← Κύπρος

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. ΑΒΡΑΑΜ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5488/18, 11/1/2023

Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. ΑΒΡΑΑΜ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5488/18, 11/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5488/18 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v. ΑΒΡΑΑΜ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Ιστορικό Υπόθεσης: O Κατηγορούμενος με το υπό εξέταση κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 04.09.2018 αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες ως εξής[1]: Με την 1η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 291 και 202(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 30η Μαΐου του 2017 στην Πάφο, αφού εισήλθε στην κατοικία της [] που βρίσκεται στην οδό [] και διέπραξε μέσα σε αυτή κακούργημα, δηλαδή την κλοπή που αναφέρεται στην κατηγορία 2, διέρρηξε και εξήλθε από αυτή. Με την 2η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255 και 266(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία έκλεψε από την κατοικία που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ένα δερμάτινο πορτοφόλι χρώματος μπλε, το χρηματικό ποσό των €500=, την κυπριακή ταυτότητα στο όνομα [], ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ χρώματος μπλε, ένα φορητό υπολογιστή μάρκας HP χρώματος μαύρου και το κλειδί της μίζας του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής [], συνολικής αξίας €1065= περιουσία της []. Με την 3η Κατηγορία του καταλογίζεται το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 30η Μαΐου του 2017 στην οδό [] στην Πάφο, έκλεψε από τον χώρο στάθμευσης το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [] μάρκας NISSAN NOTE, χρώματος γκρίζου αξίας €4500 περιουσίας της [] από την Πάφο. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία παρουσιάστηκε από τον Αστ. [] Α. Γερμανό (ΜΚ1), την [] (ΜΚ2) και τον Αστ. [] Γ. Δημητρίου (ΜΚ3). Στις 28.12.2022 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του (εκ πρώτης όψεως) κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Οι Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων στις 30.12.2022 με τις προφορικές τους εισηγήσεις υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου έκαστος εξ αυτών εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει επισταμένως τις θέσεις αυτές, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Να υπενθυμιστεί στο στάδιο αυτό ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση σχολιασμού κάθε απόφασης που παρουσιάζεται από διάδικο εκτός και αν αυτή είναι καθοριστική για τα επίδικα ζητήματα. Ακόμη, δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε κάθε επιχείρημα που προβάλλεται, το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (Βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 486.)[2] Η κα. Αργυρού αγορεύοντας πρώτη εισηγήθηκε πως το σύνολο της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστο από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται το σύνολο των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. H κα. Ιωάννου από την άλλη εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εναντίον του πελάτη της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επισήμανε βεβαίως σε σχέση με την 1η Κατηγορία ότι σε καμία περίπτωση αυτός δεν διέρρηξε την κατοικία αφού βρισκόταν ως επισκέπτης σε αυτήν. Εξέφρασε την θέση πως η μαρτυρία της ΜΚ2 της βασικής μάρτυρας της υπόθεσης δεν θα πρέπει να γίνει αποδεχτεί ως αξιόπιστη για τους λόγους που με επιμέλεια εξήγησε βασίζοντας την κατά κύριο στην εκρηκτική στάση την οποία η μάρτυρας κράτησε κατά την διαδικασία. Συνεπώς κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το σύνολο των Κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει. H μαρτυρία: Ο ΜΚ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρει ότι στις 12.02.2018 προχώρησε και συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 2) από τον οποίο αφού προηγουμένως του επεξήγησε τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 3) έλαβε ανακριτική κατάθεση στις 12.02.2018 (Τεκμήριο 4) και κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 5). Στην πολύ περιορισμένη αντεξέταση του ανέφερε πως δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι μόλις είχε βγει από το ψυχιατρείο ενώ στην θέση της υπεράσπισης ότι δεν του είχε πει στην κατάθεση του ότι ''μπορεί και να το έκανε'' όταν ρωτήθηκε για την υπό διερεύνηση υπόθεση απάντησε πως δεν θυμόταν. Επανεξεταζόμενος ανέφερε πώς αυτή ήταν η απάντηση που ο κατηγορούμενος του είχε δώσει την οποία και ο μάρτυρας κατέγραψε και ο κατηγορούμενος υπέγραψε εξηγώντας πως δεν μπορούσε να θυμηθεί το τι του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος κατά την ανακριτική του κατάθεση καθότι έχουν περάσει 4 χρόνια από τότε. Η ΜΚ2 ήταν η παραπονούμενη στην υπόθεση η οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 30.05.2017 το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σε αυτήν αναφέρει ότι τον Αβραάμ Αβρααμίδη τον οποίο και αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο στην υπόθεση τον είχε γνωρίσει πριν από περίπου ένα μήνα στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου νοσηλευόταν τόσο η ίδια όσο και ο Κατηγορούμενος. Στις 21.05.2017 η ίδια έλαβε εξιτήριο και επέστρεψε στο σπίτι της ενώ την αμέσως επόμενη ημέρα ήρθε στο σπίτι της ο Κατηγορούμενος και της ανέφερε ότι δεν είχε χρήματα για να πάει να μείνει κάπου και του πρότεινε να μείνει στο σπίτι της μέχρι να βρει χρήματα έτσι από εκείνη την ημέρα τον φιλοξένησε στο σπίτι της. Στις 29.05.2017 γύρω στις 22:00 πήγε για ύπνο ενώ ο Κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί και πήρε το laptop της και παρακολουθούσε κάτι από το διαδίκτυο. Γύρω στις 00:30 στις 30.05.2017 η ίδια σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε και κάθισε μαζί με τον κατηγορούμενο στην κουζίνα όπου και μιλούσαν. Της ανέφερε ότι θα μετέβαινε στην Λεμεσό να συναντήσει ένα φίλο του που θα τον βοηθούσε να βρει εισιτήριο για να πάει στην Ζάκυνθο να δει την αδελφή του. Γύρω στις 05:00 το πρωί πήγε η μάρτυρας να κοιμηθεί ξανά και όταν σηκώθηκε γύρω στις 06:45 διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος έλειπε από το σπίτι και μαζί απουσίαζε και η βαλίτσα με τα ρούχα του. Στη συνέχεια είδε ότι έλειπε από το τραπεζάκι στο σαλόνι του σπιτιού της το δερμάτινο μπλε πορτοφόλι της αξίας €15 το οποίο περιείχε την Κυπριακή της ταυτότητα καθώς και το χρηματικό ποσό των €500 σε χαρτονομίσματα. Επίσης διαπίστωσε ότι έλλειπε το κινητό της τηλέφωνο μάρκας NOKIA χρώματος μπλε με μαύρο αξίας €50 καθώς και το laptop της μάρκας HP χρώματος μαύρου αξίας €
  1. Ακόμα είδε ότι από το σπίτι έλειπαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου της καθώς και άλλα κλειδιά του σπιτιού της ενώ όταν βγήκε έξω διαπίστωσε ότι από τον χώρο στάθμευσης έλειπε το αυτοκίνητο της μάρκας NISSAN NOTE με αρ. εγγραφής [] χρώματος γκρίζου αξίας €4.500 ενώ σημείωσε πώς κατά το χρόνο που είχε πάει για ύπνο γύρω στις 05:00 το πρωί οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού της ήταν κλειστά. Παρέδωσε τέλος στην αστυνομία κατάσταση εγγραφής που αφορούσε τον Κατηγορούμενο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στην οποία υπήρχαν όλα τα στοιχεία του. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε πώς από το Νοσοκομείο Λεμεσού είχε βγει στις 21.05.2017 μετά από νοσηλεία δύο βδομάδων για ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και εκεί ήταν που γνώρισε και τον Κατηγορούμενο ο οποίος της παραπονιότανε ότι δεν είχε πουθενά να μείνει. Η ίδια είχε δώσει τα στοιχεία επικοινωνίας της καθώς και την διεύθυνση διαμονής της στον Κατηγορούμενο ο οποίος μετέβηκε στο σπίτι της στην Πάφο και της ζήτησε να τον φιλοξενήσει αφού δεν είχε χρήματα για να ενοικιάσει δωμάτιο με την μάρτυρα να το αποδέχεται και να τον ενημερώνει πώς μπορεί να κοιμάται για λίγες ημέρες στον καναπέ. Η ίδια δεν μπορούσε να δώσει λεπτομέρειες για το τι ακριβώς έπραξαν μαζί στις 29.05.2017 δηλαδή κατά πόσον αυτή μαγείρεψε και έφαγαν η αν έκαναν οτιδήποτε άλλο καθότι λάμβανε και λαμβάνει παρά πολλά φάρμακα για τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει αρνήθηκε όμως κατηγορητικά ότι η ίδια είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να κοιμηθεί μαζί της. Ως υποστήριξε το μόνο πρόσωπο που βρισκόταν μέσα στο σπίτι και αναχώρησε την επόμενη ημέρα ήταν ο Κατηγορούμενος στον οποίο και απέρριψε την ευθύνη κλοπής των προσωπικών της αντικειμένων, χρημάτων καθώς και του αυτοκινήτου που βρισκόταν παρκαρισμένο έξω στο χώρο στάθμευσης της κατοικίας. Δεν ήταν αυτή που είχε ειδοποιήσει την Αστυνομία για το περιστατικό αφού το κινητό της είχε και αυτό κλαπεί αλλά η Άννα η φροντίστρια της που την είχε επισκεφθεί το πρωί και της είχε αναφέρει τι είχε συμβεί. Σε σχέση με την ύπαρξη του χρηματικού ποσού των €500 που υποστηρίζει ότι της κλάπηκε σε μετρητά ανέφερε ότι αυτό ήταν στην κατοχή της αφού είχε πρόσφατα πωλήσει την κατοικία της μητέρας της ενώ για τις αξίες των κλαπέντων αντικειμένων γνώριζε αυτές αφού ήταν η ίδια που τα είχε αγοράσει. Αναφορικά δε με το αυτοκίνητο και την αξία του ανέφερε πώς η αξία του ήταν €4.500 αφού τόσα το είχε και η ίδια αγοράσει. Τέλος σε υποβολή ότι τίποτε από τα όσα αναφέρει δεν έχουν κλαπεί από τον Κατηγορούμενο ανέφερε ότι το μόνο πρόσωπο που ήταν μέσα στο σπίτι κατά την διάρκεια της νύκτας ήταν ο Κατηγορούμενο ο οποίος το πρωί απουσίαζε και ότι σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να δεχθούμε ότι υπάρχουν εξωγήινοι. Ως ΜΚ3 παρουσιάστηκε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. [] Γ. Δημητρίου ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο
  2. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 30.05.2017 και περί ώρα 08:35 προσήλθε στο ΤΑΕ Πάφου η [] από την οποία έλαβε γραπτή κατάθεση και του ανέφερε ότι πριν από περίπου ένα μήνα ενώ αυτή νοσηλευόταν στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού γνώρισε τον Αβραάμ Αβρααμίδη από την Λεμεσό ο οποίος επίσης νοσηλευόταν στην Ψυχιατρική Κλινική και έγιναν φίλοι. Την Κυριακή 21.05.2017 αυτή εξήλθε της Ψυχιατρικής Κλινικής και μετέβηκε στην κατοικία της στην Πάφο όπου την επόμενη ημέρα ο κατηγορούμενος την επισκέφθηκε και της είπε ότι δεν έχει χρήματα για να πάει να μείνει κάπου και αυτή του είπε ότι εάν ήθελε μπορούσε να μείνει στο σπίτι της μέχρι να βρει χρήματα με τον κατηγορούμενο να το δέχεται και από εκείνη την ημέρα φιλοξενείτο στην κατοικία της παραπονούμενης. Την 29.05.2017 και γύρω στις 20:00 η παραπονούμενη πήγε για ύπνο ενώ ο κατηγορούμενος της είπε ότι δεν είχε ύπνο και έπιασε τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή της και τον περιεργαζόταν. Γύρω στις 00:30 η παραπονούμενη σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε και κάθισε με τον κατηγορούμενο στην κουζίνα της κατοικίας της και μιλούσαν μέχρι η ώρα 05:00 της ίδιας ημέρας όπου αυτή πήγε ξανά για ύπνο και ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην κουζίνα της κατοικίας της. Γύρω στις 06:45 της ίδιας ημέρας η παραπονούμενη σηκώθηκε ξανά από το κρεβάτι και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έλειπε από το σπίτι καθώς και η βαλίτσα με όλα του τα ρούχα. Από έλεγχο που διενήργησε στην κατοικία της διαπίστωσε ότι από αυτήν κλάπηκαν ένα δερμάτινο πορτοφόλι χρώματος μπλε αξίας 15 ευρώ το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ και το Κυπριακό δελτίο ταυτότητας της με αρ. [] το οποίο ήταν σε ισχύ, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ χρώματος μπλε και μαύρο αξίας 50 ευρώ και ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας HP χρώματος μαύρου αξίας 500 ευρώ. Επίσης από τον χώρο στάθμευσης της κατοικίας της κλάπηκε και το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής [] μάρκας NISSAN NOTE χρώματος γκρίζου με αρ. πλαισίου S[] και αρ. μηχανής [] (σχετικό το Τεκμήριο 9) αξίας 4.500 ευρώ του οποίου προηγουμένως κλάπηκε το κλειδί από το εσωτερικό της κατοικίας της. Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ανέρχεται στις 5,565 ευρώ για την οποία δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη. Η παραπονούμενη του ανέφερε επίσης ότι πρωτού πάει για ύπνο στις 0500 της 30.05.2017 όλες οι πόρτες και τα παράθυρα της κατοικίας της ήταν κλειστά. Την ίδια ημέρα 30.05.2017 και ώρα 0908 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου η παραπονούμενη του παρέδωσε και κατάσταση εγγραφής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου (σχετικό το Τεκμήριο 8). Σε επιτόπια εξέταση της κατοικίας ο μάρτυρας δεν εντόπισε οποιοδήποτε ίχνος παραβίασης Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη και ανέφερε ότι τόσο η αξία του οχήματος που αναγράφει στην κατάθεση του όσο και της υπόλοιπης περιουσίας είναι η αξία που η ίδια η παραπονούμενη τους ανέφερε και ότι το Τεκμήριο 8 ήταν αυτό που η παραπονούμενη είχε βρει στο σπίτι της και παρέδωσε στην Αστυνομία. Aξιολόγηση Μαρτυρίας: Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Επίσης υπενθυμίζεται πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω αλλά και την γενική εικόνα που αποκόμισα κατά την δια ζώσης παράθεση της μαρτυρίας του συνόλου των μαρτύρων κατηγορίας δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία τους και συνοπτικά εξηγώ. Η μαρτυρία του ΜΚ3 εξεταστή της υπόθεσης θα γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε με ειλικρινή και σαφή τρόπο στο ιστορικό της υπό διερεύνησης υπόθεσης καθώς και στο σύνολο των ενεργειών που έγιναν από μέρους τόσο του ιδίου όσο και άλλων συναδέλφων του που είχαν ανάμιξη στην υπόθεση. Για τους ίδιους λόγους θα αποδεχτώ και την μαρτυρία του ΜΚ1 αφού και αυτός με την σειρά του αναφέρθηκε στις ενέργειες τις οποίες προέβηκε στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Και οι δύο μάρτυρες άφησαν θετική εντύπωση και εικόνα και ουσιαστικά τα όσα έχουν αναφέρει δεν έτυχαν αμφισβήτησης συνεπώς δεν έχω λόγο να μην αποδεκτό το σύνολο της μαρτυρίας τους. Στρεφόμενος προς την μαρτυρία της ΜΚ2 που ήταν και η παραπονούμενη της υπόθεσης σημειώνω καταρχάς το γεγονός πως η παράθεση αυτής δια ζώσης στο Δικαστήριο τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση ήταν αν μη τι άλλο εκρηκτική. Και αυτό υπό την έννοια ότι πρόκειτο για πρόσωπο το οποίο ως παραδέχθηκε εξ αρχής αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει μέχρι και σήμερα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας τα οποία την οδήγησαν κατά περιόδους στην νοσηλεία της σε ψυχιατρικές πτέρυγες νοσοκομείων και άλλων μονάδων αλλά και στην χορήγηση σωρείας φαρμακευτικών σκευασμάτων για αντιμετώπιση και περιορισμό των προβλημάτων αυτών. Μάλιστα κατά την αντεξέταση της το Δικαστήριο προχώρησε και σε δύο διαλύματα έτσι ώστε να της παρασχεθεί χρόνος για να ηρεμήσει αφού κατά περιόδους και σε διάφορα ερωτήματα της συνηγόρου του κατηγορούμενου ξεσπούσε είτε σε φωνές, θυμό ή ακόμα και κλάματα. Τα πιο πάνω τα αναφέρω για σκοπούς κατανόησης της εικόνας της μάρτυρας από το εδώλιο του μάρτυρα και όχι για να οδηγηθώ σε συμπέρασμα μη αποδοχής της μαρτυρίας της. Και αυτό γιατί παρά τα όσα δια ζώσης έλαβαν χώρα με τις εναλλαγές των συναισθημάτων της μάρτυρας δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση της αλλά και επιβεβαίωσε αντεξεταζόμενη και αφορούν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην κατοικία της με την εμπλοκή του Κατηγορούμενου ήταν και είναι η μόνη αλήθεια. Παρά την συνεχή αντεξέταση και πίεση θα έλεγα που δέχθηκε από πλευράς της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορουμένου η μάρτυρας ήταν σταθερή και σαφής ότι στην κατοικία της στις 29.05.2017 και ξημερώματα των 30.05.2017 το μόνο πρόσωπο που βρισκόταν στο σπίτι της στην Πάφο μαζί της ήταν ο Κατηγορούμενος ο οποίος μάλιστα κατά τον χρόνο που η ΜΚ2 ξύπνησε το πρωί αυτός απουσίαζε μαζί με τα προσωπικά του αντικείμενα αλλά και τα όσα η παραπονούμενη κατάγγειλε αμέσως μετά στην Αστυνομία ότι είχαν κλαπεί από το σπίτι της. Συνεπώς στη βάση της εικόνας που αποκόμισα από την μάρτυρα δεν έχω λόγο να αποδεχθώ την μαρτυρία της ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Οποιεσδήποτε μικρές ή άλλες αντιφάσεις που ουσιαστικά θα έλεγα δεν αφορούσαν και τους επίδικους χρόνους τους οποίους περιέγραψε με πάσα σαφήνεια και λεπτομέρεια ή απώλεια μνήμης για το ακριβώς έκαναν κατά την διάρκεια των προηγούμενων ημερών της παραμονής του Κατηγορούμενου στην κατοικία της δεν είναι τέτοιας έκτασης που να επηρεάσουν δυσμενώς την αξιοπιστία της μάρτυρας την οποία και αποδέχομαι ως μάρτυρα της αλήθειας. Ούτως η άλλως η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος φιλοξενήθηκε και διέμενε στην κατοικία της Παραπονούμενης κατά τους επίδικους χρόνους ενώ οι υποβολές που παρατέθηκαν στην μάρτυρα δεν υποστηρίχθηκαν αργότερα από μαρτυρία.[3] Yπενθυμίζεται πως ο Κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Σημειώνεται πώς η ανώμοτη δήλωση (εκεί και όπου πλέον εφαρμόζεται) - όπως και η σιωπή - σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Ευρήματα: Έχοντας υπόψη μου τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα & έγγραφα αλλά και την τεθείσα ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση: Η [] (στο εξής και η παραπονούμενη) από την Πάφο αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί κατά τον μήνα Μάιο του 2017 στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Κατά την παραμονή της εκεί γνώρισε τον Αβραάμ Αβρααμίδη (στο εξής και ο κατηγορούμενος) ο οποίος επίσης νοσηλευόταν στην Ψυχιατρική Πτέρυγα με αποτέλεσμα να γίνουν φίλοι. Στις 21.05.2017 η παραπονούμενη έλαβε εξιτήριο και μετέβηκε στην κατοικία της στην οδό [] στην Πάφο ενώ την επόμενη ημέρα την επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος την ενημέρωσε ότι δεν είχε χρήματα για να πάει να μείνει κάπου με την παραπονούμενη να αποφασίζει όπως τον φιλοξενήσει στην κατοικία της. Την 29.05.2017 και γύρω στις 20:00 η παραπονούμενη πήγε για ύπνο ενώ ο κατηγορούμενος της είπε ότι δεν είχε ύπνο και έπιασε τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή της και τον περιεργαζόταν. Γύρω στις 00:30 στις 30.05.2017 η παραπονούμενη σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε και κάθισε με τον κατηγορούμενο στην κουζίνα της κατοικίας της και μιλούσαν μέχρι η ώρα 05:00 της ίδιας ημέρας όπου αυτή πήγε ξανά για ύπνο και ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην κουζίνα της κατοικίας της. Γύρω στις 06:45 στις 30.05.2017 η παραπονούμενη σηκώθηκε ξανά από το κρεβάτι και διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έλειπε από το σπίτι καθώς και η βαλίτσα με όλα του τα ρούχα. Από έλεγχο που διενήργησε στην κατοικία της διαπίστωσε ότι από αυτήν κλάπηκαν ένα δερμάτινο πορτοφόλι χρώματος μπλε αξίας 15 ευρώ το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ και το Κυπριακό δελτίο ταυτότητας της με αρ. [] το οποίο ήταν σε ισχύ, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ χρώματος μπλε και μαύρο αξίας 50 ευρώ και ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας HP χρώματος μαύρου αξίας 500 ευρώ. Επίσης από τον χώρο στάθμευσης της κατοικίας της κλάπηκε και το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής [] μάρκας NISSAN NOTE χρώματος γκρίζου με αρ. πλαισίου [] και αρ. μηχανής [] (σχετικό το Τεκμήριο 9) αξίας 4.500 ευρώ του οποίου προηγουμένως κλάπηκε το κλειδί από το εσωτερικό της κατοικίας της. Η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ανέρχεται στις 5,565 ευρώ για την οποία δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη. Στην κατοικία της παραπονούμενης δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ίχνος παραβίασης ενώ κατά την διάρκεια της νύκτας όλα τα παράθυρα και πόρτες ήταν κλειστά ενώ σε αυτήν βρίσκονταν κατά την διάρκεια των επίδικων χρόνων μόνο η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος. Στην κατοικία της η παραπονούμενη εντόπισε και παρέδωσε στην Αστυνομία κατάσταση εγγραφής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που αφορούσε τον Κατηγορούμενο εναντίον του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης στις 30.05.2017 και το οποίο εκτελέστηκε στις 12.02.2018 με τον κατηγορούμενο μετά που του επεστήθηκε η προσοχή του στον νόμο να απαντά ''Έχω Αλτσχάιμερ, δεν θυμάμαι. Μπορεί και να το έκανα'' Το όχημα με αριθμούς εγγραφής [] σε μεταγενέστερο χρόνο εντοπίστηκε σε περιοχές μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία και παραμένει εκεί. Νομική Πτυχή: Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας που διέπεται από το άρθρο 292 (β) του Κεφ.154 . Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: Διάρρηξη και διάρρηξη κατά τη διάρκεια νύχτας
  1. Όποιος- (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή (β) αν εισέλθει σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος που χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή αν διάπραξε κακούργημα σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω, διαρρήχνει αυτό και εξέρχεται από αυτό, είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Αν το ποινικό αδίκημα διαπράττεται κατά τη διάρκεια νύχτας, αυτό καλείται διάρρηξη κατά τη διάρκεια νύχτας, ο δε υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων. Ο ορισμός της ''διάρρηξης'' παρέχεται μέσα από το άρθρο 291 του Κεφ.
  2. Ειδικότερα αναφέρει τα εξής: "Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με τη χρήση απειλής για αυτό το σκοπό ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλο που βρίσκεται στο κτίριο ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιο αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο εισόδου, θεωρείται ότι διάρρηξε και ότι εισήλθε στο κτίριο." Συνδυασμένη μελέτη των πιο πάνω άρθρων καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της διάρρηξης κατοικίας καταστήματος είναι: (α) Ο κατηγορούμενος διαπράττει διάρρηξη στη βάση του περιεχομένου του άρθρου 291 του Κεφ.154 και (β) να γίνεται σε κατοικία. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλοπής από κατοικία που διέπεται από το άρθρο 266 (β) του Κεφ.154 . Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής:
  3. Αν διαπραχτεί κλοπή με οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιστάσεις δηλαδή- (α) αν το πράγμα κλαπεί από άλλο πρόσωπο (β) αν το πράγμα κλαπεί σε κατοικία και η αξία του υπερβαίνει τις πέντε λίρες ή ο υπαίτιος κατά ή αμέσως πριν ή μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί βία ή απειλεί να χρησιμοποιήσει βία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατοικία ............. ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Ο ορισμός της ''κλοπής'' παρέχεται μέσα από το άρθρο 255 του Κεφ.
  4. Ειδικότερα αναφέρει τα εξής: 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. Η τρίτη κατηγορία αφορά επίσης το αδίκημα της κλοπής που διέπεται από το άρθρο 255 & 262[4] του Κεφ.154 για τα οποία αναφορά γίνεται ανωτέρω. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, από την οποία προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  3. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος µε καλή πίστη,
  4. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39. Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο. Αυτό καλύπτει και την παρούσα περίπτωση, όπου η εταιρεία απέκτησε το χαρτοφυλάκιο του Ταμείου με τη συγκατάθεση του, αλλά στη συνέχεια το οικειοποιήθηκε («fraudulent conversion»), όπως απαντάται στην επιφύλαξη του Άρθρου 255
(1)και στο Άρθρο 260. Όπως αναφέρεται περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ashworth: Principles of Criminal Law 3η έκδ. σελ. 385, η έννοια της λέξης «property» κάτω από το Άρθρο 4
(1)του Theft Act 1968, είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, όπως ακριβώς καθορίζεται και στην έννοια του «property» του ερμηνευτικού Άρθρου 4 του Κεφ. 154, που περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Στο σύγγραμμα Parry on Offences Against Property, σελ. 11, παρ. 1.21, αναφέρεται ότι μία περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, ενώ στην παρ. 1.22 καταγράφεται η θέση ότι το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»). Κατά συνέπεια, ένας καταπιστευματοδόχος («trustee») παρόλο που κατά νόμο θεωρείται απόλυτος ιδιοκτήτης, εν τούτοις μπορεί να κλέψει την περιουσία του καταπιστεύματος, διότι οι δικαιούχοι έχουν «equitable interest». Κατά παρόμοιο τρόπο, πρόσωπα που βρίσκονται σε σχέση εμπιστοσύνης με άλλα («fiduciary position») και που λόγω της θέσης αυτής δυνατό να αποκτήσουν μυστικά κέρδη μπορούν να θεωρηθούν ένοχοι κλοπής, ιδιαιτέρως όταν η περιουσία έτυχε εμπίστευσης ως πραγματικό γεγονός. (Attorrney-General's Reference (No. 1 of 1985) [1986] QB 491). Σχετικές αναφορές γίνονται και στο σύγγραμμα του Edward Griew: The Theft Act 1968 2η έκδ., σελ. 11-12 τόσο για την ιδιοκτησία όσο και τη φράση «belonging to another». Το πόσο ευρεία είναι η έννοια «belonging to another», σχολιάζεται και στον Ashworth - πιο πάνω - σελ. 386-390, όπου διακρίνεται η έννοια αυτή από τον παλιό νόμο του Larceny Act ...». Στην υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174 λέχθηκε ότι οι λέξεις «με δόλιο τρόπο» (fraudulently) προσθέτουν στις λέξεις «χωρίς αξίωση δικαιώματος» και υποδηλούν απόκτηση κατοχής με πρόθεση (intentionally) και εσκεμμένα (deliberately), δηλαδή, όχι ως εκ λάθους. Στην πιο πάνω υπόθεση και στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία οικειοποιήθηκε από το χρηματοκιβώτιο και τα οποία όντως χρησιμοποίησε για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους τα είχε στην κατοχή του και για τους οποίους τα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης τα είχαν καταβάλει. Ήτοι προς οικονομική βοήθεια της χήρας πρώην συναδέλφου τους. Παίρνοντας τα χρήματα και χρησιμοποιώντας τα για δικούς του σκοπούς ο εφεσείων είχε πρόθεση να τα αποστερήσει από την χήρα και πράττοντας έτσι ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος καθότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να τα πάρει αφού γνώριζε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του. Το γεγονός ότι η κατοχή ή ο έλεγχος της κλαπείσας περιουσίας είναι νόμιμος από το θύμα δεν απαιτείται να αποδειχθεί (Βλ. Archbold 2009, παράγραφοι 21-67). Περαιτέρω ο σκοπός για τον οποίο κλάπηκε μια περιουσία δεν έχει σημασία. Όπως λέχθηκε στην Αγγλική υπόθεση R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, που πιο πάνω μνημονεύεται, τα συστατικά στοιχεία της κλοπής είναι (α) η λήψη της περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (β) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (γ) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Συμπεράσματα: Στη βάση της ενώπιον μου αξιόπιστης μαρτυρίας και αποκρυσταλλωμένων πλέον ευρημάτων μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια πως έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τόσο η 2η όσο και η 3η κατηγορία από πλευράς Κατηγορούμενου. Καθίσταται ξεκάθαρο πως ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια του ξημερώματος στις 30.05.2017 και ενώ βρισκόταν ως φιλοξενούμενος στην κατοικία της παραπονούμενης στην Πάφο και ενώ αυτή κοιμόταν πήρε τα προσωπικά του αντικείμενα καθώς και τα αντικείμενα που αποτελούσαν ιδιοκτησία της παραπονούμενης και περιγράφονται σε μία έκαστη των κατηγοριών και αναχώρησε με αυτά από την κατοικία τους με αποτέλεσμα να τα αποστερήσει μόνιμα από την ιδιοκτήτρια τους η οποία ουδέποτε έδωσε την οποιαδήποτε συγκατάθεση για την παραλαβή τους. Σημειώνεται επίσης πως πέραν της αξιόπιστης μαρτυρίας της Παραπονούμενης, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος προέβηκε και σε ενοχοποιητική δήλωση[5] με την οποία ο ίδιος κατά την σύλληψη του αλλά και κατά την ανακριτική του κατάθεση η οποία σημειώνεται κατατέθηκε χωρίς την οποιαδήποτε ένσταση δεν απόκλεισε το ενδεχόμενο να προέβηκε στις κολάσιμες πράξεις οι οποίες και τύγχαναν διερεύνησης στοιχείο ενισχυτικό για την στοιχειοθέτηση τόσο της 2ης όσο και της 3ης Κατηγορίας. Από την άλλη όμως δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στο κατά πόσον αυτός έχει διαπράξει και το αδίκημα της 1ης κατηγορίας ήτοι αυτό της διάρρηξης κατοικίας και αυτό γιατί αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος φιλοξενείτο στην κατοικία και σε καμία περίπτωση δεν διέρρηξε αυτή για να εισέλθει σε αυτήν. Φυσικά δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ενώ αυτός βρισκόταν ως φιλοξενούμενος και διέμενε εντός της κατοικίας της Παραπονούμενης προχώρησε στην διάπραξη του αδικήματος της κλοπής (2η & 3η κατηγορία) και εξήλθε από αυτήν. Όμως από την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι δεν υπήρξε ίχνος παραβίασης της κατοικίας ούτε και αναφέρθηκε αν οποιαδήποτε πόρτα ή θύρα της κατοικίας βρέθηκε να ήταν ανοικτή ή και ξεκλείδωτη. Συνεπώς στη βάση της απουσίας οποιοδήποτε στοιχείων για το ζήτημα του πως επιτεύχθηκε η έξοδος του Κατηγορούμενου από την συγκεκριμένη κατοικία κατά την διάρκεια του ξημερώματος στις 30.05.2017 δεν μπορώ παρά να απορρίψω την 1η Κατηγορία. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η και 3η Κατηγορία ενώ αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία. (Υπ.) ....................................... N. Φακοντής, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το Κατηγορητήριο έτυχε τροποποίησης στις 06.12.2022 [2] Μ.Φ. Χ. v. Μ.Χ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 22/2018, 28/9/2021 [3] Οι υποβολές / θέσεις σε μάρτυρα από τον δικηγόρο της άλλης πλευράς που λαμβάνουν χώρα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του και οι οποίες δεν υποστηρίζονται στην συνέχεια από την αντίδικη πλευρά με την παράθεση σχετικής επί του θέματος της υποβολής / θέσης μαρτυρία παραμένουν μετέωρες και συνεπώς απορριπτέες. Στην πρόσφατη ποινική έφεση ημερομηνίας 17/12/2015 RABIUL HOSSAIN ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2015, ο Δικαστής Ερωτοκρίτου αναφέρει τα εξής αναφορικά με το ζήτημα αυτό: ''Η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου τίθεται με αποδεχτή μαρτυρία και όχι με υποβολές κατά την αντεξέταση. Οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στο μάρτυρα να απαντήσει και, περαιτέρω, να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς. Όμως χωρίς να ακολουθήσει αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές, οι υποβολές μένουν μετέωρες, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.'' [4] Γενική ποινή κλοπής: 262. Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή. [5] Η ομολογία έχει χαρακτηριστεί ως η κορωνίδα των μαρτυριών εφόσον είναι εκούσια και μπορεί από μόνη της να θεμελιώσει καταδίκη. Το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 203. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Ηλιάδη και Σάντη, στις σελ. 888 και επ., με παραπομπή σε ανάλογη νομολογία τόσο των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων, δεν υπάρχουν στεγανά στον τρόπο ταξινόμησης μιας δήλωσης ή συμπεριφοράς ως ομολογίας, αφού οι εκάστοτε περιστάσεις που την περιβάλλουν, είναι αδύνατο να προκαθοριστούν. Μια τέτοια ομολογία θα μπορούσε να προκύψει από κάποια γραπτή ή προφορική δήλωση, ως αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς ή ακόμη και από παρεμφερείς δηλώσεις που δεν ισοδυναμούν με άμεση ομολογία ή παραδοχή. Η ομολογία ή παραδοχή δε, αλλά και κάθε άλλης μορφής ενοχοποιητική δήλωση μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική, χωρίς κατ΄ ανάγκη καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία να είναι ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.