Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. MUNA HASSAN HUSSEIN κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9940/2023, 9/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9940/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον
- MUNA HASSAN HUSSEIN
- KHALID ADAN Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 9.10.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Α. Γιάγκου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενοι: Παρόντες ΠΟΙΝΗ Η 1η κατηγορούμενη κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχη στις κατηγορίες 1 και
- Ο 2ος κατηγορούμενος επίσης κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχος στην 1η κατηγορία ενώ παραδέχθηκε τη 2η κατηγορία. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι οι ακόλουθες: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372 και 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι την 1/7/2023 στη Λάρνακα συνωμότησαν να διαπράξουν πλημμέλημα. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Πλαστοπροσωπία, κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο 2ος κατηγορούμενος στις 1/7/2023 στο αεροδρόμιο Λάρνακας στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας επί σκοπώ καταδολίευσης του Αστ.2228 Δ. Δημητρίου της ΥΑΜ Αρχηγείου του ΚΕΔ Αεροδρομίου Λάρνακας ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο ήτοι παρουσιάστηκε ως GULED ALI TAHIR από το Ηνωμένο Βασίλειο. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Πλαστοπροσωπία, κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η 1η κατηγορούμενη την 1/7/2023 στο αεροδρόμιο Λάρνακας στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας παρείχε βοήθεια στον Khalid Adan αιτητή ασύλου από την Σομαλία να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η 1η κατηγορούμενη συνωμότησε με τον 2ο κατηγορούμενο να διαπράξουν το πλημμέλημα της πλαστοπροσωπίας. Προς τούτο τον σκοπό η 1η κατηγορούμενη παρέδωσε στον 2ο κατηγορούμενο το διαβατήριο Η.Β. με αρ. [ ] και όνομα Guled Ali Tahir για να το χρησιμοποιήσει με σκοπό καταδολίευσης ήτοι για να παρουσιάσει ψευδώς τον εαυτό του ως εκείνο το πρόσωπο που παρουσιαζόταν στο εν λόγω διαβατήριο. Την 1.7.2023 μαζί μετέβηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας όπου ο 2ος κατηγορούμενος επί σκοπώ καταδολίευσης του Αστ. 2228 Δημητρίου ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως Guled Ali Tahir από το Η.Β. παρουσιάζοντάς του το διαβατήριο με αρ. [ ] με το πιο πάνω όνομα. Επίσης την ίδια ημέρα η 1η κατηγορούμενη στο αεροδρόμιο Λάρνακας παρείχε βοήθεια στον 2ο κατηγορούμενο να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας αφού εν γνώσει της του παρείχε βοήθεια δηλαδή του παρέδωσε το ως άνω διαβατήριο το οποίο γνώριζε ότι ανήκε σε άλλο πρόσωπο και ότι αυτός θα το χρησιμοποιούσε για να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Σύμφωνα με τα γεγονότα της 2ης κατηγορίας την οποία ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε και ως αυτά εκτέθηκαν από την κα Γιάλλουρου ο 2ος κατηγορούμενος την 1.7.2023 μετέβηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας με πρόθεση να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία. Παρουσίασε στον επί καθήκοντι αστυφύλακα ένα διαβατήριο Η.Β. με στοιχεία κατόχου Guled Ali Tahir. Λόγω του ότι τα χαρακτηριστικά του προσώπου δεν ομοίαζαν με το πρόσωπο του κατηγορούμενου του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και τότε αυτός απάντησε «sorry, I made mistake». Στη συνέχεια προχώρησε σε κατάθεση όπου παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Οι κατηγορούμενοι είναι άτομα λευκού ποινικού μητρώου. Ο κ. Γιάγκου εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης ετοίμασε γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του το οποίο παρέδωσε στο Δικαστήριο. Έχω διαβάσει με προσοχή όσα αναγράφονται σε αυτό και τα έχω υπόψη μου. Ο κ. Γιάγκου αναγνώρισε ότι η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως προκύπτει από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής είναι δεδομένη, εισηγήθηκε όμως πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 στην οποία λέχθηκε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, έστω κι' αν επιβάλλεται η επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές περιστάσεις της 1ης κατηγορούμενης και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι γεννήθηκε στην Αιθιοπία και πως πριν από 5 χρόνια μετακόμισε στην Αγγλία όπου ζει με τους γονείς της. Είναι ηλικίας 24 ετών, αποφοίτησε από το Λύκειο και στη συνέχεια από Κολλέγιο. Γνώρισε τον συμβίο της μέσω διαδικτύου και ήρθε στην Κύπρο να ζήσει μαζί του τον Ιούνιο του
- Ο κ. Γιάγκου αναφέρθηκε επίσης στον έντιμο πρότερο βίο της 1ης κατηγορούμενης και εισηγήθηκε ότι το επίδικο συμβάν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη θα υποστεί και εξωδικαστική τιμωρία εφόσον το πιο πιθανόν, λόγω της καταδίκης της στην παρούσα υπόθεση, θα απελαθεί από τη Δημοκρατία, το όνομά της θα τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων στα οποία απαγορεύεται η είσοδος στη Δημοκρατία και συνακόλουθα δεν θα μπορεί να ξανασυναντήσει τον συμβίο της στο έδαφος της Δημοκρατίας. Ο κ. Γιάγκου εισηγήθηκε επίσης ότι επειδή από την Έκθεση Αδικήματος της 1ης κατηγορίας ελλείπει το άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα το Δικαστήριο δεν δύναται να επιβάλει οποιαδήποτε ποινή σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία. Εισηγήθηκε τέλος ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιλέξει να επιβάλει στην 3η κατηγορία ποινή στερητική της ελευθερίας συντρέχουν λόγοι για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την αναστολή της. Εισηγήθηκε προς τούτο ότι με την αναστολή εξυπηρετείται ένας από τους βασικότερους σκοπούς της ποινικής διεργασίας που είναι η αναμόρφωση του παραβάτη. Ως λόγους που επιτρέπουν την αναστολή ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης εισηγήθηκε το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης, το νεαρό της ηλικίας της, το έντιμο παρελθόν της και το γεγονός ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο κ. Χατζηπαναγιώτου εκ μέρους του 2ου κατηγορούμενου ανέφερε ως μετριαστικούς παράγοντες το νεαρό της ηλικίας του και το λευκό του ποινικό μητρώο. Σημείωσε επίσης την άμεση παραδοχή του στη 2η κατηγορία το οποίο χαρακτήρισε ως «το γενεσιουργό αδίκημα». Ο κ. Χατζηπαναγιώτου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπου καταγράφονται οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Ο 2ος κατηγορούμενος προέρχεται από φτωχή οικογένεια, ήρθε στην Κύπρο, διέμενε νόμιμα στη Δημοκρατία και για να πετύχει μια καλύτερη ζωή ενήργησε βλακωδώς και λανθασμένα επιχείρησε να μεταβεί στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή με ένα διαβατήριο που δεν του ανήκε. Ανέφερε επίσης ότι η ενέργεια του αυτή δεν είχε σκοπό την αποκόμιση οποιουδήποτε κέρδους για τον ίδιο, απλά σκοπός και πρόθεσή του ήταν να πετύχει ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο και την οικογένειά του. Εισηγήθηκε τέλος ότι θα πρέπει να επιβληθεί ποινή μόνο στη 2η κατηγορία που είναι το γενεσιουργό αδίκημα και όχι και στην πρώτη που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας. Τέλος μετέφερε την απολογία του 2ου κατηγορούμενου και ζήτησε κάθε δυνατή επιείκεια. Λαμβάνω υπόψη μου όσα οι δικηγόροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν. Κρίνω ότι είναι κατάλληλο το στάδιο για να εξεταστεί η εισήγηση του κ. Γιάγκου ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να επιβάλει ποινή στην 1η κατηγορία επειδή από την Έκθεση Αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας ελλείπει το άρθρο 35 που αφορά τη γενική ποινή που επιβάλλεται σε πλημμελήματα. Προς υποστήριξη της εισήγησής του ο κ. Γιάγκου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλλος ν. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, ημερ. 21.2.2017 η οποία αφορούσε αδικήματα του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Σε εκείνη την υπόθεση δεν είχε συμπεριληφθεί στην Έκθεση Αδικήματος το άρθρο 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 που αφορά την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης παράνομων οικοδομών. Με όλο τον σεβασμό προς την ως άνω εισήγηση κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από εκείνη την υπόθεση λόγω του γεγονότος ότι στην παρούσα αναγράφεται στην Έκθεση Αδικήματος το άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει ότι όποιος συνωμοτήσει με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα είναι ένοχος πλημμελήματος και συνεπώς το Δικαστήριο έχει υπό τις περιστάσεις εξουσία να επιβάλει την ποινή που προβλέπεται για το εν λόγω αδίκημα ασχέτως εάν δεν αναγράφεται και το συγκεκριμένο άρθρο το οποίο καθορίζει την ποινή. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την άλλη εισήγηση του κ. Γιάγκου ότι η καταδίκη της 1ης κατηγορούμενης συνεπάγεται αυτόματα και εξωδικαστική τιμωρία της εφόσον το πιο πιθανό θα απελαθεί από τη Δημοκρατία. Έχοντας υπόψη μου το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην COSMIN SCORTEANU ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 15 «Συνήθως αναμένεται από ένα δικαστήριο να σχολιάσει ειδικά ένα τέτοιο θέμα, προτού αποφασίσει κατά πόσο μπορεί να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης και να επιβληθεί εναλλακτικό τιμωρητικό μέτρο, στις περιπτώσεις εκείνες που καθίσταται γνωστό με σαφή μαρτυρία ότι ο καταδικασθείς θα έχει με βεβαιότητα περαιτέρω σοβαρές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα της επιβολής σ' αυτόν ποινής φυλάκισης» κρίνω ότι είναι κατάλληλο το σημείο για να εξεταστεί η εν λόγω εισήγηση. Στην παρούσα υπόθεση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε το συγκεκριμένο παρά μόνο η γενική αναφορά από τον δικηγόρο της κατά την αγόρευσή του πως η 1η κατηγορούμενη «το πιο πιθανό θα απελαθεί από τη Δημοκρατία, θα τοποθετηθεί το όνομα της στο «Stop List» και επιπρόσθετα δεν θα μπορεί να ξανασυναντήσει το συμβίο της στο έδαφος της Δημοκρατίας». Συνεπώς κρίνω ότι η εν λόγω εισήγηση στερείται της αναγκαίας βεβαιότητας αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την εισήγηση του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι δεν πρέπει να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή στην 1η κατηγορία. Στην υπόθεση Κουλουντή ν. Αστυνομίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 870 αναφέρθηκε ότι «Δραττόμεθα της ευκαιρίας να τονίσουμε, σε σχέση με την επιβολή ποινής επί αδικημάτων συνωμοσίας όταν συντρέχουν με τα αδικήματα για τα οποία υλοποιήθηκε η συμφωνία, όπως εν προκειμένω, ότι η πρακτική, αν μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε έτσι, να επιβάλλεται ποινή και στις δύο κατηγορίες, δεν είναι ενδεδειγμένη, καθότι η υλοποίηση της συμφωνίας προς διάπραξη αδικήματος απορροφάται με την ίδια τη διάπραξη του αδικήματος που αφορά η συνωμοσία». Έχοντας υπόψη μου όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω απόφαση καθώς επίσης ότι στην παρούσα περίπτωση η υλοποίηση της συμφωνίας προς διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας απορροφήθηκε με την ίδια τη διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας κρίνω ότι η ως άνω εισήγηση είναι βάσιμη. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έχει καθήκον να λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Για το αδίκημα της Συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος (1η κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (περίπου €2.562,00) ή και οι δύο αυτές ποινές. Για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας σύμφωνα με το άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα (2η και 3η κατηγορία), η προβλεπόμενη ποινή είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες (περίπου €2.562,00) ή και οι δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο βοήθησε ή παρακίνησε άλλον να διαπράξει ποινικό αδίκημα υπόκειται στην ίδια ποινή με τον φυσικό αυτουργό του εν λόγω αδικήματος. Τα επίδικα αδικήματα ως προκύπτει από τις ως άνω προβλεπόμενες για αυτά ποινές, είναι σοβαρά. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Στην πρόσφατη υπόθεση KINDADA v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2022, ημερ. 16.3.2022 λέχθηκε πως σε περιπτώσεις πλαστοπροσωπίας όπου η διάπραξη του αδικήματος αποσκοπεί στην εξαπάτηση κρατικών αρχών, αυτό συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα (Khalife v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324, Borizov v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 204, Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661, Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 192 και Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36). Στην παρούσα υπόθεση ο σκοπός εξαπάτησης αφορούσε τον επί καθήκοντι αστυνομικό της Υ.Α.Μ. Αρχηγείου του Κέντρου Ελέγχου Διαβατηρίων του αεροδρομίου Λάρνακας. Στην ως άνω υπόθεση KINDADA v. Αστυνομίας, κρίθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 8 μηνών που επιβλήθηκε στην εφεσείουσα ηλικίας 25 ετών με λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν παραδοχής της στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας από το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική ούτως ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς διαφοροποίησή της. Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος της 1ης κατηγορούμενης το νεαρό της ηλικίας της και το λευκό της ποινικό μητρώο καθώς επίσης της προσωπικές και οικογενειακές τις περιστάσεις. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό της ο ισχυρός μετριαστικός παράγοντας της παραδοχής. Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του 2ου κατηγορούμενου το νεαρό της ηλικίας του, είναι 25 ετών, το λευκό του ποινικό μητρώο και την άμεση παραδοχή του στη 2η κατηγορία, η οποία είναι ένας σημαντικός ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος φανερώνει και τη μεταμέλειά του. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής». Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή καθώς επίσης ότι αδικήματα ως τα επίδικα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Προς το τελευταίο λαμβάνω υπόψη μου ότι στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας καταχωρούνται τέτοιες υποθέσεις σχεδόν καθημερινά. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Οι εν λόγω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσες υπό τις περιστάσεις ποινές τις οποίες και επιβάλλω είναι οι ακόλουθες: · Στην 1η κατηγορούμενη στην 1η κατηγορία καμία ποινή · Στην 1η κατηγορούμενη στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών · Στον 2ο κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία καμία ποινή · Στον 2ο κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 7 μηνών Έχοντας επιβάλει στους κατηγορούμενους ποινές φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που τους επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά των κατηγορουμένων δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που τους επιβλήθηκε. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην παρούσα υπόθεση λόγω της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αδικήματα όπως τα επίδικα καθώς επίσης και της σοβαρότητάς τους ως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή επενεργεί προς την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Το νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων και το λευκό τους ποινικό μητρώο δεν υπερτερούν της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής για τους λόγους που προανέφερα. Τυχόν αναστολή της ποινής δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα του αδικήματος και δεν θα εξυπηρετούσε την παράμετρο της αποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους να εκτελεστεί άμεσα. Ο χρόνος φυλάκισης μειώνεται για το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι τελούν υπό κράτηση ήτοι από τις 7.7.2023. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο