Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. VASILEIOS NTOVLIATIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 816/23, 27/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 816/23 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. VASILEIOS NTOVLIATIDIS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Μ. Σαββίδου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 26.01.2023 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και περιλαμβάνει συνολικά 2 κατηγορίες ήτοι το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262[1] του Κεφ. 154 (1η Κατηγορία) και το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309[2] του Κεφ. 154 (2η Κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16-17/01/2023 στην οδό [ ] στην Πάφο έκλεψε το χρηματικό ποσό των €14.000 περιουσία της [ ]. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 22 Ιανουαρίου του 2023 στην Πάφο είχε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των 180 τούρκικων λιρών για το οποίο υπήρχαν εύλογες υποψίες ότι ήταν κλοπιμαίο. Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως o Kατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση ένεκα του επικαλούμενου κινδύνου φυγοδικίας αλλά και του κινδύνου διάπραξης από μέρους του άλλων αδικημάτων. Προς το σκοπό υποστήριξης του αιτήματος κατατέθηκε στην διαδικασία το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης Τεκμήριο 1, καθώς και έγγραφα που αφορούν σε εκκρεμότητα ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου (Ποινικές Υποθέσεις Ε.Δ. Πάφου 7816/19, 2199/21 και 2507/21) καθώς και προηγούμενη καταδίκη αυτού στα πλαίσια της υπόθεσης 27838/16 Τεκμήριο
- Επιχειρηματολογώντας η συνήγορος υποστήριξε την θέση πως στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει η πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να μην προσέλθει στο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει, την πιθανότητα καταδίκης στη βάση και του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε στην διαδικασία (Τεκμήριο 1) και την ενδεχόμενη ποινή που θα επιβληθεί σε αυτόν. Σημείωσε επίσης πως πρόκειται για αλλοδαπό πρόσωπο με καταγωγή από τη Γεωργία χωρίς δεσμούς με την Δημοκρατία, άνεργο, με αποτέλεσμα οι υποκειμενικές του περιστάσεις να μην είναι τέτοιες που να αποκλείουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Eπιπρόσθετα και προς υποστήριξη και του δεύτερου λόγου κράτησης η κα. Αργυρού σημείωσε πως μέσα από το υφιστάμενο κατηγορητήριο καθώς και από αυτά που ήδη εκκρεμούν εναντίον του Κατηγορουμένου αλλά και την προηγούμενη καταδίκη του διαφαίνεται ότι αυτός έχει ροπή προς το έγκλημα με αποτέλεσμα η πιθανότητα σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος να διαπράξει άλλα αδικήματα να είναι ορατή. Η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, στη δική της αγόρευση επιχειρηματολογώντας για την ένσταση του πελάτη της στην κράτηση του υποστήριξε για τους λόγους που επιμελώς επεξήγησε πως δεν ικανοποιείται στην υπό εξέταση περίπτωση η πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να μην παραστεί στην δίκη του αφού αυτός δεν έχει οποιουσδήποτε δεσμούς με χώρα άλλη εκτός από την Κύπρο στην οποία διαμένει από την ηλικία των 4 ετών και δεν έχει ταξιδέψει έκτοτε οπουδήποτε αλλού στο εξωτερικό. Στην Κύπρο μάλιστα διαμένουν τα αδέλφια του και ο πατέρας του καθώς επίσης και η εν διαστάσει σύζυγος του καθώς και το 8 ετών ανήλικο τέκνο του. Υποστήριξε πώς σε σχέση με την πιθανότητα καταδίκης αυτή δεν τεκμηριώνεται αφού καμία επιστημονική εξέταση ή άλλη μαρτυρία δεν συνδέει τον Κατηγορούμενο με το επίδικο ποσό και το μόνο που υπάρχει είναι ο εντοπισμός ενός χαρτονομίσματος που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι ήταν μέσα σε αυτά από τα οποία της είχαν κλαπεί αφού το είχε φωτογραφίσει. Τέλος σε σχέση με τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων η κα. Σαββίδου εξέφρασε την άποψη ότι η προηγούμενη καταδίκη η οποία περιλαμβάνεται στο ποινικό μητρώο του πελάτη της αφορά αδικήματα Βίας στην Οικογένεια και όχι αδικήματα σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση και πολύ σύντομα μάλιστα αυτός θα τύχει και αποκατάστασης. Επιπρόσθετα για τις εκκρεμούσες υποθέσεις τόνισε την ύπαρξη του τεκμηρίου της αθωότητας το οποίο ο πελάτης της απολαμβάνει και το γεγονός ότι αυτές δεν δικαιολογούν την κράτηση του στη βάση του ισχυριζόμενου κινδύνου διάπραξης από μέρους του άλλων αδικημάτων. Κάποιες μάλιστα σημείωσε δεν είναι σχετικές με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο Κατηγορούμενος αλλά αφορούν π.χ. τροχαίες παραβάσεις. Εισηγήθηκε τέλος ότι ο πελάτης της μπορεί να αφεθεί ελεύθερος εκπληρώνοντας αριθμό όρων τους οποίους και εισηγήθηκε. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν οι εμπλεκόμενες πλευρές και έχω κατά νου τη σχετική Νομολογία. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.[3] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί έχουν επαναληφθεί πολύ πρόσφατα μεταξύ άλλων[4] στην Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020,Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020 και στην Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6.7.2021 και είναι οι ακόλουθοι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Πιθανότητα μη προσέλευσης στο Δικαστήριο: Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση το αδίκημα της 1ης κατηγορίας το οποίο κατηγοριοποιείται ως κακούργημα είναι σοβαρό και σε περίπτωση ενοχής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και 3 χρόνια συνεπώς το ενδεχόμενο διαφυγής σε σοβαρά αδικήματα όπως αυτό της 1ης κατηγορίας είναι ακόμη μεγαλύτερο.[5] Σημειώνεται βεβαίως πως το αδίκημα της 2ης κατηγορίας είναι λιγότερο σοβαρό από πλευράς ποινής αφού αυτό κατηγοριοποιείται ως πλημμέλημα και σε περίπτωση ενοχής τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 6 μηνών. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. [6] Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα), αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αντιφάσεων κτλ εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Τεκμήριο 1). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο[7] καταδίκης του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίζει χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Επαναλαμβάνω λοιπόν, ότι στη βάση αυτού του υλικού θεωρώ ότι η μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο στις επίδικες κατηγορίες είναι επαρκής για να πιθανολογήσει καταδίκη.[8] Σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα βεβαίως με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου, αναμένεται η επιβολή αυστηρών ποινών φυλάκισης. Επομένως συντρέχει και αυτός ο παράγοντας που προσδιορίζει τον κίνδυνο της φυγοδικίας. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση μεταξύ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 αναφέρθηκε από το Εφετείο και τα ακόλουθα σχετικά: Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία και επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση Θεοφάνους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2020, ημερομηνίας 29.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:B373, «Υπεισέρχονται στη συνέχεια στην εξίσωση και προσμετρούν άλλοι σχετικοί παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς αλλά και άλλων ειδών δεσμούς με την Κύπρο (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 και Kazanjian v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 326). Όπως εύστοχα τέθηκε στη Θεοχάρους και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48: «Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι». Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι ο Κατηγορούμενος έχει στενούς δεσμούς με την Κύπρο αφού παρά το γεγονός ότι κατάγεται από την Γεωργία αυτός διαμένει μόνιμα στην Δημοκρατία από την ηλικία των 4 ετών (ηλικίας σήμερα 32 ετών), φοίτησε σε σχολεία στην Δημοκρατία και τα μέλη της οικογένειας του (γονείς, αδέλφια, εν διαστάσει σύζυγος και ανήλικο τέκνο του ηλικίας 8 ετών) βρίσκονται και αυτοί στην Κύπρο. Συνεπώς στην βάση των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου πως ο Κατηγορούμενος έχει στενούς δεσμούς με την Κύπρο οι οποίοι είναι ικανοί να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ο κίνδυνος / πιθανότητα μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στην δίκη του. Πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος: Υπενθυμίζεται πως το αίτημα για την κράτηση του Κατηγορούμενου στηρίχτηκε και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων που από μόνος του επίσης μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση ενός κατηγορούμενο μέχρι την δίκη του. Στο δικαστήριο παραδόθηκαν αντίγραφα Κατηγορητηρίων που αφορούν τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Πρόκειται ως αναφέρθηκε και δεν έχει αμφισβητηθεί για ποινικές υποθέσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον του Κατηγορούμενου και ποιο συγκεκριμένα οι ποινικές υποθέσεις 7816/19, 2199/21 και 2507/21 για παρόμοια η άλλης φύσεως αδικήματα με επίδικους χρόνους τα έτη 2019, 2020 και
- Επίσης στο Δικαστήριο κατατέθηκε και έγγραφο που αφορά το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2) από το οποίο προκύπτει ότι στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκε στις 14.02.2020 ποινή φυλάκισης 2 μηνών με αναστολή 3 χρόνων στα πλαίσια της υπόθεσης Ε.Δ. Πάφου 2738/16 για αδικήματα Βίας στην Οικογένεια που διαπράχθηκαν στις 23.04.
- Έχοντας την ευκαιρία να μελετήσω τα συγκεκριμένα κατηγορητήρια διαπιστώνω ότι σε αυτά περιλαμβάνονται σοβαρά αδικήματα (μάλιστα η ποινική υπόθεση 7816/19 εκδικάζεται συνοπτικά μετά από συγκατάθεση που δόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας). Πρόκειται για παρόμοιας φύσεως αδικήματα με τα υπό εξέταση αλλά και αρκετά άλλα διαφορετικής φύσεως. Σοβαρές είναι επίσης και οι κατηγορίες στις οποίες ήδη επιβλήθηκε ποινή στον Κατηγορούμενο εξου και η ύπαρξη από μέρους του ποινικού μητρώου στα πλαίσια της υπόθεσης 2738/16 Ε.Δ. Πάφου. Να αναφέρω επίσης πως σύμφωνα και με τη νομολογία μας[9] η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία.[10] Τα όσα έχουν λεχθεί από τον Δικαστή κ. Ιωαννίδη στα πλαίσια της Ποινικής Έφεσης Αρ. 195/2020 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας, ημερ. 23.12.2020 είναι απόλυτα σχετικά ως προς την εξέταση του λόγου αυτού. Στη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130, επαναλαμβάνεται ότι η πιθανότητα διάπραξης ίδιου ή άλλου αδικήματος είναι δυνατό να αποτελέσει τον αποφασιστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου, αφού κάθε παράγων εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος κράτησης. Μάλιστα, με αναφορά στη Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, λέχθηκε ότι η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η Νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης αδικημάτων, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη Νομολογία. Συνοψίζοντας, αυτό που προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Αρκεί να δημιουργείται ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα στη βάση του συνόλου του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Φενερίδης
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2101, Πατατάρης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 46 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 113/15 (Σχ. με 115/15) απόφαση ημερ. 02.06.2015). Επιπρόσθετα και στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2022, 4/2/2022 η Δικαστής κα. Σταματίου ανάφερε τα εξής σχετικά: Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί έναν από τους τρεις αυτοτελείς λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Στη Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 αναφέρθηκε ότι η πρόβλεψη αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για τη διάπραξη άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται σύμφωνα με τη Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν, με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα. Στην υπό εξέταση υπόθεση κρίνω πως υπάρχει πιθανότητα διάπραξης από μέρους του Κατηγορούμενου σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος άλλων αδικημάτων παρόμοιας η ακόμα και άλλης φύσεως από αυτά που αντιμετωπίζει με την υπό εξέταση υπόθεση. Χωρίς σε καμιά περίπτωση να παραγνωρίζεται το τεκμήριο της αθωότητας του Κατηγορούμενου το σύνολο των εκκρεμούσων στο Ε.Δ. Πάφου εναντίον του ποινικών υποθέσεων τόσο για παρόμοια όσο και για διαφορετικής φύσεως αδικήματα με αυτά που αντιμετωπίζει με την υπό εξέταση υπόθεση, το περιεχόμενο του υφιστάμενου κατηγορητήριου καθώς και το ποινικό του μητρώο είναι αρκετά για να δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος υπάρχει ο κίνδυνος διάπραξης από μέρους του άλλων αδικημάτων. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από πιθανές παράνομες πράξεις του Κατηγορούμενου θεωρώ ότι στην παρούσα υπόθεση και στη βάση των δεδομένων που μου έχουν δοθεί είναι τέτοια που ικανοποιούν αυτό τον παράγοντα. Λαμβάνοντας λοιπόν σχετική καθοδήγηση από την Νομολογία την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω και στην βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου προς υποστήριξη του αιτήματος της κράτησης κρίνω ότι υπάρχει στην παρούσα περίπτωση πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων αν ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Κατά συνέπεια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι τις 20/02/2023 ημερομηνία που έχει οριστεί η παρούσα υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος με σκοπό να καταστεί εφικτή η παρουσίαση του Κατηγορούμενου την ημερομηνία που αναφέρεται ανωτέρω εκδίδω σχετικό διατάγματα προσαγωγής του (bring up order). (Υπ.) ................ Ν. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 262. Αυτός που κλέβει οτιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. [2] 309. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους. [3] ΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2021, 168/2021, 169/2021 και 171/2021, 27/10/2021 ''Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει αίτημα για κράτηση κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, έχει να σταθμίσει μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας και του συμφέροντος της κοινωνίας να διασφαλιστεί ότι ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων θα παρουσιαστεί στη δίκη του.'' [4] ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 185/2021, 23/11/2021 , ΚΑΣΣΙΡ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2021, 29/9/2021 [5] Θεοδωρίδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ, 139, Κρασοπούλης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ, 450, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021 μεταξύ S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ημερ. 6/7/2021 [6] ΧΑΜΝΤ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 165/2021, 27/10/2021 Το μαρτυρικό υλικό στο στάδιο τούτο εκτιμάται στην όψη του και μόνο χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, με σκοπό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη, χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (Μαλά v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 135, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Μαρκίδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 50/2017 και 51/2017, ημερ. 22/3/2017). [7] Επαναλαμβάνω πως δεν τίθεται στο στάδιο αυτό ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων (βλ. Τσεκκούρα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32). Με άλλα λόγια δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο κατά πόσο η διαθέσιμη μαρτυρία συμβιβάζεται μόνο με την ενοχή του κατηγορούμενου και όχι με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα. Αυτό είναι θέμα που θα εξεταστεί όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης. Το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του και μόνο, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις στα ερωτήματα. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος (βλ. Νικήτα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 790). Στη Στέλιος Καλλή ν. Δημοκρατίας Ποινική έφεση 114/15, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2015, λέχθηκε για άλλη μια φορά ότι «Το κριτήριο όμως αναφορικά με την κράτηση δεν είναι η απόδειξη «εκ πρώτης όψεως» υπόθεσης αλλά η «πιθανολόγηση» της διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης. Και με βάση τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο κατέληξε ορθά, ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.». [8] Κουννάς v Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 [9] Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)1 CLR 50 [10] R. v Wharton 1955 Cr. L. R. 565. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο