Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Α. Π., Αρ. Υπόθεσης: 2684/2020, 28/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2684/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Α. Π. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28.11.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Κουκουμάς Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στη μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει η οποία είναι η ακόλουθη: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία) Θυμάτων) Νόμου Αρ. 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/2004 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στις 15/6/2019 και ώρα 0900 στην οδό [ ] στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας επιτέθηκε και κτύπησε τη συμβία του Ν. Ν. από τη Μολδαβία με αποτέλεσμα να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της επίδικης κατηγορίας κάλεσε μόνο 1 μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η κα Ν. Ν. η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 15.6.2019 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: εδώ και 5 χρόνια ζει μαζί με τον Α. Π. με τον οποίο απέκτησε 1 παιδί ηλικίας 4 ετών. Μαζί τους διαμένει και το άλλο της παιδί ηλικίας 11 ετών. Την προηγούμενη νύκτα είχαν μια διαφωνία με τον Α. και σήμερα με το που ξύπνησε επειδή βρήκε ένα αριθμό τηλεφώνου στην τσάντα της, που ψάχνει για δουλειά άρχισε να της φωνάζει. Αυτή αντέδρασε αφού πρέπει να βρει δουλειά για να μπορεί να προσφέρει στα μωρά της. Εκεί σε κάποια στιγμή πάνω στις φωνές αλληλοχτυπήθηκαν. Αυτό που θέλει από τον Αντώνη είναι να την αφήσει να δουλέψει και έχει παράπονο από αυτόν που την κτύπησε στο αριστερό της χέρι. Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν στη συνέχεια κατά την κυρίως εξέτασή της όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει τι εννοεί με τη λέξη «αλληλολοχτυπηθήκαμε» ανέφερε ότι την ημέρα που έκανε την καταγγελία ανέφερε στην αστυνομία περισσότερα γεγονότα όμως της είπαν ότι τις λεπτομέρειες θα τις αναφέρει στο Δικαστήριο. Όταν είπε ότι αλληλοχτυπήθηκαν είπε ότι ο κατηγορούμενος την είχε χτυπήσει και την έβαλε στον τοίχο, την χτύπησε με το χέρι του και της τράβηξε τα μαλλιά. Η ίδια προσπάθησε να τον αποφύγει και να τον σπρώξει από το μέρος της και τότε ήρθε η μητέρα της να τη βοηθήσει για να φύγει από τον καβγά και να τον πάρει από πάνω της. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι στον αστυνομικό σταθμό τους εξήγησε ό,τι έγινε και της είπαν πως περισσότερες λεπτομέρειες θα αναφέρει στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στην αστυνομία πως ο κατηγορούμενος κτύπησε το κεφάλι της στον τοίχο αλλά αυτοί φαίνεται ότι δεν έγραψαν στην κατάθεσή της όσα τους είπε. Αρνήθηκε υποβολή ότι η ίδια επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και ισχυρίστηκε πως ανέφερε στην κατάθεσή της τους λόγους που έγινε η σύγκρουση μεταξύ τους. Στη συνέχεια παραδέχθηκε πως ανέφερε ότι έριξε στον κατηγορούμενο το καπάκι ενός τηγανιού όταν της επιτέθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν ο κατηγορούμενος ήρθε για να της επιτεθεί για δεύτερη φορά εκείνη την ώρα έσπασε και το χερούλι της πόρτας. Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή ότι το περιστατικό ξεκίνησε επειδή η ίδια επιτέθηκε στον κατηγορούμενο. Όταν στη συνέχεια το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι χώρισαν πολλές φορές με την παραπονούμενη και πως το 2018 αυτή τον μαχαίρωσε και το Οικογενειακό Δικαστήριο του έδωσε την επιμέλεια του παιδιού τους. Ισχυρίστηκε επίσης πως ουδέποτε δημιούργησε πρόβλημα στην παραπονούμενη σχετικά με τη δουλειά της ούτε την απέτρεψε από το να εργάζεται. Ισχυρίστηκε ότι την επίδικη ημέρα προσπάθησε να πιάσει τη τσάντα της και αυτή για να τον αποτρέψει άρχισε να φωνάζει και του επιτέθηκε αρχικά με τα χέρια και στη συνέχεια αφού ήρθε η μητέρα της και τους χώρισε προσπάθησε να του ρίξει τη μαγείρισσα με την οποία έβραζε αυγά για τα παιδιά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο επίδικο περιστατικό ουδέποτε επιτέθηκε ούτε και κτύπησε την παραπονούμενη και το μόνο που έκανε ήταν να αποκρούσει τις δικές της προσπάθειες να τον κτυπήσει με τα χέρια. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι διαφωνίες που είχαν με την παραπονούμενη αφορούσαν μόνο τη σχέση τους και καθόλου το μωρό τους. Αρνήθηκε υποβολή ότι του εγέρθηκαν υποψίες ότι υπήρχε τρίτο πρόσωπο στη σχέση τους και πως για αυτό και εκνευρίστηκε και ισχυρίστηκε ότι αντιθέτως το γνώριζε και για αυτό άλλαξε σπίτι φεύγοντας από το χωριό. Ισχυρίστηκε επίσης πως γνώριζε για το άλλο πρόσωπο αλλά το αντιμετώπισε ψύχραιμα επειδή η σχέση του με την παραπονούμενη ήταν προ πολλού τελειωμένη. Οι δικηγόροι κατά τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας της θέσεις της πλευράς που εκπροσωπεί. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη κατέθεσε με πειστικό τρόπο πώς ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και την κτύπησε με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν ήταν καθόλου πειστικός. Εισηγήθηκε επίσης ότι αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το επίδικο αδίκημα και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου από την άλλη εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης είναι αναξιόπιστη αφού υπάρχει διάσταση για τους τραυματισμούς της μεταξύ της γραπτής της κατάθεσης και της προφορικής της μαρτυρίας σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν άμεσος και ξεκάθαρος στις απαντήσεις του και κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Έχω υπόψη μου τις θέσεις και εισηγήσεις τους και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατά την κρίση μου η μαρτυρία της δεν είναι λογική ούτε πειστική και παρουσιάζει αδυναμίες σε τέτοιο βαθμό που είναι ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή. Αναφέρω ενδεικτικά ότι σε σχέση με την επίδικη επίθεση στη γραπτή της κατάθεση την οποία έδωσε στην αστυνομία την ίδια ημέρα με το επίδικο περιστατικό ισχυρίστηκε μόνο ότι αλληλοχτυπήθηκαν με τον κατηγορούμενο και ότι αυτός την κτύπησε στο αριστερό της χέρι ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της πρόσθεσε περαιτέρω πως ο κατηγορούμενος την κτύπησε και την έβαλε στον τοίχο και της τράβηξε τα μαλλιά. Πρόσθεσε επίσης, χωρίς να έχει κάνει σχετική αναφορά στη γραπτή της κατάθεση, πως η μητέρα της έτρεξε να τη βοηθήσει για να φύγει από τον καβγά και να πάρει τον κατηγορούμενο από πάνω της και περαιτέρω πως το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε σε 2 φάσεις αφού ως ανέφερε ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε για 2η φορά. Κατά την αντεξέτασή της η παραπονούμενη όταν ρωτήθηκε σχετικά για την παράλειψή της να αναφέρει τα πιο πάνω στη γραπτή της κατάθεση προέβαλε ως δικαιολογία ότι η αστυνομία της είπε πως δεν ήταν αναγκαίο να τα καταγράψει και ότι θα έδιδε περισσότερες λεπτομέρειες κατά την παρουσία της στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι η πιο πάνω δικαιολογία που προέβαλε για αυτή την παράλειψή της δεν είναι πειστική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού έρχεται σε αντίθεση με όσα καταγράφονται στη γραπτή της κατάθεση στην οποία αναγράφεται ότι της διαβάστηκε και την υπέγραψε ως ορθή. Είναι λογικό πως σε περίπτωση που η παραπονούμενη πράγματι διαφωνούσε με το περιεχόμενο της κατάθεσής της η οποία της διαβάστηκε δεν θα την υπέγραφε και θα ζητούσε να καταγράφονταν και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της για το επίδικο συμβάν. Από τη στιγμή όμως που αυτό δεν έγινε αλλά αντιθέτως η παραπονούμενη επιβεβαίωσε το περιεχόμενό της υπογράφοντάς την εν λόγω κατάθεση και όσα καταγράφονται σε αυτή ως αληθή κρίνω πως η πιο πάνω δικαιολογία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω ο ως άνω ισχυρισμός της παραπονούμενης πως η αστυνομία της είπε ότι στο Δικαστήριο θα μπορεί να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το επίδικο περιστατικό παρέμεινε ανυποστήρικτος αφού δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας για να επιβεβαιώσει τον εν λόγω ισχυρισμό της το πρόσωπο το οποίο της έλαβε την κατάθεση και συνακόλουθα κρίνω πως αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και για αυτόν τον περαιτέρω λόγο. Κρίνω ακόμα πως τα πιο πάνω αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την επίδικη υπόθεση και η δικαιολογία που η Μ.Κ.1 προέβαλε για την παράλειψή της να τα αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει την ως άνω παράλειψή της να αναφερθεί σε αυτούς. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέτασή του. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής αφού παραδέχθηκε ότι η σχέση του με την παραπονούμενη συμβία του ήταν τυπική αφού είχε τελειώσει προ πολλού και πως ο λόγος για τον οποίο συγκατοικούσαν ήταν το ανήλικο τέκνο τους. Συνεπώς λόγω τούτου δεν είχε κανένα λόγο να ζηλεύει την παραπονούμενη ούτε και να δημιουργήσει οποιοδήποτε επεισόδιο αναζητώντας κατά πόσο αυτή είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με άλλο τρίτο πρόσωπο ούτε καν να ενοχληθεί ακόμα και στην περίπτωση που αυτό πράγματι συνέβαινε. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι την επίδικη ημέρα δεν επιτέθηκε στην παραπονούμενη αλλά αντιθέτως αρκέστηκε στο να αποκρούει τις προσπάθειες της παραπονούμενης να τον κτυπήσει με τα χέρια της καθώς επίσης ότι αυτή του έριξε την κατσαρόλα στην οποία έβραζαν αυγά για τα παιδιά. Στρέφομαι στη συνέχεια στο τεκμήριο 2 το οποίο κατατέθηκε ως εξ ακοής μαρτυρία. Η κατηγορούσα αρχή δεν έδωσε οποιοδήποτε λόγο γιατί ο ιατρός του νοσοκομείου Λάρνακας που το υπογράφει δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει όσα αναγράφονται σε αυτό και να εξηγήσει πώς προκλήθηκαν οι εν λόγω τραυματισμοί. Αναφορικά με την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην ως άνω εξ ακοής μαρτυρία, έχοντας αφενός υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και λαμβάνοντας αφετέρου υπόψη μου ότι δεν δόθηκε κανένας λόγος γιατί δεν κλητεύθηκε το ως άνω πρόσωπο ως μάρτυρας στη διαδικασία παρόλο που πρόκειται για ιατρό που υπηρετεί στο νοσοκομείο Λάρνακας κρίνω ότι λόγω των πιο πάνω δεν μπορεί να προσθοδεί σε αυτή τη μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τέλος κρίνω ότι οι καταθέσεις του κατηγορούμενου οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 3 και 4 δεν μπορούν να είναι επιβοηθητικές αφού ο κατηγορούμενος σε αυτές δεν προσθέτει οτιδήποτε πέραν του ισχυρισμού του πως ουδέποτε κτύπησε την παραπονούμενη και πως η τελευταία προχώρησε σε ψευδή καταγγελία εναντίον του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση έχοντας απορρίψει τον ισχυρισμό της Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και την κτύπησε στις 15.6.2019 και μη προσδίδοντας οποιαδήποτε βαρύτητα στο τεκμήριο 2 για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την επίδικη κατηγορία και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο