Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3798/17, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2023:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Φακοντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3798/17 Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου v.
- ΠΑΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΣΑΒΒΑΣ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10 Iανουαρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Νεοκλέους Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2: Ο κ. Κ. Σιαηλής Κατηγορούμενοι 1 & 2: Παρόντες ΠΟΙΝΗ (αναφορικά με Κατηγορούμενους 1 & 2) Το υπο εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Πάφου στις 03.07.2017 και περιλάμβανε συνολικά 408 Κατηγορίες με καταλογιζόμενους χρόνους διάπραξης αυτών τα έτη 2007 -
- Κατά τους επίδικους για τις κατηγορίες χρόνους ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας της Επαρχίας Πάφου ενώ ο Κατηγορούμενος 2 Αντιπρόεδρος. Ο δε Κατηγορούμενος 3 διετέλεσε για περιορισμένο χρόνο και αυτός μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 η υπόθεση ολοκληρώθηκε στις 06.06.2022 μετά από παραδοχή του και Δικαστήριο κάτω από άλλη σύνθεση επέβαλε σε αυτόν χρηματικές ποινές. Μεγάλος αριθμός κατηγοριών που αυτός αρχικά αντιμετώπιζε αναστάλθηκαν ενώ επιβλήθηκε ποινή σε συνολικά 11 Κατηγορίες. Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 & 2 στις 28.11.2022 παρά το γεγονός ότι η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για έναρξη της ακρόασης αυτοί ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου όπως αλλάξουν απάντηση και παραδεχθούν τις ακόλουθες κατηγορίες: Κατηγορούμενος 1: 80[1], 81[2], 82[3], 91[4], 92[5], 93[6], 100[7], 101[8], 102[9], 109[10], 110[11], 111[12], 150[13], 151[14] και 152[15] Oι κατηγορίες 80, 81 και 82 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 1 ως Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας κατά το έτος 2011 ανάθεσης απευθείας σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών στην εταιρεία με την ονομασία [] για εκτέλεση εργασιών ανακαίνισης κτιρίου της Κοινότητας για το ποσό των €3.400= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Οι κατηγορίες 91, 92 και 93 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 1 ως Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας κατά το έτος 2010 ανάθεσης απευθείας σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών προμήθειας πέτρας στον [] για το κτίσιμο του κοινοτικού κέντρου του χωριού για το ποσό των €3.150= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Οι κατηγορίες 100, 101 και 102 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 1 ως Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας κατά το έτος 2010 ανάθεσης απευθείας σύμβασης στον [] για καθάρισμα δρόμων, κλαδέματα δέντρων, εκκοπής χόρτων και άλλων εργασιών στην κοινότητα για το ποσό των €4.430= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Οι κατηγορίες 109, 110 και 111 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 1 ως Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας κατά το έτος 2011 ανάθεσης απευθείας σύμβασης στον [] για καθάρισμα δρόμων, κλαδέματα δέντρων, εκκοπής χόρτων και άλλων εργασιών στην κοινότητα για το ποσό των €5.400= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Οι κατηγορίες 150, 151 και 152 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 1 ως Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας στις 26.12.2010 ανάθεσης απευθείας σύμβασης στον [] για εκτέλεση διάφορων εργασιών στην κοινότητα για το ποσό των €3.000= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Κατηγορούμενος 2: 269[16], 270[17], 271[18], 274[19], 275[20], 276[21], 299[22], 300[23], 301[24] και την κατηγορία 352[25], 353[26], 354[27], 355[28], 356[29], 357[30], 358[31], 359[32], 360[33], 361[34], 362[35] και 363[36]. Οι κατηγορίες 269, 270 και 271 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 2 ως Aντιπροέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας κατά το έτος 2010 ανάθεσης απευθείας σύμβασης παροχής υπηρεσιών στον [] για καθάρισμα δρόμων, κλαδέματα δέντρων, εκκοπής χόρτων και άλλων εργασιών στην κοινότητα για το