← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. NIKOLAOS CHATZIMITROU, Αρ. Υπόθεσης: 8038/2020, 3/10/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. NIKOLAOS CHATZIMITROU, Αρ. Υπόθεσης: 8038/2020, 3/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8038/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον NIKOLAOS CHATZIMITROU Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3.10.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Καλλένος Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στην κατηγορία της Δημόσιας Βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 την οποία αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας κατηγορείται ότι στις 23.2.2020 στη Λάρνακα εν γνώσει του έδωσε στην Αστυνομία ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα δηλαδή ότι δέχθηκε απειλητικό μήνυμα από τον αριθμό [ ] στο κινητό του τηλέφωνο με αριθμό 97805917 το οποίο έγραφε «Αν μου κάνεις καταγγελία θα σε βρούνε σε χαντάκι» ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε μόνο 1 μάρτυρα την Αστ. 4255 Σ. Γρηγορίου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 10.5.2020 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο

  1. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Στις 23.2.2020 και περί ώρα 12:15 προσήλθε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας ο Νικόλας Χατζημήτρου σχετικά με υπό διερεύνηση υπόθεση απειλής. Η μάρτυρας έλαβε κατάθεση από το ως άνω πρόσωπο το οποίο ανέφερε πως την ίδια ημέρα και ώρα 07:02 δέχθηκε απειλητικό μήνυμα στο κινητό του από τον αριθμό [ ] με περιεχόμενο «αν μου κάνεις καταγγελία θα σε βρούνε σε χαντάκι» και πως υποψιάζεται μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης λόγω περιστατικού το οποίο είχε σημειωθεί στις 21.2.2020 μεταξύ του ιδίου και των αστυνομικών. Στον παραπονούμενο έδωσε βεβαίωση για παρακολούθηση του τηλεφώνου του από τον παροχέα Α.ΤΗ.Κ. Στις 27.2.2020 ετοίμασε και προώθησε στη Νομική Υπηρεσία ποινικό αρχείο και διατάγματα πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα τα οποία εγκρίθηκαν. Στις 22.3.2020 παρέλαβε και μελέτησε τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της Α.ΤΗ.Κ. Σύμφωνα με αυτά ο αριθμός κινητής τηλεφωνίας [ ] είναι προπληρωμένης υπηρεσίας και δεν υπάρχουν στοιχεία συνδρομητή. Ο εν λόγω αριθμός ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 12.12.2019 και ώρα 12:56:41 με κωδικό περιοχής εντοπισμού: 141, κωδικό κυψέλης: 719, διεύθυνση σταθμού βάσης: Δρόμος Λάρνακας Δεκέλειας - Πύλα, Λάρνακα. Ο αριθμός είναι ενεργοποιημένος μέχρι σήμερα. Ο αριθμός κινητής τηλεφωνίας 97805917 είναι και αυτός προπληρωμένης υπηρεσίας και δεν υπάρχουν καταχωρημένα στοιχεία συνδρομητή. Η ημερομηνία αρχικής ενεργοποίησής του είναι 9.9.2014 και είναι ενεργοποιημένος μέχρι σήμερα. Από τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της Α.ΤΗ.Κ. προκύπτει ότι η κάρτα SIM με τηλεφωνικό αριθμό 99523753 από τον οποίο δέχθηκε απειλητικό μήνυμα ο Νικόλας Χατζημήτρου βρισκόταν στη συσκευή κινητού τηλεφώνου με ΙΜΕΙ 357281082078960 το χρονικό διάστημα από 28.12.2019 έως τις 19.1.
  2. Φαίνεται ακόμα ότι η ίδια συσκευή χρησιμοποίησε το δίκτυο της Α.ΤΗ.Κ. στις 23.2.2020 από την κάρτα SIM με τον τηλεφωνικό αριθμό 97805917 ο οποίος σύμφωνα με τον κατηγορούμενο του ανήκει. Διαπίστωσε επίσης ότι οι 2 κάρτες SIM των ως άνω αριθμών τηλεφώνων εξέπεμψαν σήμα από την ίδια τηλεφωνική συσκευή σε διαφορετικές ημερομηνίες. Από τα ως άνω αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της Α.ΤΗ.Κ. προκύπτει επίσης ότι στις 12.12.2019 ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ], ότι στις 13.12.2019 ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό [ ], ότι στις 28.12.2019 ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ] και την ίδια ημέρα ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε μία φορά τον αριθμό [ ]. Ακόμα στις 31.12.2019 ο αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ], στις 15.1.2020 και 18.1.2020 ο αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό
  3. Στις 17.2.2020 ο αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό [ ] και την ίδια ημέρα ο αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό [ ]. Στις 20.2.2020 ο αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ]ενώ στις 23.2.2020 ο αριθμός [ ]απέστειλε γραπτό μήνυμα στον αριθμό [ ]και την ίδια ημέρα ο αριθμός [ ]κάλεσε 2 φορές τον αριθμό
  4. Στις 30.3.2020 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τις εταιρείες Epic, Primetel και Cablenet για εξασφάλιση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Την ίδια ημέρα έλαβε οδηγίες από τον υπεύθυνο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων να προβεί στην έκδοση και εκτέλεση εντάλματος έρευνας και διεξαγωγή ανακριτικής κατάθεσης, μετά τη λήξη του διατάγματος αναφορικά με τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο, Κεφ. 260 στις 20.5.
  5. Στις 10.5.2020 διαβίβασε τον φάκελο της υπόθεσης στον υπεύθυνο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων λόγω μετάθεσής της σε άλλο Τμήμα. Σε ερωτήσεις που τέθηκαν στη Μ.Κ.1 στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε ως τεκμήριο 2 τη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 23.2.
  6. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 3 την κατάθεση του Αστ. 3620 Ρωτή ημερ. 23.2.2020, ως τεκμήριο 4 το ένταλμα έρευνας και ως τεκμήριο 5 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 20.7.
  7. Η Μ.Κ.1 σε ερώτηση που της τέθηκε κατά την αντεξέτασή της σε σχέση με το εάν έγινε οποιαδήποτε έρευνα για να διαπιστωθεί εάν κλάπηκε μια συσκευή τηλεφώνου από το σπίτι του κατηγορούμενου για την οποία εκείνος δεν είχε υποβάλει καταγγελία απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Επίσης κατά την αντεξέτασή της κατατέθηκε από κοινού το τεκμήριο 6 που είναι μια βεβαίωση καταγγελίας του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης ημερ. 17.1.
  8. Όταν της υποβλήθηκε ότι την εν λόγω ημερομηνία ο κατηγορούμενος κατήγγειλε ότι έγινε διάρρηξη στην κατοικία του και κλοπή του πορτοφολιού του, των πιστωτικών του καρτών και κάποιου χρηματικού ποσού αλλά δεν είχε αντιληφθεί ότι κλάπηκε η άλλη συσκευή η οποία δεν χρησιμοποιείτο από τον ίδιο ανέφερε ότι η βεβαίωση καταγγελίας δεν αναγράφει ότι έγινε διάρρηξη αλλά ότι απώλεσε το πορτοφόλι του και €300,
  9. Σε ερώτηση κατά πόσο θεωρεί λογικό ο κατηγορούμενος να καλούσε τον εαυτό του απάντησε ότι αυτό ίσως να μην είναι λογικό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από την εξέταση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων φαίνεται ότι η συσκευή στην οποία είχε τοποθετηθεί ο αριθμός τηλεφώνου του κατηγορούμενου την ημέρα της καταγγελίας είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από τον αριθμό 99523753 από τον οποίο στάλθηκε το επίδικο μήνυμα, δηλαδή ότι και οι 2 τηλεφωνικοί αριθμοί χρησιμοποίησαν σε διαφορετικές ημερομηνίες την ίδια τηλεφωνική συσκευή. Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε πως στην κατάθεσή δεν της αναγράφεται ότι η συσκευή χρησιμοποίησε το δίκτυο της Α.ΤΗ.Κ. την ίδια ημέρα συμφώνησε ότι αυτό δεν έγινε την ίδια ημέρα. Στη συνέχεια όταν της ζητήθηκε να δει το ένταλμα έρευνας τεκμήριο 4 που εκτελέστηκε στην κατοικία του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι εκεί δεν εντοπίστηκε το κινητό τηλέφωνο με αριθμό ΙΜΕΙ
  10. Τέλος ισχυρίστηκε ότι καμιά από τις 2 κάρτες SIM που εντοπίστηκαν στο σπίτι του κατηγορούμενου δεν ανήκει στον τηλεφωνικό αριθμό από τον οποίο αποστάλθηκε το απειλητικό μήνυμα. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του αυτός επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Η κα Γιάλλουρου κατά την αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο κ. Καλλένος εισηγήθηκε ότι αγνοήθηκε και δεν ερευνήθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποκάλυψε ότι κλάπηκε από αυτόν μια τηλεφωνική συσκευή καθώς επίσης ότι δεν αξιολογήθηκε με κανένα τρόπο η απάντησή του που καταγράφηκε στην ανακριτική του κατάθεση ότι στις 5.3.2020 δέχθηκε επίθεση. Ανέφερε επίσης πως το γεγονός ότι στο σπίτι του κατηγορούμενου δεν ανευρέθηκε η συσκευή κινητού τηλεφώνου από την οποία στάλθηκε το απειλητικό μήνυμα ούτε οι κάρτες SIM προκαλεί ερωτηματικά για το πώς η αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμά της. Ανέφερε επίσης ότι τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου για να αξιολογηθούν και πως λόγω και της διφορούμενης ερμηνείας που η Μ.Κ.1 έδωσε σε αυτά εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορούμενου και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Αναφορικά με την αξιολόγηση της βαρύτητας προσκομισθείσας εξ ακοής μαρτυρίας, την αποδοχή της οποίας ο Δικαστής πρέπει να επεξηγεί (Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου,
(2016)1 Α.Α.Δ. 1779), το Δικαστήριο αποτιμά όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Ιδιαίτερα, αξιολογεί το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που έχει παρουσιάσει τη μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα το πρόσωπο που είχε προβεί στην αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μεταξύ αρχικής δήλωσης και αναφερόμενου γεγονότος, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο στο οποίο έγινε η δήλωση ή τους οποιουσδήποτε σκοπούς πίσω από την αρχική δήλωση και το αν η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση. Η διεργασία επιβάλλεται να γίνεται από το Δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή μαρτυρία ή από συνδυασμό αυτών. Οι παράγοντες αξιολόγησης εξ ακοής μαρτυρίας στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 δεν καταγράφουν εξαντλητικώς τα όσα συναφώς σταθμίζονται από το Δικαστήριο (Βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, σελ. 320 - 323). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία προς αντίκρουσή της. Λόγω των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Καλλένου ότι η εν λόγω μάρτυρας έδωσε διφορούμενη ερμηνεία στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα κρίνω ότι η εν λόγω εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μάρτυρας στη γραπτή της κατάθεση ανέφερε πως οι κάρτες SIM των 2 επίδικων τηλεφωνικών αριθμών είχαν εκπέμψει σήμα από την ίδια συσκευή κινητού τηλεφώνου σε διαφορετικές ημερομηνίες. Αυτό το ζήτημα το ξεκαθάρισε και κατά την αντεξέτασή της παρόλο που προς στιγμή κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι την ίδια ημέρα του αδικήματος την εν λόγω συσκευή χρησιμοποίησαν και οι 2 ως άνω επίδικοι αριθμοί. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή της δεν αμφισβητήθηκε ότι παρέλαβε και εξέτασε τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της Α.ΤΗ.Κ. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκαν ούτε οι ισχυρισμοί της πως σύμφωνα με τα εν λόγω δεδομένα προκύπτει ότι σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των 2 ως άνω επίδικων αριθμών ανταλλάσσονταν τηλεφωνικές κλήσεις. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ούτε το συμπέρασμα πως από τα εν λόγω δεδομένα προκύπτει ότι η κάρτα SIM με τηλεφωνικό αριθμό 99523753 βρισκόταν στη συσκευή κινητού τηλεφώνου με ΙΜΕΙ 357281082078960 το χρονικό διάστημα από τις 28.12.2019 έως τις 19.1.2020 ούτε ότι η ίδια συσκευή χρησιμοποιήθηκε στο δίκτυο της Α.ΤΗ.Κ. στις 23.2.2020 με την κάρτα SIM με τον τηλεφωνικό αριθμό 97805917. Διαπίστωσε επίσης ότι οι 2 κάρτες SIM των ως άνω αριθμών τηλεφώνων εξέπεμψαν σήμα από την ίδια πιο πάνω συσκευή κινητού τηλεφώνου σε διαφορετικές ημερομηνίες. Δεν μου διαφεύγει ότι η αναφορά της Μ.Κ.1 στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία για την οποία σύμφωνα και με τη σχετική επί του θέματος νομολογία (Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, πιο πάνω) το Δικαστήριο πρέπει να επεξηγήσει την αποδοχή της στην περίπτωση που επιλέξει να πράξει τούτο. Στην παρούσα υπόθεση έχοντας υπόψη μου ότι δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί της Μ.Κ.1 ότι παρέλαβε και εξέτασε τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της Α.ΤΗ.Κ. ούτε πως σύμφωνα με αυτά προκύπτει ότι σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των 2 ως άνω επίδικων αριθμών ανταλλάσσονταν τηλεφωνικές κλήσεις ούτε το συμπέρασμά της πως από τα εν λόγω δεδομένα προκύπτει ότι η κάρτα SIM με τηλεφωνικό αριθμό [ ] βρισκόταν στη συσκευή κινητού τηλεφώνου με ΙΜΕΙ 357281082078960 το χρονικό διάστημα από τις 28.12.2019 έως τις 19.1.2020 ούτε ότι η ίδια συσκευή χρησιμοποίησε το δίκτυο της Α.ΤΗ.Κ. στις 23.2.2020 με την κάρτα SIM με τον τηλεφωνικό αριθμό 97805917 κρίνω ότι η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία είναι αξιόπιστη και λόγω των πιο πάνω γίνεται αποδεκτή. Ομοίως δεν μου διαφεύγει ότι η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε να είχε καλέσει ως μάρτυρα το πρόσωπο το οποίο ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία σε σχέση με τα εν λόγω τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και ότι μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (άρθρο 27
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Κρίνω όμως ότι από τη στιγμή που η ως άνω εξ ακοής μαρτυρία που προσέφερε η Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της τούτο δεν ήταν αναγκαίο να είχε γίνει και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία να μην γίνει αποδεκτή. Στρέφομαι στη συνέχεια στις καταθέσεις του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων ενός κατηγορούμενου οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του θέματος είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, στην οποία υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R.
  1. Στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Στην κατάθεση του κατηγορούμενου τεκμήριο 2 αναγράφεται ότι στις 23.2.2020 και ώρα 07:02 δέχθηκε απειλητικό μήνυμα στο τηλέφωνό του με αριθμό [ ] από τον αριθμό [ ] το οποίο έγραφε «Αν κάνεις καταγγελία θα σε βρούνε σε χαντάκι». Αναγράφεται επίσης ότι δεν γνωρίζει τον εν λόγω αριθμό ούτε ξαναδέχθηκε ποτέ μήνυμα ή κλήση από τον συγκεκριμένο αριθμό. Υποψιαζόταν ότι πίσω από το απειλητικό μήνυμα που δέχθηκε βρίσκεται η αστυνομία Ορόκλινης λόγω κάποιου περιστατικού που έγινε στις 21.2.2020 με μέλη της. Στην ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 5 ημερ. 20.7.2020 και σε ερωτήσεις που του τέθηκαν απάντησε ότι κατέχει μία συσκευή τηλεφώνου και κατείχε ακόμα μία η οποία κλάπηκε από το σπίτι του στην Ορόκλινη αρχές Φεβρουαρίου 2020 για την οποία δεν είχε υποβάλει καταγγελία. Απάντησε ακόμα ότι είναι ο κάτοχος της κάρτας SIM με αριθμό τηλεφωνίας [ ] περίπου για 12 με 13 χρόνια και πως αυτή βρισκόταν στην κατοχή του μεταξύ των ημερομηνιών 28.12.2019 έως 23.2.
  2. Απάντησε επίσης ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή του την κάρτα SIM με αριθμό τηλεφωνίας [ ] καθώς επίσης ότι ποτέ προηγουμένως δεν είχε επικοινωνήσει με τον εν λόγω αριθμό ούτε μέσω κλήσης ούτε μέσω μηνύματος. Σε ερώτηση εάν στις 12.12.2019 κάλεσε τον εν λόγω αριθμό 2 φορές από συσκευή κινητής τηλεφωνίας με αριθμό [ ] απάντησε αρνητικά. Σε ερώτηση εάν στις 13.12.2019 κάλεσε τον εν λόγω αριθμό μία φορά από συσκευή κινητής τηλεφωνίας με αριθμό [ ] απάντησε αρνητικά. Σε ερώτηση εάν ο αριθμός [ ] στις 31.12.2019 κάλεσε 2 φορές τον τηλεφωνικό του αριθμό [ ] απάντησε «δεν γνωρίζω δεν απαντώ». Από τις πιο πάνω καταθέσεις δίνω βαρύτητα στον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι η κάρτα SIM με αριθμό τηλεφωνίας [ ] βρισκόταν στην κατοχή του μεταξύ των ημερομηνιών 28.12.2019 έως 23.2.
  3. Αναφορικά όμως με τον ισχυρισμό του ότι κατείχε ακόμα μια συσκευή κινητού τηλεφώνου η οποία εκλάπηκε από το σπίτι του αρχές Φεβρουαρίου του 2020 κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό τον ισχυρισμό επειδή δεν υποστηρίχθηκε ενόρκως και δεν υποβλήθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης. Ομοίως για τον ίδιο λόγο δεν προσδίδω καμία βαρύτητα ούτε στον ισχυρισμό ότι υποψιάζεται μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης ότι του έστειλαν το εν λόγω μήνυμα λόγω περιστατικού το οποίο είχε σημειωθεί στις 21.2.2020 μεταξύ του ιδίου και των αστυνομικών αφού ούτε αυτός ο ισχυρισμός υποστηρίχθηκε ενόρκως. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: στις 23.2.2020 και περί ώρα 12:15 προσήλθε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας ο Νικόλας Χατζημήτρου σχετικά με υπό διερεύνηση υπόθεση απειλής. Η Αστ. 4255 Σ. Γρηγορίου του έλαβε κατάθεση στην οποία ο κατηγορούμενος ανέφερε πως την ίδια ημέρα και ώρα 07:02 δέχθηκε απειλητικό μήνυμα στο κινητό του από τον αριθμό [ ] με περιεχόμενο «αν μου κάνεις καταγγελία θα σε βρούνε σε χαντάκι» και πως υποψιάζεται μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Ορόκλινης λόγω περιστατικού το οποίο είχε σημειωθεί στις 21.2.2020 μεταξύ του ιδίου και των αστυνομικών. Στον παραπονούμενο η ως άνω Αστυνομικός έδωσε βεβαίωση για παρακολούθηση του τηλεφώνου του από τον παροχέα Α.ΤΗ.Κ. Στις 27.2.2020 η Μ.Κ.1 ετοίμασε και προώθησε στη Νομική Υπηρεσία ποινικό αρχείο, διατάγματα πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα τα οποία εγκρίθηκαν. Στις 22.3.2020 παρέλαβε και μελέτησε τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων της Α.ΤΗ.Κ. Σύμφωνα με αυτά ο αριθμός κινητής τηλεφωνίας [ ] είναι προπληρωμένης υπηρεσίας και δεν υπάρχουν στοιχεία συνδρομητή. Η ημερομηνία αρχικής ενεργοποίησης του εν λόγω αριθμού είναι 12.12.2019 και ώρα 12:56:41 με κωδικό περιοχής εντοπισμού: 141, κωδικό κυψέλης: 719, διεύθυνση σταθμού βάσης: Δρόμος Λάρνακας Δεκέλειας - Πύλα, Λάρνακα. Ο αριθμός είναι ενεργοποιημένος μέχρι σήμερα. Ο αριθμός κινητής τηλεφωνίας [ ] είναι επίσης προπληρωμένης υπηρεσίας και δεν υπάρχουν καταχωρημένα στοιχεία συνδρομητή. Η ημερομηνία αρχικής ενεργοποίησής του είναι 9.9.2014 και είναι ενεργοποιημένος μέχρι σήμερα. Η κάρτα SIM με τηλεφωνικό αριθμό [ ] βρισκόταν στη συσκευή κινητού τηλεφώνου με ΙΜΕΙ 357281082078960 το χρονικό διάστημα από 28.12.2019 - 19.1.
  4. Η ίδια συσκευή χρησιμοποιήθηκε στο δίκτυο της Α.ΤΗ.Κ. στις 23.2.2020 από την κάρτα SIM με τον τηλεφωνικό αριθμό [ ] ο οποίος ανήκει στον κατηγορούμενο. Οι 2 κάρτες SIM των ως άνω αριθμών τηλεφώνων εξέπεμψαν σήμα από το ίδιο κινητό τηλέφωνο σε διαφορετικές ημερομηνίες. Η συσκευή κινητού τηλεφώνου με ΙΜΕΙ 357281082078960 στις 23.2.2020 χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο αφού την εν λόγω ημερομηνία τοποθέτησε σε αυτή την κάρτα SIM με τηλεφωνικό αριθμό [ ] που του ανήκει. Στις 12.12.2019 ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ], ότι στις 13.12.2019 ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό [ ] , ότι στις 28.12.2019 ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ] και την ίδια ημέρα ο τηλεφωνικός αριθμός [ ] κάλεσε μία φορά τον αριθμό [ ]. Ακόμα στις 31.12.2019 ο αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ], στις 15.1.2020 και 18.1.2020 ο αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό [ ]. Στις 17.2.2020 ο αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό [ ] και την ίδια ημέρα ο αριθμός [ ] κάλεσε μια φορά τον αριθμό [ ]. Στις 20.2.2020 ο αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ] και στις 23.2.2020 ο αριθμός [ ] απέστειλε γραπτό μήνυμα στον αριθμό [ ] και την ίδια ημέρα ο αριθμός [ ] κάλεσε 2 φορές τον αριθμό [ ]. Στις 30.3.2020 η Μ.Κ.1 ημέρα έλαβε οδηγίες από τον υπεύθυνο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων να προβεί στην έκδοση και εκτέλεση εντάλματος έρευνας και διεξαγωγή ανακριτικής κατάθεσης, μετά τη λήξη του διατάγματος αναφορικά με τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο, Κεφ. 260 στις 20.5.
  5. Στις 10.5.2020 η Μ.Κ.1 διαβίβασε τον φάκελο της υπόθεσης στον υπεύθυνο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων λόγω μετάθεσής της σε άλλο Τμήμα. Στις 23.2.2020 ο Αστ. 3620 Ρωτή φωτογράφησε γραπτό μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου το οποίο στάλθηκε στον αριθμό [ ] η ώρα 07:02 της εν λόγω ημέρας από τον αριθμό [ ] με περιεχόμενο «Αν κάνεις καταγγελία θα σε βρούνε σε χαντάκι». Στις 16.7.2020 το Ε.Δ. Λάρνακας εξέδωσε ένταλμα έρευνας για την οικία του κατηγορούμενο το οποίο εκτελέστηκε στις 18.7.2020 και στις 20.7.2020 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Έχοντας υπόψη μου ότι η κάρτα SIM με αριθμό τηλεφωνίας [ ] βρισκόταν στην κατοχή του μεταξύ των ημερομηνιών 28.12.2019 έως 23.2.2020 καθώς επίσης ότι η κάρτα SIM με τηλεφωνικό αριθμό [ ] βρισκόταν στη συσκευή κινητού τηλεφώνου με ΙΜΕΙ 357281082078960 το χρονικό διάστημα από 28.12.2019 - 19.1.2020 και ότι αυτή η συσκευή στις 23.2.2020 χρησιμοποιήθηκε από την κάρτα SIM με τηλεφωνικό αριθμό [ ] που ανήκει στον κατηγορούμενο κρίνω πως από αυτά προκύπτει ότι η κάρτα SIM με αριθμό τηλεφώνου [ ] από την οποία στις 23.2.2020 στάλθηκε το επίδικο μήνυμα στον αριθμό τηλεφώνου [ ] χρησιμοποιήθηκε την εν λόγω ημέρα από τον κατηγορούμενο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Το αδίκημα της δημόσιας βλάβης βασίζεται στο άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα εξής: «Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου». Στην υπόθεση Λουκά ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 30/2020, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B91 λέχθηκε πως από το λεκτικό του άρθρου 115 προκύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος έχει δώσει κατάθεση σε Αστυνομικό, ότι η κατάθεση αυτή είναι ψευδής όσον αφορά κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά τα οποία καταθέτει είναι ψευδή. Δηλαδή, ότι γνώριζε ότι δεν έχει στην πραγματικότητα διαπραχθεί το αδίκημα για το οποίο γίνεται η καταγγελία. Στην υπόθεση F.L.H. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 4/2020, ημερ. 31.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:D32 λέχθηκε ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας βλάβης είναι τα ακόλουθα: (α) ένα πρόσωπο δίδει κατάθεση σε οποιοδήποτε αστυνομικό, (β) η κατάθεση είναι ψευδής, (γ) η κατάθεση αφορά σε ένα φανταστικό αδίκημα και (δ) το εν λόγω πρόσωπο ενεργεί εν γνώσει των παραπάνω. Στην παρούσα υπόθεση από όσα ανέφερα πιο πάνω προκύπτει ότι στις 23.2.2020 ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην Αστ. 4255 Σ. Γρηγορίου στην οποία κατάθεση ανέφερε ψευδώς ότι έλαβε στο κινητό του τηλέφωνο με αρ. [ ] απειλητικό μήνυμα από τον τηλεφωνικό αρ. [ ] ενώ γνώριζε ότι ο ίδιος είχε αποστείλει το εν λόγω μήνυμα και πως ουδέποτε το αδίκημα της απειλής είχε διαπραχθεί. Επομένως κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της Δημόσιας Βλάβης και κατ' επέκταση την επίδικη κατηγορία. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.