← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Δημητρούλλας Κοφτερού, Αρ. Υπόθεσης: 6429/2020, 13/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Δημητρούλλας Κοφτερού, Αρ. Υπόθεσης: 6429/2020, 13/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6429/2020 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας εναντίον Δημητρούλλας Κοφτερού Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 13.9.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Πασιουρτίδης Κατηγορούμενη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 4.9.2020 και περιλαμβάνει 66 κατηγορίες. Η κατηγορούμενη αρχικά απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες δικασίμους για ακρόαση. Στις 11.5.2023 η κατηγορούμενη άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε στη συνέχεια για σκοπούς γεγονότων και επιβολής ποινής. Τελικά στις 11.9.2023 η κατηγορούμενη άλλαξε εκ νέου απάντηση από παραδοχή σε μη παραδοχή στις κατηγορίες 10, 12, 17, 21, 26, 31, 34, 38, 42, 46, 50, 54, 58, 62 και 66 για τις οποίες καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης ενώ η παραδοχή της παρέμεινε για τις υπόλοιπες. Όλες οι υπόλοιπες 51 κατηγορίες που παρέμειναν αφορούν (α) το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 6, 11, 13, 18, 22, 27, 32, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 59 και 63), (β) το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 335 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 7, 14, 19, 23, 28, 36, 40, 44, 48, 52, 56, 60, 64), (γ) το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335 και 339 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 3, 8, 15, 20, 24, 29, 37, 41, 45, 49, 53, 57, 61 και 65), (δ) το αδίκημα της απάτης σχετιζόμενης με ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 10(α) του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμου 22(ΙΙΙ)/2004 (κατηγορίες 4, 9, 16, 25, 30 και 33), και (ε) το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι), 5 και 7 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (κατηγορία 5). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών για τα αδικήματα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 1.3.2020 έως 30.4.2020 σε 16 διαφορετικές περιπτώσεις απέσπασε από 16 πρόσωπα το συνολικό χρηματικό ποσό των €7.160,
  1. Τα ποσά κυμαίνονταν μεταξύ €100,00 το μικρότερο και €1.000 το μεγαλύτερο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών για τα αδικήματα της πλαστογραφίας εγγράφου η κατηγορούμενη σε 14 διαφορετικές περιπτώσεις πλαστογράφησε ενοικιαστήριο έγγραφο με στοιχεία διάφορων διαμερισμάτων με σκοπό να πετύχει σύμβαση με διάφορα πρόσωπα ούτως ώστε να αποσπάσει από το καθένα από τα εν λόγω πρόσωπα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους €7.160,
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η κατηγορούμενη σε 14 διαφορετικές περιπτώσεις κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο έθεσε σε κυκλοφορία τα 14 πλαστογραφημένα ενοικιαστήρια έγγραφα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών για το αδίκημα της απάτης σχετιζόμενης με ηλεκτρονικό υπολογιστή η κατηγορούμενη σε 5 περιπτώσεις εισήγαγε στην ιστοσελίδα Marketplace φωτογραφίες άλλου διαμερίσματος και σε μια άλλη περίπτωση έπραξε το ίδιο στην ιστοσελίδα Bazaraki και τα προσέφερε προς ενοικίαση πετυχαίνοντας έτσι να αποσπάσει διάφορα χρηματικά ποσά. Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες η κατηγορούμενη κατά την περίοδο από 1.3.2020 έως 30.4.2020 απέκτησε το ποσό των €7.160,00 γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η κατηγορούμενη σε όλες τις περιπτώσεις δρούσε με τον ίδιο τρόπο. Αυτό που διέφερε ήταν το πρόσωπο του εκάστοτε παραπονούμενου και το ύψος του χρηματικού ποσού που αποσπούσε από εκείνο. Η κατηγορούμενη στις 13.5.2020 συνελήφθηκε δυνάμει εντάλματος σύλληψης για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και ανακρινόμενη παραδέχθηκε αυτόβουλα και τις άλλες περιπτώσεις. Η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αναφορικά με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της κατηγορούμενης ετοιμάστηκε μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου σχετική έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο δικηγόρος της ο οποίος στη συνέχεια προς μετριασμό ανέφερε ότι η κατηγορούμενη αποζημίωσε απευθείας 1 από τους παραπονούμενους καταβάλλοντας στη δικηγόρο του το ποσό των €800,
  3. Το υπόλοιπο ποσό των €6.360,00 καταβλήθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λάρνακας επειδή δεν εντοπίστηκαν οι άλλοι παραπονούμενοι για να επιστραφεί στον καθένα από αυτούς. Ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη είναι μητέρα 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 9 και 10 ετών αντίστοιχα. Έχει τη φύλαξη και φροντίδα των τέκνων της για τα οποία ο εν διαστάσει σύζυγός της δεν καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό για τη διατροφή τους. Ανάφερε ότι η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο ήταν άνεργη χωρίς οικονομικούς πόρους και προέβηκε στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων για να εξασφαλίσει χρήματα για να καλύψει τις ανάγκες της ίδιας και των παιδιών της. Ήταν τότε χρήστης μαριχουάνας και από τις 12.1.2023 μέχρι τις 30.1.2023 εισήχθη οικειοθελώς στη Θεραπευτική Μονάδα Εξαρτημένων Ατόμων «ΘΕ.Μ.Ε.Α.» όπου παρέμεινε για νοσηλεία. Η διαδικασία απεξάρτησής της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η κατηγορούμενη προς το παρόν δεν εργάζεται λόγω της παρακολούθησης του προγράμματος απεξάρτησης και υπέβαλε αίτηση να της χορηγηθεί Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Συντηρείται από τους γονείς της και λαμβάνει το ποσό των €108,00 ως μηνιαίο επίδομα τέκνου το οποίο καταβάλλεται κάθε τέλος του έτους. Είναι ηλικίας 41 ετών και απόφοιτος πανεπιστημίου στον χρηματοοικονομικό κλάδο. Ο δικηγόρος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ακόμα ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πως η κατάλληλη ποινή για να επιβληθεί στην κατηγορούμενη είναι ποινή στερητική της ελευθερίας δικαιολογείται η αναστολή της λόγω των προσωπικών περιστάσεών της και των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έχει καθήκον να λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Έχω ακούσει με μεγάλη προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα ανέφερε ο δικηγόρος της κατηγορούμενης για μετριασμό της ποινής. Προς προσδιορισμό της κατάλληλης ποινής λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή για κάθε αδίκημα καθώς επίσης το γεγονός ότι η δράση της κατηγορούμενης είχε χρονική έκταση 2 μηνών που φανερώνει ότι δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Για το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Για το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 και 335 του Κεφ. 154 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. Για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335 και 339 του Κεφ. 154 επίσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης 3 ετών. Για το αδίκημα της απάτης σχετιζόμενης με ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 10(α) του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμου 22(ΙΙΙ)/2004 προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.20.000 (περίπου €34.150,00) ή και οι 2 αυτές ποινές. Τέλος για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ιιι), 5 και 7 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπεται ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων ετών
(14)ή χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) ή και οι δύο αυτές ποινές. Για το εν λόγω αδίκημα (5η κατηγορία) παρασχέθηκε η δυνάμει του άρθρου 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τη συνοπτική εκδίκασή της. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών (KHAKNEGAD ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 192, Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 και Kandiah v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324). Προς προσδιορισμό της κατάλληλης ποινής λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου το χαμηλό ποσό χρημάτων το οποίο η κατηγορούμενη αποσπούσε κάθε φορά. Μία φορά απέσπασε €1.000, μια άλλη €960,00, άλλη μια φορά €900,00, τέσσερις φορές €800,00, μία φορά €300,00 και οκτώ φορές €100,00. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου την έμπρακτη μεταμέλεια της κατηγορούμενης η οποία διέθεσε προς τον σκοπό αποζημίωσης των θυμάτων των πράξεών της ολόκληρο το ποσό των €7.160,00 το οποίο τους απέσπασε καθώς επίσης και το λευκό της ποινικό μητρώο. Λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη μετά τη σύλληψή της παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων όλων των υπόλοιπων περιπτώσεων. Η παραδοχή της κατηγορούμενης, παρόλο που δεν ήταν άμεση, επίσης λαμβάνεται υπόψη προς όφελός της. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής». Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Κρίνω ότι αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις ποινές είναι οι ακόλουθες: · Σε καθεμιά από τις κατηγορίες 1, 6, 11, 13, 18, 22, 27, 32, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 59 και 63 ποινή φυλάκισης 4 μηνών · Σε καθεμιά από τις κατηγορίες 2, 7, 14, 19, 23, 28, 36, 40, 44, 48, 52, 56, 60, 64 ποινή φυλάκισης 9 μηνών · Σε καθεμιά από τις κατηγορίες 3, 8, 15, 20, 24, 29, 37, 41, 45, 49, 53, 57, 61 και 65 ποινή φυλάκισης 9 μηνών · Σε καθεμιά από τις κατηγορίες 4, 9, 16, 25, 30 και 33 ποινή φυλάκισης 9 μηνών · Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 έτους Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι η παράνομη δράση της κατηγορούμενης έλαβε χώρα μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και παρουσιάζει ομοιότητα στον τρόπο δράσης της κρίνω πως δικαιολογείται να συντρέχουν όλες οι ως άνω ποινές που της επιβλήθηκαν. Κρίνω περαιτέρω πως σε περίπτωση επιβολής διαδοχικών ποινών η τιμωρία της θα ήταν υπερβολική. Έχοντας επιβάλει στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την εισήγηση του δικηγόρου της για αναστολή της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Λαμβάνοντας υπόψη μου ότι: α) η κατηγορούμενη σε συνδυασμό με την ηλικία της έχει λευκό ποινικό μητρώο, β) τον σεβασμό και την τήρηση της νομιμότητας την οποία επέδειξε αφού δεν παρανόμησε ξανά μετά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, γ) ότι από τον χρόνο μου μεσολάβησε μέχρι σήμερα οι προσωπικές της συνθήκες έχουν αλλάξει ουσιαστικά αφού πλέον οδεύει μέσω των κατάλληλων προσπαθειών σε απεξάρτηση από τη χρήση μαριχουάνας καθώς επίσης ότι έχει υπό τη φύλαξη και φροντίδα της τα 2 ανήλικά τέκνα της, δ) το ύψος του ποσού το οποίο απέσπασε και το γεγονός ότι το επέστρεψε ολόκληρο και ε) τη συνεργασία της με την αστυνομία αφού η ίδια ομολόγησε ότι ενήργησε παράνομα και σε άλλες περιπτώσεις πέραν από αυτή για την οποία είχε συλληφθεί κρίνω ότι δικαιολογείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί προς όφελός της και να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία με την αναστολή της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 2 ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στην κατηγορούμενη η επιβολή ποινής φυλάκισης με αναστολή). (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.