ποσό των €4.430= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Οι κατηγορίες 274, 275 και 276 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 2 ως Αντιπροέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας κατά το έτος 2011 ανάθεσης απευθείας σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών στον [] για καθάρισμα δρόμων, κλαδέματα δέντρων, εκκοπής χόρτων και άλλων εργασιών στην κοινότητα για το ποσό των €5.400= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Οι κατηγορίες 299, 300 και 301 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 2 ως Αντιπροέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας στις 26.08.2010 ανάθεσης απευθείας σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών στον [] για εκτέλεση διάφορων εργασιών στην κοινότητα για το ποσό των €3.000= χωρίς να προβεί στην ζήτηση υποβολής γραπτών ή προφορικών προσφορών. Οι κατηγορίες 352, 353 και 354 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 2 στις 30.12.2007 κατάρτιση, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με το χρηματικό ποσό των Λ.Κ. 25.00 υπογράφοντας σχετική επιταγή για το ποσό αυτό ως δεύτερο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο χωρίς όμως αυτός να έχει τέτοια εξουσιοδότηση. Οι κατηγορίες 355, 356 και 357 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 2 στις 30.12.2007 κατάρτιση, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με το χρηματικό ποσό των Λ.Κ. 85.00 υπογράφοντας σχετική επιταγή για το ποσό αυτό ως δεύτερο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο χωρίς όμως αυτός να έχει τέτοια εξουσιοδότηση. Οι κατηγορίες 358, 359 και 360 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 2 στις 19.02.2008 κατάρτιση, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με το χρηματικό ποσό των €306,86 υπογράφοντας σχετική επιταγή για το ποσό αυτό ως δεύτερο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο χωρίς όμως αυτός να έχει τέτοια εξουσιοδότηση. Οι κατηγορίες 361, 362 και 363 αφορούν την από μέρους του Κατηγορούμενου 2 στις 03.10.2008 κατάρτιση, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με το χρηματικό ποσό των €180 υπογράφοντας σχετική επιταγή για το ποσό αυτό ως δεύτερο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο χωρίς όμως αυτός να έχει τέτοια εξουσιοδότηση. Σε συνέχεια της εξέλιξης αυτής η Κατηγορούσα Αρχή προχώρησε σε αναστολή όλων των υπόλοιπων Κατηγοριών που οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 αντιμετώπιζαν με αποτέλεσμα αυτοί να απαλλαχθούν αυτών. Τα γεγονότα έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Σύμφωνα με αυτά περί τον Ιούλιο του 2014 με την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Κοινοτάρχη της Κοινότητας Κρήτου Τέρας (Μ1 επί του Κατηγορητηρίου) και κατά την διαδικασία παράδοσης / παραλαβής των περιουσιακών στοιχείων της Κοινότητας με εμπλοκή και του Επόπτη της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου παραδόθηκαν έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων δικαιολογούσε την διενέργεια ελέγχων για την ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Κατά την διερεύνηση που έγινε διαπιστώθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 που κατά τους επίδικους χρόνους ήτοι τα έτη 2007 και 2011 κατείχαν της θέσης του Κοινοτάρχη (1ος Κατηγορούμενος) και Αντιπροέδρου (2ος Κατηγορούμενος) του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρας προχώρησαν στην ανάθεση εργασιών και στην αγορά υπηρεσιών και αγαθών από τρίτους (νομικά & φυσικά πρόσωπα) χωρίς να ζητήσουν και λάβουν προσφορές. Επίσης διαπιστώθηκε ότι αριθμός επιταγών του Κοινοτικού Συμβουλίου οι οποίες υπογράφονταν και από τον Κατηγορούμενο 2 και έτυχαν εξαργύρωσης δεν θα έπρεπε να έφεραν την δική του υπογραφή καθότι την περίοδο που αυτός φέρετε να τις είχε υπογράψει είχε παυθεί από την θέση του Αντιπροέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου με απόφαση του Επάρχου Πάφου και δεν νομιμοποιείτο να υπογράφει οποιεσδήποτε επιταγές. Τα δε ποσά των επιταγών που εξαργυρώθηκαν χρησιμοποιήθηκαν για πληρωμές υποχρεώσεων της Κοινότητας ενώ άλλα ποσά των εξαργυρωθέντων επιταγών δεν ήταν δυνατό να διαφανεί που αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί. Σημειώνεται πώς ο Κατηγορούμενος 2 είχε καταχωρήσει προσφυγή επί της απόφασης για την παύση του την οποία εν τέλει σε μεταγενέστερο χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών κέρδισε και επανήλθε στα καθήκοντα του ως Αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου όμως κατά τους χρόνους υπογραφής έκαστης επιταγής αυτός δεν νομιμοποιείτο και/ή δικαιούτο να υπογράφει αυτές. Τέλος ο κ. Νεοκλέους ανέφερε πως οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 είναι πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου ενώ επιβεβαίωσε σε ερώτηση του Δικαστηρίου ότι για τα αδικήματα που αφορούν την ανάθεση και αγορά εργασιών / υπηρεσιών αλλά και αγαθών χωρίς την λήψη προσφορών πως δεν φαίνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 να έχουν αποκομίσει προσωπικά ή άλλως πως οποιοδήποτε οικονομικής ή άλλης φύσεως όφελος. Aγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής των Κατηγορουμένων 1 & 2 ο κ. Σιαηλής ήταν σε θέση όπως βεβαίως δήλωσε και έπραξε να εκθέσει το σύνολο των προσωπικών, οικογενειακών και οικονομικών περιστάσεων ενός έκαστου των πελατών του έτσι δεν ζητήθηκε η ετοιμασία Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας προς το σκοπό αυτό. Να υπενθυμιστεί ότι στην Τηλεμάχου Τηλέμαχος ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 701 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ''τέτοια έκθεση είναι επιθυμητό να ετοιμάζεται στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών (Βλ. Stylianou and Others v. Republic
(1961)C.L.R. 265, Attorney-General v. Stavrou and Another
(1962)C.L.R. 272) και στις υποθέσεις Κακουργιοδικείου. Κατά τα άλλα εναπόκειται στον ίδιο τον κατηγορούμενο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.'' Ο κ. Σιαηλής τόνισε την παραδοχή και απολογία των πελατών του για τα αδικήματα που έχουν παραδεχθεί ότι έχουν διαπράξει η σοβαρότητα των οποίων ως ανέφερε τους έχει επεξηγηθεί τονίζοντας πως η παραδοχή τους δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια τους. Τόνισε πως κανένας εκ των πελατών του δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό όφελος από τις απευθείας αναθέσεις που έγιναν για αγορά εργασιών και υπηρεσιών αλλά και αγαθών από μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου ούτε και πώς η Κοινότητα έχει ζημιώσει με οποιοδήποτε τρόπο από τις ενέργειες τους αυτές. Μάλιστα τόνισε πώς οι τιμές ανάθεσης ήταν τιμές της αγοράς κατά τον επίδικο χρόνο ή ακόμα και πιο χαμηλές. Αναγνώρισε βεβαίως το λάθος τους ότι ήταν το γεγονός ότι όφειλαν να ζητήσουν και λάβουν προσφορές πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξαν παρά τις διατάξεις των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Στρεφόμενος προς την ενότητα των Κατηγοριών που αφορούν τον 2ο Κατηγορούμενο τόνισε πως ως αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρας ήταν πρόσωπο που δικαιούτο να υπογράφει τις επιταγές που έκδιδε το Κοινοτικό Συμβούλιο. Όμως κατά την περίοδο που αυτός είχε παυθεί με απόφαση του Επάρχου Πάφου αυτός θεώρησε λανθασμένα ότι θα έπρεπε να είχε παυθεί από το ίδιο το Κοινοτικό Συμβούλιο κάτι το οποίο δεν έγινε με αποτέλεσμα αυτός να συνεχίζει να υπογράφει επιταγές του Κοινοτικού Συμβουλίου τις οποίες η εκδότρια τράπεζα εξαργύρωνε κανονικά αφού δεν έγιναν οποιεσδήποτε αλλαγές στο τραπεζικό της μητρώο για να αφαιρεθεί η εξουσιοδότηση υπογραφής των επιταγών του Κοινοτικού Συμβουλίου από τον Κατηγορούμενο 2. Παρά το ότι αναγνώρισε ο κ. Σιαηλής ότι λανθασμένα και κακώς προχωρούσε στην υπογραφή των εν λόγω επιταγών ο Κατηγορούμενος 2 τόνισε πώς τα χρήματα αυτών χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος της Κοινότητας ενώ σημείωσε πώς εν τέλει κέρδισε και την προσφυγή που καταχώρησε επί της απόφασης για την παύση του και επανήλθε κανονικά σε μεταγενέστερο χρόνο στα καθήκοντα του. Επίσυρε επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα που έχουν διαπραχθεί σε χρόνο πέραν των 10 ετών με το στοιχείο της αποτροπής να ατονεί σημειώνοντας πως πρόκειται για πρόσωπα μεγάλης ηλικίας 65 και 67 ετών αντίστοιχα (με παιδιά και εγγόνια) λευκού ποινικού μητρώο που δεν έχουν απασχολήσει προηγουμένως τα Δικαστήριο ούτε και έχουν διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα είτε πριν είτε μετά την περίοδο διάπραξης των υπό εξέταση αδικημάτων και μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή σε αυτούς. Σε σχέση μάλιστα με την παρέλευση του χρόνου επισήμανε και το γεγονός πως δεν μπορούν να φέρουν την αποκλειστική ευθύνη οι Κατηγορούμενοι καθότι το κατηγορητήριο αρχικά καταχωρήθηκε με 408 κατηγορίες οι οποίες στρέφονταν εναντίον τους ενώ σήμερα η υπόθεση ολοκληρώνετε με την επιβολή ποινής σε ένα πολύ μικρό αριθμό κατηγοριών με τις υπόλοιπες μάλιστα κατηγορίες να αναστέλλονται. Ήδη σημείωσε οι πελάτες του αντιμετώπισαν όλα αυτά τα χρόνια το άγχος και την ταλαιπωρία της υπόθεσης που αντιμετώπιζαν στο Δικαστήριο και θα πρέπει το Δικαστήριο να εξαντλήσει την μέγιστη δυνατή επιείκεια του. Τέλος εισηγήθηκε πως αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας πώς αυτή δύναται να ανασταλεί για τους λόγους που με επιμέλεια επεξήγησε. Τα αδικήματα που οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 διέπραξαν είναι χωρίς αμφιβολία πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα που τα χαρακτηρίζει αντανακλάται κατ' αρχάς από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ανώτατες ποινές. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Σημειώνεται πώς σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 έχουν παραδεχθεί το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στο νομικό πλαίσιο που αυτά διέπονται κατά τους επίδικους χρόνους και τα οποία παραθέτω κατωτέρω. Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 Κατάχρηση εξουσίας[37]
- Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 Δόλος και κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό
- Όποιος δημόσιος λειτουργός, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του, διενεργεί δόλο ή κατάχρηση εμπιστοσύνης που επηρεάζει το κοινό, είναι ένοχος πλημμελήματος, ανεξάρτητα αν ο δόλος αυτός ή η κατάχρηση εμπιστοσύνης θα ήταν ή όχι αξιόποινη αν γινόταν εναντίον ιδιώτη. Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος
- Δημόσιος λειτουργός που εσκεμμένα παραμελεί την εκτέλεση καθήκοντος, το οποίο έχει σύμφωνα με το νόμο υποχρέωση να εκτελέσει, είναι ένοχος πλημμελήματος, νοουμένου ότι η εκτέλεση τέτοιου καθήκοντος δε θα επιφέρει μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνο τον οποίο θα αναμενόταν να αντιμετωπίσει άνθρωπος συνηθισμένου σθένους και ενεργητικότητα Γενική ποινή για πλημμελήματα
- Όταν στον Κώδικα αυτό δεν προβλέπεται ειδικά ποινή για οποιοδήποτε πλημμέλημα, τα πλημμελήματα τιμωρούνται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες, ή και με τις δύο αυτές ποινές. Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 336 του Κεφ. 154
- Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό, πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης, περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336 και 339 του Κεφ. 154
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος. Απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Σημειώνεται επιπρόσθετα και η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 29 του Κεφ. 154 δια του οποίου μπορεί εναλλακτικά να επιβάλλει ποινή προστίμου. Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη τις προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Όσον αφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε και στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, όπου στις σελίδες 402 - 403 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.» Δεν χωρεί αμφιβολία πως το αξίωμα του δημόσιου λειτουργού εκ φύσεως απαιτεί αρχές ακεραιότητας, ήθους και εντιμότητας που πρέπει να χαρακτηρίζουν και να καθοδηγούν το λειτουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Κάθε πολίτης που η πολιτεία του εμπιστεύεται να κατέχει ένα δημόσιο αξίωμα ή μία δημόσια θέση, όπως για παράδειγμα στην συγκεκριμένη περίπτωση την θέση του μέλους του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας ως ήταν και οι Κατηγορούμενοι 1 & 2, οφείλει να σέβεται και να εκτιμά την τιμή αυτή που του δίδεται από την Κυπριακή Κοινωνία. Έμπρακτα αυτό σημαίνει ακούραστα και αδιάλειπτα να διεκπεραιώνει ανεπηρέαστα, αμερόληπτα, με ευσυνειδησία, τιμιότητα, επιμέλεια, αξιοκρατικά και δίκαια όλα τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που η θέση ή το αξίωμα του απαιτεί στα πλαίσια των νόμων, θεσμών και κανονισμών, δίχως όφελος ή εύνοια και χωρίς να επηρεάζεται ή να επιτρέπει παρέμβαση στο έργο του από οποιοδήποτε άτομο, οργανισμό ή φορέα. Ένα άτομο που βρίσκεται σε αυτές τις θέσεις εργάζεται για το συμφέρον της κοινότητας στην οποίαν ανήκει. Οτιδήποτε περί του αντιθέτου δείχνει αγνωμοσύνη στην κοινωνία που τον επέλεξε καθώς και άτομο ανίκανο να ανταποκριθεί μπροστά στις απαιτήσεις της θέσης ή του αξιώματος που αυτός κατέχει. Παράλληλα στρέφεται κατά του δημοσίου συμφέροντος και πλήττει τις αξίες του κράτους δικαίου που υπάρχει σε κάθε δημοκρατική κοινωνία. Η όποια μορφή κατάχρησης εξουσίας, υποσκάπτει την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών ενός κράτους ενώ την ίδια στιγμή προωθεί τη διαφθορά που θα οδηγήσει στην κατάρρευση ηθών και αρχών της κοινωνίας δημιουργώντας ανασφάλεια και απογοήτευση των πολιτών έναντι της δημόσιας υπηρεσίας. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού καθώς και η ανάγκη για αποτελεσματική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων έτσι ώστε να αποτρέπει την συνέχιση διάπραξης τους από άλλους επίδοξους παραβάτες τονίστηκε ακόμη στην υπόθεση Polydorou v. The Police
(1984)2 C.L.R. 48, μέσα από την οποία το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα ομιλεί από μόνο του: "Persons in the public service should always, but especially during the present difficult times exhibit the fidelity and honesty which underlies such employment. Persons who prove themselves unworthy of the trust placed in them by their country should be punished in a way which will deter others to follow their example." Η αυξητική συχνότητα διάπραξης αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 διέπραξαν. Στη Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών (βλέπε επίσης Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Η νομολογία τονίζει ότι η διάπραξη αδικημάτων, όπως αυτά που οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 αντιμετωπίζουν, πλήττει καίρια την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς με αποτέλεσμα να προβάλλει κυρίαρχα η ανάγκη αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου. Η δε έξαρση που διαπιστώνεται στη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων απαιτεί την επιβολή αυστηρών ποινών (Μιχαηλίδης κ.α. v. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017 και 131/2017 ημερ. 26.04.18 και Αστυνομία v. Βρυώνης Ποινικές Εφέσεις Αρ. 92/2017 & 93/2017 ημερ. 19.07.19). Επίσης σημειώνεται πώς και τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και ψευδών παραστάσεων είναι σοβαρά και τιμωρούνται συνήθως με φυλάκιση. Διαχωρίζονται σε υποθέσεις πολύ σοβαρές, μεσαίας και μικρής σοβαρότητας (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 145). Μάλιστα σύμφωνα με την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(1997)2 ΑΑΔ 123, όταν, μεταξύ άλλων, η διάπραξη του αδικήματος αυτού αποσκοπεί στην εξαπάτηση κρατικών αρχών, αυτό συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα. Συνήθως τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης από 3 μέχρι και 15 μήνες (βλ. Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 315, Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 324, Borizov v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 204 και Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 661, Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 192), Ματούρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ
- Στην προκειμένη περίπτωση οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 επέδειξαν αγνωμοσύνη και ενεργούσαν αυθαίρετα και καταχρηστικά κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας που διέπουν τα καθήκοντα και τις εξουσίες τους ως μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου που ήταν. Δρούσαν αυτόβουλα και λάμβαναν αποφάσεις αναθέτοντας σε διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα εργασίες ή αγορά υπηρεσιών ή προμήθεια υλικών και αγαθών προς το Κοινοτικό Συμβούλιο, χωρίς την προηγουμένως προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών. Οι πράξεις των Κατηγορουμένων 1 & 2 είναι εμφανώς ανεπίτρεπτες και καταδικαστέες. Τέτοιες συμπεριφορές αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή. Οι Κατηγορούμενοι αφής στιγμής εκλέχτηκαν ως μέλη του Κοινοτικού συμβουλίου έπρεπε και όφειλαν να ενεργούν ως θεματοφύλακες των συμφερόντων της Κοινότητας τηρώντας τους ισχύοντες νόμους και όχι να παρανομούν ενεργώντας αυτόβουλα και να καταχράζονται την εξουσία και την εμπιστοσύνη που οι πολίτες της κοινότητας Κρήτου Τέρας τους ανέθεσαν. Θα έπρεπε να ενεργούν δίκαια αμερόληπτα και αντικειμενικά ακολουθώντας τις ορθές διαδικασίες που η Νομοθεσία άλλωστε επιτάσσει. Από την άλλη, δίδω ιδιαίτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορουμένων 1 &
- Είναι νομολογημένο ότι ένας αδικοπραγούντας με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου και στην προκειμένη περίπτωση που ισχύει οι Κατηγορούμενοι απολαμβάνουν το ευεργέτημα αυτό (Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525, Αριστοδήμου v. Δημοκρατία Ποινική Έφεση 121/2017 ημερ. 21.09.17). Έχει επίσης επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014, απόφαση ημερ. 15.06.15). Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015 ημερ. 11.07.16 τονίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Το ίδιο σκεπτικό διατυπώθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Τράντα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 8/2016 ημερ. 14.11.16. Στην παρούσα υπόθεση η παραδοχή των κατηγορουμένων φαινομενικά μπορεί να μην έγινε άμεσα αφού αυτή έλαβε χώρα μόλις στις 28.11.2022 όμως σημειώνεται και τονίζεται ότι η παραδοχή τους αυτή έγινε ευθύς αμέσως μετά όταν η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες που εκκρεμούσαν εναντίον τους. Υπό το φως των πιο πάνω η παραδοχή των Κατηγορουμένων εκλαμβάνεται ως άμεση από το Δικαστήριο. Εκλαμβάνω επίσης την παραδοχή καθώς και την απολογία τους ως έκφραση έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους τους η οποία μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288). Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου τον πρότερο έντιμο βίο των Κατηγορουμένων 1 & 2. Θεωρώ χρήσιμο να παραπέμψω στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σουτζιής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, το οποίο καταγράφω αυτούσιο και ομιλεί από μόνο του: «Η προσφορά προς το κράτος και την πολιτεία εν γένει, είναι πράγματι σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας, αλλά τονίζουμε πως η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Μάλιστα στην παλαιά υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65 τονίστηκαν τα εξής ενδιαφέροντα που επίσης καταγράφονται αυτούσια: «It has been said time and again and, now we repeat, that the higher one stands, the higher becomes his duty to observe the law; in fact, give by his conduct an example of obedience to the law.» Περαιτέρω αποδέχομαι προς μετριασμό της ποινής όλες τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 & 2 όπως αυτές έχουν περιγραφεί από τον συνήγορο τους. Είναι βεβαίως καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας. Εκεί δηλαδή που έχουν διαπραχτεί σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης, όπως στην παρούσα περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των παραβατών διαδραματίζουν περιθωριακό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής έτσι ώστε να μην εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της που σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι δεδομένος (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας (πιο πάνω), Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ωστόσο το καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου έχουν διαπραχτεί σοβαρά αδικήματα (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575) και οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές (Χρυσοστόμου "Κανάρη" ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ.18). Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και το στοιχείο της αποτροπής (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.132). Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζω τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, οι οποίες έχουν εκτεθεί πιο πάνω (Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174). Θα ασχοληθώ τώρα με τη θέση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Η καθυστέρηση που σημειώνεται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται αδικαιολόγητη και βαρύνει αποκλειστικά τις διωκτικές Αρχές. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων σημειώνονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267 λέχθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του. Η πάροδος μεγάλου χρόνου από τον χρόνο διάπραξης ενός αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355). Αναμφίβολα το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της διάπραξης των υπό τιμωρία αδικημάτων και της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων 1 & 2 είναι μεγάλο και είναι της τάξης των 10 με 12 ετών αφού όπως προηγουμένως έχει αναφερθεί τα αδικήματα αποκαλύφθηκαν περί τα μέσα του έτους
- Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τον Ιούλιο του 2017 με τους Κατηγορούμενους 1 & 2 να μην παραδέχονται τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και έκτοτε η υπόθεση να οριζόταν για ακρόαση όμως σημειώνω ότι από τις 408 κατηγορίες που αρχικά αυτοί αντιμετώπιζαν πλέον η πλειοψηφία αυτών έτυχε αναστολής και μάλιστα μόλις τον Νοέμβριο του 2022 και το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε ελάχιστες κατηγορίες που έχουν απομείνει και οι Κατηγορούμενοι παραδεχθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιβολή ποινής είναι λεπτό και συνάμα δύσκολο και πολυδιάστατο δικαστικό έργο, το οποίο, όπως ήδη λέχθηκε, απαιτεί βαθύ προβληματισμό για εξατομίκευση της μέσα από εκτίμηση δεδομένων, των γεγονότων που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, επιβαρυντικών και ελαφρυντικών παραγόντων της υπόθεσης, χωρίς να παραγνωρίζεται ο σκοπός του νομοθέτη στη θέσπιση των υπό κρίση αδικημάτων και η Νομολογία επί του θέματος (Αντωνίου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 74/2020 ημερ. 31.07.2020). Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, κατέληξα ότι κατάλληλη ποινή στην υπό εξέταση υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 & 2 ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι καλούμαι να επιβάλλω ποινές αρχές του 2023 για αδικήματα που χρονολογούνται μεταξύ των ετών 2007 και 2011 δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η χρηματική χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω με την απόφαση μου αυτή την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από εγκληματικές συμπεριφορές, όπως αυτή των κατηγορουμένων. Το ύψος τέτοιων ποινών θα αντικατοπτρίζει πιστεύω την σοβαρότητα των αδικημάτων και θα περιλαμβάνει το στοιχείο της αποτροπής. Eπίσης δεν παραβλέπω και το γεγονός πώς σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τα αδικήματα κατάχρησης εξουσίας, κατάχρησης εμπιστοσύνης και παραμέλησης υπηρεσιακού καθήκοντος δεν έχει προκύψει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ή οιοσδήποτε από αυτούς απέβλεπε στο κέρδος ή είχαν οποιοδήποτε κέρδος ή προσωπικό όφελος. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός πως ήδη για τον Κατηγορούμενο 3 έχουν επιβληθεί χρηματικές ποινές σε αυτόν και θεωρώ πως με βάση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών παρόμοια αντιμετώπιση θα πρέπει να τύχουν και οι Κατηγορούμενοι 1 & 2 χωρίς να μου διαφεύγει όμως το γεγονός ότι αυτοί αντιμετωπίζουν σοβαρότερης φύσεως κατηγορίες από αυτές που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος
- Συνυπολογίζοντας όλα όσα έχω προαναφέρει κρίνω ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές τις οποίες επιβάλλω: Κατηγορούμενο 1: Στις κατηγορίες 80, 91, 100, 109, 150 (κατάχρηση εξουσίας) επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €500 σε έκαστη κατηγορία. Σύνολο €2.500 Στις κατηγορίες 81, 92, 101, 110, 151 (κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό) δεν επιβάλλεται καμιά ποινή ένεκα του γεγονότος ότι αυτές αποτελούν απόρροια των ίδιων γεγονότων στα πλαίσια των οποίων επιβλήθηκαν ποινές για τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας. Στις κατηγορίες 82, 93 ,102, 111, 152 (παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος) δεν επιβάλλεται καμιά ποινή ένεκα του γεγονότος ότι αυτές αποτελούν απόρροια των ίδιων γεγονότων στα πλαίσια των οποίων επιβλήθηκαν ποινές για τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας. Κατηγορούμενο 2: Στις κατηγορίες 269, 274, 299 (κατάχρηση εξουσίας) επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €500 σε έκαστη κατηγορία. Σύνολο €1.500 Στις κατηγορίες 270, 275, 300 (κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό) δεν επιβάλλεται καμιά ποινή ένεκα του γεγονότος ότι αυτές αποτελούν απόρροια των ίδιων γεγονότων στα πλαίσια των οποίων επιβλήθηκαν ποινές για τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας. Στις κατηγορίες 271, 276, 301 (παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος) δεν επιβάλλεται καμιά ποινή ένεκα του γεγονότος ότι αυτές αποτελούν απόρροια των ίδιων γεγονότων στα πλαίσια των οποίων επιβλήθηκαν ποινές για τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας. Στις κατηγορίες 352, 355, 358, 361 (πλαστογραφία) δεν επιβάλλεται καμιά ποινή ένεκα του γεγονότος ότι αυτές αποτελούν απόρροια των ίδιων γεγονότων στα πλαίσια των οποίων επιβλήθηκαν ποινές για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων. Στις κατηγορίες 353, 356, 359, 362 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου) επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €400 σε έκαστη κατηγορία. Σύνολο €1.600 Στις κατηγορίες 354, 357, 360, 363 (απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις) επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €400 σε έκαστη κατηγορία. Σύνολο €1.600 Έξοδα €150,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. (Υπ) .............................. Ν. Φακοντής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [2] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [3] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [4] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [5] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [6] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [7] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [8] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [9] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [10] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [11] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [12] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [13] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [14] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [15] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [16] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [17] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [18] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [19] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [20] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [21] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [22] Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ. 154 [23] Κατάχρηση εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 133 και 35 του Κεφ. 154 [24] Παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134 και 35 του Κεφ. 154 [25] Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 336 του Κεφ. 154 [26] Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336 και 339 του Κεφ. 154 [27] Απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 [28] Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 336 του Κεφ. 154 [29] Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336 και 339 του Κεφ. 154 [30] Απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 [31] Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 336 του Κεφ. 154 [32] Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336 και 339 του Κεφ. 154 [33] Απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 [34] Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 336 του Κεφ. 154 [35] Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336 και 339 του Κεφ. 154 [36] Απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154 [37] Ως ίσχυε πριν τον τροποποιητικό νόμο 27(Ι)/2021 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο