ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 9732/2021, 4/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9732/2021 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 04.12.2023 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Προξένου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ζ. Κουλίας Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο δυστύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 24.06.2021 και ώρα 12:15 στην Λεωφόρο Αθηνών στην Λάρνακα. 2. Το Κατηγορητήριο Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 26.10.2021 της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για την διάπραξη του αδικήματος της αμελούς οδήγησης και πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 8
(1)(β) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) όπως έχει τροποποιηθεί. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την διάπραξη του ανωτέρω αδικήματος και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι την Αστυφύλακα 2161 Γ.Ν. (ΜΚ1) και τον Σ.Μ. (ΜΚ2). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε και έδωσε ο ίδιος ενόρκως μαρτυρία, ενώ δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Η ΜΚ1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση της ημερ. 30/09/2021, Τεκμήριο 1, όπου αναφέρει ότι επισκέφθηκε την σκηνή του ατυχήματος 25 λεπτά μετά που έγινε το ατύχημα και εκεί βρισκόταν μόνο ο ΜΚ2, καθώς ο Κατηγορούμενος είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Όταν έφθασε στην σκηνή, τα οχήματα είχαν μετακινηθεί και δεν βρίσκονταν στις τελικές θέσεις τους, ενώ ο ΜΚ2 που ήταν παρών της υπέδειξε τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης. Σύμφωνα με την ΜΚ1, το ατύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, υπήρχε αρκετός φωτισμός, ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα ήταν στεγνό και καθαρό. Ο επίδικος δρόμος είναι ευθύς, επίπεδος και καλής επιφάνειας και είναι μονής πορείας, ενώ στα δεξιά του δρόμου υπάρχουν προκαθορισμένοι χώροι στάθμευσης, ζωγραφισμένοι επί του οδοστρώματος. Δεν εντόπισε ίχνη επί του οδοστρώματος, ενώ διαπίστωσε βούλωμα στο μπροστινό καπό στο δεξί μέρος του οχήματος του ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε από το ατύχημα και υπέστη κάταγμα δεξιών πλευρών. Στην βάση των ανωτέρω, η ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής της σύγκρουσης, το Τεκμήριο 2, το οποίο έδειξε στον ΜΚ2, ο οποίος της υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων και η ΜΚ1 σημείωσε με το γράμμα «Χ» επί του σχεδίου. Ακολούθως, η ΜΚ1 ετοίμασε και συμμετρικό σχεδιαγράφημα, το Τεκμήριο 3, στην βάση του Τεκμηρίου 2, ενώ έλαβε και σχετικές καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς, ΜΚ2 και Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήρια 3, 4, 6 και 8). Κατά την αντεξέταση της, η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν έβγαλε οποιεσδήποτε φωτογραφίες όταν επισκέφθηκε την σκηνή του ατυχήματος, ενώ δεν κράτησε σημειώσεις τι τραυματισμούς υπέστη ο Κατηγορούμενος από το ατύχημα. Επίσης, ανέφερε ότι συμφώνησε ο Κατηγορούμενος με το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 2, αλλά παραδέχθηκε ότι δεν τον κάλεσε να πάνε στο σημείο του δυστυχήματος. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, ανέφερε ότι αυτό είχε απόσταση 20 εκατοστόμετρων από τον παρακείμενο χώρο στάθμευσης. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του ημερ. 24/06/2021, Τεκμήριο 8, που έδωσε στην Αστυνομία. Σύμφωνα με την κατάθεση του, την 24/06/2021 και περί ώρα 12:15 οδηγούσε το επίδικο όχημα του στην Λεωφόρο Αθηνών στην Λάρνακα και σε κάποιο σημείο του δρόμου επιχείρησε να στρίψει δεξιά για να σταθμεύσει σε παρακείμενο χώρο στάθμευσης και όταν άρχισε να στρίβει ελαφρά το όχημα είδε ξαφνικά στα δεξιά του τον Κατηγορούμενο στην επίδικη μοτοσικλέτα του, η οποία συγκρούστηκε στο μπροστινό δεξί μέρος του οχήματος του. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι πριν το επίδικο ατύχημα είχε δει τον Κατηγορούμενο να οδηγεί την μοτοσικλέτα του πίσω από το όχημα που ακολουθούσε το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ
- Προτού στρίψει δεξιά στον παρακείμενο χώρο στάθμευσης, ο ΜΚ2 έδειξε την πρόθεση του αυτή με τον σηματοδότη του οχήματος του και έλεγξε το καθρεφτάκι του και δεν είδε κανέναν προτού στρίψει. Όταν έστριψε το όχημα του προς τα δεξιά, ο Κατηγορούμενος κτύπησε με τον ώμο του στο δεξιό φτερό του οχήματος και προκάλεσε το βούλωμα. Ακολούθως, κατέβηκε από το όχημα του και βοήθησε τον Κατηγορούμενο να καθίσει σε ένα παγκάκι και είδε έναν αστυνομικό που περνούσε από εκεί με το ποδήλατο και τον ενημέρωσε για το ατύχημα. Μετά από λίγο ήρθαν ακόμα τρεις αστυνομικοί με το αστυνομικό περιπολικό και αποχώρησε ο ποδηλάτης αστυνομικός. Οι αστυνομικοί είπαν στον ΜΚ2 να μετακινήσει το όχημα του προς τα εμπρός για να μην εμποδίζει την κυκλοφορία των άλλων οχημάτων. Στην σκηνή του ατυχήματος, ο ίδιος μίλησε μόνο με κάποιον άντρα αστυνομικό και όχι με γυναίκα αστυνομικό. Ο Κατηγορούμενος έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία, την κατάθεση ημερ. 16/07/2021, Τεκμήριο 3, και την κατάθεση ημερ. 28/06/2021, Τεκμήριο 4, οι οποίες κατατέθηκαν χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση. Κατά την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε τις καταθέσεις του και ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου δήλωσε ρητά ότι είναι αποδεκτή η κατάθεση του. Στις καταθέσεις του, ο Κατηγορούμενος αναφέρει την 24/06/2021 και περί ώρα 12:15 οδηγούσε την επίδικη μοτοσικλέτα του στην Λεωφόρο Αθηνών στην Λάρνακα και σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε το επίδικο όχημα του ΜΚ2 σταματημένο εντός του δρόμου. Στην προσπάθεια του να το προσπεράσει από δεξιά, το όχημα του ΜΚ2 κινήθηκε δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και ο ίδιος να κτυπήσει με το σώμα του στο δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος και μετά να πέσει κάτω στο έδαφος και να τραυματιστεί. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου πήρε εξιτήριο την ίδια ημέρα, αλλά επειδή συνέχισε να έχει πόνους την επόμενη ημέρα επισκέφθηκε ιδιώτη ιατρό, ο οποίος τον εξέτασε και διαπίστωσε ότι είχε κάταγμα στο δεξί πλευρό. Κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το όχημα του ΜΚ2 ήταν σταματημένο και ξεκίνησε απότομα να στρίβει προς τα δεξιά και τον κτύπησε στο τιμόνι της μοτοσικλέτας.
- Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, τα κατωτέρω γεγονότα ήσαν ουσιαστικά παραδεκτά ή και παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση από αμφότερες τις πλευρές: (α) Την 24.06.2021 και ώρα 12:15 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής [ ] επί της Λεωφόρου Αθηνών στην Λάρνακα με κατεύθυνση προς το Κάστρο Λάρνακας. (β) Κατά τον ανωτέρω χρόνο και τόπο, ο ΜΚ2 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ], ιδιοκτησίας της εταιρείας που τον εργοδοτεί, με κατεύθυνση προς το Κάστρο Λάρνακας και προπορευόταν της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. (γ) Ο ανωτέρω δρόμος είναι ευθύς, επίπεδος και καλής επιφάνειας και είναι μονής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ υπάρχουν στα δεξιά του δρόμου χώροι στάθμευσης, οι οποίοι είναι ζωγραφισμένοι επί του οδοστρώματος. (δ) Κατά τον ανωτέρω χρόνο και τόπο, υπήρχε φυσικός φωτισμός, ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα ήταν στεγνό και καθαρό. (ε) Σε κάποιο σημείο του ανωτέρω δρόμου, πλησίον του ξενοδοχείου Sun Hall, επήλθε σύγκρουση μεταξύ των ενεχόμενων οδηγών και ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε. Το δε όχημα του ΜΚ2 υπέστη βούλωμα.
- Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες και η μαρτυρία τους είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Έχω προβεί στην αξιολόγηση της όλης μαρτυρίας και αξιοπιστίας των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτές της φύσεως υποθέσεις έχει βαρύνουσα σημασία (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160), αφού το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, αλλά και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307), καθότι τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν εύκολα να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων γεγονότων (βλ. Ιωαννίδου ν Γιαννή
(1990)2 ΑΑΔ 260). Τα συμπεράσματα, φυσικά, που μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, η οποία αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά και τις δυνατότητες και ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών (βλ. Θεοδώρου ν Σάββα
(2016)1 ΑΑΔ 202). Άλλωστε, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107). Η ΜΚ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με νευρικότητα και όχι άμεσα, ενώ οι διάφορες εξηγήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση της δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν έβγαλε φωτογραφίες την σκηνή του ατυχήματος και τα ενεχόμενα οχήματα, χωρίς να δώσει οποιονδήποτε επαρκή και πειστικό λόγο για τούτη την παράλειψη της. Μάλιστα, σε άλλο σημείο στην αντεξέταση της, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ζήτησε φωτογραφικό υλικό από τις ασφάλειες, η ΜΚ1 απάντησε «άμα χρειάζεται βγάζουμε και εμείς φωτογραφίες». Αναφορικά δε με το σχεδιάγραφημα που ετοίμασε, η ΜΚ1 ανέφερε ότι το ετοίμασε με βάση όσα της είπε ο ΜΚ2 και η ίδια δεν κάλεσε ποτέ τον Κατηγορούμενο να πάνε στο σημείο του δυστυχήματος για να της υποδείξει το σημείο σύγκρουσης για να μην τον ταλαιπωρήσει. Αφού ετοίμασε το επίδικο σχεδιαγράφημα, η ΜΚ1 δεν ζήτησε από τους ενεχόμενους οδηγούς να το υπογράψουν με την δικαιολογία ότι σε κάποιο άλλο δυστύχημα που εξέτασε η ίδια, οι ενεχόμενοι οδηγοί της κατέστρεψαν το σχεδιαγράφημα όταν πήγαν να το υπογράψουν. Επίσης, συγχυσμένη ήταν η μαρτυρία της ΜΚ1 σε σχέση με τον τραυματισμό του Κατηγορούμενου. Αρχικά ανέφερε ότι πήγε η ίδια στο νοσοκομείο και δεν ήταν τραυματισμένος ο Κατηγορούμενος. Μετά είπε ότι δεν θυμόταν αν ρώτησε τον γιατρό που εξέτασε τον Κατηγορούμενο και ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην ΜΚ1 κατά την κατάθεση του ότι δεν τραυματίστηκε σοβαρά. Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι δεν κράτησε οποιεσδήποτε σημειώσεις και ότι ενημερώθηκε από τον ιατρό του νοσοκομείου που εξέτασε τον Κατηγορούμενο μετά το ατύχημα ότι ο Κατηγορούμενος είχε απλά κάποιες εκδορές. Αργότερα, σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι έλαβε δεύτερη κατάθεση από τον Κατηγορούμενο επειδή ο ίδιος ανέφερε σοβαρό τραυματισμό στην πορεία και «έπρεπε να γίνει σωστά η δουλειά». Αντιφατική ήταν η μαρτυρία της ΜΚ1 και σε σχέση με την επίδικη σύγκρουση. Ενώ στην κατάθεση της, Τεκμήριο 1, αναφέρει «στο μπροστινό καπό στην δεξιά πλευρά του οχήματος με αρ. εγγρ. [ ] υπήρχε βούλωμα με το οποίο καταδεικνύεται το σημείο όπου ήρθαν σε επαφή τα δύο οχήματα», στην δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι είναι το σώμα του Κατηγορούμενου που κτύπησε πάνω στο όχημα του ΜΚ2. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι η ζημιά θα μπορούσε να ήταν από το τιμόνι της μοτοσικλέτας, η ΜΚ1 δεν το απέκλεισε. Επιπρόσθετα, ενώ η ΜΚ1 ανέφερε ότι ετοίμασε το σχεδιαγράφημα στην βάση των όσων της ανέφερε και υπέδειξε ο ΜΚ2, ο ΜΚ2 ανέφερε πως δεν μίλησε μαζί της στην σκηνή του ατυχήματος και ότι το βούλωμα στο όχημα του ήταν στο δεξί φτερό και όχι πάνω στο καπό. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν ήταν αξιόπιστη και συνεπώς δεν την αποδέχεται. Ο ΜΚ2 ήταν άμεσος και σταθερός στην δια ζώσης μαρτυρία του και έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με φυσιολογικό τρόπο και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που να κλονίσουν την μαρτυρία του. Στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 8, ανέφερε ότι «Σε κάποιο σημείο του δρόμου στην προσπάθεια μου να σταθμεύσω δεξιά, άρχισα να στρίβω ελαφρά το όχημα μου και είδα απότομα ένα μοτ/το με αρ. εγγρ. [ ] από τα δεξιά μου και συγκρούστηκε μαζί μου στο μπροστινό δεξί μέρος του οχήματος μου». Στην δια ζώσης μαρτυρία του, παρέθεσε κάποιες περισσότερες λεπτομέρειες αναφέροντας με σαφήνεια ότι είδε και παρατήρησε από το καθρεφτάκι του οχήματος του την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος όταν προηγουμένως σε κάποιο σημείο του δρόμου που είχε στροφή και η μοτοσικλέτα ακολουθούσε το όχημα που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Μετά από κάποια μέτρα, ο ΜΚ2 έδειξε με τον σηματοδότη του οχήματος του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά για να σταθμεύσει σε παρακείμενο και παράλληλο με την πορεία του χώρο στάθμευσης. Όταν άρχισε να στρίβει δεξιά, είδε ξαφνικά την μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου στα δεξιά του, η οποία κτύπησε πάνω στον μπροστινό δεξιό τροχό του οχήματος, ενώ ο Κατηγορούμενος κτύπησε με τον ώμο του πάνω στο δεξί φτερό του οχήματος του. Τα όσα ανέφερε ανωτέρω στο Δικαστήριο συνάδουν και με την εκδοχή του που έδωσε με την κατάθεση του στην Αστυνομία. Αν και του υποβλήθηκε επίμονα κατά την αντεξέταση ότι δεν έκαμε σήμα και δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα προτού στρίψει το όχημα του δεξιά, ο ΜΚ2 παρέμεινε σταθερός στην θέση του. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΚ2 και την αποδέχεται στην ολότητα της. Ο Κατηγορούμενος, από την άλλη, δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Καταρχάς, οι δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία διαφέρουν ως προς τα γεγονότα που ισχυρίστηκε κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος. Στην πρώτη κατάθεση του ημερ. 28/06/2021, Τεκμήριο 4, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι «Μπροστά μου υπήρχε ένα όχημα με αρ. εγγρ. [ ] και προσπάθησα να περάσω μπροστά του από τα δεξιά. Πριν ολοκληρώσω την πρόθεση μου ο οδηγός άρχισε να στρίβει το όχημα του προς τα δεξιά για να σταθμεύσει στην άκρη του δρόμου σε θέση στάθμευσης και τότε συγκρούστηκα με το όχημα [ ]. Κτύπησα με την αριστερή μου πλευρά στο δεξί μπροστινό καπό του αυτοκινήτου». Στην δεύτερη κατάθεση του ημερ. 16/07/2021, Τεκμήριο 3, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι «Μπροστά μου δεν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα και σε κάποιο σημείο του δρόμου, περίπου μπροστά από το Sun Hall υπήρχε ένα όχημα σταματημένο εντός του δρόμου. Στην προσπάθεια μου να προσπεράσω το όχημα από τα δεξιά και να συνεχίσω την πορεία μου το όχημα με αρ. εγγρ. [ ] κινήθηκε δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουστούμε. Κτύπησα με το αριστερό μέρος του σώματος μου στο δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος με αρ. εγγρ. [ ]. Ακολούθως, έπεσα κάτω στο έδαφος και τραυματίστηκα στην δεξιά πλευρά». Οι δύο ανωτέρω εκδοχές του Κατηγορούμενου διαφέρουν ως προς την κατάσταση του οχήματος του ΜΚ2, δηλαδή αν ήταν σταματημένο εντός του δρόμου ή όχι, και το σημείο που κτύπησε ο Κατηγορούμενος πάνω στο όχημα του ΜΚ2, αν ήταν πάνω στο καπό ή όχι. Στην δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε ότι είδε το όχημα του ΜΚ2 σταματημένο αριστερά και όταν ο ίδιος προσπάθησε να τον προσπεράσει από δεξιά, τον κτύπησε πάνω στο τιμόνι της μοτοσικλέτας, κάτι το οποίο δεν ανέφερε ούτε στην πρώτη ούτε στην δεύτερη κατάθεση του. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι δεν επιτρεπόταν να προσπεράσει το όχημα σε δρόμο μονής κατεύθυνσης, ο Κατηγορούμενος απάντησε «πήγα να προσπεράσω γιατί ήταν σταματημένο», θέση η οποία έρχεται σε αντίφαση με την πρώτη του κατάθεση. Σημειώνεται, επίσης, ότι όταν του υποβλήθηκε στην αντεξέταση ότι ο ΜΚ2 έδειξε με τον σηματοδότη του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, ο Κατηγορούμενος δεν το αρνήθηκε και απάντησε «Θυμούμαι ότι μόνο προσπέρασα. Δεν θυμούμαι πάρα κάτω. Που με κτύπησε ήρθε το ασθενοφόρο και με έπιασε». Όπως είναι νομολογιακά γνωστό και καθιερωμένο, το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου και συνήθως μεγαλύτερη βαρύτητα αποδίδεται στο μέρος της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του Κατηγορούμενου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Γιώρκας ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 27/2021) ημερ. 16/03/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο αποδίδει βαρύτητα στο μέρος της κατάθεσης του Κατηγορούμενου που τον τοποθετεί στην θέση του οδηγού της μοτοσικλέτας, με την οποία επιχείρησε να προσπεράσει από δεξιά το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2, στον επίδικο τόπο και χρόνο. Επίσης, γίνεται αποδεκτό το μέρος της κατάθεσης του Κατηγορούμενου όπου αναφέρει ότι κτύπησε με το σώμα του πάνω στο όχημα του ΜΚ2, θέση η οποία συνάδει και με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε με τον ώμο του πάνω στο μπροστινό δεξί φτερό του οχήματος του. Εκτός των ανωτέρω θέσεων του Κατηγορούμενου στις καταθέσεις του που το Δικαστήριο αποδίδει σχετική βαρύτητα και τις αποδέχεται, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αντιφατική και συνεπώς αναξιόπιστη από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν γίνεται αποδεκτή. 6. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη του επίδικου αδικήματος, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης και πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία. Σχετικό είναι το άρθρο 8
(1)(β) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) ως έχει τροποποιηθεί που προνοεί τα εξής: «Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα, που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000).» Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο με διαφορά, βέβαια, το βάρος απόδειξης (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το καθήκον επιμέλειας (standard of care) οφείλεται έναντι οποιουδήποτε προσώπου που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού και το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό, ενώ η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Χαραλάμπους ν McGill (Πολ. Έφεση 38/2015) ημερ. 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Έστω και μικρού βαθμού αμέλεια, στις ποινικές υποθέσεις είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα βάσει των μη αμφισβητούμενων γεγονότων που καταγράφηκαν ανωτέρω -που συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου- και την μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία είναι η μόνη που κρίθηκε ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι έχει απορριφθεί η μαρτυρία της ΜΚ1, εξεταστή του επίδικου ατυχήματος, δεν αποκλείει το Δικαστήριο από την υποχρέωσή του για αξιολόγηση της ζωντανής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του για να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Έχοντας κατά νου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/3/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107), το Δικαστήριο καταλήγει στα κατωτέρω επιπρόσθετα ευρήματα: (α) Κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, ο ΜΚ2, αφού έδειξε με τον σηματοδότη του οχήματος του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά για να σταθμεύσει σε παρακείμενο και παράλληλο με την κατεύθυνση του χώρο στάθμευσης, άρχισε ελαφρώς να στρίβει το όχημα του προς τα δεξιά κατευθυνόμενος προς τον ανωτέρω χώρο στάθμευσης. (β) Ο ΜΚ2, αν και παρατήρησε από το καθρεφτάκι του οχήματος του κάποια μέτρα προτού ο ίδιος στρίψει δεξιά προς τον χώρο στάθμευσης και αντιλήφθηκε την παρουσία του Κατηγορούμενου με την μοτοσικλέτα του πίσω από το όχημα που ακολουθούσε το όχημα του ΜΚ2, όταν άρχισε να στρίβει το όχημα του προς τα δεξιά δεν αντιλήφθηκε την μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου που επιχειρούσε να τον προσπεράσει από δεξιά. (γ) Ο ΜΚ2 γνώριζε την πρακτική και συνήθεια των μοτοσικλετιστών στον συγκεκριμένο επίδικο δρόμο να προσπερνούν τα οχήματα από δεξιά. (δ) Παρά το ότι ο ΜΚ2 έδειξε με τον σηματοδότη του οχήματος του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά και άρχισε να στρίβει ελαφρώς το όχημα του προς τα δεξιά, ο Κατηγορούμενος δεν το αντιλήφθηκε και επιχείρησε να προσπεράσει από δεξιά το όχημα του Κατηγορούμενου. (ε) Όταν ο ΜΚ2 άρχισε να στρίβει το όχημα του προς τα δεξιά για να σταθμεύσει στον ανωτέρω χώρο στάθμευσης, ο Κατηγορούμενος με την μοτοσικλέτα του, στην προσπάθεια του να προσπεράσει το όχημα του ΜΚ2 από δεξιά συγκρούστηκε στον μπροστινό δεξιό τροχό του οχήματος του ΜΚ2 και με τον ώμο του κτύπησε στο μπροστινό δεξί φτερό του οχήματος του ΜΚ2, με αποτέλεσμα να το βουλλώσει. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος έπεσε από την μοτοσικλέτα κάτω στο έδαφος και τραυματίστηκε. Εφόσον η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος υπείχε καθήκον επιμέλειας προς τον οδηγό, ιδιοκτήτη και τυχόν επιβάτες του προπορευόμενου οχήματος. Βασικές παράμετροι του καθήκοντος επιμέλειας που είχε ο Κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση είναι η αντίληψη του προπορευόμενου οχήματος και η τήρηση απόστασης ασφάλειας από αυτό, λογικό όριο ταχύτητας και άσκηση της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας που θα του παρείχε τη δυνατότητα να σταματήσει έγκαιρα και με ασφάλεια αν οι συνθήκες το επιβάλλουν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μαυροφτή
(2001)2 ΑΑΔ 130 και Κωνσταντινίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου προώθησε ουσιαστικά δύο γραμμές υπεράσπισης. Η πρώτη γραμμή είναι ότι υπάρχει συνηθισμένη πρακτική των μοτοσικλετιστών στον συγκεκριμένο επίδικο δρόμο να προσπερνούν τα οχήματα από δεξιά, η οποία μάλιστα συνιστά «συνείδηση δικαίου της βούλησης της κοινωνίας», και ως εκ τούτου ευθύνεται ο ΜΚ2 για το ατύχημα και όχι ο Κατηγορούμενος. Καταρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι εφόσον ο επίδικος δρόμος ήταν μονής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας, ο Κατηγορούμενος όφειλε να οδηγεί την μοτοσικλέτα του στην αριστερή άκρη του δρόμου (βλ. Καν. 58
(5)(i) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ο οποίος επιτρέπει στους οδηγούς να κινηθούν δεξιότερα μόνο όταν θα στρίψουν δεξιά ή θα αποφύγουν πεζό ή σταθμευμένο όχημα). Ακόμα και αν η ανωτέρω πρακτική των μοτοσικλετιστών στον επίδικο δρόμο θεωρηθεί ως «έθιμο», αυτή δεν δύναται να αναχθεί σε κανόνα δικαίου καθότι αντιβαίνει τους νόμους και κανονισμούς της τροχαίας (βλ. επίσης άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)). Το Δικαστήριο εφαρμόζει το δίκαιο σύμφωνα με τον νόμους και κανονισμούς της Πολιτείας, όχι με την θέληση και πεποίθηση της κοινωνίας στον συγκεκριμένο δρόμο. Την αυθεντική έκφραση της λαϊκής θέλησης για απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί ο Νόμος και η αποστολή της Δικαιοσύνης και των Δικαστηρίων είναι η εφαρμογή του δικαίου όπως καθορίζεται στο Σύνταγμα και τους νόμους που συνάδουν με αυτό (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων
(1985)3 CLR 1429). Το γεγονός, όμως, ότι ο ΜΚ2 παραδέχθηκε ότι γνωρίζει αυτή την κακή συνήθεια και πρακτική των μοτοσικλετιστών στον επίδικο δρόμο συνιστά παράγοντα που λαμβάνεται υπόψιν ως προς την εκπλήρωση του δικού του καθήκοντος επιμέλειας. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι απαλλάσσει αυτόματα τον Κατηγορούμενο από οποιαδήποτε ευθύνη (βλ. επίσης Ομήρου ν Παναγιώτου
(2002)1 ΑΑΔ 986, στην οποία λήφθηκε υπόψιν ότι ο εφεσείων γνώριζε την κακή συνήθεια των μοτοσικλετιστών να προσπερνούν αυτοκίνητα από δεξιά στην συγκεκριμένη λεωφόρο και αμφότεροι οι οδηγοί κρίθηκαν αμελείς). Ούτε φυσικά η τυχόν παραβίαση του ανωτέρω Κανονισμού από τον Κατηγορούμενο αποδεικνύει αυτόματα την αμελή οδήγηση του και πρόκληση ζημιάς σε περιουσία (βλ. Κλεάνθους ν Ευαγγέλου
(1998)1 ΑΑΔ 1681). Η τυχόν αμέλεια του Κατηγορούμενου θα κριθεί στην βάση των καθιερωμένων αρχών που ήδη παρατέθηκαν ανωτέρω. Η δεύτερη γραμμή υπεράσπισης είναι ότι ο ΜΚ2 δεν έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα προτού στρίψει το όχημα του και συνεπώς αυτός ήταν αμελής και ευθύνεται για το ατύχημα και όχι ο Κατηγορούμενος. Όντως, ο ΜΚ2 προτού αρχίσει να στρίβει το όχημα του δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου και δεν βεβαιώθηκε, ως όφειλε, ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά (βλ. Χαραλάμπους ν Ξυδά
(2007)1 ΑΑΔ 792). Ιδιαίτερα δε όταν ο ΜΚ2 γνωρίζει την κακή συνήθεια και πρακτική των μοτοσικλετιστών να προσπερνούν από δεξιά στον επίδικο δρόμο και ο ίδιος είδε κάποια μέτρα προηγουμένως τον Κατηγορούμενο πίσω από το όχημα που ακολουθούσε το όχημα του ΜΚ2. Το ανωτέρω εύρημα, όμως, ως προς την παράλειψη εκπλήρωση του καθήκοντος επιμέλειας του ΜΚ2, δεν απαλλάσσει αυτόματα τον Κατηγορούμενο από κάθε ευθύνη. Όπως έχει λεχθεί ανωτέρω, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή στις ποινικές υποθέσεις για να οδηγήσει σε καταδίκη. Στην απόφαση Χαραλάμπους ν Ξυδά (ανωτέρω), όπου οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος έδωσε σήμα για την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, αλλά παρέλειψε να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι η μοτοσικλέτα που τον ακολουθούσε αντιλήφθηκε την πρόθεση του, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ευθύνονταν και οι δύο οδηγοί επιμερίζοντας σχετικό ποσοστό ευθύνης σε κάθε οδηγό. Στην παρούσα υπόθεση, δεδομένης της χρήσης του σηματοδότη του οχήματος από τον ΜΚ2 δείχνοντας την πρόθεση του να στρίψει δεξιά για να σταθμεύσει στον επίδικο χώρο στάθμευσης, ο Κατηγορούμενος όφειλε να αντιληφθεί την πρόθεση του αυτή και να μην προσπεράσει το όχημα του ΜΚ2 από δεξιά (βλ. επίσης Καν.58
(3)(α)(i) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ο οποίος απαγορεύει το προσπέρασμα από δεξιά όταν το προπορευόμενο όχημα δίνει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει δεξιά). Ο μέσος συνετός και προσεκτικός οδηγός δεν θα προσπερνούσε το προπορευόμενο όχημα που έδειξε με τον σηματοδότη του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά και ιδιαίτερα σε δρόμο μονής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας. Παρά τα ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα του ΜΚ2 αγνοώντας τον προφανή και ευλόγως αντιληπτό κίνδυνο να στρίψει δεξιά το όχημα του ΜΚ2 προς τον παράλληλο με την κατεύθυνση τους χώρο στάθμευσης, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί και προκαλέσει ζημιά στο όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2. Επίσης, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν με αυτά της Κρόκου ν Συμεού
(1995)1 ΑΑΔ 637, όπου ο εφεσίβλητος προσπερνούσε με την μοτοσικλέτα του από δεξιά σε δρόμο μονής πορείας τα αυτοκίνητα και σε κάποιο σημείο του δρόμου, ένα από τα αυτοκίνητα, ήτοι αυτό της εφεσείουσας που βρισκόταν αριστερά και μπροστά από τον εφεσίβλητο, έστριψε απότομα δεξιότερα, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση, με την οποία αμφότεροι οι οδηγοί κρίθηκαν αμελείς, η μεν εφεσείουσα επειδή «έστριψε απότομα δεξιά χωρίς να βεβαιωθεί εάν τούτο ήταν ασφαλές και ενώ ο εφεσίβλητος βρισκόταν πίσω της και κοντά της με αποτέλεσμα να βρεθεί μπροστά του εφεσίβλητου» και ο δε εφεσίβλητος επειδή «οδηγούσε σε ένα δρόμο μονής πορείας, δίπλα από αυτοκίνητα αντί να οδηγεί πίσω από τα άλλα αυτοκίνητα και στην αριστερή πλευρά του δρόμου, με αποτέλεσμα όταν το αυτοκίνητο της εφεσείουσας έστριψε απότομα δεξιότερα, να βρεθεί μπροστά από τη μοτοσυκλέττα του εφεσίβλητου». Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος όντως δεν εκπλήρωσε το καθήκον επιμέλειας του και υπήρξε αμελής κατά την οδήγηση της ανωτέρω μοτοσικλέτας του κατά τον ανωτέρω επίδικο τόπο και χρόνο και προκάλεσε ζημιά σε περιουσία, ήτοι στο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] που οδηγούσε ο ΜΚ2, με αποτέλεσμα να διαπράξει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 8
(1)(β) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972). Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι «προκάλεσε ζημιά στην περιουσία του Σ.Μ. από το [ ]», ενώ αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ανωτέρω όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2 ήταν ιδιοκτησίας των εργοδοτών του και όχι του ιδίου. Εντούτοις, εφόσον το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιουσίας στην οποία προκαλείται η ζημιά δεν πρόκειται για συστατικό στοιχείο του αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει δυνάμει του άρθρου 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.155) σε καταδίκη του Κατηγορούμενου χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου (βλ. Θωμά ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 255 και Παναγίδη ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 197/2017) ημερ. 08/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B434). 7. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο