← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. FLOR GEMA CATAGUA CEDENO, Αρ. Υπόθεσης: 12503/2023, 23/11/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. FLOR GEMA CATAGUA CEDENO, Αρ. Υπόθεσης: 12503/2023, 23/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12503/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον FLOR GEMA CATAGUA CEDENO Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 23.11.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζ. Κούμουρου Για την Κατηγορούμενη: κα Μ. Μπαγιαζίδου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες τις οποίες και παραδέχθηκε. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και η 2η το αδίκημα της εισόδου στη Δημοκρατία μέσω μη εγκεκριμένου λιμένος κατά παράβαση του άρθρου 12

(1)
(3)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας η κατηγορούμενη στις 5.10.2023 και περί ώρα 13:20 στο αεροδρόμιο Λάρνακας επί σκοπώ καταδολίευσης του Λοχ.3823 Π. Κουμή παρέστησε τον εαυτό της ως άλλο πρόσωπο ήτοι ως CRIOLLO QUILUMBAQUI από την Ισπανία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας η κατηγορούμενη στις 2.10.2023 σε άγνωστο τόπο εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω μη εγκεκριμένου λιμένος χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούμενη αυτή στις 5.10.2023 παρουσιάστηκε για διαβατηριακό έλεγχο στον Αερολιμένα Λάρνακας και παρουσίασε στον Μ.Κ.1 ένα ισπανικό δελτίο ταυτότητας με στοιχεία ως αυτά αναγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας και ένα αεροπορικό εισιτήριο για να ταξιδεύσει με προορισμό το Παρίσι. Κατά τον διαβατηριακό έλεγχο που διεξήγαγε ο Μ.Κ.1 του εγέρθηκαν υποψίες κατά πόσο η κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο που απεικονιζόταν στη φωτογραφία του δελτίου ταυτότητας αφού η απόδειξη του διαδραστικού περιπτέρου είχε ποσοστό ταυτοποίησης 1%. Επιστήθηκε στην κατηγορούμενη η προσοχή της στον νόμο και αυτή ανέφερε ότι το ως άνω ταξιδιωτικό έγγραφο δεν της ανήκει και ανάφερε τα πραγματικά της στοιχεία. Παρέδωσε επίσης ένα διαβατήριο και ένα δελτίο ταυτότητας του Εκουαδόρ. Ανέφερε επίσης ότι στις 2.10.2023 εισήλθε αεροπορικώς στην Κυπριακή Δημοκρατία από το παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου. Σε θεληματική της κατάθεση παραδέχθηκε τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και εξέφρασε την απολογία της. Η κατηγορούμενη είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Η κα Μπαγιαζίδου όταν έλαβε τον λόγο αναφέρθηκε στους λόγους που οδήγησαν την κατηγορούμενη στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και συγκεκριμένα ανέφερε ως κίνητρο την ανάγκη για εξεύρεση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης για αυτή και την οικογένειά της στην Ευρώπη αφού η χώρα καταγωγής της μαστίζεται από τη διαφθορά, την ανεργία και την ελλιπή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη είναι άτομο με ποσοστό αναπηρίας 60%, απόφοιτος δημοτικού σχολείου και μητέρα 2 ανήλικων τέκνων ηλικίας 12 και 6 χρονών αντίστοιχα. Η μια κόρη της αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα υγείας για τα οποία παρέδωσε στο Δικαστήριο σχετικά πιστοποιητικά. Η κα Μπαγιαζίδου εισηγήθηκε επίσης ότι η άμεση παραδοχή της κατηγορούμενης ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνεργασία της με την αστυνομία και το λευκό της ποινικό μητρώο επιτρέπουν στο Δικαστήριο να την αντιμετωπίσει με κάθε δυνατή επιείκεια. Εισηγήθηκε τέλος πως σε περίπτωση που ήθελε επιβληθεί ποινή στερητικής της ελευθερίας αυτή δύναται να ανασταλεί. Το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία επιλογής του είδους της ποινής που θα επιβάλει λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον λαμβάνει υπόψη του πως σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας σύμφωνα με το άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα η προβλεπόμενη ποινή είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (περίπου €2.562,00) ή και οι δύο αυτές ποινές. Για το αδίκημα της εισόδου στη Δημοκρατία μέσω μη εγκεκριμένου λιμένος το άρθρο 12
(5)του Κεφ. 105 προνοεί ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα τους δώδεκα μήνες ή πρόστιμο μη υπερβαίνον τις χίλιες λίρες (€1.708 περίπου) ή και τις δύο αυτές ποινές. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε να έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας στην υπόθεση KINDADA v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2022, ημερ. 16.3.2022 λέχθηκε πως σε περιπτώσεις πλαστοπροσωπίας όπου η διάπραξη του αδικήματος αποσκοπεί στην εξαπάτηση κρατικών αρχών, αυτό συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα (Khalife v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324, Borizov v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 204, Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661, Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 192 και Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36). Στην παρούσα υπόθεση ο σκοπός εξαπάτησης αφορούσε τον επί καθήκοντι αστυνομικό του Κέντρου Ελέγχου Διαβατηρίων του αεροδρομίου Λάρνακας. Στην ως άνω υπόθεση KINDADA v. Αστυνομίας, κρίθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 8 μηνών που επιβλήθηκε στην εφεσείουσα ηλικίας 25 ετών με λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν παραδοχής της στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική ούτως ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς διαφοροποίησή της. Σε σχέση με το αδίκημα της εισόδου στη Δημοκρατία μέσω μη εγκεκριμένου λιμένος, ως λέχθηκε στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 524, «ό,τι καθιστά σοβαρό το αδίκημα της εισόδου στη χώρα, από λιμάνια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές που τελούν υπό την κατοχή της Τουρκίας, είναι η ενίσχυση που παρέχεται, με τέτοιες πράξεις, στην κατοχή. Η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα πλήττει την ακεραιότητα της Κυπριακής Πολιτείας. Κατά συνέπεια, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι, ως θέμα αρχής, εσφαλμένη». Εξετάζοντας ποιο είδος ποινής είναι κατάλληλο να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση, συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως προκύπτουν από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή και τη σχετική νομολογία καθώς και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα όπως τα επίδικα λόγω της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος της κατηγορούμενης το λευκό της ποινικό μητρώο και την άμεση παραδοχή της, η οποία είναι ένας σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος φανερώνει και την έμπρακτη μεταμέλειά της. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής». Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι άτομο με αναπηρία σε ποσοστό 60% καθώς επίσης ότι είναι μητέρα 2 ανήλικων τέκνων 1 εκ των οποίων αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις ποινές είναι οι ακόλουθες: · Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών · Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός Οι ποινές που επιβλήθηκαν να συντρέχουν. Έχοντας επιβάλει στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Το θέμα αυτό ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Επιβληθείσα ποινή φυλάκισης είναι δυνατό να ανασταλεί εφόσον αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης ή και από τα προσωπικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά της κατηγορούμενης δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην παρούσα υπόθεση λόγω της σοβαρότητας των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή και τη σχετική νομολογία επενεργεί προς την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης ως αναφέρθηκαν πιο πάνω, η παραδοχή της και το λευκό της ποινικό μητρώο δεν υπερτερούν της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής για τους λόγους που προανέφερα. Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε θα εξυπηρετούσε την παράμετρο της αποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.