Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. NIKOLAY NIKOLOV, Αρ. Υπόθεσης: 6418/2020, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6418/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον NIKOLAY NIKOLOV Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30.11.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου με κ. Ζ. Κούμουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στη μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει η οποία είναι η ακόλουθη: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμος 166/
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στις 28/1/2020 και περί ώρα 1030 στην οδό Πιαλέ Πασιά στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] με αλόγιστο και βεβιασμένο τρόπο με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του Γιώργου Στεφάνου από τη Λάρνακα προκαλώντας του εγκαύματα τριβής μηρού και ποδοκνημικής. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της επίδικης κατηγορίας κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η Αστ. 2174 Β. Σεργίου η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε τη γραπτή της κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 28.1.2020 ο παραπονούμενος Γιώργος Στεφάνου κατήγγειλε πως ενώ οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην οδό Πιαλέ Πασά στη Λάρνακα ο οδηγός οχήματος ταξί οδηγούσε το όχημά του απερίσκεπτα φρενάροντας εσκεμμένα και απότομα τα φρένα του με αποτέλεσμα να προσκρούσει στην πίσω αριστερή άκρη του προφυλακτήρα του ταξί. Περιέγραψε το ταξί ως χρώματος μαύρου και πως τα γράμματα της πινακίδας του ήταν [ ]. Στη συνέχεια μέσα από τις εξετάσεις τις οποίες διενήργησε διαπίστωσε ότι το εν λόγω όχημα έχει αριθμούς εγγραφής [ ] και ο οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος από το έτος 2018 είναι υπάλληλος της εταιρείας ταξί στην οποία ανήκει το εν λόγω όχημα. Στις 21.2.2020 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για την υπόθεση που διερευνούσε εναντίον του και του έλαβε ανακριτική κατάθεση και στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός απάντησε «δεν παραδέχομαι». Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 2 και 3 τις καταθέσεις του κατηγορούμενου ημερ. 21.2.2020 στα βουλγάρικα και στα ελληνικά αντίστοιχα και ως τεκμήρια 4 και 5 τη γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο ημερ. 21.2.2020 επίσης στα βουλγάρικα και στα ελληνικά αντίστοιχα. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 6 το έντυπο του Τ.Α.Ε.Π. Λάρνακας ημερ. 28.1.
- Ισχυρίστηκε τέλος ότι επειδή ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη του οχήματος ο οποίος της ανέφερε ότι αυτό δεν είχε οποιαδήποτε ζημιά. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι άμεσα ενήργησε επιτόπιες εξετάσεις για εντοπισμό κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης και να υποβάλει ερωτήσεις σε ιδιοκτήτες και υπαλλήλους υποστατικών που βρίσκονταν κοντά στον τόπο όπου διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς ότι υπήρχε δημόσια εξύβριση εναντίον του και απειλή αλλά η δική της διερεύνηση περιορίστηκε στον εντοπισμό του ιδιοκτήτη του οχήματος με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής τους οποίους και εντόπισε στις 10.2.2020 και όταν επιβεβαίωσε ποιος ήταν ο οδηγός του τού λήφθηκε κατάθεση σχετικά με τα αδικήματα για τα οποία είχε υποβάλει καταγγελία ο παραπονούμενος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν είδε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και ότι δεν γνωρίζει αν το εν λόγω όχημα είχε ή όχι ζημιά. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο θα ήταν χρήσιμο να επιθεωρούσε τα οχήματα που εμπλέκονταν στο επίδικο περιστατικό απάντησε ότι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου στην κατάθεσή του ανέφερε πως δεν υπήρχε ζημιά. Σε άλλη ερώτηση που της υποβλήθηκε εάν προχώρησε να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο με μόνο το παράπονο του παραπονούμενου απάντησε ότι η μαρτυρία ενός ατόμου είναι αρκετή και σύμφωνα με τη μαρτυρία του παραπονούμενου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του πατώντας απότομα τα φρένα με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να προσκρούσει στην πίσω αριστερή άκρη του προφυλακτήρα του ταξί. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. Γιώργος Στεφάνου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε τη γραπτή του κατάθεση ημερ. 28.1.2020 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Σε αυτή περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 28.1.2020 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην οδό Πιαλέ Πασά στη Λάρνακα με κατεύθυνση από το κάστρο προς την περιοχή Μακένζι. Μπροστά του βρισκόταν σταματημένο λόγω τροχαίας κίνησης ένα ταξί χρώματος μαύρο μπροστά από το οποίο βρισκόταν ένα ημιφορτηγό χρώματος άσπρο. Όταν το ημιφορτηγό έστριψε στα δεξιά περίμενε 10'' και το ταξί που ήταν μπροστά του παρέμενε σταματημένο. Το προσπέρασε από τα δεξιά και μπήκε μπροστά του συνεχίζοντας κανονικά την πορεία του. Μόλις μπήκε μπροστά από το ταξί ο οδηγός του εκκίνησε και άρχισε να τον ακολουθά και παράλληλα άρχισε να κορνάρει. Ο ίδιος αφού προχώρησε περίπου 2 μ. σταμάτησε τη μοτοσυκλέτα του και γύρισε προς τα πίσω και τον ρώτησε γιατί του κορνάρει. Αυτός άρχισε να φωνάζει και να κάνει χειρονομίες. Ακολούθως ξεκίνησε για να φύγει και σε απόσταση περίπου 1 με 1 ½ μ. ο οδηγός του αυτοκινήτου το οδήγησε στο πλάι της μοτοσυκλέτας του και κτύπησε πλάγια πάνω στη μοτοσυκλέτα του με σκοπό να τον ρίξει κάτω από αυτή. Έβαλε το αριστερό του πόδι στο έδαφος και κατάφερε να κρατηθεί πάνω στη μοτοσυκλέτα του. Αμέσως μετά ο ίδιος ανέπτυξε ταχύτητα για να φύγει συνεχίζοντας την πορεία του προς την οδό Πιαλέ Πασά. Διένυσε απόσταση 20 μ. και διαπίστωσε παρατηρώντας το καθρεφτάκι του και ακούγοντας τον ήχο του αυτοκινήτου ότι αυτό ήταν ακριβώς πίσω του γύρω στο 1 μ. περίπου. Αφού διένυσαν απόσταση περίπου 20 μ. ο οδηγός του αυτοκινήτου τον προσπέρασε, μπήκε αμέσως μπροστά του και πάτησε απότομα φρένα με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να φρενάρει και να κτυπήσει με τη μοτοσυκλέτα του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί σε διάφορα μέρη του σώματός του. Ενώ βρισκόταν στο έδαφος ο οδηγός του αυτοκινήτου ήρθε προς το μέρος του, έσκυψε από πάνω του και άρχισε να φωνάζει και να βρίζει σε ξένη γλώσσα που ο ίδιος δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Ο οδηγός αφού έμεινε σκυφτός από πάνω του γύρω στο μισό λεπτό επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε από το μέρος. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 8 άλλη γραπτή του κατάθεση ημερ. 13.2.2020 στην οποία ανέφερε πως την ίδια ημέρα στην ΑΔΕ Λάρνακας είδε τυχαία και αναγνώρισε το πρόσωπο που οδηγούσε το ταξί και η αστυνομία τον πληροφόρησε πως πρόκειται για τον Nikolay Nikolov. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο δρόμος στον οποίο έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό χωράει άνετα 1 αυτοκίνητο και μια μοτοσυκλέτα να είναι δίπλα το ένα από το άλλο. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν τον κυνηγούσε ο κατηγορούμενος ο ίδιος ήταν στην άκρη του δρόμου επειδή θεώρησε ότι αυτός ίσως να βιαζόταν. Όταν ο οδηγός του ταξί τον προσπέρασε ακριβώς από δίπλα του ο ίδιος οδηγούσε περίπου με ταχύτητα 35 με 40 χ.α.ω. και το ταξί τον προσπέρασε με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή που του τέθηκε ότι ο ίδιος προέβη στο παράπονο για να διεκδικήσει χρήματα από τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σε αυτό αναγράφεται πως η ιατρός του ΤΑΕΠ Λάρνακας Σβετλάνα Χριστοφή στις 28.1.2020 εξέτασε τον Γεώργιο Στεφάνου ο οποίος παρουσίαζε άλγος αριστερού μηριαίου και αριστερής ποδοκνημικής και εγκαύματα τριβής αριστερού μηριαίου και αριστερής ποδοκνημικής. Όταν στη συνέχεια το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης και κατέθεσε ως τεκμήριο 10 δέσμη από 6 φωτογραφίες τις οποίες ισχυρίστηκε ότι έλαβε ο ίδιος αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό. Στη γραπτή του κατάθεση περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: εργάζεται ως οδηγός ταξί και οδηγά το ταξί με αρ. εγγραφής [ ]. Στις 28.1.2020 οδηγούσε το εν λόγω ταξί στη οδό Πιαλέ Πασά στη Λάρνακα με συνοδηγό τη σύζυγό του. Βρισκόταν πίσω από το κάστρο όταν ξαφνικά είδε μια μοτοσυκλέτα να σταματά απότομα μπροστά του. Φρέναρε και ο ίδιος και απέφυγε τη σύγκρουση με αυτή. Τότε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας γύρισε και τον κοίταξε και τον άκουσε να του φωνάζει «γαμώ τη ράτσα σου πεζεβέγκη». Ο ίδιος δεν του απάντησε και τον προσπέρασε συνεχίζοντας την πορεία του. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας τον ακολουθούσε και σε κάποια φάση χωρίς ο ίδιος να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αυτοκινήτου του ο άλλος χτύπησε με τη μοτοσυκλέτα πάνω στο ταξί στην πίσω αριστερή πλευρά και έπεσε κάτω. Σταμάτησε το ταξί και κατέβηκε κάτω για να δει τι συμβαίνει και είδε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας κάτω στον δρόμο. Τον ρώτησε πώς είναι και αυτός του απάντησε 3 με 4 φορές «θα σου καταστρέψω τη ζωή σου». Τηλεφώνησε αμέσως στην αστυνομία. Επειδή ο δρόμος ήταν στενός δημιουργήθηκε κίνηση πίσω τους και οι οδηγοί των άλλων αυτοκινήτων τους ζήτησαν να προχωρήσουν για να ανοίξει ο δρόμος. Έτσι μετακίνησε το όχημά του και έφυγε από το μέρος. Έχει παράπονο από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας για την εξύβριση και την απειλή που διέπραξε σε βάρος του και για την αμελή του οδήγηση που του κτύπησε πίσω από το ταξί του. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι μετά που ο Μ.Κ.2 πέρασε μπροστά του και φρέναρε απότομα, φρέναρε και ο ίδιος και χρησιμοποίησε την κόρνα του οχήματός του. Μετά ο οδηγός της μοτοσυκλέτας σταμάτησε, τον εξύβρισε και προχώρησε. Πήγε στα αριστερά, σταμάτησε και ο ίδιος προχώρησε μπροστά με το αυτοκίνητό του. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 ήρθε και τους κτύπησε από πίσω. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε η σύζυγος του κατηγορούμενου Katya Angelova η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 21.2.2020 στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 28.1.2020 ήταν με τον σύζυγό της στο ταξί με αρ. εγγραφής [ ] το οποίο αυτός οδηγά. Ενώ βρίσκονταν στην οδό Πιαλέ Πασά πίσω από το κάστρο μια μοτοσυκλέτα με 1 άνδρα οδηγό ήρθε από τον μονόδρομο που βρίσκεται δεξιά και σταμάτησε απότομα μπροστά τους. Ξεκίνησε τη μοτοσυκλέτα για δεύτερη φορά και τη σταμάτησε ξανά απότομα μπροστά τους και τότε ο σύζυγός της χρησιμοποίησε την κόρνα του οχήματός του. Τότε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας γύρισε προς το μέρος του συζύγου της και του φώναξε «γαμώ τη ράτσα σου πεζεβέγκη». Ο σύζυγός της δεν του απάντησε. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας ήταν σταματημένος στην αριστερή πλευρά του δρόμου έχοντας την ίδια κατεύθυνση με αυτούς και ο σύζυγός της τον προσπέρασε από τα δεξιά. Προχώρησαν μερικά μέτρα και τότε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας τους κτύπησε πίσω αριστερά στο ταξί και αμέσως ο σύζυγός της σταμάτησε το ταξί και κατέβηκε κάτω. Τον ρώτησε τι κάνει και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας του είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία και τότε ο σύζυγός της του απάντησε ότι αυτός θα τη φωνάξει επειδή εκείνος του κτύπησε στο ταξί. Κατέβηκε κάτω από το όχημα και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας φώναζε στον σύζυγό της «θα σου καταστρέψω τη ζωή». Ο σύζυγός της μίλησε με την αστυνομία και περίμεναν για λίγο στο μέρος μέχρι που οι οδηγοί των άλλων αυτοκινήτων τους φώναζαν να μετακινήσουν το όχημα. Έφυγαν από το μέρος πριν έρθει η αστυνομία αφού προηγουμένως ο σύζυγός της τράβηξε φωτογραφίες του ταξί και της μοτοσυκλέτας. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι μετά που ο σύζυγός της προσπέρασε από τα δεξιά τον οδηγό της μοτοσυκλέτας αυτός ήταν σταματημένος και δεν βρισκόταν σε κίνηση. Οι δικηγόροι κατά τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας της θέσεις της πλευράς που εκπροσωπεί. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι είναι λογική η εκδοχή του παραπονούμενου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε απότομα τα φρένα του οχήματός του για να του «κόψει» τον δρόμο με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.2 να συγκρουστεί στο όχημά του. Εισηγήθηκε επίσης ότι αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το επίδικο αδίκημα και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου από την άλλη εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν είναι αξιόπιστη αφού σε αυτή περιέχονται αντιφάσεις. Εισηγήθηκε επίσης ότι η μαρτυρία που πρόσφερε η κατηγορούσα αρχή δεν είναι ικανοποιητική για να αποδείξει στον βαθμό που απαιτείται την επίδικη κατηγορία και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Έχω υπόψη μου τις θέσεις και εισηγήσεις τους και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 ήταν το πρόσωπο που κατέγραψε το παράπονο που υπέβαλε ο Μ.Κ.2 και παρουσίασε τις καταθέσεις που έλαβε από τον κατηγορούμενο. Αναζήτησε επί τόπου ανεξάρτητη μαρτυρία για το επίδικο περιστατικό αλλά δεν εντόπισε οτιδήποτε επιβοηθητικό. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της και συνακόλουθα την αποδέχομαι ως ειλικρινή και αδιαμφισβήτητη. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 κρίνω ότι περιέχει πολλές υποκειμενικές εκτιμήσεις οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται από πραγματική μαρτυρία η οποία κατά την κρίση μου ήταν αναγκαίο να είχε παρουσιαστεί λόγω της φύσης της επίδικης υπόθεσης. Ενδεικτικά αναφέρω τον ισχυρισμό του πως ο κατηγορούμενος όταν τον προσπέρασε μπήκε αμέσως μπροστά του και πάτησε απότομα τα φρένα χωρίς όμως να προσδιορίσει ποια ήταν η απόσταση μεταξύ τους όταν κατά τον ισχυρισμό του ο κατηγορούμενος μπήκε μπροστά του. Ομοίως αναφέρω και τον άλλο ισχυρισμό του ότι το ταξί τον προσπέρασε με πολύ μεγάλη ταχύτητα χωρίς όμως να προσδιορίσει ποια ήταν αυτή ούτε πώς ήταν σε θέση να μπορεί να την προσδιορίσει. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του περιέχει ισχυρισμούς που δεν είναι λογικοί και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Αναφέρω ενδεικτικά τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να του κορνάρει όταν αυτός προσπέρασε το αυτοκίνητό του από τα δεξιά. Δεν ισχυρίστηκε ότι προηγήθηκε κάτι μεταξύ τους που να δικαιολογούσε τέτοια ή και οποιαδήποτε αντίδραση από τον κατηγορούμενο συνεπώς κρίνω ότι απέκρυψε ότι πράγματι κάτι συνέβηκε μεταξύ τους προτού ο κατηγορούμενος του κορνάρει. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε πλάγια πάνω στη μοτοσυκλέτα δεν επιβεβαιώνεται από οποιαδήποτε ζημιά στο αυτοκίνητο η οποία λογικά θα προκαλείτο σε περίπτωση που πράγματι ο κατηγορούμενος τον είχε κτυπήσει ως ισχυρίστηκε. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού οι ισχυρισμοί του είχαν λογική και συνοχή και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή του. Με ήρεμο ύφος και χωρίς υπερβολές περιέγραψε λεπτομερώς πως εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Αποδέχομαι ως λογικό τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος αφού πέρασε μπροστά από τη μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.2 συνέχισε κανονικά την πορεία του προς το σπίτι του χωρίς να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματός του. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι ως ειλικρινείς τους ισχυρισμούς του. Η Μ.Υ.1 ομοίως μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε ούτε κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της η οποία ήταν σύντομη και αφορούσε μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία της την οποία για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως την ανέφερα πιο πάνω καθώς και όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: στις 28.1.2020 και περί ώρα 10:00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το ταξί χρώματος μαύρο με αρ. εγγραφής ΜΤΤ 931 στην οδό Πιαλέ Πασά στη Λάρνακα. Ο Μ.Κ.2 κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής ΜΥΝ 056. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το κάστρο όταν ξαφνικά είδε την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Μ.Κ.2 να σταματά απότομα μπροστά του. Φρέναρε και ο ίδιος και απέφυγε τη σύγκρουση με αυτή. Τότε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας γύρισε και τον κοίταξε και του φώναξε «γαμώ τη ράτσα σου πεζεβέγκη». Ο ίδιος δεν του απάντησε και τον προσπέρασε συνεχίζοντας την πορεία του. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας τον ακολουθούσε και σε κάποια στιγμή χωρίς ο ίδιος να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αυτοκινήτου του ο Μ.Κ.2 κτύπησε με τη μοτοσυκλέτα πάνω στο ταξί στην πίσω αριστερή πλευρά και έπεσε κάτω. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το ταξί και κατέβηκε κάτω για να δει τι συμβαίνει και είδε τον Μ.Κ.2 κάτω στον δρόμο. Τον ρώτησε πώς είναι και αυτός του απάντησε 3 με 4 φορές «θα σου καταστρέψω τη ζωή σου». Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε αμέσως στην αστυνομία. Επειδή ο δρόμος ήταν στενός δημιουργήθηκε κίνηση πίσω τους και οι οδηγοί των άλλων αυτοκινήτων τους ζήτησαν να προχωρήσουν για να ανοίξει ο δρόμος. Έτσι ο κατηγορούμενος μετακίνησε το όχημά του και έφυγε από το μέρος. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 μετέβηκε στην αστυνομία και υπέβαλε το παράπονό του για το επίδικο συμβάν στην Μ.Κ.1. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση επίδικο είναι το άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή . είναι ένοχος πλημμελήματος». Ως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) οδήγηση οχήματος (β) με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο (γ) με τον οποίο τίθεται σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή είναι ενδεχόμενο να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλο. Στην υπόθεση Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 69, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον βαθμό αμέλειας που απαιτείται για το άρθρο 236 του Ποινικού Κώδικα: «Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεώς του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72) που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous v. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω). Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/72. Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas v. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε μαζί της». Στην παρούσα υπόθεση δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε και αμέσως μετά απότομα χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματός του με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να κτυπήσει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Έχοντας τούτο υπόψη μου κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος στις 28.1.2020 και ώρα 10:30 στην οδό Πιαλέ Πασά οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] του με αλόγιστο και βεβιασμένο τρόπο με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του Μ.Κ.1 ή να του προκαλέσει σωματική βλάβη. Αντιθέτως από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή προκύπτει ότι για την επίδικη σύγκρουση ευθύνεται ο Μ.Κ.2 ο οποίος κτύπησε στο πίσω μέρος του προπορευόμενού του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Λόγω των πιο πάνω κρίνω πως η κατηγορούσα αρχή δεν κατόρθωσε να αποδείξει την επίδικη κατηγορία και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο