← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11382/2023, 1/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11382/2023, 1/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11382/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Α. Μ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 1.9.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ευγ. Κουμπαρή Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Κυπριανού Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις 4 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες είναι οι ακόλουθες: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στις 28/6/2023 και περί ώρα 2315 στις Αγγλισίδες της Επαρχίας Λάρνακας ανυπάκουσε σε διάταγμα του Δικαστηρίου Λάρνακας με αριθμό υπόθεσης 19941/2022 το οποίο του απαγόρευε να πλησιάζει την πρώην σύζυγο του Χ. Α. σε απόσταση μικρότερη των εκατών μέτρων. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3

(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Αρ. 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο212
(1)/2004 και άρθρα 2, 3, 5(α), 11 του Περί Πρόληψης και καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της ενδοοικογενειακής Βίας αρ. (115(Ι)/2021). ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία επιτέθηκε και κτύπησε τη μητέρα του Χ. Μ. η από τη Λάρνακα με αποτέλεσμα να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Δημοσία εξύβριση, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στις 28/6/2023 και περί ώρα 2255 στην οδό Μεσαορίας 9 στις Αγγλισίδες της Επαρχίας Λάρνακας ευρισκόμενος σε μη δημόσιο χώρο, δηλαδή στην αυλή της οικίας της μητέρας του Χ. Μ. εξύβρισε την μητέρα του και την πρώην σύζυγο του Χ. Α. με τη φράση «Είσαστε πουτάνες» με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο και με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 4 Κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 255, 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία έκλεψε ένα κινητό τηλέφωνο αξίας 450 ευρώ, ιδιοκτησίας της μητέρας του Χ. Μ. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών κάλεσε 5 μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης ως παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων γεγονότα τα ακόλουθα: στις 24.11.2022 το Ε. Δ. Λάρνακας στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 19941/2022 στην παρουσία του κατηγορούμενου εξέδωσε διάταγμα με χρονική ισχύ για 2 χρόνια σύμφωνα με το οποίο του απαγορεύθηκε να πλησιάζει τη Χ. Α. σε απόσταση μικρότερη των εκατό μέτρων. Το εν λόγω διάταγμα εκ συμφώνου κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Ως Μ.Κ.1 κλήθηκε η κα Χ. Α. η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της στην Αστυνομία η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  1. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι παντρεμένη με τον κατηγορούμενο και από τον γάμο τους απέκτησαν 4 ανήλικα τέκνα χωρίς όμως μέχρι σήμερα να εκδοθεί το διαζύγιό τους. Στις 28.6.2023 και περί ώρα 19:00 ο κατηγορούμενος πήγε στον κύριο δρόμο της γειτονιάς τους και τα παιδιά τους βγήκαν έξω για να τον συναντήσουν και γύρω στις 22:00 η ίδια έμαθε από την κόρη της ότι ο αδελφός της πήρε από αυτήν €4.00 και τα έδωσε στον πατέρα του. Νευρίασε τόσο πολλά όταν το έμαθε και αποφάσισε να μην το αφήσει να περάσει γι' αυτό και μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου όπου ζήτησε να τηλεφωνήσουν στον κατηγορούμενο για να του κάνουν παρατήρηση και να ζητήσουν πίσω τα λεφτά. Φεύγοντας από εκεί τηλεφώνησε στην πεθερά της και ακολούθως στις 22:40 έφτασε στο σπίτι της πεθεράς της και κάθισαν στη βεράντα της μαζί με τη ξαδέλφη της πεθεράς της την κα Β. Η τελευταία όταν άναψε το φως που είναι συνδεδεμένο με το μάτι που ανιχνεύει κίνηση πήγε στο πλάι του σπιτιού και είδε τον κατηγορούμενου τον οποίο ρώτησε τι κάνει εκεί. Τότε ο κατηγορούμενος έφτυσε τη Β. και φώναζε στη γειτονιά ότι είναι πουτάνες. Η ίδια πήγε μέσα στο σπίτι και αργότερα όταν της είπαν ότι ο κατηγορούμενος έφυγε ξεκίνησε να πάει στο σπίτι της. Την ακολουθούσε η Β. και η πεθερά της με το αυτοκίνητο της Βασούλας. Μισό λεπτό μετά που βγήκαν στον κύριο δρόμο είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να τις ακολουθεί και με μεγάλη ταχύτητα κατευθύνθηκε προς τα αυτοκίνητά τους και μπήκε ανάμεσά τους. Η ίδια δεν είδε τι άλλο έγινε και πανικοβλημένη πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε πως όταν έμαθε ότι ο κατηγορούμενος πήρε λεφτά από τα παιδιά τους τηλεφώνησε στην Αστυνομία η οποία του τηλεφώνησε και εκείνος πήγε στον σταθμό και εφώναζε. Στη συνέχεια πήγε στην πεθερά της για να της εκφράσει το παράπονό της. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος όταν μετέβηκε στο σπίτι της μητέρας του είχε μαζί του και μια μάτσα και για τούτο η ίδια είχε ενημερώσει σχετικά και την αστυνομία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είδε τον κατηγορούμενο που έφτυσε της Βασούλας και ότι τον άκουσε που φώναζε «είσαστε ούλλες πουτάνες». Επειδή φοβήθηκε από την παρουσία του κατηγορούμενο στη συνέχεια έτρεξε και μπήκε στο σπίτι της πεθεράς της μέχρι αυτός να απομακρυνθεί. Ισχυρίστηκε επίσης πως στη συνέχεια μπήκε στο αυτοκίνητό της για να πάει στο σπίτι της και πως ο κατηγορούμενος δεν ακολούθησε το δικό της αυτοκίνητο αλλά «έκοψε» το αυτοκίνητο που την ακολουθούσε. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η μητέρα του κατηγορούμενου η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 29.6.2023 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
  2. Σε αυτή περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 28.6.2023 περί η ώρα 23:00 ήρθε στο σπίτι της στις Αγγλισίδες η σύζυγος του κατηγορούμενου μαζί με τα 4 εγγονάκια της για να της πει ότι νωρίτερα τα παιδιά έδωσαν τα χρήματα που κρατούσαν στον κατηγορούμενο για προσωπικά του έξοδα, κάτι που εκείνη δεν δεχόταν και η ίδια προσπαθούσε να την ηρεμίσει. Αφού την ηρέμησε αντιλήφθηκε ότι στην αυλή του σπιτιού τους ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος άκουε τη συζήτησή τους. Η ξαδέλφη της η Β. πήγε να δει γιατί άναψε το φως και την άκουσε να λέει στον κατηγορούμενο ότι φταίει. Στη συνέχεια εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος που κρατούσε τη Β. από το χέρι και την έφτυσε στο πρόσωπο. Τότε αμέσως η ίδια ζήτησε από τη σύζυγο του κατηγορούμενου να μπει στο σπίτι και να κρυφτεί, κάτι το οποίο εκείνη έπραξε. Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια άφησε το χέρι της Βασούλας, έφυγε από εκεί και πίστεψαν ότι πήγε στο σπίτι του. Ενημέρωσε τη σύζυγο του κατηγορούμενου η οποία της είπε ότι θα έφευγε για να πάει σπίτι της. Της πρότεινε να ξεκινήσει το αυτοκίνητό της και να την ακολουθούν η ίδια και η Β. με το αυτοκίνητο της τελευταίας. Όπως προχωρούσαν στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Κοφίνου τις προσπέρασε ένα ασημί αυτοκίνητο όπως αυτό που κρατά ο κατηγορούμενος. Ζήτησε από τη Β. να μην σταματήσει αλλά το αυτοκίνητο μπήκε μπροστά τους και τις σταμάτησε στη μέση του δρόμου. Από τη θέση του οδηγού πετάχτηκε ο κατηγορούμενος και πήγε από την πλευρά της Β. η οποία άνοιξε το παράθυρο. Πριν αυτή του πει κάτι εκείνος ξεκίνησε να φωνάζει και να λέει τα δικά του που δεν έβγαζαν νόημα. Επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του, εκκίνησε και προχώρησε για μικρή απόσταση και στη συνέχεια αφού έκανε επαναστροφή ξεκίνησε να έρχεται από απέναντί τους. Τις πέρασε, έκανε ξανά επαναστροφή και τις πλησίασε από αριστερά. Όταν η Β. σταμάτησε ο κατηγορούμενος στάθμευσε από την πλευρά που η ίδια καθόταν και κατέβηκε κάτω. Ήταν επιθετικός και ξεκίνησε να την βρίζει με τη λέξη «πουτάνα». Στη συνέχεια την κτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο και σε κάποια στιγμή της άρπαξε το κινητό τηλέφωνο που είχε στα σκέλια της και το πήρε μαζί του. Επιβιβάστηκε στο όχημά του και έφυγε. Μετά η ίδια συνεννοήθηκε με τη Β. η οποία δεν είχε σταματήσει και πήγε στην Αστυνομία της Κοφίνου και έκανε καταγγελία. Εκεί υπέστη σοκ και τη μετέφεραν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Λάρνακας. Η αξία του τηλεφώνου της το οποίο αγόρασε πριν 6 μήνες ήταν περί τα €400,
  3. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν καταδίωξε τη σύζυγό του αλλά την ίδια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν φώναζε ούτε έβριζε όταν ήταν στην αυλή. Αρνήθηκε υποβολή ότι λόγω του σοκ που υπέστη ενδεχομένως να μην αντιλήφθηκε ότι της έπεσε το τηλέφωνό της και επανέλαβε τον ισχυρισμό της πως ο κατηγορούμενος το πήρε και το πέταξε στο αυτοκίνητό του. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε η κα Χ. Κ. η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως ιατρός στο Τ.Α.Ε.Π. του Νοσοκομείου Λάρνακας. Η μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή της στο τεκμήριο 5 και υιοθέτησε το περιεχόμενό του. Το εν λόγω έγγραφο αφορά την κα Χ. Μ. και σε αυτό αναγράφεται ότι από την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ότι αυτή φέρει εκδορά (ΔΕ) παρειάς μήκους 5 εκ. χωρίς άλλες εμφανείς κακώσεις. Ισχυρίστηκε ότι ο μηχανισμός πρόκλησης της εν λόγω κάκωσης μπορεί να είναι οποιοδήποτε κτύπημα, ακόμα και κτύπημα με χαστούκι. Η ίδια δεν γνωρίζει πώς μπορεί να προκλήθηκε η εν λόγω κάκωση αλλά η παραπονούμενη της ανέφερε ξυλοδαρμό. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται το περιστατικό όταν εξέτασε την παραπονούμενη επειδή αντιμετωπίζουν πολλά περιστατικά για αυτό και γράφουν απευθείας τις διαπιστώσεις τους. Σε ερώτηση κατά πόσο η ίδια η παραπονούμενη μπορούσε να προκαλέσει τον τραυματισμό της δήλωσε ότι δεν γνωρίζει να απαντήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ένα κτύπημα μπορεί εκτός από φούσκωμα να επιφέρει και γδάρσιμο. Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε η Αστ. 179 κα Φιλίππου η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της ημερ. 1.7.2023 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου και στις 28.6.2023 η ώρα 23:15 βρισκόταν καθήκον στον Σταθμό όταν προσήλθε η Β. Α. μαζί με την πεθερά της Χ. Μ. και προέβησαν σε καταγγελία. Η Αναστασίου κατήγγειλε τον κατηγορούμενο ότι της ασκεί ψυχολογική βία και την απειλεί. Τον κατήγγειλε επίσης για παρακοή διατάγματος αφού λίγα λεπτά προηγουμένως την πλησίασε ενώ εκείνη βρισκόταν στο πατρικό του στις Αγγλισίδες σε απόσταση μικρότερη των 100 μ. Η μητέρα του κατηγορούμενου τον κατήγγειλε ότι της επιτέθηκε. Έδωσε και στις 2 βεβαίωση καταγγελίας θύματος. Από έλεγχο στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι υπήρχαν αρκετά παράπονα τόσο από την Α. όσο και από τον κατηγορούμενο που αφορούσαν βία στην οικογένεια. Για όλες τις ενέργειές της ενημέρωσε την Αστ. 1812 του Γραφείου Βίας στην Οικογένεια Λάρνακας. Η Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Αστ. 1812 κα Γρηγορίου η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την κατάθεσή της ημερ. 14.8.2023 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  5. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι τοποθετημένη στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του Τ.Α.Ε. Λάρνακας. Στις 28.6.2023 ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης βίας στην οικογένεια εναντίον του κατηγορούμενου που καταγγέλθηκε από τη σύζυγό του και τη μητέρα του και διενήργησε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη συμπλήρωση των εξετάσεων της υπόθεσης. Στις 14.8.2023 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως του επεξήγησε προφορικώς τα δικαιώματά του, τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνάτο εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Ο κατηγορούμενος ανακρινόμενος αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Η Μ.Κ.5 κατέθεσε ως τεκμήριο 8 την κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 14.8.2023 και ως τεκμήριο 9 το έγγραφο για τα δικαιώματα συλληφθέντων και κρατουμένων. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.5 ισχυρίστηκε ότι φρόντισε να γίνουν σωστά όλες οι ενέργειες που πρέπει για τη συμπλήρωση του φακέλου και πως έγιναν επίσης προσπάθειες για εξασφάλιση ανεξάρτητης μαρτυρίας κάτι το οποίο όμως δεν τελεσφόρησε αφού μια άλλη μάρτυρας που κλήθηκε αρνήθηκε να δώσει κατάθεση. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν η κα Β. η θεία του κατηγορούμενου η οποία ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να εμπλακεί σε δικαστική διαδικασία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω κεκτημένης ταχύτητας που οφείλεται στο γεγονός ότι προχώρησαν αυθημερόν στην καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο και μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου του επιδόθηκαν γραπτώς τα δικαιώματά του τα οποία και του τα εξήγησε μαζί με κάποιο συνάδελφό της. Τέλος αρνήθηκε την υποβολή που της τέθηκε ότι υιοθέτησε τις θέσεις των παραπονουμένων χωρίς να κάνει άλλες ενέργειες. Στη συνέχεια δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι «κατά την 24.11.2022 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση της υπόθεσης με αριθμό 19941/2022 του Ε. Δ. Λάρνακας ο κατηγορούμενος βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου και έλαβε γνώση το περιεχόμενο της απόφασης καθώς και του διατάγματος που είχε εκδοθεί». Δηλώθηκε επίσης ότι η κατάθεση του Αναπληρωτή Λοχία 2008 κ. Παπαλλή η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 10 ήταν αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Σύμφωνα με αυτή ο ως άνω Αν. Λοχίας ο οποίος υπηρετεί στον Σταθμό Κοφίνου στις 14.8.2023 και ώρα 08:40 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στην Αλαμινό δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος σύλληψης για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, παράβασης όρων σε διάταγμα δικαστηρίου και κλοπής. Του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «πάρτε με όπου θέλετε». Στη συνέχεια τον πληροφόρησε για τα δικαιώματά του ως συλληφθέν πρόσωπο και ώρα 09:30 τον παρέδωσε στην Αστ. 1812 Γρηγορίου του Κλιμακίου Βίας στην Οικογένεια. Όταν στη συνέχεια το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
  6. Σε αυτή περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 28.6.2023 και περί ώρα 22:55 πήγε και στάθμευσε έξω από το σπίτι του παππού του το οποίο γειτνιάζει με το πατρικό του και φώναζε στον πατέρα του να βγει έξω να μιλήσουν. Αγνοούσε ότι εκεί βρισκόταν η σύζυγός του και μόλις τον πληροφόρησαν για τούτο έφυγε αμέσως από το μέρος χωρίς να βρίσει οποιοδήποτε. Όταν βρισκόταν ήδη στον δρόμο είδε τη μητέρα του στο αυτοκίνητο της Β. και αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να λογαριαστούν. Ήταν λάθος του εκείνη την ώρα να τους ανακόψει τον δρόμο, ουδέποτε όμως ήταν στόχος του να ανακόψει τη σύζυγό του. Όση ώρα βρισκόταν εκεί η μητέρα του τον έβριζε και του έλεγε να φύγει. Αρχικά έφυγε αλλά στη συνέχεια ένιωθε να τον πνίγει το δίκαιο για αυτό και εσφαλμένα επέστρεψε για να της ζητήσει τον λόγο. Η μητέρα του ήταν κλειδωμένη μέσα στο αυτοκίνητο και απλά κουνούσε το κεφάλι της χωρίς ο ίδιος να την κτυπήσει ή να της πάρει το κινητό της. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την Αστ. 179 Φιλίππου πήγε στο σταθμό και ήταν κάπως έντονος και απαιτούσε σε έντονο ύφος να του επιτραπεί να δει τα παιδιά του. Νωρίτερα τον κατηγόρησαν ψευδώς ότι έκλεβε οικονομικά και τον «έπιασε» το παράπονο για όσα εξωπραγματικά του συνέβαιναν. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του δεν τον μεγάλωσε σωστά και πως έκανε διακρίσεις ανάμεσα στα εγγόνια της μεταχειριζόμενη ευγενικά μόνο τα παιδιά του που πήραν το όνομα το δικό της και του συζύγου της. Ισχυρίστηκε ότι στις 28.6.2023 πριν από η ώρα 22:55 βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου όπου τον κάλεσε η Αστυνομικός κα Φιλίππου και του είπε για την καταγγελία της συζύγου του ότι έκλεψε χρήματα από τα μωρά τους και τον ρώτησε κατά πόσο η Βαλεντίνα είναι τελείως τρελή. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν έφυγε από τον σταθμό πήγε κατευθείαν στις Αγγλισίδες γιατί ήθελε κάποιον να μεσολαβήσει να συνετίσουν τη σύζυγό του και αυτός ήταν ο πατέρας του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είναι η μητέρα του που τον χώρισε από τη Βαλεντίνα λόγω των όσων έκανε και ότι αυτή παραμένει παράνομα στο σπίτι του παππού του επειδή αυτό ανήκει στην τράπεζα. Όταν στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Η κα Κουμπαρή εισηγήθηκε πως αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα επίδικα αδικήματα και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Η κα Κυπριανού από την άλλη εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε το διάταγμα με πρόθεση καταστρατήγησής του. Εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στη μητέρα του αφού η μόνη αυτόπτης μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο ούτε της λήφθηκε κατάθεση. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ούτε τις άλλες κατηγορίες και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Μελέτησα με προσοχή και έχω υπόψη μου τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Η 1η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η γνώση του διατάγματος και των όρων του από τον κατηγορούμενο και β) η πρόθεση παρακοής του. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε ότι «για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή προς την απόφαση του Δικαστηρίου, το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί» Η 2η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και στα άρθρα 2, 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και στα άρθρα 2, 3, 5(α), 11 του του Περί Πρόληψης και καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της ενδοοικογενειακής Βίας αρ. (115(Ι)/2021). Το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη έχει ως ακολούθως: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Για τη στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία ως ακολούθως: α) ότι υπήρξε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου και β) ότι προκλήθηκε στο πρόσωπο αυτό πραγματική σωματική βλάβη από την εν λόγω επίθεση. Στο άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «μέλος της οικογένειας» σημαίνει: (α) άντρα και γυναίκα που (
  1. i)έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (
  2. ii)συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) . Στο άρθρο 3 του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο, τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη, περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης που αφορά η 3η κατηγορία προβλέπεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Από το κείμενο του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: α) η εξύβριση άλλου προσώπου, β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και γ) κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Γενικός Εισαγγελέας ν. Natalia Kozina
