← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. NGUYEN THI HANH NGUYEN, Υπόθεση Αρ.: 10333/2023, 19/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. NGUYEN THI HANH NGUYEN, Υπόθεση Αρ.: 10333/2023, 19/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 10333/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον NGUYEN THI HANH NGUYEN Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 19.9.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη: κα Χρ. Ματθαίου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε την 1η κατηγορία του απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 6

(1)(θ), 18 και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 ενώ η 2η κατηγορία την οποία αντιμετώπιζε αναστάλθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη μεταξύ των ημερομηνιών 28.8.2015 έως 9.7.2023, ενώ της απαγορεύθηκε η είσοδος στην Κυπριακή Δημοκρατία λόγω απέλασής της στις 21.6.2010, δηλαδή ήταν απαγορευμένη μετανάστης, εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα από τις κατεχόμενες περιοχές. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν στις 9.7.2023 μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης μετέβησαν σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα για έλεγχο των αλλοδαπών που εργάζονταν εκεί. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η κατηγορούμενη αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία για πρώτη φορά το έτος 2007 για να απασχοληθεί ως οικιακή βοηθός. Όταν καταγγέλθηκε από τον τότε εργοδότη της ότι εγκατέλειψε την απασχόλησή της το όνομά της καταχωρήθηκε στον κατάλογο των προσώπων στα οποία απαγορεύεται η είσοδος στη Δημοκρατία και στις 21.6.2010 απελάθηκε. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη μεταγενέστερα της απέλασής της εισήλθε εκ νέου στη Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων περιοχών και από τις 28.8.2015 έως τις 9.7.2023 παρέμενε παράνομα ως απαγορευμένη μετανάστρια. Η κατηγορούμενη είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου και τελεί υπό κράτηση από τις 13.7.
  1. Η δικηγόρος της κατηγορούμενης υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές της συνθήκες. Από αυτή προκύπτει πως η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 53 ετών, διαζευγμένη, μητέρα 2 ενήλικων τέκνων και κατάγεται από το Βιετνάμ. Οι γονείς της, ηλικίας 82 ετών, είναι συνταξιούχοι και ζουν στη χώρα τους. Η κα Ματθαίου αναφέρθηκε επίσης στην άμεση παραδοχή της κατηγορούμενης, στο λευκό της ποινικό μητρώο και στο γεγονός ότι πρόκειται για ένα φιλήσυχο άτομο. Μόλις ενημερώθηκε για την παράνομη παραμονή της υπέβαλε αίτηση για να της χορηγηθεί πολιτικό άσυλο. Η εν λόγω αίτησή της απορρίφθηκε και η Διοικητική Προσφυγή την οποία καταχώρησε εναντίον της σχετικής απορριπτικής απόφασης είναι ορισμένη στις 12.10.
  2. Λόγω της εκκρεμοδικίας της Προσφυγής της τώρα διαμένει νόμιμα στη Δημοκρατία. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έχει καθήκον να λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Στην παρούσα υπόθεση για το επίδικο αδίκημα το άρθρο 19
(2)του Κεφ. 105 προνοεί ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Για την εν λόγω κατηγορία παρασχέθηκε η δυνάμει του άρθρου 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τη συνοπτική εκδίκασή της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν παραδοχής της είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από τον Νομοθέτη, διαφαίνεται από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο ποινής που ανέφερα πιο πάνω. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στη Δημοκρατία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών προκύπτουν όχι μόνο από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή αλλά έχουν επίσης τονισθεί και από τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής». Πιο συγκεκριμένα για αδικήματα όπως το επίδικο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισημαίνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών ενόψει της έξαρσης που επίσης παρατηρείται στη διάπραξη τους και της σοβαρότητας που αυτά ενέχουν (βλ. Jadallah v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 613, Kawarat v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 851, Elhamian v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 605). Ενδεικτικό των ανωτέρω είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Abdullah Al Najjar v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 828: «Ως προς τη σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία. Η έξαρση η οποία υπάρχει οπωσδήποτε δικαιολογεί τέτοια αντιμετώπιση αλλά και η ίδια η φύση των αδικημάτων τα οποία ουσιαστικά καταργούν την έννομη τάξη σε σχέση με τη διαρκή διάθεση της Δημοκρατίας να ελέγχει τους εισερχόμενους σε αυτή, είναι παράγοντες που κυριαρχούν στο μυαλό μας». Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος της κατηγορούμενης την άμεση παραδοχή της, η οποία είναι ένας σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος φανερώνει και τη μεταμέλειά της. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής». Περαιτέρω προς όφελος της κατηγορούμενης λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό της ποινικό μητρώο και τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές της περιστάσεις, όπως αναφέρθηκαν από τη δικηγόρο της και αναδύονται από την Έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών που ετοιμάστηκε σχετικά με αυτή. Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου ότι η κατηγορούμενη σήμερα βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής ασύλου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή καθώς επίσης ότι αδικήματα ως το επίδικο διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Προς το τελευταίο λαμβάνω υπόψη μου ότι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας καταχωρούνται τέτοιες υποθέσεις σχεδόν καθημερινά. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι η κατηγορούμενη παρέμεινε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία για περίοδο 8 περίπου ετών και υπέβαλε αίτηση για να της χορηγηθεί πολιτικό άσυλο μόνο μετά τη σύλληψή της. Τούτο το γεγονός δεν μπορεί ούτε να αγνοηθεί ούτε και να προσμετρήσει υπέρ της κατηγορούμενης. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Οι εν λόγω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή στην 1η κατηγορία είναι η ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Έχοντας επιβάλει στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην παρούσα υπόθεση λόγω της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αδικήματα όπως το επίδικο καθώς επίσης και της σοβαρότητάς του ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή επενεργούν προς την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά της κατηγορούμενης δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιόν μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη να εκτελεστεί άμεσα. Ο χρόνος φυλάκισης μειώνεται για το χρονικό διάστημα που η κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση ήτοι από τις 13.7.2023. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.