← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3356/2023, 10/11/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3356/2023, 10/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3356/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΔΡΕΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10.11.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γρ. Σαββίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία της απόπειρας απόδρασης προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση κατά παράβαση των άρθρων 128(β) και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν ο κατηγορούμενος στις 11.4.2023 παρουσιάστηκε στο Ε.Δ. Λάρνακας για τη συνέχιση της ακρόασης της ποινικής υπόθεσης 3002/2023 στην οποία ήταν κατηγορούμενος. Το Δικαστήριο διέταξε την κράτησή του μέχρι τις 21.4.2023 και όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία μεταφέρθηκε στα κρατητήρια του Ε.Δ. Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος κάθισε σε μια καρέκλα και φρουρείτο από τον Μ.Κ.2 και από ακόμα 1 αστυνομικό. Όταν ο άλλος αστυνομικός απομακρύνθηκε από το μέρος ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Μ.Κ.2 να του φέρει νερό από το ψυγείο. Μόλις ο Μ.Κ.2 απομακρύνθηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος έφερε χειροπέδες άρχισε να τρέχει εκτός του κτιρίου. Πήδηξε από το περιτοίχισμα και έπεσε στο έδαφος και στη συνέχεια συνελήφθηκε. Από τη πτώση του, ως διαπιστώθηκε μετά που μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λάρνακας, υπέστη κάταγμα της δεξιάς επιγονατίδας και στις 12.4.2023 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Ο κατηγορούμενος έχει μία προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 4517/2021 του Ε.Δ. Λάρνακας. Η καταδίκη αφορούσε το αδίκημα της κλοπής που διέπραξε στις 24.1.2021 και στις 13.12.2022 του επιβλήθηκε ποινή προστίμου €150,
  2. Ο κ. Σαββίδης για τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν χρήστης ναρκωτικών και λόγω της εξάρτησής του δεν είχε «καθαρό» μυαλό για αυτό και διέπραξε το επίδικο αδίκημα. Ανέφερε πως πλέον σταμάτησε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και παρουσίασε σχετικές αναλύσεις ημερ. 16.9.2023 στις οποίες αναγράφεται ότι ο κατηγορούμενος δεν εντοπίστηκε θετικός σε χρήση ναρκωτικών. Παρουσίασε επίσης ιατρικό πιστοποιητικό στο οποίο καταγράφονται οι τραυματισμοί που ο κατηγορούμενος υπέστη λόγω της πτώσης του και του τραυματισμού του την επίδικη ημέρα. Εισηγήθηκε ότι η έλλειψη προσχεδιασμού μειώνει τη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος καθώς επίσης ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου συνιστά ένα ισχυρό μετριαστικό παράγοντα. Εισηγήθηκε ότι η παραδοχή του δεν ήταν άμεση επειδή όταν απάντησε στην επίδικη κατηγορία δεν είχε δικηγόρο για να τον συμβουλεύσει. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως ο κατηγορούμενος εξέτιε ποινή φυλάκισης 6 μηνών που του επιβλήθηκε στις 3.5.2023 για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης για βία στην οικογένεια το οποίο διέπραξε στις 29.1.2023 και σε περίπτωση που είχε δικηγόρο πιθανόν να παραδεχόταν νωρίτερα και η ποινή που θα του επιβαλλόταν τότε μάλλον θα συνέτρεχε με την ως άνω ποινή φυλάκισης. Ο κ. Σαββίδης αναγνώρισε τη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος και εισηγήθηκε πως ενδεχόμενη επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης θα έχει ολέθρια αποτελέσματα για την προσπάθεια που καταβάλλει ο κατηγορούμενος να επανενταχθεί στην κοινωνία. Εισηγήθηκε τέλος ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως διαμορφώθηκαν μετά την απεξάρτησή του από τα ναρκωτικά καθώς και οι συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την αναστολή ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Άκουσα με προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου όσα οι δικηγόροι των διαδίκων ανέφεραν. Το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία επιλογής του είδους της ποινής που θα επιβάλει λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξής τους καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Λαμβάνει επίσης υπόψη του πως σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Το αδίκημα της απόδρασης προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ορίζεται ως κακούργημα από το άρθρο 128(β) του Ποινικού Κώδικα και για αυτό προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Το άρθρο 367 του Ποινικού Κώδικα προνοεί πως «Όποιος αποπειράται να διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος πλημμελήματος εκτός αν προνοείται διαφορετικά». Το άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα ορίζει πως όταν σε αυτό δεν προβλέπεται ειδικά ποινή για οποιοδήποτε πλημμέλημα, τα πλημμελήματα τιμωρούνται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ως προκύπτει από τον συνδυασμό των πιο πάνω άρθρων του Ποινικού Κώδικα η ανώτατη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί για το αδίκημα της απόπειρας απόδρασης από νόμιμη κράτηση είναι ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.500 (περίπου €2.500) ή και οι 2 αυτές ποινές. Από την ως άνω ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι πρόδηλη και η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος το οποίο κατατάσσεται από τον νομοθέτη στα αδικήματα εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε να έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Σχετικά με τις προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου στην υπόθεση DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, ημερ. 4.11.2022 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Στην παρούσα υπόθεση στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη τη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος ως προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή καθώς επίσης ότι ο κατηγορούμενος έχει μια προηγούμενη καταδίκη γεγονός το οποίο τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί. Δεν παραβλέπω βεβαίως ότι η προηγούμενη καταδίκη του αφορούσε αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε 2 χρόνια και 3 μήνες πριν τον επίδικο χρόνο της παρούσας υπόθεσης και πως από τη ποινή που του επιβλήθηκε προκύπτει πως αυτό δεν ήταν αυξημένης σοβαρότητας. Επίσης το εν λόγω αδίκημα δεν έχει καμία ομοιότητα με το επίδικο στην παρούσα υπόθεση. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης του επίδικου αδικήματος και συγκεκριμένα την έλλειψη προσχεδιασμού και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου ο οποίος είναι άτομο ηλικίας 34 ετών. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω επίσης υπόψη μου την παραδοχή του η οποία, παρόλο που δεν ήταν άμεση, δεν παύει να αποτελεί ένα σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος φανερώνει και τη μεταμέλειά του. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής». Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος που ως ανέφερα κατατάσσεται από τον νομοθέτη στα αδικήματα εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Οι εν λόγω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Επιβληθείσα ποινή φυλάκισης είναι δυνατό να ανασταλεί εφόσον αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης ή και από τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη, πιο πάνω) και λαμβάνοντας υπόψη μου την παραδοχή του κατηγορούμενου, το γεγονός πως το επίδικο αδίκημα τελέστηκε χωρίς προσχεδιασμό, τη μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών από τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος αφού πλέον δεν είναι χρήστης ναρκωτικών και τις προσπάθειες του να επανενταχθεί στην κοινωνία και κρίνω πως λόγω των πιο πάνω δικαιολογείται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 2 ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής ποινής φυλάκισης). (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.