Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. HRISOSTOMOS MILENOV STOYANOV, Αρ. Υπόθεσης: 9998/2021, 27/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9998/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον HRISOSTOMOS MILENOV STOYANOV Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 27.9.2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟINΗ Ο κατηγορούμενος κατόπιν παραδοχής του κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 13.11.2020 και περί ώρα 16:45 στη Λάρνακα έκλεψε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] αξίας €3.800 ιδιοκτησία της Ann Crighton από τη Σκωτία. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι στις 14.11.2020 καταγγέλθηκε από την ιδιοκτήτρια του ως άνω οχήματος ότι το όχημά της είχε κλαπεί. Το είχε σταθμεύσει ξεκλείδωτο έξω από τον χώρο διαμονής της και υπήρχε δεύτερο κλειδί φυλαγμένο στο ντουλαπάκι εντός του αυτοκινήτου. Στις 17.11.2020 η ώρα 02:30 το εν λόγω κλοπιμαίο αυτοκίνητο εντοπίστηκε στη Λεμεσό και έγιναν προσπάθειες ανακοπής του χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια αυτό εντοπίστηκε σε ανοικτό χώρο και ο οδηγός του να το εγκαταλείπει. Εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου στα πλαίσια εξέτασης εντοπισμού γενετικού υλικού και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του στις 4.2.
- Λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς επίσης παραδέχθηκε. Το όχημα επιστράφηκε στην ιδιοκτήτριά του. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με την καταδίκη στην υπόθεση αρ. 416/21 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνία καταδίκης 31.5.2021, που αφορά κατηγορίες κλοπής και παράνομης κατοχής περιουσίας. Του επιβλήθηκε μέγιστη ποινή φυλάκισης 10 μηνών και στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκαν υπόψη ακόμη 2 υποθέσεις, η 14895/2020 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε το αδίκημα της κλεπταποδοχής και η 1060/21 επίσης του Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε το αδίκημα της κλοπής. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται περαιτέρω και με την καταδίκη στην υπόθεση 22495/2022 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία αντιμετώπιζε κατηγορίες διάρρηξης, κλοπής και κλεπταποδοχής και του επιβλήθηκε μέγιστη ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών στις κατηγορίες της διάρρηξης. Σε αυτήν την υπόθεση λήφθηκαν υπόψη η υπόθεση 15143/2022 Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε αδικήματα κλοπής, η 19456/2022 Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε το αδίκημα της κλοπής και τέλος η υπόθεση 2546/2021 του Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία επίσης αφορούσε το αδίκημα της κλοπής. Καταδικάστηκε σε αυτή την υπόθεση στις 16.2.
- Ο κατηγορούμενος σήμερα είναι κατάδικος. Ο κατηγορούμενος όταν έλαβε τον λόγο ανέφερε ότι οι προηγούμενες του καταδίκες είναι παραδεχτές και εξέφρασε την απολογία του. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για αυτόν. Σύμφωνα με όσα περιέχονται σε αυτή είναι ηλικίας 28 ετών και κατάγεται από τη Βουλγαρία. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ζει στην Κύπρο. Φοίτησε μέχρι τη Β' τάξη Λυκείου και στη συνέχεια εργάστηκε 4 μήνες ως οδηγός και άλλους 4 σε καφετέρια. Από την ηλικία των 13 ετών κάνει χρήση ουσιών και δεν εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής έχει καθήκον του να λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα όπου παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα χωρίς όμως να αποτελούν σταθερό δείκτη καθορισμού της ποινής ούτε έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Για το αδίκημα της κλοπής το άρθρο 262 του Κεφ. 154 προνοεί ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη μου την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή καθώς επίσης την παραδοχή του κατηγορούμενου η οποία όμως δεν ήταν άμεση και το γεγονός ότι το κλαπέν αυτοκίνητο τελικά επιστράφηκε στην ιδιοκτήτριά του. Αυτό βεβαίως δεν έγινε με την πρωτοβουλία του κατηγορούμενου αλλά λόγω του γεγονότος ότι εντοπίστηκε από την Αστυνομία. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 2 προηγούμενες καταδίκες ως αναφέρθηκαν πιο πάνω και το γεγονός ότι το επίδικο αδίκημα διαπράχθηκε πριν από περίπου 3 χρόνια. Στην υπόθεση DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, ημερ. 4.11.2022 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τις προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος ως αυτή προκύπτει από την ανώτατη προβλεπόμενη κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι παρόλο που λαμβάνω υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής την παραδοχή του κατηγορούμενου η οποία δεν ήταν άμεση και το γεγονός ότι το επίδικο αδίκημα διαπράχθηκε πριν από περίπου 3 χρόνια κρίνω εντούτοις ότι αυτά δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών στις κατάλληλες περιπτώσεις. Οι εν λόγω παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή φυλάκισης 1 έτους. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Σχετικά με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 λέχθηκε ότι «κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Κρίνω πως υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης όπως τις ανέφερα πιο πάνω τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης θα εξουδετέρωνε σημαντικά την απαξία συμπεριφορών όπως αυτή του κατηγορούμενου. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην παρούσα υπόθεση λόγω της σοβαρότητάς του επίδικου αδικήματος ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον νόμο ανώτατη ποινή επενεργεί προς την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω ο κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 2½ ετών που του επιβλήθηκε στις 16.2.2023 στην υπόθεση 22495/2022 του Ε.Δ. Λεμεσού. Το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ορίζει ότι: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Από το πιο πάνω άρθρο προκύπτει ότι ισχύει η γενική αρχή της διαδοχικότητας της ποινής. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 απόκλιση από την ως άνω αρχή δικαιολογείται από την αρχή της συνολικότητας της ποινής (the totality principle). Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."». Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η παρούσα υπόθεση είναι κατάλληλη για να ισχύσει ο κανόνας του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155 για επιβολή διαδοχικών ποινών ή κατά πόσο η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί κατ' απόκλιση από τον ως άνω κανόνα. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν κατά την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει και ο χρόνος διάπραξής τους (G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd Ed., σελ. 91-92, Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331). Εν προκειμένω, το αδίκημα της παρούσας ποινικής υπόθεσης και τα αδικήματα της υπόθεσης 22459/2022 Ε.Δ. Λεμεσού αφορούν μεν στο ίδιο είδος αξιόποινης συμπεριφοράς εκ μέρους του κατηγορούμενου αλλά στρέφονται όμως εναντίον διαφορετικών προσώπων. Σε αυτή την περίπτωση η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς (Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, R v. Jamienson & Jamienson [2008] EWCA Crim 2761, Sentencing Council, Offences Taken into Consideration and Totality, Definitive Guideline, 2012). Οπόταν το επόμενο ερώτημα που ανακύπτει αφορά το κατά πόσο η συνολική ποινή που προκύπτει τελικά για τον κατηγορούμενο σε περίπτωση που η ποινή που του επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση διαταχθεί να εκτιθεί διαδοχικά με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 22459/2022 Ε.Δ. Λεμεσού θα είναι δίκαιη και ανάλογη με τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, «just and proportionate», κατά την ορολογία του Sentencing Council. Επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας της ποινής αποτελεί η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2012)2 ΑΑΔ 512, Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13). Έχοντας υπόψη μου ότι η παρούσα υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε το 2021 θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη τόσο στην υπόθεση 416/2021 του Ε.Δ. Λευκωσίας όσο και στην υπόθεση 22494/2022 του Ε.Δ. Λεμεσού κατά την επιβολή ποινής σε εκείνη την υπόθεση καθώς επίσης ότι σε περίπτωση που επιβληθεί διαδοχική ποινή στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος θα υπόκειται στην ουσία σε συνολική ποινή φυλάκισης 3½ ετών κρίνω πως αυτή θα είναι στο σύνολό της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα αδικήματα που διέπραξε. Κρίνω πως το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου δεν θα δικαιολογούσε την επιβολή ποινής φυλάκισης 3 ½ ετών. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατ' απόκλιση από την γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155 και να διατάξει όπως η ποινή φυλάκισης 1 έτους που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση να συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 22495/2022 του Ε.Δ. Λεμεσού. Συνακόλουθα η ποινή φυλάκισης 1 έτους που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση να συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 22495/2022 του Ε.Δ. Λεμεσού. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο