Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α.Β., Αρ. Υπόθεσης: 7111/2020, 23/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7111/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Α.Β. Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 23.10.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη: κ. Μ. Κουκουμάς Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη απάντησε μη παραδοχή στην κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 την οποία αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας κατηγορείται ότι την 1.9.2020 στη Λάρνακα ευρισκόμενη σε δημόσιο μέρος εξύβρισε τη Μαρία Δημοσθένους από τη Λάρνακα με τη φράση «πουτάνα» με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε ως μόνο μάρτυρα την κα Μαρία Δημοσθένους η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 1.9.2020 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: με τη Α.Β. που είναι γειτόνισσά της αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα από παλιά. Την 1.9.2020 και περί ώρα 2 το μεσημέρι η ίδια σχόλασε από την εργασία της και πήγαινε προς το σπίτι της. Καθώς οδηγούσε κοντά στην Τεχνική Σχολή στους Αγ. Αναργύρους στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας βρισκόταν η γειτόνισσά της με το αυτοκίνητό της και όταν το όχημά της πέρασε δίπλα από το δικό της η Α.Β. την εξύβρισε αποκαλώντας την «πουτάνα». Είχε τα παράθυρα του αυτοκινήτου της ανοικτά και άκουσε καθαρά την κατηγορούμενη που το είπε. Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι τα παράθυρα του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης ήταν και αυτά ανοικτά γι' αυτό και ακούστηκε καθαρά αυτό που της είχε πει. Στον δρόμο κινούνταν επίσης και άλλα αυτοκίνητα τα οποία όμως δεν ήταν σε κοντινή απόσταση το ένα από το άλλο. Η Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη είχε σχέση με τον πατέρα της και έδωσε ψευδείς καταθέσεις βάσει των οποίων καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις με αποτέλεσμα ο πατέρας της να καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την ώρα που η ίδια καθόρισε ότι συνέβηκε το επίδικο περιστατικό είδε την κατηγορούμενη να φεύγει από το σπίτι της ενώ η ίδια μετέβαινε στο δικό της. Ισχυρίστηκε ότι άκουσε τι είπε η κατηγορούμενη και αντιλήφθηκε πως απευθυνόταν στην ίδια επειδή αυτή περνούσε δίπλα της την επίδικη ώρα και επειδή έχουν προηγούμενα μεταξύ τους καθώς επίσης πως γύρισε και την είδε. Όταν της υποβλήθηκε πως έκανε την καταγγελία για εκδικητικούς λόγους με σκοπό να δημιουργήσουν μια σειρά από υποθέσεις εναντίον της κατηγορούμενης με απώτερο σκοπό να αποσύρει τη σοβαρή υπόθεση που είχε καταγγείλει εναντίον του πατέρα της Μ.Κ.1 η μάρτυρας αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή. Κατά την επανεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τον Δεκέμβρη του
- Στη συνέχεια κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 η γραπτή κατάθεση της κατηγορούμενης που έδωσε στις 2.9.2023 όταν της απαγγέλθηκε γραπτώς η κατηγορία. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και εξήγησε στην κατηγορούμενη τα δικαιώματά της αυτή επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η κατηγορούμενη κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε πως το περιστατικό το οποίο επικαλέστηκε η Μ.Κ.1 δεν συνέβηκε ποτέ. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ίδια εργαζόταν η ώρα 2 που η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε πως τη συνάντησε στον δρόμο. Οι ώρες εργασίας της είναι από η ώρα 11:00 το πρωί μέχρι τις 7:30 το βράδυ και ήταν αδύνατο να βρισκόταν στον τόπο που ισχυρίστηκε η Μ.Κ.1 εκείνη την ώρα. Η κατηγορούμενη κατά την αντεξέτασή της παραδέχθηκε πως και η ίδια είχε καταγγείλει την Μ.Κ.1 ότι την εξύβρισε. Παραδέχθηκε επίσης πως κατέθεσε εναντίον της ως μάρτυρας κατηγορίας αφού όπου την έβλεπε η Μ.Κ.1 ακόμα και έξω από το σπίτι της την έβριζε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η καταγγελία που έκανε εναντίον του πατέρα της Μ.Κ.1 το έτος 2018 και αφορούσε κακοποίησή της όταν ήταν 14 ½ ετών ήταν ο λόγος που έκτοτε η οικογένεια της Μ.Κ.1 της προκαλεί συνεχώς προβλήματα. Ισχυρίστηκε ότι την επίδικη ημέρα εργαζόταν όταν της τηλεφώνησαν από την αστυνομία γι' αυτό και το θυμάται. Ισχυρίστηκε επίσης πως λόγω του γεγονότος ότι εργαζόταν όταν δέχθηκε το τηλεφώνημα γι' αυτό μετέβηκε στην αστυνομία την επόμενη ημέρα. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε στην αστυνομία ότι εργαζόταν για να διερευνηθεί αυτός ο ισχυρισμός της ισχυρίστηκε ότι θυμόταν πως εργαζόταν. Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε πως ένιωθε εχθρότητα εναντίον της οικογένειας της κατηγορούμενης λόγω της κακοποίησης που υπέστηκε από τον πατέρα της Μ.Κ.1 και γι' αυτό την εξύβρισε όταν τη συνάντησε στον δρόμο αρνήθηκε τον εν λόγω ισχυρισμό και ισχυρίστηκε αντιθέτως πως ήταν η οικογένεια της Μ.Κ.1 που τους έβριζε και συνεχώς επενέβαινε η αστυνομία. Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε πως σε περίπτωση που ο ισχυρισμός της ότι η οικογένεια της Μ.Κ.1 την έβριζε συνεχώς λογικά θα προχωρούσε σε καταγγελία στην αστυνομία ισχυρίστηκε πως δεν είχε χρόνο να προχωρά συνέχεια σε καταγγελίες. Κατήγγειλε τη σοβαρή υπόθεση το 2018 και έκτοτε η οικογένεια της Μ.Κ.1 της προκαλούσε συνεχώς προβλήματα. Ισχυρίστηκε τέλος ότι το βρίσιμο που δεχόταν ήταν μηδαμινό σε σχέση με ό,τι της έκανε ο πατέρας της Μ.Κ.
- Η κα Γιάλλουρου κατά την αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.1 που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Εισηγήθηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη νιώθει έντονα αδικημένη από την οικογένεια της Μ.Κ.1 και αυτά τα συναισθήματά της την οδήγησαν να τη βρίσει και κάλεσε το Δικαστήριο να την κρίνει ένοχη στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Ο κ. Κουκουμάς από την άλλη εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε πως υπήρχαν διαφορές μεταξύ των οικογενειών της Μ.Κ.1 και της κατηγορούμενης και πως με την καταγγελία της τελευταίας καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ο πατέρας της Μ.Κ.
- Εισηγήθηκε πως τα συναισθήματα που τρέφουν εναντίον της κατηγορούμενης ώθησαν την Μ.Κ.1 να προχωρήσει στην αβάσιμη καταγγελία της και ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή της κατηγορούμενης και κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Έχοντας υπόψη μου ότι η Μ.Κ.1 ανέφερε στην κατάθεσή της πως με την κατηγορούμενη αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα από παλιά καθώς επίσης ότι αντεξεταζόμενη ανέφερε πως η καταγγελία της κατηγορούμενης εναντίον του πατέρα της οδήγησε στην καταδίκη του τελευταίου τον Δεκέμβρη του 2022 σε ποινή φυλάκισης κρίνω πως είναι λογικό η Μ.Κ.1 να μην τρέφει τα καλύτερα αισθήματα προς την κατηγορούμενη. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω πως αυτά ώθησαν την Μ.Κ.1 να προχωρήσει στην επίδικη καταγγελία ότι η κατηγορούμενη την 1.9.2020 την εξύβρισε και όχι επειδή αυτό πράγματι συνέβηκε. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της κατηγορούμενης κρίνω ότι αυτή είναι λογική και την αποδέχομαι. Ο ισχυρισμός της πως το έτος 2018 κατήγγειλε τον πατέρα της Μ.Κ.1 για ποινικό αδίκημα που εκείνος διέπραξε σε βάρος της όταν ήταν 14 ½ ετών και ότι αυτός καταδικάστηκε τον Δεκέμβρη του 2022 σε ποινή φυλάκισης επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός της πως μετά τη δική της καταγγελία που έγινε το 2018 άρχισαν οι καταγγελίες εναντίον της ιδίας από την οικογένεια της Μ.Κ.1 στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη είναι λογικός και συνακόλουθα τον αποδέχομαι ως ειλικρινή. Κρίνω επίσης ότι είναι λογικός και ο άλλος ισχυρισμός της κατηγορούμενης πως η καταγγελία που είχε κάνει εναντίον του πατέρα της Μ.Κ.1 για σοβαρά αδικήματα ήταν η βασική της έγνοια και πως δεν είχε χρόνο να αναλώνεται σε καθημερινές καταγγελίες στην αστυνομία για τις εξυβρίσεις που δεχόταν από την οικογένεια της Μ.Κ.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Επομένως έχοντας απορρίψει τον ισχυρισμό της Μ.Κ.1 ότι η κατηγορούμενη την εξύβρισε την 1.9.2020 για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την επίδικη κατηγορία και συνακόλουθα η κατηγορούμενη αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο