο