← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. OLEKSIY NOVIKOV, Αρ. Υπόθεσης: 7210/2022, 26/9/2023

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. OLEKSIY NOVIKOV, Αρ. Υπόθεσης: 7210/2022, 26/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7210/2022 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον OLEKSIY NOVIKOV Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 26.9.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο: κα Β. Ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την κατηγορία των γραπτών απειλών για φόνο, κατά παράβαση του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι «Όποιος, ενώ γνωρίζει το περιεχόμενο του, άμεσα ή έμμεσα συντελεί ώστε να ληφθεί οποιοδήποτε γραπτό με το οποίο απειλείται να φονευθεί οποιοδήποτε πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 13.7.2022 στη Λάρνακα, ενώ γνώριζε το απειλητικό περιεχόμενο επιστολής άμεσα ή έμμεσα, συνετέλεσε ώστε να ληφθεί η τοιαύτη επιστολή από μέλη του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, εις την οποία επιστολή απειλούνταν να φονευθούν τα πιο πάνω μέλη και μέλη της οικογένειάς τους. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν στις 14.7.2022 διαβιβάστηκε στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας αλληλογραφία από το Γραφείο της Προεδρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος στις 13.7.2022 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο cyprusmaster στο Προεδρικό Μέγαρο στο οποίο ανέφερε ότι κατέχει πυροβόλο όπλο το οποίο αγόρασε από κάποιο στρατιώτη με σκοπό να προβεί σε εγκληματική ενέργεια κατά λειτουργών του Τμήματος Μετανάστευσης καθώς και κατά μελών των οικογενειών τους επειδή απορρίφθηκε η αίτησή του για παραχώρηση καθεστώτος στη Δημοκρατία. Επιπλέον στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τα δρομολόγια και τους τόπους διαμονής τους και θα καταστρέψει τόσο εκείνους όσο και τις οικογένειές τους. Εκδόθηκε ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου στις 14.7.2022 στη Λάρνακα αλλά από εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν διέμενε εκεί. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και όταν αυτός συνελήφθηκε στις 15.7.2022 η ώρα 18:30 από τον Μ.Κ.2 και αφού πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης του ανέφερε «I don't understand why». Την ίδια μέρα με τη βοήθεια της Μ.Κ.5 λήφθηκε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία αυτός μεταξύ άλλων ανέφερε ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το 2004 που ήρθε για διακοπές αλλά διάλεξε να διαμένει στην Κύπρο λόγω του ότι η εταιρεία του στην Ουκρανία αντιμετωπίζει προβλήματα. Το 2011 του ανέφεραν από το Τμήμα Μετανάστευσης ότι ο φάκελος του έκλεισε και ότι έπρεπε να ξανακάνει αίτηση για να ανοιχθεί εκ νέου ο φάκελος. Περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2022 καταδικάστηκε σε 15 μέρες φυλάκιση για το αδίκημα της κλοπής και έκτοτε διαμένει στο αυτοκίνητο του όπως ανέφερε ο ίδιος. Την ημέρα που έστειλε το μήνυμα ήταν θυμωμένος και απογοητευμένος. Παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος και μετά που το έστειλε το διέγραψε αυτόματα από το κινητό του. Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «παραδέχομαι, ζητώ συγγνώμη, σας εξήγησα γιατί το έκανα». Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 1319/2022 του Ε.Δ. Λάρνακας. Το αδίκημα τελέστηκε στις 4.2.2022 και η ποινή του επιβλήθηκε στις 18.2.
  2. Η δικηγόρος του κατηγορούμενου υιοθέτησε τα γεγονότα ως αναφέρθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος είναι 63 ετών, διαζευγμένος με καταγωγή από την Ουκρανία και έχει ένα παιδί το οποίο ζει στη Ρωσία. Βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία υπό το καθεστώς αιτητή πολιτικού ασύλου. Ο κατηγορούμενος όπως ανέφερε η δικηγόρος του έχει συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα του αδικήματος το οποίο διέπραξε. Παρέπεμψε στην κατάθεσή του στην οποία αναφέρει πως απολογείται για την πράξη του η οποία ήταν μια πράξη απελπισίας στην οποία προσέφυγε για να τον ακούσει κάποιος και να τον βοηθήσει αφού ήταν θυμωμένος, μεθυσμένος και πεινούσε. Η δικηγόρος του αναφέρθηκε επίσης στην κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο και στο μεμονωμένο της πράξης του, που έλαβε χώρα σε μια συγκεκριμένη στιγμή απελπισίας, θυμού και πείνας. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε ένα πολύ μεγάλο ιστορικό σε σχέση με την εξέταση του φακέλου του από το Τμήμα Ασύλου όπου ως αποτέλεσμα κάποιου λάθους της συγκεκριμένης υπηρεσίας ο φάκελος του είχε κλείσει παρόλο που ο ίδιος είχε κερδίσει την προσφυγή που είχε ασκήσει στο Ανώτατο Δικαστήριο με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. Λόγω της αστάθειας αναφορικά με το καθεστώς του παρέμεινε χωρίς στέγη και ζούσε στο αυτοκίνητο του για 2 με 3 χρόνια, χωρίς πόρους για τη συντήρησή του λόγω της καθυστέρησης στο επανάνοιγμα του φακέλου του για να μπορεί να ληφθεί υπόψη το καθεστώς του το οποίο είχε ζητήσει. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος παραμένει με το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου στην Κύπρο, βρίσκεται υπό προστασία, ζει κανονικά, λαμβάνει κάποιο επίδομα σε σχέση με τη ζωή του και έχει και συγκεκριμένη διεύθυνση στην οποία διαμένει. Έχω ακούσει με προσοχή και έλαβα υπόψη μου όσα αναφέρθηκαν από τις ευπαίδευτες δικηγόρους των διαδίκων. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έχει καθήκον να λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Εξυπηρετούν, ωστόσο, ώστε να υπάρχει, όσο το δυνατό, συνεπής και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των παραβατών που είναι μια αναγνωρισμένη επιδίωξη (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από τον Νομοθέτη, διαφαίνεται από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο ποινής. Για το επίδικο αδίκημα το άρθρο 216 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Για την εν λόγω κατηγορία παρασχέθηκε η δυνάμει του άρθρου 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τη συνοπτική εκδίκασή της. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα στάλθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι με αυτό απειλούνταν να φονευθούν πολλά πρόσωπα ήτοι τα μέλη του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και τα μέλη των οικογενειών τους. Λαμβάνω όμως από την άλλη υπόψη μου ως ελαφρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι αδικήματα ως το επίδικο δεν διαπράττονται συχνά και ως εκ τούτου η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ατονεί σε κάποιο βαθμό. Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του, η οποία είναι ένας σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος φανερώνει και τη μεταμέλειά του. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής». Περαιτέρω προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, όπως αναφέρθηκαν από τη δικηγόρο του και αναδύονται από την Έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών που ετοιμάστηκε σχετικά με αυτό. Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος σήμερα βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτητής ασύλου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη ως αναφέρθηκε πιο πάνω η οποία όμως αφορά αδίκημα άλλης φύσης από το επίδικο. Σε κάθε περίπτωση η προηγούμενη καταδίκη δεν επιδρά επιβαρυντικά προς τον κατηγορούμενο αλλά ως παράγοντας περιορισμού σε κάποιο βαθμό της επιείκειας της οποίας μπορούσε να τύχει. Στην υπόθεση DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, ημερ. 4.11.2022 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τις προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και απογοήτευσης όταν απέστειλε το μήνυμά του. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου πάλι προς όφελός του ότι όπως διαφάνηκε από τις έρευνες που ακολούθησαν την απειλή του αυτός δεν κατείχε το πυροβόλο όπλο που επικαλέστηκε στο επίδικο ηλεκτρονικό μήνυμα και διαπιστώνω ότι η εν λόγω απειλή του ήταν κούφια λόγια αφού δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να την υλοποιήσει. Όποια όμως και να ήταν η κατάσταση του κατηγορούμενου, όση απογοήτευση ή θυμό ένιωθε δεν μπορεί σε μια δημοκρατική κοινωνία να γίνει ανεκτή η απειλή χρήσης βίας και δη τέτοιας μορφής όπως η απειλή διάπραξης φόνου που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος κατά οποιοδήποτε συμπολίτη μας ακόμα και στην περίπτωση που οι εν λόγω απειλές δεν μπορούν να υλοποιηθούν. Οι απειλές προκαλούν τρόμο και έντονη ανασφάλεια προς το πρόσωπο το οποίο απευθύνονται ακόμα και όταν το πρόσωπο που τις χρησιμοποιεί δεν μπορεί να τις υλοποιήσει, κάτι βεβαίως το οποίο δεν μπορεί να γνωρίζει το πρόσωπο προς το οποίο αυτές εκτοξεύθηκαν. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Οι εν λόγω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή φυλάκισης 1 έτους. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Η αναστολή ποινής φυλάκισης αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Ενδεχόμενη αναστολή της ποινής δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν θα εξυπηρετούσε την παράμετρο της αποτροπής. Περαιτέρω η μορφή της απειλής ήτοι η τέλεση φόνου και αφετέρου το γεγονός ότι αυτή αφορούσε μεγάλο αριθμό ατόμων είναι παράγοντες που επενεργούν προς τη μη αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιόν μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο να εκτελεστεί άμεσα. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.