← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11382/2023, 15/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11382/2023, 15/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11382/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Α. Μ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 15.9.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Κυπριανού Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της Επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3

(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Αρ. 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε και των άρθρων 2, 3, 5(α) και 11 του Περί Πρόληψης και καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου 115(Ι)/2021 (2η κατηγορία) και στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος στις 28.6.2023 είχε μεταβεί αρχικά στο σπίτι της μητέρας του και στη συνέχεια περί ώρα 23:15 στον παλαιό δρόμο Λάρνακας - Κοφίνου ακολουθούσε με το αυτοκίνητό του το αυτοκίνητο της πρώην συζύγου του και το αυτοκίνητο της θείας του Β. στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός η μητέρα του. Ο κατηγορούμενος πλησίασε τα 2 αυτοκίνητα και όταν μπήκε ανάμεσά τους φρέναρε και «έκοψε» την πορεία του οχήματος στο οποίο βρισκόταν η μητέρα του. Κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και πήγε προς την πλευρά της οδηγού. Στη συνέχεια επιβιβάστηκε στο όχημά του και προχώρησε μπροστά για μικρή απόσταση και ακολούθως έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε απέναντι από το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η μητέρα του. Πέρασε το εν λόγω όχημα και έκανε ακόμα μια επαναστροφή και μπήκε από την αριστερή πλευρά του εν λόγω οχήματος. Στη συνέχεια κτύπησε τη μητέρα του με τα χέρια του στο πρόσωπο και της άρπαξε το τηλέφωνό της. Μετά επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε. Ακολούθως η μητέρα του μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου και υπέβαλε καταγγελία εναντίον του. Η μητέρα του στη συνέχεια μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου η ιατρός που την εξέτασε στις 29.6.2023 και ώρα 12:10 π.μ. διαπίστωσε ότι έφερε εκδορά μήκους 5 εκ. στη δεξιά παρειά. Η εν λόγω εκδορά προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο όταν κτύπησε τη μητέρα του. Το τηλέφωνο που ο κατηγορούμενος έκλεψε από τη μητέρα του ήταν αξίας €400,
  2. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην Υπόθεση 19941/2022 του Ε.Δ. Λάρνακας. Στις 24.11.2022 του επιβλήθηκε για το αδίκημα της κοινής επίθεσης που αφορούσε τον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο 119
(1)/2000 Νόμο ποινή φυλάκισης 4 μηνών, για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, για το αδίκημα της απειλής του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ημερών, για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ημερών και για το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Οι ποινές διατάχθηκε να συντρέχουν. Η κα Κυπριανού αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις του κατηγορούμενου αναφέροντας ότι αυτός είναι ηλικίας 36 ετών και πατέρας 4 ανηλίκων τέκνων ηλικίας από 7 έως 11 ετών ο οποίος τελεί σε διάσταση με τη σύζυγό του. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα εν βρασμώ ψυχής και πως ειδικότερα το αδίκημα της κλοπής διαπράχθηκε χωρίς προσχεδιασμό. Ανέφερε επίσης πως ο κατηγορούμενος της είπε πως θα αγοράσει καινούργιο τηλέφωνο στη μητέρα του στα πλαίσια της προσπάθειάς του να επανασυνδεθεί με αυτή. Στη συνέχεια η κα Κυπριανού εισηγήθηκε πως το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του κατηγορούμενου και να διατάξει την αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης που θα του επιβληθεί. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έχει καθήκον του να λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2022, ημερ. 23.6.2022 αναφέρθηκε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που ενέχουν το στοιχείο της ενδοοικογενειακής βίας δεν αμφισβητείται. Η νομολογιακή προσέγγιση σε αδικήματα τέτοιας φύσης είναι για αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές επειδή υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας. Στην ως άνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή φυλάκισης 5 μηνών που επιβλήθηκε πρωτόδικα για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης ήτοι εκδορές σε 3 μήνες. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 219, επικυρώθηκε κατ' έφεση επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης έξη μηνών στον εφεσείοντα για άσκηση βίας στη σύζυγό του που της προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Για το αδίκημα της Επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων ενώ για το αδίκημα της κλοπής το άρθρο 262 του Κεφ. 154 προνοεί ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή καθώς επίσης τη φύση και την έκταση της σωματικής βλάβης που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στη μητέρα του. Πρόκειται για μια ελαφράς μορφής σωματική βλάβη, εκδορά μήκους 5 εκατοστών χωρίς οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι η κλοπή δεν αφορά αντικείμενο μεγάλης χρηματικής αξίας. Στην υπόθεση Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα των προηγούμενων καταδικών: «Τονίζεται ότι οι προηγούμενες καταδίκες έχουν σημασία και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του σεβασμού του παραβάτη προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Δεν δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης αλλά και πάλιν τέτοιες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα στερούν τον παραβάτη του δικαιώματος να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου (Βλ. Κυπριανίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 18). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την ανώτατη προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή και έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος έχει μια πολύ πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη για το αδίκημα της κοινής επίθεσης που αφορούσε τον Νόμο για τη Βία στην Οικογένεια κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρόλο που λαμβάνω υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής ότι η προκληθείσα σωματική βλάβη είναι ελαφράς μορφής και ότι η κλοπή δεν αφορά αντικείμενο μεγάλης χρηματικής αξίας κρίνω εντούτοις ότι τα πιο πάνω δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Οι εν λόγω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις ποινές είναι οι ακόλουθες: · Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών · Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινές φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Σχετικά με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 λέχθηκε ότι «κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος καταδίωξε με το αυτοκίνητό του το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η μητέρα του το οποίο τελικά ανέκοψε και στην παρουσία τρίτου προσώπου άσκησε βία εναντίον της καθώς επίσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου ο οποίος δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Κρίνω πως υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης όπως τις ανέφερα πιο πάνω τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης θα εξουδετέρωνε σημαντικά την απαξία συμπεριφορών όπως αυτή του κατηγορούμενου. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην παρούσα υπόθεση λόγω της σοβαρότητάς των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον νόμο ανώτατη ποινή επενεργεί προς την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο να εκτελεστεί άμεσα. Ο χρόνος φυλάκισης μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση ήτοι από τις 14.8.2023. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο/Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.