← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. STANLEY OSITA FRANKLIN κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12903/2023, 10/11/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. STANLEY OSITA FRANKLIN κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12903/2023, 10/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12903/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. STANLEY OSITA FRANKLIN
  2. MOHAMMED ALHAMADI
  3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10.11.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Γ. Νικολάου Κατηγορούμενοι: Παρόντες ΠΟΙΝΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 8 κατηγορίες. Καθένας από τους κατηγορούμενους παραδέχθηκε τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 και 2, ο 2ος κατηγορούμενος τις κατηγορίες 3 και 4 και ο 3ος κατηγορούμενος τις κατηγορίες 5 έως
  4. Ο 1ος κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 18.10.
  5. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και των σχετικών κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/1972). Οι κατηγορίες 2 και 4 αφορούν το αδίκημα της άσκησης επαγγέλματος από αλλοδαπό χωρίς άδεια απασχολήσεως κατά παράβαση των άρθρων 19(ι)(κ) και 20 του Κεφ. 105 και των σχετικών κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/1972). Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράβασης των όρων άδειας εισόδου κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(ι)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και των σχετικών κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/1972). Οι κατηγορίες 5 και 8 αφορούν το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση των άρθρων 2, 14Β

(1)και 19 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και των σχετικών κανονισμών (Κ.Δ.Π. 242/1972 και Κ.Δ.Π.146/1991) και οι κατηγορίες 6 και 7 το αδίκημα της πρόσληψης αλλοδαπού σε υπηρεσία και παράλειψης ειδοποίησης του Λειτουργού Καταγραφής περί της τοιαύτης πρόσληψης κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 105 και των σχετικών κανονισμών (Κανονισμός 38 της Κ.Δ.Π. 242/1972). Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν στις 17.10.2023 και ώρα 13:15 η Μ.Κ.2 λειτουργός του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετέβηκε για έλεγχο στο υποστατικό με την ονομασία C&C AFXENTIOU LTD που βρίσκεται στην οδό Φαίδρας και Ψηλορείτη στη Λάρνακα όπου εκεί εντόπισε τους κατηγορούμενους 1 και 2 να εργάζονται. Από τις εξετάσεις που διενέργησε διαπιστώθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος βρισκόταν στον κατάλογο stop list ως αναζητούμενο πρόσωπο. Συγκεκριμένα αυτός αφίχθηκε στη Δημοκρατία παράνομα στις 3.7.2020 και υπέβαλε αίτηση ασύλου. Στις 7.12.2020 η αίτησή του απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και στις 22.11.2021 του επιδόθηκε απορριπτική επιστολή συνοδευόμενη με απόφαση. Δεν υπέβαλε προσφυγή στο Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας ούτε αποτάθηκε για να διευθετήσει την παραμονή του υπό οποιοδήποτε καθεστώς με αποτέλεσμα να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία. Ενόσω διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου η οποία στις 28.1.2022 κρίθηκε απαράδεκτη και του επιδόθηκε πάλι απορριπτική επιστολή στις 10.3.
  1. Ακολούθως στις 16.3.2022 υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας με αριθμό 1457/2022 κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου σε σχέση με τη μεταγενέστερη αίτησή του η οποία απορρίφθηκε στις 13.1.
  2. Έκτοτε διέμενε παράνομα στο έδαφος Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο 2ος κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία και αφίχθηκε παράνομα στη Δημοκρατία και στις 22.6.2023 υπέβαλε αίτηση ασύλου. Το αίτημά του τελεί υπό εξέταση και ως εκ τούτου διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία. Ο 1ος κατηγορούμενος συνελήφθηκε από τον Μ.Κ.1 της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στις 17.10.2023 στα γραφεία του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λάρνακας ο Μ.Κ.4 παρέδωσε στον 3ο κατηγορούμενο τα δικαιώματα υπόπτου αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και αυτός ανέφερε ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε προβεί σε όλες τις ενέργειες για τη νόμιμη εργοδότησή του ενώ ο 1ος κατηγορούμενος πρόσφατα μετέβηκε στο συνεργείο του και ανέμενε από αυτόν να του προσκομίσει τα έγγραφα πριν προβεί στην εγγραφή του. Οι κατηγορούμενοι είναι άτομα λευκού ποινικού μητρώου. Ο δικηγόρος των κατηγορουμένων παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του και υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε σε σχέση με τον 1ο κατηγορούμενο. Σύμφωνα με αυτή ο 1ος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 27 ετών και κατάγεται από τη Νιγηρία. Εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία το έτος 2020, υπέβαλε αίτηση για να του παραχωρηθεί πολιτικό άσυλο και έκτοτε εργαζόταν σε γκαράζ αυτοκινήτων. Σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος είναι ηλικίας 36 ετών ανέφερε πως βρίσκεται νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία και ότι πλέον μπορεί να εργαστεί νόμιμα. Αναφορικά με τον 3ο κατηγορούμενο ανέφερε ότι είναι ηλικίας 54 ετών και διαθέτει συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων. Είναι νυμφευμένος και πατέρας 3 θυγατέρων ηλικίας 23, 19 και 17 ετών αντίστοιχα. Επίσης βάσει διατάγματος Δικαστηρίου είναι κηδεμόνας και του ενήλικου αδελφού του ο οποίος πάσχει εκ γενετής από νοητική υστέρηση. Σχετικά με τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ανέφερε ότι η εργοδότηση των κατηγορούμενων 1 και 2 ήταν περιορισμένης χρονικής διάρκειας και δεν παρουσίαζε στοιχεία οικονομικής ή άλλης εκμετάλλευσης εκ μέρους του 3ου κατηγορούμενου. Εισηγήθηκε ότι ο 3ος κατηγορούμενος έπραξε όλα τα αναγκαία για τη νόμιμη εργοδότηση του 2ου κατηγορούμενου στην εταιρεία του γι' αυτό και είχε υποβάλει τα απαραίτητα έγγραφα στις αρμόδιες αρχές στις 28.9.2023 πριν τη διαπίστωση των επίδικων αδικημάτων. Αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν κατατέθηκαν σε δέσμη ως Έγγραφο Α. Πέραν των όσων αναγράφονται στο γραπτό κείμενο ο κ. Νικολάου ανέφερε επίσης ότι η εργοδότηση των κατηγορούμενων 1 και 2 είχε ανθρωπιστικά κίνητρα αφού ο 1ος κατηγορούμενος βρισκόταν σε πάρα πολύ άσχημη κατάσταση και κατά τις πρώτες μέρες της εργοδότησής του για τη διατροφή του μεριμνούσε ο 3ος κατηγορούμενος. Ανέφερε επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος πλέον εργάζεται νόμιμα αφού νόμιμη είναι και η διαμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εισηγήθηκε τέλος πως σε περίπτωση που ήθελε επιβληθεί ποινή φυλάκισης οι περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την ποινή φυλάκισης. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έχει καθήκον να λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής ούτε να έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής τους είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον νομοθέτη διαφαίνεται από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο ποινής. Για το αδίκημα της παραμονής αλλοδαπού στη Δημοκρατία χωρίς άδεια του Διευθυντού και για το αδίκημα της άσκησης επαγγέλματος από αλλοδαπό χωρίς άδεια απασχολήσεως ή κατά παράβαση των όρων της άδειας παραμονής του το άρθρο 19 του Κεφ. 105 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες (€1.708 περίπου) ή και τις δύο αυτές ποινές. Για το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια ή της εργοδότησης κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή της εργοδότησης κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού το άρθρο 14Β
(1)του Κεφ. 105 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €20.000 ή και τις 2 αυτές ποινές. Για το αδίκημα της πρόσληψης αλλοδαπού σε υπηρεσία και παράλειψης ειδοποίησης του Λειτουργού Καταγραφής περί της τοιαύτης πρόσληψης κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 105 και του Κ.38 της Κ.Δ.Π. 242/1972 ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 146/1991 προβλέπεται πρόστιμο μη υπερβαίνον τις Λ.Κ.200,00 (€342,00 περίπου) ή ποινή φυλάκισης μέχρι 3 μήνες ή και οι 2 αυτές ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη είσοδο και παράνομη παραμονή αλλοδαπών στη Δημοκρατία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών δεν προκύπτουν μόνο από τις προβλεπόμενες ποινές αλλά έχουν επίσης τονισθεί και από τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής». Στην υπόθεση ALI HASSAIN KHALAF AL JIBOURI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143 που αφορούσε στο αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη άδειας παραμονής κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 έγινε αναφορά στην υπόθεση Gaby Toufic Atallah ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 94 στην οποία αναφέρθηκε ότι: «οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές». Στην ως άνω απόφαση ALI HASSAIN KHALAF AL JIBOURI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (πιο πάνω) κρίθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 1 μηνός που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Η νομολογία καθορίζει επίσης ότι σοβαρά είναι και τα αδικήματα που αφορούν παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών στα οποία πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή (Γενικός Εισαγγελίας της Δημοκρατίας ν. Χριστάκη Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279). Στην υπόθεση Σαφειρίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 28/2022, ημερ. 21.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B123, αναφέρθηκε ότι: «Η νομολογία διαχωρίζει τις περιπτώσεις των παρανόμως εργοδοτουμένων αλλοδαπών που βρίσκονται και παράνομα στη Δημοκρατία από τις περιπτώσεις στις οποίες αυτοί βρίσκονται νόμιμα, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Είναι στη βάση αυτής της προσέγγισης που στην υπόθεση Lin Qinlong v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501, η οποία αφορούσε παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού φοιτητή, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτοδίκως (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488)». Στα πλαίσια επιλογής της κατάλληλης ποινής και της εξατομίκευσης λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή των κατηγορουμένων, η οποία είναι ένας σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος φανερώνει και τη μεταμέλειά τους. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής». Περαιτέρω λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό τους ποινικό μητρώο και τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, όπως αναφέρθηκαν από τον δικηγόρο τους, τις οποίες έχω υπόψη μου και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να τις επαναλάβω καθώς και τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Λαμβάνω ακόμα υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και συγκεκριμένα ότι η εργοδότηση των κατηγορούμενων 1 και 2 δεν είχε οποιοδήποτε στοιχείο εκμετάλλευσης. Ο 3ος κατηγορούμενος μεριμνούσε και για τη διατροφή του 1ου κατηγορούμενου λόγω της πολύ άσχημης του κατάστασης και επιπλέον για τον 2ο κατηγορούμενο είχε υποβάλει στις 27.9.2023 στο Τμήμα Εργασίας αίτηση για προσωρινή εργοδότηση αιτητών ασύλου στην οποία επισύναψε και αντίγραφο της σύμβασης απασχόλησης. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου τη διάρκεια της παράνομης παραμονής των κατηγορουμένων 1 και 2 η οποία για τον 2ο κατηγορούμενο ήταν μικρότερης διάρκειας σε σχέση με τον 1ο καθώς επίσης και την περιορισμένη χρονική διάρκεια της παράνομης απασχόλησης τους και ταυτόχρονα παράνομης εργοδότησής τους από τον 3ο κατηγορούμενο και περαιτέρω το γεγονός ότι σήμερα λόγω των ένδικων μέτρων τα οποία ο 2ος κατηγορούμενος έλαβε και τα οποία του παρέχουν προς το παρόν το δικαίωμα να βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι ο 1ος κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 18.10.2023 μέχρι σήμερα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής προστίμου η οποία όμως πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την ανέφερα πιο πάνω. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή καθώς επίσης και τη σχετική νομολογία όπως την ανέφερα πιο πάνω σύμφωνα με την οποία καθίσταται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα όπως τα επίδικα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις ποινές τις οποίες και επιβάλλω είναι οι ακόλουθες: · Στον 1ο κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή προστίμου €650,00 · Στον 1ο κατηγορούμενο στη 2η κατηγορία ποινή προστίμου €650,00 · Στον 2ο κατηγορούμενο στην 3η κατηγορία ποινή προστίμου €650,00 · Στον 2ο κατηγορούμενο στην 4η κατηγορία ποινή προστίμου €650,00 · Στον 3ο κατηγορούμενο στη 5η κατηγορία ποινή προστίμου €1.000,00 · Στον 3ο κατηγορούμενο στην 6η κατηγορία ποινή προστίμου €150,00 · Στον 3ο κατηγορούμενο στην 7η κατηγορία ποινή προστίμου €150,00 · Στον 3ο κατηγορούμενο στη 8η κατηγορία ποινή προστίμου €1.000,00 (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.