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Το αδίκημα της κλοπής ρυθμίζεται από τα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 255 έχει ως ακολούθως: «Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη». Στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, αναφέρθηκε ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής είναι: α) ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία, β) αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, γ) ο κατηγορούμενος να ενέργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, δ) η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και ε) ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Σε σχέση με τους μάρτυρες πραγματογνώμονες σημειώνω ότι το πρωταρχικό τους καθήκον είναι να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 958 και Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ
  2. Το δε ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Με τη μαρτυρία της περιέγραψε τι συνέβηκε στις 28.6.2023 αρχικά στο σπίτι της πεθεράς της στις Αγγλισίδες και στη συνέχεια στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Κοφίνου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη πλην του ισχυρισμού ότι ο κατηγορούμενος την εν λόγω ημερομηνία και ώρα 22:55 στην οδό [ ] 9 στις Αγγλισίδες εξύβρισε την ίδια και τη μητέρα του με τη φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο επειδή αυτός ο ισχυρισμός όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από την Μ.Κ.2 αλλά η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα σε άλλο τόπο και άλλη ώρα. Ομοίως δεν αποδέχομαι ούτε τον άλλο ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος είχε μαζί του όταν πήγε στο σπίτι της μητέρας του και μια μάτσα αφού αυτός ο ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία η ώρα 14:15 στις 29.6.2023 που είχε πρόσφατα στη μνήμη της όσα είχαν συμβεί και ήταν λογικώς αναμενόμενο ότι εάν πράγματι αυτό είχε συμβεί να το ανέφερε στην κατάθεσή της. Η Μ.Κ.2 είναι η μητέρα του κατηγορούμενου και κατά την παρουσία της στο Δικαστήριο ήταν έντονα φορτισμένη που κλήθηκε να καταθέσει εναντίον του υιού της. Έχοντας υπόψη μου την πολύ καλή παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα όπου χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και με πόνο ψυχής αναγκάστηκε να καταθέσει εναντίον του παιδιού της κρίνω πως είπε την αλήθεια και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη και ειλικρινή. Η Μ.Κ.3 είναι η ιατρός η οποία εξέτασε την Μ.Κ.2 στις 29.6.2023 στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Επεξήγησε στο Δικαστήριο ότι τα ευρήματά της τα κατέγραψε στο σχετικό έντυπο ταυτόχρονα με την εξέταση του προσώπου που ήταν κοντά της. Κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της και ως εκ τούτου την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Προκύπτει από αυτή ότι στις 29.6.2023 και ώρα 12:10 π.μ. στο Νοσοκομείο Λάρνακας εξέτασε την Μ.Κ.2 και διαπίστωσε ότι έφερε εκδορά δεξιάς παρειάς μήκους 5 εκ. η οποία προκλήθηκε από κτύπημα. Η Μ.Κ.4 δεν αντεξετάστηκε και ως εκ τούτου η μαρτυρία της η οποία δεν αμφισβητήθηκε γίνεται αποδεκτή. Από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου και στις 28.6.2023 η ώρα 23:15 βρισκόταν καθήκον στον Σταθμό όταν προσήλθε η Β. Α. μαζί με την πεθερά της Χ. Μ. και προέβησαν σε καταγγελία. Η Αναστασίου κατήγγειλε τον κατηγορούμενο ότι της ασκεί ψυχολογική βία και την απειλεί. Τον κατήγγειλε επίσης για παρακοή διατάγματος αφού λίγα λεπτά προηγουμένως την πλησίασε ενώ εκείνη βρισκόταν στο πατρικό του στις Αγγλισίδες σε απόσταση μικρότερη των 100 μ. Η μητέρα του κατηγορούμενου τον κατήγγειλε ότι της επιτέθηκε. Έδωσε και στις 2 βεβαίωση καταγγελίας θύματος. Η μαρτυρία της Μ.Κ.5 ήταν τυπική αφού αφορούσε στις ενέργειες που η ίδια έκανε μετά που ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη κρίνω όμως ότι αυτή δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για την επίλυση των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση αφού η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα στον επίδικο χρόνο και τόπο και δεν είχε ιδία αντίληψη πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία του σε μεγάλο μέρος της αναλώθηκε σε ισχυρισμούς και θέματα άσχετα με τα επίδικα όπως για παράδειγμα το ποιόν της μητέρας του ως συζύγου και μητέρας, πώς επηρέαζε αρνητικά τη δική του σύζυγο, ότι το σπίτι του παππού του κατέχετε παράνομα από τη μητέρα του και πώς βρέθηκε κατηγορούμενος στην υπόθεση με αρ. 19941/
  2. Η μαρτυρία του επίσης περιείχε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής για να τους σχολιάσουν, γεγονός το οποίο κρίνω ότι δεικνύει πως η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας και αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης. Αναφέρω ενδεικτικά ότι ισχυρίστηκε πως η Μ.Κ.4 όταν τον πληροφόρησε για την καταγγελία που έκανε η σύζυγός του ότι έκλεψε χρήματα από τα παιδιά τους διερωτήθηκε επίσης κατά πόσο αυτή δεν ήταν στα λογικά της χωρίς όμως να υποβάλει τη θέση του αυτή στην εν λόγω μάρτυρα. Επίσης στην παράγραφο 3 της γραπτής του κατάθεσης ισχυρίζεται πως έκπληκτος πληροφορήθηκε ότι η σύζυγός του τον κατηγόρησε ότι πήρε χρήματα από τα παιδιά τους και ότι προς αποκατάσταση της αδικίας πήγε στην Αστυνομία και εκεί του ανέφεραν ότι δεν την πίστεψαν και δεν χρειάζεται να κάνει κάτι, ισχυρισμό τον οποίο επίσης παρέλειψε να υποβάλει στην Μ.Κ.4 η οποία όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν αντεξετάστηκε. Επίσης στην παράγραφο 8 της γραπτής του κατάθεσης αναφέρει ότι μετά την πρώτη φορά που ανέκοψε την πορεία του οχήματος στο οποίο επέβαινε η μητέρα του έφυγε από τον χώρο αλλά ένιωθε το δίκαιο να τον πνίγει και για αυτό εσφαλμένα επέστρεψε για να της ζητήσει τον λόγο και της φώναζε ότι δεν είναι καλή μάνα και καλός άνθρωπος. Από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ένιωθε ότι η μητέρα του δεν ήταν καλή μάνα και καλός άνθρωπος θεωρώ λογικό πως αυτή η αρνητική διάθεσή του προς αυτή εξωτερικεύτηκε με τον τρόπο που η μητέρα του ισχυρίστηκε ήτοι ότι την κτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο, δίνοντας της «πάτσους» όπως η ίδια επί λέξη ισχυρίστηκε. Έχοντας επίσης υπόψη μου τον ισχυρισμό που ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεσή του ότι βρισκόταν σε τέτοια ψυχολογική κατάσταση που ήταν έντονος ακόμα και όταν βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου ενώπιον της Μ.Κ.4 κρίνω ότι αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι κτύπησε τη μητέρα του επειδή είχε χάσει τον αυτοέλεγχό του. Έχοντας υπόψη μου όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: εναντίον του κατηγορούμενου και στην παρουσία του στις 24.11.2022 το Ε.Δ. Λάρνακας στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 19941/2022 εξέδωσε διάταγμα με χρονική ισχύ για 2 χρόνια σύμφωνα με το οποίο του απαγορεύθηκε να πλησιάζει τη σύζυγό του Χ. Α. σε απόσταση μικρότερη των εκατό μέτρων. Στις 28.6.2023 και περί ώρα 22:55 η Χ. ή αλλιώς Β. Α. μετέβηκε με το αυτοκίνητό της στο οποίο επέβαιναν και τα 4 παιδιά της στο σπίτι της πεθεράς της Χ. Μ. στην οδό [ ] 9 στις Αγγλισίδες. Όπως κάθονταν μαζί και με τη ξαδέλφη της Χ. Μ., ονόματι Β., στη βεράντα του σπιτιού της Μ. άναψε το φως το οποίο είναι συνδεδεμένο με το μάτι που ανιχνεύει κίνηση. Η Β. κινήθηκε προς εκείνο το μέρος και είδε τον κατηγορούμενο τον οποίο ρώτησε τι έκανε εκεί. Ο κατηγορούμενος την έφτυσε και εγκατέλειψε το μέρος. Στη συνέχεια και περί ώρα 23:15 η σύζυγός του κατηγορούμενου οδηγούσε το αυτοκίνητό της στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Κοφίνου και από κοντινή απόσταση την ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Β. στο οποίο καθόταν ως συνοδηγός η μητέρα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητό του πλησίασε τα 2 αυτοκίνητα και όταν μπήκε ανάμεσά τους φρέναρε και «έκοψε» την πορεία του οχήματος στο οποίο βρισκόταν η μητέρα του. Το όχημα της συζύγου του συνέχισε την πορεία του ενώ το άλλο όχημα σταμάτησε. Ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και πήγε προς την πλευρά της οδηγού. Στη συνέχεια επιβιβάστηκε στο όχημά του και προχώρησε μπροστά για μικρή απόσταση και ακολούθως έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε απέναντι από το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η μητέρα του. Πέρασε το εν λόγω όχημα και έκανε ακόμα μια επαναστροφή και μπήκε από την αριστερή πλευρά του εν λόγω οχήματος. Όταν η Β. σταμάτησε το όχημά της ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το δικό του και ξεκίνησε να βρίζει τη μητέρα του αποκαλώντας την πουτάνα. Στη συνέχεια την κτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο και της άρπαξε το τηλέφωνό της. Μετά επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε. Ακολούθως η μητέρα του μετέβηκε και αυτή στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου όπου είχε ήδη μεταβεί η σύζυγός του και υπέβαλαν καταγγελία εναντίον του. Η μητέρα του στη συνέχεια μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου η ιατρός Καγιαδάκη η οποία την εξέτασε στις 29.6.2023 και ώρα 12:10 π.μ. διαπίστωσε ότι έφερε εκδορά μήκους 5 εκ. στη δεξιά παρειά. Η εν λόγω εκδορά προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο όταν κτύπησε τη μητέρα του. Το τηλέφωνο που ο κατηγορούμενος πήρε από τη μητέρα του αξίας €400,00 ουδέποτε της το επέστρεψε. Έχοντας υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου και τη νομική πτυχή του θέματος ως την παρέθεσα πιο πάνω προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή κατόρθωσε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή προς την απόφαση του Δικαστηρίου και πως το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Έχοντας τούτο υπόψη μου κρίνω, πως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Κοφίνου μπήκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ανάμεσα στα οχήματα της συζύγου του και του οχήματος στο οποίο επέβαινε η Μ.Κ.2 δεν αποτελεί και ηθελημένη παρακοή εκ μέρους του αφού ως προέκυψε από τη μαρτυρία σκοπός του, τον οποίο και τελικά πέτυχε, ήταν, να σταματήσει το όχημα στο οποίο συνεπιβάτιδα ήταν η μητέρα του και όχι το αυτοκίνητο της συζύγου του. Συνακόλουθα αναφορικά με το αδίκημα της ανυπακοής της 1ης κατηγορίας κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της εκ μέρους του κατηγορούμενου πρόθεσης παρακοής της δικαστικής απόφασης ημερ. 24.11.2022 και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην 1η κατηγορία. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 28.6.2023 και περί ώρα 22:55 στην οδό [ ] 9 στις Αγγλισίδες εξύβρισε τη μητέρα του και την πρώην σύζυγό του με τη φράση που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Έχοντας υπόψη μου τα συμπεράσματά μου κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν κατόρθωσε να αποδείξει την εν λόγω κατηγορία αφού η ώρα, ο τόπος και το πρόσωπο που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι εξύβρισε δεν συνάδουν με τις λεπτομέρειες τις επίδικης κατηγορίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην 3η κατηγορία. Αναφορικά με την 4η κατηγορία κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτή. Καταληκτικά, ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 1 και 3 και κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2 και 4. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο/Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.